Είναι θέμα επιλογής, Ιωάννης Σ.Λάμπρου

athens-gay-pride-1520519956

 

Με αφορμή τις εκδηλώσεις της ομοφυλοφιλικής κοινότητας τις τελευταίες ημέρες, κατατίθενται ορισμένες σκέψεις.

Επαναλαμβάνεται μονότονα το επιχείρημα, εκ μέρους των ομοφυλόφιλων συμπολιτών μας, ότι η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές στην προσωπική τους ζωή. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν κάνουν καμιά τέτοια επιλογή. Απαιτούν τη νομική κατοχύρωση της ιδιαίτερης ταυτότητας σεξουαλικού προσανατολισμού τους αλλά, ταυτόχρονα, αξιώνουν να αποκτήσουν ευνοϊκές ρυθμίσεις που απορρέουν από τον γάμο μεταξύ ετεροφύλων καθώς και αναγνώριση «δικαιώματος» υιοθεσίας παιδιών. Μια αξίωση που δεν έχει τη γενεαλογική καταβολή του ανθρώπινου δικαιώματος όπως η ανεξιθρησκία και η ελευθερία του λόγου, αλλά αυθαίρετα ενδύεται τον μανδύα του δικαιώματος προς εκμετάλλευση των θετικών συμβολισμών και συνδηλώσεων της έννοιας. Αναφορικά δε με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις τις οποίες η Πολιτεία προνοεί για το ανδρόγυνο, αυτές παραχωρούνται για τη διαμόρφωση του κατάλληλου πλαισίου δημιουργίας οικογένειας. Είναι ζωτικό, υπαρξιακό συμφέρον της κοινωνίας να διασφαλίζει τους όρους επιβίωσης και διαιώνισής της. Αποτελεί δε συνταγματική επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 21.1. Γι’ αυτόν τον λόγο γίνεται «διάκριση» υπέρ των ετεροφύλων. Είναι ζήτημα στοιχειώδους λογικής, ανθρώπινης φυσιολογίας και επιβίωσης κάθε κοινωνίας.

Αν όντως οι ομοφυλόφιλοι έκαναν μια επιλογή, θα έπρεπε συνειδητά να παραιτηθούν από αξιώσεις γάμου και τέκνων. Επιλογή σημαίνει να αποφασίζει κάποιος ποιο είναι το καλύτερο, καταλληλότερο γι’ αυτόν γνωρίζοντας πως σε κάθε τέτοια διαδικασία χάνει, παραιτείται από κάτι για να λάβει κάτι άλλο, το οποίο θεωρεί σημαντικότερο. Η επιλογή συνίσταται στο κέρδος αυτού που αποκτά κάποιος εις βάρος αυτού που θα αποκτούσε αν επέλεγε διαφορετικά. Η διαδικασία της επιλογής έγκειται στη σχετική αξία που προσδίδουμε στις εναλλακτικές λύσεις που έχουμε μπροστά μας. Αν οι ομοφυλόφιλοι συμπολίτες μας ήθελαν να ακολουθήσουν τη λογική απόληξη του επιχειρήματός τους περί επιλογής, συνειδητά όφειλαν να αποδεχθούν ότι δεν μπορούν να τα διεκδικούν όλα. Όφειλαν να επιλέξουν. Αλλά δεν το κάνουν. Τα θέλουν όλα: νομική κατοχύρωση της σεξουαλικής τους ιδιαιτερότητας, αλλά ταυτόχρονα γάμο και υιοθεσία παιδιών. Διασφάλιση προστατευτικού καθεστώτος αλλά και διεκδίκηση συμβατικού ετεροφυλόφιλου βίου…

Αναφορικά δε με το επιχείρημα ότι το gay pride δεν συνιστά μια γιορτή να είναι κάποιος/α ομοφυλόφιλος αλλά το δικαίωμα να υπάρχει ως τέτοιος/α χωρίς τον φόβο διώξεων και άσκησης βίας, η σχετική νομοθεσία προσφέρει επαρκή προστασία. Απεναντίας η εργαλειακή χρήση γενικών εννοιών με τις οποίες κανείς δεν διαφωνεί, όπως «αξιοπρέπεια», «ισότητα» και «σεβασμός», νοηματοδοτείται εκ νέου ώστε να ορίζονται μόνο στο πλαίσιο αποδοχής των αιτημάτων και αξιώσεων της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Η γλώσσα και το συναίσθημα γίνονται όργανα επιβολής.

Οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι πρέπει να συμβιβαστούν με αυτό που είναι και να μην αναζητούν ρόλους και ταυτότητες που δεν συνάδουν με τις επιλογές τους. Η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές τους, αλλά και οι ίδιοι τις συνέπειες των επιλογών αυτών. Μόνο όταν οι ομοφυλόφιλοι συμπατριώτες μας αποκτήσουν πλήρη συνείδηση τού ποιοι είναι θα βρουν την ηρεμία μέσα τους, θα ησυχάσουν με τον εαυτό τους, με το σώμα τους και τους γύρω τους.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019.

