Η Γαλλία στο Στόχαστρο

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 19/11/2020

Ο Τρέβορ Νόα είναι Νοτιοαφρικάνος κωμικός που παρουσιάζει ένα από τα δημοφιλέστερα πολιτικά-κωμικά σόου στην Αμερική. Προερχόμενος από μία χώρα με το γνωστό ρατσιστικό παρελθόν και εργαζόμενος σε άλλη με τα δικά της προβλήματα ρατσισμού, προκάλεσε ένα μίνι-διπλωματικό επεισόδιο το 2018 όταν είπε ότι η εθνική Γαλλίας που είχε κερδίσει το ποδοσφαιρικό Μουντιάλ, ήταν στην πραγματικότητα «εθνική Αφρικής». Ο Γάλλος πρέσβης στις ΗΠΑ του απάντησε ότι στην Γαλλία οι Γάλλοι πολίτες δεν χρειάζονται επιθετικούς προσδιορισμούς όπως στην Αμερική. Τον Νόα δεν τον πτόησε ούτε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι παίκτες ξεκαθάρισαν πως είναι και αισθάνονται Γάλλοι και επανήλθε υποστηρίζοντας ότι μη-αναγνώριση της αφρικανικής ταυτότητάς τους αποτελεί ούτε λίγο ούτε πολύ συγκεκαλυμμένο ρατσισμό.

Αυτό το περιστατικό το θυμηθήκαμε παρακολουθώντας τον τρόπο κάλυψης των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων στην Γαλλία από τον αγγλόφωνο, και ιδιαίτερα  τον αμερικάνικο, κεντροαριστερό-φιλελεύθερο (αυτό που στην αμερικανική πολιτική διάλεκτο αποκαλείται liberal) τύπο. Πέραν της δικαιολογημένης προσπάθειας να μην παρουσιαστούν τα γεγονότα της Γαλλίας ως γενικευμένη «σύγκρουση πολιτισμών», παρατηρούμε την διαρκώς αναπτυσσόμενη αμφισβήτηση του γαλλικού ρεπουμπλικανικού μοντέλου ως πηγής, και άρα έμμεσης δικαιολόγησης, του μίσους που αισθάνονται κάποιοι Μουσουλμάνοι προς το γαλλικό κράτος. Το επιχείρημα που ακούγεται είναι ότι το γαλλικό μοντέλο αυστηρής κοσμικότητας (laicité) δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους Μουσουλμάνους που ζουν στην Γαλλία, θέτοντάς τους προ του διλήμματος ν’ απαρνηθούν ή όχι την θρησκεία τους, προκειμένου να αποτελέσουν μέλη της πολιτικής κοινότητας. Υπονοείται έτσι ότι το γαλλικό μοντέλο, αντί να βασίζεται, όπως ισχυρίζεται,  σε οικουμενικές αξίες, στην πραγματικότητα καταπιέζει και αποκλείει.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο Μακρόν έχει ανοίξει ταυτόχρονα δύο μέτωπα: όχι μόνο με τον ακραίο τζιχαντισμό, αλλά και με εκείνους στην Δύση που θεωρούν τον δεξιό λαϊκισμό και την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα ως τις κύριες απειλές. Το παράδοξο έγκειται στο ότι αυτή η κριτική, που αναπτύσσεται από τα αριστερά, εμφανίζεται πλέον, σε αντίθεση με το παρελθόν, επικριτική προς τις αξίες του Διαφωτισμού, τις οποίες το γαλλικό κράτος ιστορικά πρεσβεύει. Όπως και το περιστατικό με την αφρικανική καταγωγή των Γάλλων ποδοσφαιριστών, πρόκειται για μία προβολή, αν όχι επιβολή, των όρων της εσωτερικής αμερικανικής συζήτησης στην γαλλική πραγματικότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ισότιμη συμμετοχή στο πολιτικό «έθνος», ανεξάρτητα από εθνοτικά ή θρησκευτικά χαρακτηριστικά, και η περιφρούρηση του ουδέτερου χαρακτήρα του κράτους ξαφνικά αποκαλούνται «ρατσισμός» και «νέο-αποικιοκρατία». Η εν λόγω στάση εξηγεί την δυσθυμία εκ μέρους της Γαλλίας για την χλιαρή διεθνή αντίδραση απέναντι στις τελευταίες επιθέσεις.   

Κλείνουμε με μία εκτίμηση για την επίπτωση της νέας έξαρσης της αντιπαλότητας Δύσης-Ισλαμισμού στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Την παρούσα συγκυρία έχει σπεύσει να εκμεταλλευθεί ο Ερντογάν, παίζοντας τον ρόλο του αυτόκλητου ηγέτη των Μουσουλμάνων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος υιοθετεί μεγάλο μέρος από την αγγλοσαξονικής έμπνευσης ρητορική της νέας αριστεράς περί «ρατσισμού» και «Ισλαμοφοβίας», η οποία ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή στο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ. Καθώς η Ελλάδα φαίνεται να έχει επενδύσει στην νίκη Μπάιντεν ενόψει νέων αντιπαραθέσεων με την Τουρκία, θα πρέπει να αναμένουμε από τον Τούρκο πρόεδρο να εντείνει την ψευδό-προοδευτική ρητορική του, προκειμένου να εκβιάσει μια επιεικέστερη στάση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας.