Advertisements
Posted in Uncategorized

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Το Ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε. Εξελίξεις και προοπτικές.

 

depositphotos_98103942-stock-photo-european-union-and-greece-the

 

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής και το ΑΡΔΗΝ διοργανώνουν, την Τετάρτη 5 Ιουνίου και ώρα 17:00, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4 ( πλησίον πλατείας Συντάγματος), 6ος όροφος, εκδήλωση με θέμα: «Το ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε.: Εξελίξεις και προοπτικές». Θα μιλήσουν: Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας, επικεφαλής ΑΡΔΗΝ και Κωνσταντίνος Λάβδας, Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Ομάδων Συμφερόντων του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Με αφορμή τις επίκαιρες ευρωπαϊκές εκλογές μπορούν να τεθούν μία σειρά από ερωτήματα που υπερβαίνουν την επικαιρότητα και οφείλουν να τίθενται παραμόνιμα στη δημόσια σφαίρα:

Ποιες εκδοχές συνένωσης των ευρωπαϊκών κρατών υφίστανται; Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδιαγεγραμμένη; Κι αν ναι προς ποια κατεύθυνση; Τα λεγόμενα «ακροδεξιά» κόμματα επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την μεταρρύθμισή της προς μία άλλη κατεύθυνση; Τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του ελληνικού έθνους δύνανται να πραγματωθούν στο πλαίσιο μίας πολιτικά ενοποιημένης Ε.Ε.; Η πραγματικότητα της εθνικής ανεξαρτησίας συνιστά μία αναπαλλοτρίωτη πραγματικότητα; Κι αν ναι, μπορεί να συμβαδίσει με την πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε.; Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μία ένωση ισοτίμων εθνών-κρατών ή διέπεται από μίαν ορισμένη ιεραρχία στο εσωτερικό της; Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα»  στο εσωτερικό της συνιστά ανυπέρβλητο χαρακτηριστικό;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που, δίχως να προοικονομούν τις ομιλίες των εκλεκτών προσκεκλημένων, δύνανται είτε να τεθούν ρητά είτε να λανθάνουν στον λόγο τους. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι να αναδειχθεί ένας λόγος στη δημόσια σφαίρα που, αντί να συνθηματολογεί, προκρίνει  την μία ή την άλλη επιλογή σε ένα πλαίσιο όπου η πορεία της σκέψης ενδιαφέρει περισσότερο κι από αυτά τα ίδια τα συμπεράσματά της.

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει.

 

 

Posted in Uncategorized

Ευρωπαϊκές Εκλογές, Εθνικές Αναταράξεις

(Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 29 Μαΐου 2019)

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τελικά αντί για σεισμός αποδείχτηκε ασθενής δόνηση. Το ακροδεξιό κύμα ήταν μικρότερο του αναμενομένου, ενώ οι σημαντικές απώλειες των δυο μεγάλων οικογενειών – κεντροδεξιάς και σοσιαλιστών – σε μεγάλο βαθμό αναπληρώθηκαν από τα κέρδη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων του κέντρου, φιλελευθέρων και πρασίνων. Οι ευρωεκλογές όμως παραμένουν ένα άθροισμα 28 εθνικών εκλογών, και διάφορα κατά τόπους αποτελέσματα προοιωνίζουν μεγαλύτερη αστάθεια για το μέλλον από όση μια πανευρωπαϊκή ανάγνωση των εκλογών αφήνει να φανεί.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η κατάρρευση των δυο μεγάλων κομμάτων προς όφελος κομμάτων με ξεκάθαρη στάση στο ζήτημα του Μπρέξιτ τα ωθεί να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους. Υπό την πίεση του Νάιτζελ Φάρατζ, οι Συντηρητικοί προσέρχονται στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του διαδόχου της Τερέζα Μέι με διάθεση να εκλέξουν έναν θιασώτη του σκληρού Μπρέξιτ. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν από την άλλη αναγκάζεται να έρθει πιο κοντά στο αίτημα των φιλοευρωπαίων για ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Η πόλωση και το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να ενταθούν εν όψει της νέας προθεσμίας εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ στις 31 Οκτωβρίου.

Στην Πολωνία η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) κέρδισε σημαντική νίκη σε βάρος της ενωμένης φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης χάρη σε έναν συνδυασμό οικονομικών παροχών και έντασης της εθνικιστικής της ρητορικής που κινητοποίησε ένα εκλογικό ακροατήριο (ηλικιωμένοι, λιγότερο μορφωμένοι) που συνήθως δεν ψηφίζει σε ευρωεκλογές. Το PiS φαίνεται έτσι να έχει πολύ καλές προοπτικές για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου μετά τις οποίες θέλει να ξαναβάλει μπρος τη διαδικασία συνταγματικών αλλαγών που η ΕΕ είχε μπλοκάρει ως επικίνδυνες για το κράτος δικαίου.

Στην Ιταλία η νίκη της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι σε βάρος των Πέντε Αστέρων επιταχύνει την κατάρρευση του μεταξύ τους συνασπισμού, όχι όμως πριν ο Σαλβίνι διεκδικήσει για την Ιταλία ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με προτίμηση στον τομέα της οικονομίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τη συνοχή της Ευρωζώνης. Αν ο Σαλβίνι μετά προχωρήσει στη δημιουργία μιας δεξιάς κυβέρνησης μαζί με τα απομεινάρια του μπερλουσκονισμού, θα αποκτήσει ρόλο και στις εξελίξεις στον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς η οποία παραμένει διχασμένη μεταξύ οπαδών και πολέμιων της προσέγγισης με τους λαϊκιστές.

Τέλος, στη Γερμανία η εποχή Μέρκελ φτάνει στο τέλος της χωρίς ξεκάθαρη εικόνα τι θα την διαδεχτεί. Το αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών ήταν μέτριο, την ώρα που οι συνεργαζόμενοι στον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν πια σημάδια αποσύνθεσης. Η νίκη των Πρασίνων χαιρετίστηκε ως ένα φιλοευρωπαϊκό αποτέλεσμα, εκφράζει όμως ταυτόχρονα και ένα αίτημα ανανέωσης που είναι αμφίβολο αν μπορεί να ικανοποιήσει όχι μόνο η Μέρκελ αλλά και η διάδοχός της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ. Αν η άνοδος του λαϊκισμού φαίνεται προς στιγμήν να περιορίζεται, η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο ρευστότητας την ώρα που η Ευρώπη αναζητεί εναγωνίως ένα νέο πολιτικό κέντρο βάρους.

Posted in Uncategorized

Συμφωνία των Πρεσπών: Ευρύτεροι Προβληματισμοί Ιωάννης Σ. Λάμπρου

συμφωνια Πρεσπών

Η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή των Ελλήνων, στις 25 Ιανουαρίου, αποτελεί τον δυσμενή επίλογο της διαχείρισης του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της εξωτερικής πολιτικής της ελλαδικής πολιτείας. Παθογένειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση μακροχρόνιας, απαλλαγμένης από ιδεολογικές ή άλλες εξαρτήσεις, πολιτικής η οποία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας και του Ελληνισμού ευρύτερα.

Προσκόμματα

Ο παραπάνω στόχος επιτυγχάνεται, πρωτίστως, με την ορθή ανάγνωση των σταθερών και θεμελιωδών παραμέτρων του διεθνούς διακρατικού συστήματος. Η προσέγγιση του διεθνούς δικαίου, η εναπόθεση ελπίδων στη δράση των διεθνών οργανισμών, η αφελής προσέγγιση στην κάθε διαδικασία διακρατικού διαλόγου και η ακόμα πιο αφελής θέση ότι η ανάπτυξη προσωπικών φιλικών σχέσεων μπορούν να εκτρέψουν το ενδιαφέρον των ηγεσιών των χωρών από τις διαχρονικές τους στοχεύσεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την  άκριτη εισαγωγή πάσης φύσεως θεωρητικών κατασκευών από εκπαιδευτικά ιδρύματα χωρών της Δύσης, τα οποία πέραν της  έλλειψης επαλήθευσης των βασικών τους θέσεων στην κονίστρα της διεθνούς διπλωματίας επιπλέον ασκούν φθοροποιό επιρροή στους έχοντες ευθύνη χάραξης την εξωτερική πολιτική της χώρας αλλοιώνοντας τον τρόπο ανάλυσης του διεθνούς συστήματος με προφανείς επιπτώσεις.