Posted in Uncategorized

Μακρόν, Κοσμικότητα και Ισλάμ: Κάποιες Σκέψεις

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα δυναμική στον διεθνή διάλογο γύρω από τις πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Μακρόν να τιθασεύσει το ριζοσπαστικό Ισλάμ στην χώρα του. Ο Μακρόν είχε παρουσιαστεί την στιγμή της εκλογής του το 2017 ως αντίβαρο στον δεξιό λαϊκισμό, μέλος ενός άτυπου «φιλελεύθερου» συνασπισμού μαζί με τους Μέρκελ, Τρυντό και Ομπάμα. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η πολιτική του Μακρόν έχει πάρει μια φαινομενικά αναπάντεχη τροχιά και προκαλεί συζητήσεις μεταξύ των μέχρι πρότινος υποστηρικτών του.

Αυτή η αλλαγή παρατηρείται στον κατεστημένο σοσιαλ-φιλελεύθερο (liberal) τύπο των ΗΠΑ, όπου ιδιαίτερα τα τελευταία τέσσερα χρόνια η συζήτηση για το Ισλάμ αντανακλά αντιλήψεις και στάσεις έναντι του προέδρου Τραμπ. Για Αμερικάνους κεντροαριστερούς και φιλελεύθερους πολιτικούς, αναλυτές και δημοσιογράφους συνασπισμένους στο Δημοκρατικό Κόμμα, ο βασικός κίνδυνος είναι ο ρατσισμός και, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τους Μουσουλμάνους, η Ισλαμοφοβία του Τραμπ. Χρησιμοποιώντας αυτό το φίλτρο ανάλυσης, βλέπουν πλέον τον μέχρι πρότινος ευνοούμενό τους Μακρόν με μεγάλη επιφυλακτικότητα. 

Αυτή η επιφυλακτικότητα όμως δεν αποκαλύπτει μόνο τις εσωτερικές αντιφάσεις του ετερόκλητου διεθνούς «φιλελεύθερου» στρατοπέδου που σχηματίστηκε άρον-άρον το 2016 για να αποκρουστεί ο Τραμπ, αλλά και τα λογικά όρια του Διαφωτιστικού εγχειρήματος, κατά ειρωνικό τρόπο μάλιστα στην χώρα που το γέννησε. Ο Μακρόν χρησιμοποιεί την γλώσσα του Διαφωτισμού – ελευθερία, δικαιώματα των γυναικών – για να δικαιολογήσει την ανάγκη αυστηρότερου κρατικού ελέγχου επί του Ισλάμ. Στην βάση αυτών των αξιών καταδικάζει τις «αποσχιστικές τάσεις» του θρησκευτικού φανατισμού που κατακερματίζει την κοινωνία. Και δεν διστάζει να κατονομάσει μια συγκεκριμένη θρησκεία ως απειλή προς την ελεύθερη κοινωνία που το γαλλικό μοντέλο θρησκευτικής ουδετερότητας διαφυλάσσει.

Για άλλους σοσιαλ-φιλελεύθερους όμως, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Τραμπ, αυτή η πολιτική εμφανίζεται ως ανησυχητικά όμοια με την ακροδεξιά που υποτίθεται ότι καταπολεμάει. Η παρουσίαση του Ισλάμ ως απειλή προς τις φιλελεύθερες αξίες της Δύσης είναι μια ρητορική κίνηση άλλωστε που η ακροδεξιά έχει ήδη κάνει προ πολλού σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Βρετανία και η Σουηδία. Εδώ βλέπουμε την κεντροαριστερή κριτική να έρχεται κοντά – ίσως περισσότερο από όσο θα ήθελε η ίδια – προς την αντίληψη της ριζοσπαστικής αριστεράς ότι το πρόγραμμα του Διαφωτισμού είναι σε τελική ανάλυση και αυτό ένα σύστημα εξουσίας συναρθρωμένο με άλλες διαστάσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως η αποικιοκρατία. Ακόμα όμως και αν αποφεύγει αυτήν την ριζοσπαστική κριτική, η σοσιαλ-φιλελεύθερη στάση έναντι του Μακρόν φαίνεται να είναι ότι τα όρια του φιλελευθερισμού σταματούν εκεί που αρχίζει η κρατική επιβολή εις βάρος μειονοτήτων. 

Όμως το γαλλικό σύστημα της κοσμικότητας (laicité) δεν αφορά μόνο τους Μουσουλμάνους. Σε αντίθεση με την ατζέντα της ακροδεξιάς που ξεκάθαρα επιδιώκει διακρίσεις εις βάρος ενός κομματιού της κοινωνίας, η γαλλική κοσμικότητα επιβάλλεται με ίσους όρους σε όλες τις θρησκείες. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλές από τις φιλοδοξίες του Μακρόν, όπως στενότερος έλεγχος επί του διορισμού Μουσουλμάνων ιερέων, σκοντάφτουν στο στάδιο της υλοποίησης: αν ισχύσουν για το Ισλάμ, τότε θα πρέπει να ισχύσουν και για όλες τις θρησκείες στην Γαλλία, διαφορετικά θα κινδυνεύουν με απόρριψη από γαλλικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια ως διακρίσεις και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε όποια περίπτωση, η κοσμικότητα αφορά όλους τους Γάλλους και, παρά την ρητορική του Μακρόν, μέχρι τώρα κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί που να στοχοποιεί αποκλειστικά τους Μουσουλμάνους. Αυτό δημιουργεί δυο προβλήματα στην κεντροαριστερή κριτική προς τον Μακρόν.