Τέλος, η Αθήνα διαχρονικά  θεωρεί πως η συμμετοχή σε ένα δεδομένο συμμαχικό πλαίσιο βολικά την απαλλάσσει από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αναζήτησης ερεισμάτων. Μεγάλο βαθμό ευθύνης φέρουν όσες πολιτικές δυνάμεις προσεγγίζουν τη συμμετοχή τη χώρας στους ευρωατλαντικούς  θεσμούς με μεταφυσικούς όρους αποστερώντας στην πράξη κάθε άλλη (παράλληλη) ενατένιση προς τα ιστορικά σημεία αναφοράς του Ελληνισμού ώστε να διαμορφωθεί ένα γεωπολιτικό δόγμα που να συνδυάζει τόσο τη μετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι όσο και τη Διασπορά, την θετική διάθεση απέναντι στον Ελληνικό Πολιτισμό παγκοσμίως, τους φιλικούς ορθόδοξους πληθυσμούς στη Αν. Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα τον Χριστιανικό Κόσμο της Ανατολής. Η στάση των συμμάχων σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ θα έπρεπε ίσως να προβληματίσει τους ένθερμους υποστηρικτές του μονοσήμαντου ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του ευρύτερου ευρωατλαντικού συμμαχικού πλαισίου. Αν όντως η Ελλάς έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά λόγω των προβλημάτων της Τουρκίας με τον δυτικό παράγοντα γιατί η Αθήνα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει καλύτερους όρους στη Συμφωνία των Πρεσπών; Ποια τα απτά ανταλλάγματα σε σχέση με την εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος; Για άλλη μια φορά η Αθήνα καταβάλλει το κόστος των προενταξιακών διαπραγματεύσεων Άγκυρας, Σκοπίων και Τιράνων και με τις υποχωρήσεις που κάνει διευκολύνει την όποια ευρωτλαντική προοπτική των Σκοπίων αυτή τη φορά. Μόνιμη επωδός αποτελεί τι τελευταίες δύο δεκαετίες ο συμμαχικός παράγοντας να ζητεί από την Αθήνα να επιδείξει μεγαθυμία και να λάβει υπ’ όψιν ευρύτερους συμμαχικούς σχεδιασμούς κάνοντας υποχωρήσεις στις διμερείς διαφορές με τα προαναφερθέντα κράτη.

Τις περισσότερες δε φορές η προαναφερόμενη προσέγγιση των εξωτερικών μας θεμάτων βρίσκει αντίθετη τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Σε αυτές τις περιπτώσεις αδιέξοδο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποτελεί η «αρχή της διολίσθησης» (βλέπε «Η αρχή της διολίσθησης» τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018) βάσει της οποίας μια εκάστοτε ελλαδική κυβέρνηση δεν υποχωρεί άτακτα ώστε να μην χρεωθεί αποκλειστικά την  δυσμενή τροπή αλλά υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να διευκολύνονται περαιτέρω παραχωρήσεις ή να καθίσταται εξαιρετικό δύσκολο να υπάρξουν βελτιώσεις σε ένα μελλοντικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Και όλα αυτά με τη σιωπηρή επιβεβαίωση του εκλογικού σώματος που συναινεί σε αυτή την τακτική, είτε λόγω άγνοιας και αδιαφορίας, είτε ίσως φόβου μην τυχόν διαταραχθεί η βολική καθημερινότητά του από τυχόν επιδείνωση των σχέσεων με κάποια άλλη χώρα.

Ελλιπές Erga Omnes

Το παρόν κείμενο δεν θα προβεί σε εκτενή ανάλυση της ψηφισθείσης πλέον Συμφωνίας των Πρεσπών. Εκατοντάδες κείμενα έχουν γραφεί, τους τελευταίους επτά μήνες, για τις πρόνοιες, τους κινδύνους και τα θετικά στοιχεία του κειμένου των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ τόσο στην έγκυρη «Άμυνα και Διπλωματία» όσο και αλλού. Θα γίνουν ορισμένες σύντομες επισημάνσεις αναφορικά με κάποιες πρόνοιες της Συμφωνίας της 17ης Ιουνίου 2018 και θα γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για τις κινητοποιήσεις των πολιτών.

Επιγραμματικά, στα θετικά στοιχεία της Συμφωνίας μπορούν να αναφερθούν η αναγνώριση του κοινού συνόρου (Προοίμιο, άρθρα 3, 4.1) του 1913 και η απαγόρευση αλυτρωτικών ενεργειών (Προοίμιο, άρθρα 4.2, 6.1, 6.3, 8.5) εκατέρωθεν. Ο ενθουσιασμός, όμως, για τα παραπάνω επιτεύγματα πρέπει να μετριαστεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω θετικές αναφορές αποτελούν αναγκαίες και θεμελιώδεις προϋποθέσεις  δύο χωρών μελών του ΟΗΕ, και άρα προκαταβολικά τις αποδέχονται ως πηγάζουσες από τον Καταστατικό Χάρτη του τελευταίου, αλλά και ειδικότερα για τα Σκόπια ως μιας χώρας που επιθυμεί να καταστεί μέλος της Ε.Ε. αλλά και του ΝΑΤΟ. Οι παρουσιαζόμενες ως κατακτήσεις συνιστούν τις ελάχιστες, στοιχειώδεις δεσμεύσεις κάθε κράτους το οποίο φιλοδοξεί να μετέχει στο διεθνές διακρατικό σύστημα. Επίσης, ως θετικής αναφοράς κρίνεται και το συνεργατικό πλαίσιο το οποίο παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας, άρθρα 9-19. Συνεργασία, η οποία, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και στο υπάρχον πλαίσιο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ή εντός ενός επιπρόσθετου νομικού κειμένου.

Η έτερη δε παρουσιαζόμενη επιτυχία του erga omnes (άρα και από την Αθήνα με την σύγχυση που αυτό μπορεί να προκαλέσει στον αυτοπροσδιορισμό του Μακεδονικού Ελληνισμού αλλά και τις δυνητικές επιπτώσεις αναφορικά με την εργαλειοποίηση της παρουσίας Σλαβόφωνων Ελλήνων πολιτών) νοθεύεται σε πλείστες περιπτώσεις. Ήδη κυβερνητικοί αξιωματούχοι των Σκοπίων κάνουν λόγο για «Μακεδονία» άνευ του γεωγραφικού προθέματος. Ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» πιθανότατα θα καταπέσει σε απλή τυπική χρήση στο εσωτερικό των Σκοπίων σε έγγραφα και δημόσια κτήρια ενώ στον καθημερινό δημόσιο διάλογο θα συνεχίζει να γίνεται απρόσκοπτη χρήση της λέξης «Μακεδονία». Για τις διεθνείς δε υποχρεώσεις η εμμονή των Σκοπιανών στη χρήση μόνο της λέξης «Μακεδονία» θα εναλλάσσεται, στον προφορικό λόγο, με περιστασιακή, προσχηματική και μεμονωμένη χρήση του όρου «Βόρεια Μακεδονία» ενώ στα επίσημα έγγραφα θα υπάρχει συμμόρφωση με τη Συμφωνία όπως άλλωστε και από την πλευρά των Αθηνών. Αναφορικά με την εφαρμογή του erga omnes στην ελληνική πλευρά στο εσωτερικό της χώρας δεν θα υπάρχει ομοιόμορφη πρακτική (στον προφορικό δημόσιο λόγο), γεγονός το οποίο θα προσφέρει στην άλλη πλευρά νομιμοποίηση της συνειδητής χρήσης μόνο του όρου Μακεδονία.

Αποδυνάμωση του erga omnes επίσης παρατηρείται και σε άλλα σημεία της Συμφωνίας: διαφοροποίηση των αρχικών των Σκοπίων στις πινακίδες οχημάτων (NM – NMK) και λοιπών χρήσεων (αρχικά MK, MKD) (άρθρο 1.3.ε), διαφοροποίηση χρήσεων του επιθετικού προσδιορισμού της ονομασίας του κράτους ( «της Βόρειας Μακεδονίας» – «μακεδονικός») μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων (άρθρο 1.3.ζ), ονομασία εμπορικών σημάτων και brand names όπου προβλέπεται διμερής διάλογος με την διαδικασία να διαρκεί έως τρία χρόνια (1.3 θ). Επίσης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1.8 τα δύο κράτη δεσμεύονται για καθολική χρήση εσωτερικά και διεθνώς του νέου ονόματος και των αντίστοιχων όρων, στη διάταξη 1.10 εισάγεται διάκριση μεταξύ μεταβατικής περιόδου για έγγραφα για διεθνή χρήση ή για εσωτερικά έγγραφα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό η συμμόρφωση των οποίων με τις πρόνοιες της Συμφωνίας θα γίνει εντός πέντε ετών, ενώ οι σχετικοί όροι στα δημόσια έγγραφα της Δημόσιας Διοίκησης αποκλειστικά για εσωτερική χρήση θα αλλάξουν εντός πέντε ετών από την έναρξη διαπραγματεύσεων ενός εκάστου  κεφαλαίου για την ένταξη στην ΕΕ. Κατανοεί κάποιος την ευρεία διασταλτική ερμηνεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η άλλη πλευρά για να καθυστερήσει την εφαρμογή των συμφωνημένων όρων. Στη δε περίπτωση προσκομμάτων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Σκοπίων-Βρυξελλών δεν υφίσταται καμία δέσμευση για τα δημόσια έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία στην πράξη θα διαιωνίζουν την μέχρι σήμερα πολιτική. Στο άρθρο 7.5 ορίζεται πως η Συμφωνία δεν θα δυσφημήσει  την υπάρχουσα χρήση των όρων «Μακεδονία», «μακεδονικός» όπως χρησιμοποιείται από τους πολίτες των δύο χωρών – ακυρώνοντας εν μέρει την πρόβλεψη  στις τέσσερις προηγούμενες παραγράφους 7.1-7.4 όπου διαχωρίζεται η χρήση του όρου  «μακεδονικός» από τους πολίτες των Σκοπίων από την ελληνική αρχαιότητα – άρα θα συνεχίζει να υπάρχει μη ομοιόμορφη χρήση του όρου.