Πρώτον, όπως είναι γνωστό, η γαλλική κοσμικότητα δεν θεσμοθετήθηκε για να αντιμετωπιστεί το Ισλάμ, το οποίο είναι μια πραγματικότητα στην Γαλλία μόλις τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Η κοσμικότητα δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα για να περιορίσει και καταπιέσει την ισχύ του Καθολικισμού. Το επιχείρημα επομένως ότι η «επιθετική κοσμικότητα» του γαλλικού συστήματος προκαλεί «ασφυξία» στους Μουσουλμάνους και άρα αποτελεί κάποιου είδους δικαιολογία για τις συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων ετών θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι υπό την κοσμικότητα «στενάζουν» και άλλες θρησκείες, οι οποίες δεν έχουν επιδείξει καμιά συγκρίσιμη με τους ριζοσπαστικούς Μουσουλμάνους τάση προς βία. 

Υπάρχει λοιπόν μια εσωτερική αντίφαση στο επιχείρημα ότι οι κοσμικές αξίες περιφρουρούνται μόνο μέσω περιορισμού του δημοσίου ρόλου της θρησκείας, όπως πολλοί φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πιστεύουν όταν η συζήτηση αφορά τις δικές τους χώρες, αλλά ταυτόχρονα ο φιλελευθερισμός απαιτεί σεβασμό της θρησκευτικής έκφρασης, όπως κάποιοι από αυτούς υπονοούν για να δικαιολογήσουν τις ισλαμικές αντιδράσεις στην Γαλλία. Αν η δημόσια παρουσία της θρησκείας απειλεί τις κοσμικές αξίες και λειτουργία του κράτους, τότε αυτό δεν μπορεί να ισχύει μόνο για κάποιες θρησκείες αλλά για όλες, πλειοψηφούσες και μειοψηφούσες. Αν πάλι η ανοχή της δημόσιας έκφρασης του θρησκευτικού συναισθήματος είναι προϋπόθεση για την ομαλότερη ένταξη μειονοτήτων και σεβασμό της διαφορετικότητας, αυτό αντιβαίνει λογικά στην αντίληψη ότι η θρησκεία απειλεί την ελευθερία της κοινωνίας. Με δεδομένες τις ιστορικές ρίζες του φιλελευθερισμού στο αίτημα προστασίας της θρησκευτικής λατρείας και συνείδησης από την κρατική επιβολή, βλέπουμε πώς η αντιθρησκευτικότητα είναι τελικά ένα άκρως αντι-φιλελεύθερο χαρακτηριστικό που οδηγεί τον φιλελευθερισμό στην ίδια του την αυτοαναίρεση. Μήπως τελικά ο, έστω και μετριοπαθώς, θρησκευτικός χαρακτήρας ενός κράτους εγγυάται την κοινωνική γαλήνη αρκεί να εξασφαλίζει έναν μίνιμουμ πλουραλισμό προς όφελος των μη-επικρατουσών θρησκειών;

Θα μπορούσε όμως κάποιος να διατυπώσει και μια αντίστροφη απάντηση στην σοσιαλ-φιλελεύθερη κριτική προς την γαλλική κοσμικότητα. Υπό μια έννοια Αμερικάνοι (αλλά και Βρετανοί) επικριτές του Μακρόν έχουν δίκιο δεδομένης της εμπειρίας των χωρών τους στην διαχείριση της θρησκευτικής διαφορετικότητας, παρά τις όποιες προκλήσεις που παραμένουν, σε σχέση με την Γαλλία. Ακόμα και για τον πιο προοδευτικό Αμερικάνο, ο δημόσιος ρόλος της θρησκείας είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος της ελευθερίας λατρείας και σεβασμού της θρησκευτικής διαφορετικότητας που αποτελεί το αξιακό θεμέλιο των ΗΠΑ. Κατ’ αντιστοιχία, οι Βρετανοί Μουσουλμάνοι πιθανότατα αισθάνονται πιο άνετα σε μια χώρα όπου ο ανώτατος άρχοντας αποκαλείται «υπερασπιστής της πίστης» (defender of the faith) σε σχέση με μια χώρα όπου το κράτος είναι επιδεικτικά και μαχητικά άθρησκο. 

Αυτά τα μοντέλα όμως δεν παύουν να αντανακλούν συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες της κάθε χώρας. Η επιβολή τους σε άλλες χώρες που για διάφορους λόγους έχουν ακολουθήσει άλλη πορεία δεν θα ήταν λιγότερο αυταρχική και ανελεύθερη από το να επιβάλει ένα κράτος στους πολίτες του τι και πώς θα πιστεύουν. Ιδιαίτερα η τάση, που έχει μεγεθυνθεί στις ημέρες μας από τον ρόλο του διαδικτύου, να προβάλλονται αμερικανικά ιδεολογικά σχήματα και πολιτικά επίδικα σε άλλες χώρες και έθνη είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Η αυτάρεσκη διαπίστωση Αμερικάνων σοσιαλ-φιλελεύθερων ότι «το γαλλικό μοντέλο έχει αποτύχει» όπως διαβάζουμε αυτές τις ημέρες δεν έχει καμιά αξία πέραν της ικανοποίησης αυτού που την εκφέρει. Για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, η Γαλλία έχει υιοθετήσει ένα σύστημα αυστηρής κοσμικότητας, του οποίου μάλιστα η συνεπής εφαρμογή έχει αποτελέσει, μαζί με το θεσμικό οικοδόμημα της Πέμπτης Δημοκρατίας, βασικό στοιχείο του ιστορικού συμβιβασμού που έχει επιτρέψει την απρόσκοπτη (για πρώτη φορά στην γαλλική ιστορία) λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος τα τελευταία 60 χρόνια. Με άλλα λόγια, η κοσμικότητα αποτελεί πλέον, μετά από αιώνες διαμάχης γύρω από αυτήν, ένα βασικό στοιχείο της γαλλικής εθνικής ταυτότητας προς το οποίο όλοι όσοι θέλουν να μετάσχουν σε αυτήν θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Για να είμαστε δίκαιοι, αυτές οι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού μεταξύ της «υπαρκτής» εκδοχής του στην Γαλλία και της σοσιαλ-φιλελεύθερης Αγγλοσαξονικής κριτικής σε μεγάλο βαθμό αποτελούν αντικατοπτρισμό αντίστοιχων διλημμάτων της συντηρητικής σκέψης. Ένας συντηρητικός δεν επιθυμεί την αποθρησκειοποίηση της δημόσιας σφαίρας και κοινωνίας, ιδιαίτερα αν αυτή δεν έρχεται οργανικά αλλά επιβάλλεται άνωθεν. Από την άλλη, ένας συντηρητικός κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης ελάχιστων κοινών κωδικών επικοινωνίας και αλληλοταύτισης σε μια κοινότητα με σκοπό την συνοχή και επιβίωσή της. Αυτό σημαίνει ότι ο συντηρητικός στέκεται επικριτικά απέναντι στην ώσμωση ακροδεξιάς και ακρο-φιλελεύθερης ρητορικής που καταδικάζει συλλήβδην όλες τις θρησκείες απλά γιατί είναι θρησκείες. Δεν μπορεί όμως και να μην αναδείξει την υποκρισία της σοσιαλ-φιλελεύθερης κριτικής η οποία περίπου λέει ότι ο περιορισμός της επικρατούσας θρησκείας είναι απαραίτητος στο όνομα της «προόδου», αλλά η πριμοδότηση της μειοψηφούσας θρησκείας επιβάλλεται στο όνομα της «διαφορετικότητας». Σε αυτό το σημείο τα όρια μεταξύ φιλελευθερισμού και «κοινοτισμού» όπως λέγεται στον γαλλικό δημόσιο διάλογο, δηλαδή κατακερματισμού της κοινωνίας σε πολιτιστικά ασύμβατες μειονότητες, γίνονται δυσδιάκριτα. Η φύση του ριζοσπαστικού Ισλάμ σήμερα έχει αποδείξει σε τελική ανάλυση τις αντιφάσεις και προβλήματα αυτής της στάσης.

Μια συνεπής συντηρητική στάση επομένως θα ήταν ότι οι αξίες του Διαφωτισμού και του φιλελεύθερου-κοσμικού κράτους μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αν μη τι άλλο, γιατί αποτελούν προϊόν μακραίωνων ιστορικών διαδικασιών που πήραν διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές χώρες και επιβλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, και βέβαια όχι χωρίς αντιδράσεις και παλινδρομήσεις, σε διασύνδεση με άλλα στοιχεία εθνικής και θρησκευτικής ταύτισης. Αν δει επομένως και τις αξίες του Διαφωτισμού με τις κατά τόπους εκφράσεις τους ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας, ένας συντηρητικός θα μπορούσε να τις αποδεχτεί στο περιεχόμενό τους χωρίς αυτό να απαιτεί την αποσύνδεση από άλλες υπέρτερες αξίες που χαρακτηρίζουν μια συλλογικότητα – από τις οποίες άλλωστε σε μεγάλο βαθμό φιλελεύθερες αξίες έχουν εκπηγάσει και επηρεαστεί φιλοσοφικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ετερογένεια μοντέλων σχέσεων κράτους-θρησκείας στην Ευρώπη αντανακλά την εθνική και ιστορική της ποικιλοχρωμία και διαφορετικούς κατά τόπους συμβιβασμούς. Έτσι, το γαλλικό μοντέλο κοσμικότητας δεν είναι ένα γενικευμένο μοντέλο ή ιδανικό «προόδου» στο οποίο όλες οι άλλες κοινωνίες πρέπει να αποσκοπούν, δεν είναι όμως και κάτι που μπορεί να απορριφθεί απλά και μόνο επειδή μια μειονότητα, οσοδήποτε σημαντική αριθμητικά, δυσθυμεί την ώρα που και αυτό έχει προκύψει από μακρόσυρτες διαδικασίες στην γαλλική ιστορία. 

Με άλλα λόγια, ένας συντηρητικός μπορεί να στηρίζει τον Μακρόν στην διαμάχη του με τον ριζοσπαστικό Ισλαμισμό από την στιγμή που ο πυρήνας του μηνύματός του – ότι όσοι θέλουν να λάβουν μέρος στην πολιτική και κοινωνική ζωή μιας χώρας πρέπει να ασπάζονται έναν ελάχιστο πυρήνα αξιών και ιδεών που έχει επικρατήσει εκεί ιστορικά – είναι ξεκάθαρα συμβατός με τον συντηρητισμό. Το ότι αυτές οι αξίες στην Γαλλία τυχαίνει να είναι αυστηρά κοσμικού/φιλελεύθερου χαρακτήρα απλά αφορά την ιστορική πορεία αυτής της χώρας και δεν επιβάλλει αυτές τις αξίες ως κάποιο γενικό μέτρο προς το οποίο όλοι οι άλλοι πρέπει να προσαρμοστούν. Σε άλλες χώρες η θρησκευτικότητα του λαού και το θρησκευτικό αποτύπωμα στους θεσμούς μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερα, αυτό όμως δεν στερεί το δικαίωμα από αυτές τις χώρες να επιζητούν ό,τι και ο Μακρόν αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο προς το οποίο τα νέα μέλη της πολιτικής κοινότητας θα πρέπει να προσαρμοστούν. Αν υπάρχει άλλωστε ένα σημείο όπου συντηρητισμός και φιλελευθερισμός (στην ιστορικά συνεπή μορφή του) συναντώνται, είναι ακριβώς η αντίθεση στον κατακερματισμό και η διατήρηση ενός αξιακού κοινού παρονομαστή πάνω στον οποίο δομείται η ζωή μιας πολιτικής κοινότητας.