Απόλυτη εφαρμογή του erga omnes δεν θα υπάρξει από καμία πλευρά στις χρήσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών. Οι δε αναλυτικές προβλέψεις για εθνότητα και γλώσσα αγνοούν την αρχή ότι η σύνδεση ή αποκοπή με μια συγκεκριμένη ταυτότητα δεν επιβάλλεται από διεθνείς συμφωνίες αλλά αποτελεί μια μακροχρόνια σύνθετη διαδικασία με τη συμμετοχή πλείστων παραγόντων. Ακόμα όμως και στην περίπτωση κατά την οποία μια συμφωνία δεν μπορούσε να αποφευχθεί στην υπάρχουσα χρονική περίοδο ας καθορίζονταν συσταλτικά το περιεχόμενό της περιοριζόμενο στο όνομα της γειτονικής χώρας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και να μην περιλάμβανε πρόνοιες σχετικά με γλώσσα και λοιπά στοιχεία εθνικής ταυτότητας (άρθρο 7.3). Εφ’ όσον η όποια ταυτότητα κάθε λαού άρα και των Σλάβων κατοίκων των Σκοπίων δεν μπορεί  να καθοριστεί απλά με μια αναφορά σε διεθνή συμφωνία ποιος ο λόγος συμπερίληψης της πέραν της εξυπηρέτησης της ανασφάλειας των Σλάβων κατοίκων της γειτονικής χώρας; Αν η παραπάνω παρατήρηση περί συνθετότητας της έννοιας του εθνικώς ανήκειν που δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αναφορά σε ένα διεθνές κείμενο ισχύει, τότε ακόμα και αν η εν λόγω συμπερίληψη έλαβε χώρα προς κατοχύρωση της ταυτότητας των γειτόνων έναντι των Βουλγάρων δεν παράγει πρακτικά αποτελέσματα. Συμπερίληψη αχρείαστη που αποτέλεσε υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της τελευταίας.

Απουσία ηγεσίας και εθνικό συμφέρον

Οι αρνητικές πτυχές της Συμφωνίας αναφορικά με το όνομα της γειτονικής χώρας και τις ανακόλουθες (με το όνομα) πρόνοιες για γλώσσα και ταυτότητα έχουν επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Ο γράφων εστιάζει στην συρρίκνωση του ιστορικού βάθους του Ελληνισμού ως την πλέον αρνητική διάσταση της Συμφωνίας. Η έννοια «Μακεδονία» με τις ιστορικές τις συνδηλώσεις νοθεύεται και σε διεθνές επίπεδο οικειοποιείται από τη γειτονική χώρα. Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι ο Ελληνισμός, κατέχει, διαχρονικά, την απόλυτη εκπροσώπηση του γεωγραφικού και ιστορικού αποθέματος του όρου αλλά η  Μακεδονία αναδείχθηκε ιστορικά και έλαβε το περιεχόμενο της αυστηρά σε ελληνικό πλαίσιο. Ακόμα και στην οθωμανική δουλεία οι ελληνικοί πληθυσμοί, η ελληνική παιδεία και η παρουσία του Οικουμενικού Θρόνου ένωσαν με δεσμούς αιώνων τους Έλληνες με τη μακεδονική γη. Η επιρροή και παρουσία του Ελληνισμού υπήρξε κυρίαρχη στον χώρο της Μακεδονίας διαχρονικά. Η μονοπώληση του όρου, σε κρατικό επίπεδο, από τα Σκόπια παρά τις προβλέψεις για την σλαβική καταγωγή της αναγνωρισμένης ως «μακεδονικής» γλώσσας και τον διαχωρισμό του από την Αρχαιότητα αποτελεί στρατηγική ήττα των Αθηνών. Το γεωγραφικό δε πρόθεμα «Βόρειος» σε ποια ακριβώς γεωγραφική περιοχή αναφέρεται αν ληφθεί υπ’ όψιν πως τα γεωγραφικά και διοικητικά όρια της περιοχής της Μακεδονίας υπέστησαν αλλαγές από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και κατόπιν στην Ρωμαϊκή,  Βυζαντινή  και Οθωμανική περίοδο; Σε ποιο βαθμό ο όρος Βόρειος είναι ακριβής και με βάση ποια κριτήρια;

Ο ιστορικός χώρος του Ελληνισμού μικραίνει, όχι μόνο εδαφικά και πληθυσμιακά όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν με τη γενοκτονία του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους πρόσφυγες από Κύπρο, Αίγυπτο, Βόρειο Ήπειρο αλλά και σε επίπεδο ιστορικής αναφοράς. Η προαναφερόμενη παρατήρηση ίσως ακούγεται υπέρμετρα θεωρητική αλλά η αλλαγή στην πρόσληψη ιστορικών γεγονότων διαμορφώνει το πλαίσιο για απτές, γεωπολιτικές μεταβολές που δύνανται να ακολουθήσουν.