Posted in Uncategorized

Ζήτημα Ανεπάρκειας του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Κριτικές φωνές, διαχρονικά αλλά και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, ακούγονται εκ μέρους της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, για την ολοένα και μεγαλύτερη συμπόρευση και ταύτιση με τις ΗΠΑ και τον δυτικό παράγοντα.

Όντως, η  μονοσήμαντη διαμόρφωση του εθνικού συμφέροντος μέσα από το πρίσμα των συμμαχικών προτεραιοτήτων συνεπάγεται την εξάλειψη της Αθήνας ως αυτόνομου γεωπολιτικού δρώντος και την απονομιμοποίηση κάθε σκέψης για συγκρότηση αυτοδύναμης ισχύος, εξέλιξη η οποία εξυπηρετεί τόσο ένα ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό ανίκανο για οτιδήποτε απαιτεί επιτελικό σχεδιασμό, όσο και μια κουρασμένη και γερασμένη κοινωνία εθισμένη σε πάσης φύσεως παροχές και απαράσκευη για μακροχρόνιους αγώνες.

Οι παραπάνω σκέψεις, όμως, δεν αποτέλεσαν έγνοια των Ελλήνων αριστερών. Ο εμμονικά  καταγγελτικός  λόγος για την δυτική μονομέρεια οδηγεί σε αδιέξοδο αν δεν συνοδεύεται από μια βιώσιμη εναλλακτική προοπτική.

Ποια είναι η εναλλακτική εφ’ όσον Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν υφίσταται αλλά ακόμα και αν υπήρχε τα κρατικά συμφέροντα θα επισκίαζαν τα αντίστοιχα ιδεολογικά με πολλές «σύντροφες» χώρες  να έβρισκαν έναν  διακανονισμό  με την Άγκυρα; Η θέση της αποδέσμευσης από το δυτικό πλέγμα συμμαχιών, παράλληλα, προκαλεί τον γέλωτα αν ληφθεί υπ’ όψιν τόσο ο Στρατηγικός Διάλογος με τις ΗΠΑ επί ΣΥΡΙΖΑ με τον κ. Τσίπρα μάλιστα να επαίρεται στον κήπο του Λευκού Οίκου για την υπέρβαση του ορίου του ΝΑΤΟ ( 2%) για τις αμυντικές δαπάνες εκ μέρους της Ελλάδος πιστοποιώντας τη συμμόρφωση της τελευταίας στις συμμαχικές επιθυμίες, όσο και η συμπόρευση της Αριστεράς στο σύνολό της με βασικές στοχοθεσίες της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών στην ευρύτερη περιοχή εξαιτίας διαχρονικών ιδεοληπτικών εμμονών σχετικά με την ιστορία και την ταυτότητα αυτής της χώρας με αποκορύφωμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι ψυχώσεις αυτές νομιμοποιούν ιδεολογικά τις στοχεύσεις των ΗΠΑ, οι οποίες – σε όχι λίγες περιπτώσεις – δεν ταυτίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα.

Οι προαναφερόμενες εμμονές της Αριστεράς, διαχρονική αναπηρία του χώρου αυτού, και η προσέγγιση των εννοιών «εθνικό συμφέρον» και «πατρίδα»  με ταξικούς όρους την καθιστούν ανίκανη να προσφέρει μια βιώσιμη εναλλακτική από την μονοσήμαντη προσκόλληση στη Δύση.

Αν  όντως η ελληνική Αριστερά ήθελε την αυτόνομη  πορεία του γεωστρατηγικού προσανατολισμού της χώρας  τότε θα πρωτοστατούσε στην κατακόρυφη άνοδο των εξοπλισμών σε αρκετά δις κάθε χρόνο για αγορά και παραγωγή πολεμικού υλικού.

Θα υπερασπιζόταν – και δεν θα υπονόμευε συστηματικά και συνειδητά – την στρατιωτική θητεία.

Θα παραιτείτο από συμπλέγματα για την συνέργεια αμυντικής βιομηχανίας και Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Θα κατανοούσε τον υπαρξιακό κίνδυνο από την πολιτική των ανοικτών συνόρων.

Θα ανεδείκνυε την ελληνική ιδιοπροσωπία και θα φιλοτεχνούσε τη γεωπολιτική ταυτότητα της χώρας γύρω από αυτήν εκμεταλλευόμενη τα ερείσματα του Ελληνισμού διεθνώς.

Όχι, όμως. Η Αριστερά – σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο – επιζητεί απαγκίστρωση ή χαλάρωση των δεσμών με τον δυτικό παράγοντα αλλά την ίδια ώρα αρνείται να αντιληφθεί τις συνέπειες από μια τέτοια ενέργεια  όντας ανίκανη να εμπνεύσει τις θυσίες που απαιτούνται για αυτόνομη παρουσία της χώρας στη διεθνή σκηνή. Το τελευταίο θα προϋπέθετε την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποία η Αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της πατρίδας αλλά και τη λειτουργία του διακρατικού συστήματος.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δημοκρατία της 17ης Οκτωβρίου 2020.

Posted in Uncategorized

Καθολική Κινητοποίηση Ιωάννης Σ. Λάμπρου

sylallhtirio-makedonia
Οι στρατιωτικές προκλήσεις από την Άγκυρα είναι συνεχείς. Οι δε βασικές παραδοχές βάσει των οποίων δομήθηκε η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας (ισχύς διεθνούς δικαίου/διεθνών οργανισμών, ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας, αμυντική κάλυψη από συμμάχους και ΕΕ) τις τελευταίες δεκαετίες έχουν πλήρως διαψευστεί. Παραδοχές, οι οποίες έγιναν ασμένως αποδεκτές από την κοινωνία καθώς η συγκεκριμένη προσέγγιση νομιμοποιούσε ιδεολογικά την ανέξοδη επιλογή της μη επιδίωξης αυτοδύναμης ισχύος και το κόστος που αυτή συνεπαγόταν με αντάλλαγμα τον τρυφηλό βίο μιας παρασιτικής ευμάρειας.
Η συνειδητοποίηση της στρατιωτικής ισχύος ως του μόνου πραγματικού εγγυητή της ασφάλειας της χώρας μόνο αναιμικά φαίνεται να γίνεται αποδεκτή χωρίς να υποστασιοποιείται σε συγκεκριμένες πράξεις πέραν των ανέξοδων συναισθηματικών αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χάριν εκτόνωσης και μόνο. Η ελλαδική κοινωνία φαίνεται ότι αναζητά το λαχείο.  Στρατηγική συμμαχία με μια Μεγάλη Δύναμη, κοιτάσματα τρισεκατομμυρίων και ούτω καθεξής.  Οτιδήποτε θα απαλλάξει του συβαρίτες Ελλαδίτες από το να καταβάλουν το κόστος ανεξάρτητου εθνικού βίου γίνεται δεκτό…
Στο παραπάνω πλαίσιο καθίσταται υπαρξιακή ανάγκη η πλήρης κινητοποίηση της κοινωνίας. Η καθιέρωση, μόνιμης εισφοράς άμυνας, πέραν της υπάρχουσας φορολογίας και του τακτικού αμυντικού προϋπολογισμού, προορισμένη αποκλειστικά για αγορά οπλικών συστημάτων και ανάπτυξη εγχώριας έρευνας προσφέρει διέξοδο στην σημερινή οικονομική καχεξία. Το υπάρχον Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 130Α’, 1904) δεν αρκεί καθώς περιορίζεται στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, το προηγούμενο του κυπριακού Νόμου περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας, όπου τα έσοδα χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη άσχετων δημοσιονομικών αναγκών πρέπει να αποφευχθεί. Επίσης, τυχόν μισθολογικές απαιτήσεις των στελεχών των Ε.Δ. θα καλύπτονται από τον τακτικό προϋπολογισμό.
Η εισφορά δύναται να προέλθει ως πολύ μικρό ποσοστό (ενδεικτικά 0,50%) επί των τόκων καταθέσεων, επί των κερδών ιδιωτικών επιχειρήσεων και δημοσίων οργανισμών, επί των ενοικίων και αγοραπωλησιών ακινήτων, επί κάθε εμπορικής συναλλαγής, επί των μισθών ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων, επί των μερισμάτων και εταιρικών κερδών και τέλος, επί των συντάξεων. Λίγα από πολλούς. Το αποτέλεσμα θα είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια κάθε έτος. Ταυτόχρονα πρόνοιες για δωρεές και έκδοση κουπονιών για την Ομογένεια. Κινητοποίηση πανεθνική μη περιοριζόμενη σε λίγους δωρητές. Η επιβίωση της πατρίδας αφορά όλους, ίσως περισσότερο τους πολλούς από τους λίγους ισχυρούς χορηγούς.
Δεν γίνεται λόγος για κάποιο περίπλοκο νομικό σχήμα με διοικητική γραφειοκρατία μέσω του οποίου η εγγενής τάση των Ελλήνων πολιτικών για προσωπικό προσπορισμό και τακτοποίηση ημέτερων θα απαξιώσει, αλλά στην ουσία για έναν λογαριασμό εις τον οποίο θα κατευθύνονται τα προαναφερόμενα έσοδα και τη διαχείριση του οποίου θα αναλάβει ανώτατος δικαστικός και ανώτατοι υπάλληλοι του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Μη συμμόρφωση στις παραπάνω κρατήσεις θα συνεπάγεται επιβολή πολλαπλάσιου προστίμου της αξίας της εισφοράς.
Παρέλκει να τονιστεί η σημασία της διαφάνειας ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας θα πρέπει να προβεί σε δύο υπερβάσεις. Αφ’ ενός να εμπνεύσει επιπρόσθετες θυσίες στον ελληνικό λαό προβαίνοντας πρώτα το ίδιο σε αυτές, αφ’ ετέρου να αντισταθεί στη διεφθαρμένη φύση του να απαξιώνει την οποιαδήποτε εθνική προσπάθεια.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία στις 13 Αυγούστου 2020.

Posted in Uncategorized

Η ακύρωση του διεθνούς δικαίου Ιωάννης Σ. Λάμπρου

international law

 

Μόνιμη επωδός του μεταπολιτευτικού πλαισίου άσκησης εξωτερικής πολιτικής η επίκληση τους διεθνούς δικαίου. Έννοια την οποία μονότονα επαναλαμβάνουν  διπλωμάτες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μέλη του κοινοβουλίου. Παβλοφικά, ενστικτωδώς χωρίς, πολλές φορές, να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες των λόγων τους.