Η παραπάνω παρατήρηση γίνεται ενστικτωδώς αντιληπτή από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που εναντιώθηκαν στην εν λόγω συμφωνία. Ασύντακτα αλλά συνειδητά. Όπως την περίοδο του 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν. Η θέση πολλών όσων συμμετείχαν στα συλλαλητήρια μπορεί να ήταν απλοϊκή και κάποιες φορές μπερδεμένη και σίγουρα δεν υπήρχε μια ενιαία αντιπρόταση στην κυβερνητική πολιτική.  Η μη συγκροτημένη άρθρωση όμως του εθνικού συμφέροντος φανερώνει τη διαχρονική ανυπαρξία ηγεσίας στη χώρα πρώτιστο καθήκον της οποίας θα ήταν να παιδεύσει το λαό ως προς τα θεμελιώδη και διαχρονικά συμφέροντα του με τον ίδιο τρόπο που κάθε Βρετανός ενστικτωδώς κατανοεί τους κινδύνους για το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρμετρης ενίσχυσης κάθε ηπειρωτικής ευρωπαϊκής δύναμης. Αντίθετα η κυβέρνηση λοιδόρησε τους συμμετέχοντες προσπαθώντας να γελοιοποιήσει τις  ανησυχίες τους. Οι καθολικές κινητοποιήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχείο ενισχυτικό της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας αλλά αντίθετα εργαλειοποιήθηκαν για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου -όπως η διαδικασία  της συνταγματικής αναθεώρησης και οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας -υπό την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος. Η σφοδρότητα με την οποία αντιμετωπίσθηκαν τα συλλαλητήρια καταδεικνύει αφ’ ενός την άγνοια όσων δεν μπορούν να κατανοήσουν πως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες παλαιότερα αλλά και θέματα εθνικής ταυτότητας και ιστορίας μπορούν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια Έλληνες περισσότερο ακόμα και από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας. Αφ’ ετέρου καταφαίνεται ο φθόνος όσων τα ιδεολογικά τους προτάγματα δεν μπορούν να εμπνεύσουν εκατομμύρια Έλληνες να συμμετέχουν σε ογκώδεις πανεθνικές διαδηλώσεις.

Το χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων διευρύνεται μετά από σχεδόν 10  οικονομικής επιτροπείας. Εντείνεται η αίσθηση στη συνείδηση των πολιτών της αδιαφορίας της ηγεσίας τη χώρας στις ανάγκες και ευαισθησίες τους. Ειδικότερα η διαφοροποίηση εκλογικού σώματος και κυβέρνησης μπορεί να λάβει χαρακτηριστικά αποξένωσης του Ελληνισμού της Μακεδονίας με δημιουργία εκφυλιστικών φαινομένων αυτόκλητων ηγετών της περιοχής, με την στήριξη οικονομικών κύκλων,  με συνέπεια την καλλιέργεια κλίματος απομάκρυνσης και διαφοροποίησης από την Αθήνα.

Η ευθύνη για την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τη γειτονική χώρα είναι καθολική και επιμερίζεται σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεν αρκούν σπασμωδικές κινητοποιήσεις και μεμονωμένες εξάρσεις. Απαιτείται συνεχή φροντίδα για τα Κοινά του τόπου. Η  επιβίωση καθίσταται πιο δύσκολη εντός μνημονιακού πλαισίου από ότι πριν ενώ παράλληλα κάθε συμπατριώτης μας αντιμετωπίζει τα δικά του ξεχωριστά προβλήματα και προκλήσεις. Τα παραπάνω, όμως, όσο και αν συνιστούν μια αναντίλεκτη πραγματικότητα δεν αποτελούν νομιμοποίηση αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Αντίθετα επιβάλλουν μια πιο δεσμευτική και ουσιαστική ενασχόληση με όσα διαδραματίζονται. Η ήττα της 25ης Ιανουαρίου ας καταστήσει σαφή, στους συμπατριώτες μας, την ανάγκη συνειδητής συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Φεβρουαρίου 2019.

Posted in Uncategorized

Η διεθνής διάσταση του Εθνικού ∆ιχασµού (1915-17), Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Περίληψη της ομιλίας του Επίκουρου Καθηγητή Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδωνα Γ. Πλουμίδη στην εκδήλωση του ΙΝΣΠΟΛ στις 24 Νοεμβρίου 2018.

 