Το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα αντιλαμβάνεται την εν λόγω έννοια. Το διεθνές δίκαιο προσεγγίζεται ως εργαλείο ανατροπής των συσχετισμών ισχύος στη διεθνή πολιτική. Ένα εξιδανικευμένο πλαίσιο από το οποίο αποβάλλεται κάθε έννοια στρατιωτικής ισχύος. Ένας διαγωνισμός όπου το καλύτερο νομικό επιχείρημα κερδίζει…

Στην πραγματικότητα το διεθνές δίκαιο αποτυπώνει νομικά, νομιμοποιεί τον στρατιωτικό, οικονομικό, και πολιτικό καταμερισμό ισχύος μακριά από διακηρύξεις καθολικής ισότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ο.Η.Ε. η διαρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του οποίου απηχεί τον συσχετισμό ισχύος (στρατιωτικής, οικονομικής) του τέλους του Β΄ΠΠ όπως επίσης και τα αιτήματα μεταρρύθμισής του από δυνητικά μόνιμα μέλη  (Ινδία,  Βραζιλία) εδράζονται, κατά κύριο λόγο, σε πληθυσμιακά, γεωγραφικά και οικονομικά κριτήρια. Η ισχύς, και μάλιστα στην αρχέγονή καταγωγική της προέλευση (στρατιωτική, πληθυσμιακή, γεωγραφική, οικονομική) δεν μπορεί να αγνοηθεί από το διεθνές δίκαιο αλλά επικυρώνεται από αυτό. Ακόμα, όμως, και στον βαθμό που η Αθήνα αναγνωρίζει τις δυνατότητες του τελευταίου, δεν υιοθετεί μια ενεργητική ερμηνεία του αλλά περιορίζεται σε μονότονες επικλήσεις –άνευ άλλων ενεργειών – των προνοιών του. Η Αθήνα διακηρύττει urbi et orbi την προσήλωσή της στη διεθνή νομιμότητα. Και όμως είναι έτοιμη να εισέλθει σε διάλογο με χώρα που την απειλεί με πόλεμο για άσκηση νόμιμου δικαιώματός της παραβιάζοντας υποχρεωτικό έναντι όλων κανόνα του διεθνούς δικαίου (jus cogens) όπως η απειλή χρήση βίας (άρθρο 2.4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών). Πως, επίσης,  αξιοποίησε η Αθήνα τις ευνοϊκές για αυτήν πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για το δίκαιο της θάλασσας μένοντας άπραγη στο κλείσιμο των κόλπων, την υιοθέτηση ευθειών γραμμών βάσης, τη συνορεύουσα ζώνη και τέλος, την επέκταση των χωρικών υδάτων; Τι χρήση έκανε η Ελλάς των διεθνοδικαιϊκών διατάξεων για την προστασία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού και παλαιότερα των Ελλήνων της Ίμβρου και Τενέδου; Το επιχείρημα δε – χρήση του οποίου γίνεται κατά κόρον σχετικά με τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις – ότι η Ελλάς επιφυλάσσεται να κάνει χρήση  εκείνου ή του άλλου δικαιώματος  διατηρώντας στο ακέραιο το τελευταίο – αγνοεί την πραγματικότητα. Η χρόνια μη εφαρμογή κανόνων του διεθνούς δικαίου – επέκταση χωρικών υδάτων επί παραδείγματι-  παγιώνει μια δική της πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αυτή διαθέτει «δικαιοπαραγωγική ικανότητα» όχι υπό την έννοια  ότι αποδίδεται άμεση κανονιστική δύναμη στην πραγματικότητα  αυτή –  την μη άσκηση κανόνων διεθνούς δικαίου εκ μέρους των Αθηνών και άρα οριστική στέρηση για την Αθήνα των ευμενών προνοιών του διεθνούς δικαίου – αλλά ότι η διαχρονική πρακτική της Αθήνας να απέχει από την εφαρμογή των κανόνων αυτών παγιώνει ένα πλαίσιο όπου αν και όταν επέλθει μεταβολή στην πολιτική της Ελλάδος τούτο να προσεγγίζεται με όρους ξαφνικής αλλαγής και διασάλευσης της επικρατούσας κατάστασης και άρα να αντιμετωπίζεται ως κίνηση αστάθειας και απρόβλεπτων εξελίξεων. Αν στα παραπάνω προστεθούν οι απειλές της Άγκυρας και η  αγορά πλωτών γεωτρύπανων και ερευνητικών πλοίων  από την τελευταία τότε η διαχρονική απραξία δεν διαγράφει μεν τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, αλλά ουσιωδώς μεταβάλλει το πλαίσιο εφαρμογής τους…

Δημοσιεύθηκε με ελάχιστες λεκτικές διαφοροποιήσεις στην εφημερίδα Δημοκρατία στις 17 Ιουνίου 2020.

 

 

 

Posted in Uncategorized

Παζολίνι, Καποδίστριας και ένα τουΐτ

Η απάντηση στο ερώτημα αν ο Καποδίστριας κυβέρνησε δικτατορικά – μια συζήτηση που ανακινήθηκε πριν κάποιες εβδομάδες από την γνωστή δήλωση μέλους της Επιτροπής 2021 – είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά απλή και είχε δοθεί πριν από δεκαετίες από έναν Ιταλό αριστερό διανοούμενο.