Ο Εθνικός ∆ιχασµός (1915-17) υπήρξε µια πολύπλευρη, πολυεπίπεδη και πολυδιάσταση διαµάχη, η οποία έθεσε επί τάπητος κορυφαία πολιτειακά και συνταγµατικά ζητήµατα της ελληνικής πολιτείας. Ο πυρήνας αυτής της διαµάχης υπήρξε το ερώτηµα «πόλεµος ή ουδετερότητα», ένα ερώτηµα το οποίο ταλάνισε επίσης µια σειρά από άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτίου Ευρώπης εκείνα τα χρόνια (Βουλγαρία, Ρουµανία και Ιταλία). Το κρίσιµο αυτό ερώτηµα αναφορικά µε τον χειρισµό της εξωτερικής και της στρατιωτικής πολιτικής ξέφευγε εκ των πραγµάτων από τα στενά πλαίσια του interventismo και του neutralismo και άγγιζε το θεµελιώδες ζήτηµα τού που εδράζεται η «κυριαρχία» της Πολιτείας: «επί της Λαϊκής Κυριαρχίας ή εις την βασιλικήν εξουσίαν», και ποιος είναι «ο κυρίαρχος ιδρυτής του Συντάγµατος, ο λαός ή το Στέµµα», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αιτιολογική έκθεση για την ανασύσταση της Βουλής της Κ´ Περιόδου (εν Αθήναις 28 Ιουνίου 1917). Ως εκ τούτου, στα χρόνια του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου και σε µια σειρά από χώρες συγκρούστηκαν περί της µορφής του Κράτους και των κυριαρχικών λειτουργιών του η µοναρχική και η εθνική αρχή. Η µεν πρώτη αρχή πρεσβεύει πως το Κράτος ταυτίζεται µε το πρόσωπο του µονάρχη (κι εποµένως ο πόλεµος είναι προσωπική υπόθεσή του), η δε δεύτερη ότι η κυριαρχία ενυπάρχει εις το «έθνος», τουτέστιν –κατά τα διδάγµατα του Αββά Σεγιές‒ στην Τρίτη Τάξη (le tiers état), δηλαδή στον λαό.

Στην Ελλάδα, και οι δύο πολιτικές παρατάξεις (οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί) αναφέρονταν εξίσου στην έννοια «Έθνος» (ως φορέα της κρατικής κυριαρχίας) και κόπτονταν οµοίως για τη «σωτηρία του Έθνους», αλλά προσέδιδαν στην εν λόγω έννοια εντελώς διαφορετικό περιεχόµενο. Για παράδειγµα, ο εκλογικός συνδυασµός του ∆. Γούναρη ήταν ο «Εθνικός Συνδυασµός». Οι βενιζελικοί όµως µε τη λέξη «Έθνος» εννοούσαν τον λαό, ενώ οι αντίπαλοί του τον βασιλιά (βλέπε: µονάρχη). Πάνω σε αυτήν την πολιτειακή αντίληψη δοµήθηκε η αντιβενιζελική παράταξη, που είχε ως επίκεντρό της τον ∆. Γούναρη. Οι γουναρικοί «εθεώρουν ως πατρίδα τον Βασιλέα και ως Εθνικήν πολιτικήν τας προσωπικάς γνώµας αυτού». Στις (µονοµερείς) εκλογές της 6ης ∆εκεµβρίου 1915 «το σήµα των Γουναρικών υποψηφίων» ήτο «ο Αετός συµβολίζον τον Στρατηλάτην Βασιλέα». Ο Γουναρικός «εθνικός» (εκλογικός) συνδυασµός ήταν «ο Βασιλικός συνδυασµός», επίκεντρο της εκλογικής εκστρατείας ήταν «ο Άναξ», και ο ελληνικός λαός καλείτο τότε «να ψηφίση την πολιτικήν του Άνακτος» (δηλ. της «ουδετερότητος») και «πολίτας πονετούς και αγαπώντας τον θρόνον του Βασιλέως Κωνσταντίνου». Το Κόµµα των Εθνικοφρόνων ήταν εποµένως το Κόµµα των Βασιλοφρόνων, δηλ. µοναρχικό κόµµα.  Οµοίως, το 1920 το raison d’être του γουναρικού κόµµατος ήταν η «βασιλοφροσύνη» (εφ. Καθηµερινή αρ. 385, 23 Οκτωβρίου 1920, σ. 1).

 

 

Posted in Uncategorized

Εκδήλωση ΙΝΣΠΟΛ: Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17) / ΣΑΒ 24/11/18, 12.00

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην ομιλία του καθηγητή Σπυρίδωνα Πλουμίδη με τίτλο «Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17)» η οποία αποτελεί μέρος ευρύτερης μελέτης που θα δημοσιευθεί σε λίγους μήνες.

Παράλληλα με την παρουσίαση του διεθνούς αντίκτυπου της εσωτερικής κατάστασης θα γίνουν επισημάνσεις για τη κομματική συγκρότηση και διαμόρφωση του αντιβενιζελικού μετώπου.

Πρόκειται για την αρχή μίας σειράς διαλέξεων που θα σχετίζονται με την ελλαδική Δεξιά. Έχει προηγηθεί η ομιλία του Κώστα Ιορδανίδη για τον Συντηρητισμό.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018, στις 12.00 μ.μ., στο POLIS ART CAFE (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, 10559 Αθήνα).

Posted in Uncategorized

Ένθετο «Καθημερινής» 11/11/18: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους / Σ. Μητραλέξης, Α. Χρυσόγελος [PDF]

Το ένθετο είναι προσβάσιμο εδώ:


Posted in Άγγελος Χρυσόγελος, έρευνες_δημοσιεύσεις