Η αστική τάξη, υποστήριζε ο Ιταλός σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι, είναι γραφτό να αυτοκαταστραφεί διότι «έχει χάσει κάθε αίσθηση της ιερότητας». Δεν το είπε φυσικά για αυτόν που έκανε την αρχική δήλωση για τον Καποδίστρια, ούτε πολύ περισσότερο για το «τουίτ» (τοτεμική λέξη στην αντι-ηρωική εποχή μας) με το οποίο απάντησε η Επιτροπή στις αντιδράσεις για τον χαρακτηρισμό του Καποδίστρια περίπου ως «φασίστα» – διότι μη γελιόμαστε, στο λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα σήμερα αυτός ο όρος υπάρχει μόνο ως αντιδιαστολή προς την αδιαμφισβήτητη, και άρα καθαγιασμένη, «δημοκρατικότητα».

Το επίμαχο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι η αρχική, προκλητική για χάρη της πρόκλησης, δήλωση ενός ιστορικού, αλλά το «διευκρινιστικό τουίτ» της Επιτροπής που καταδεικνύει αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να απασχολήσει όσους πίστεψαν ότι με τα συγκαταβατικά επιχειρήματά τους δικαιολόγησαν τον «απολυταρχισμό» του Κυβερνήτη. Ωστόσο, μπορούμε και οφείλουμε να εστιάσουμε σε μία παράμετρο που χωρίζει την αστική (δεν θα πούμε «δεξιά», γιατί δεν το επιτρέπουν οι ίδιοι στον εαυτό τους) από την αριστερή ιδεολογία, σαν γρανιτένιο τείχος.

Η αστική ιδεολογία δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το «Zeitgeist» από τη «μυθολογία», τον πεπερασμένο Υλισμό από την άφθαρτη Μεταφυσική. Από την ώρα που ανασύρθηκε η αρχική δήλωση, διάφοροι θιγμένοι βάλθηκαν να μιλούν περιπαθώς για τις ιστορικές συνθήκες, ότι η Ελλάδα τότε ήταν περίπου συγκρίσιμη με το χάος μεταποικιακών αφρικανικών κρατών, δεν υπήρχαν θεσμοί, εκείνοι που σκότωσαν τον Κυβερνήτη κάθε άλλο παρά τυραννοκτόνοι ήταν, και λοιπά πολλά.

Ταυτόχρονα όμως το απαντητικό τουίτ της Επιτροπής εισερχόταν ήδη στο βασίλειο της λήθης, δηλώνοντας ότι δουλειά της για τα 200χρονα του ’21 είναι να αφήσει «να αναδειχθούν όλες οι απόψεις, όλες οι κριτικές». Φαντάζεται κανείς την ικανοποίηση του συντάκτη αυτής τη βαρύγδουπης δήλωσης για το πώς κατάφερε περίτεχνα να αφήσει χώρο για «αιρετικές» απόψεις όπως προστάζει η σύγχρονη κουλτούρα αποδόμησης των πάντων, χωρίς όμως να προσβάλλει τις ευαισθησίες και τις βεβαιότητες του «αστικού κόσμου» που υπερήφανα εκπροσωπεί η σημερινή κυβέρνηση. Δυστυχώς, η ανιαρή επανάληψη της ιδεολογίας του «απολύτως τίποτα» ακυρώνει τον ίδιο τον γύρο του θριάμβου.

Για να μην πελαγοδρομούμε: Ο Κοραής δεν συμπαθούσε τον Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας δεν συμπαθούσε τη Φιλική Εταιρεία. Ο Στέφανος Κουμανούδης, ορθολογιστής διαφωτιστής του οποίου η προσωπικότητα και το έργο θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν το λάβαρο των σημερινών «μεταρρυθμιστών», υπεραμυνόταν της φυλετικής καθαρότητας του Ελληνισμού και τα είχε βάλει με τον Παπαρρηγόπουλο – εδραιωτή του σχήματος Αρχαιότητα / Βυζάντιο / Νέος Ελληνισμός – επειδή, με αφορμή μερικά επίμαχα αρχαιολογικά ευρήματα, ο δεύτερος δεν είχε πρόβλημα να αναγνωρίσει την επιρροή του σλαβικού στοιχείου στη διαμόρφωση του νεότερου Ελληνισμού.

Ας συγγράψουμε λοιπόν τόμους, ας οργανώσουμε συνέδρια, ας αναρτήσουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όλα με κριτικό νου. Όλα χρειάζονται και καλώς χρειάζονται. Η πολυφωνία όντως αποτελεί θέσφατο της σύγχρονης δημοκρατίας. Ας ξεκλειδώσουμε το μυστήριο του «Zeitgeist». Ποιος θα εκφράσει όμως τη μυθολογία, τη «Μεταφυσική» του έθνους; Καμία ομάδα καταστολής δεν θα εισβάλει σε κανένα συνεδριακό κέντρο. Γιατί όμως να εισβάλει το συνεδριακό κέντρο στο σπίτι όλων των Ελλήνων;

Ο Παζολίνι μάλλον δεν είχε πολυσκοτιστεί στην ζωή του ούτε για τον Κυβερνήτη ούτε για το ότι μισό αιώνα αργότερα από το απόφθεγμά του οι γείτονες θα εόρταζαν την επέτειο της ανεξαρτησίας τους. Ίσως όμως σήμερα να γελά από το Βασίλειο της Λίμπο βλέποντας μια ολόκληρη χώρα να πελαγοδρομεί σε αναζήτηση της ορθολογικής «αλήθειας», μια αναζήτηση που έξω από κάθε πλαίσιο αυτού που ονόμαζε ιερότητα μόνο σε διαρκές μαρτύριο μπορεί να καταλήξει.

Κ.

 

 

 

 

 

Posted in Uncategorized

Πανδημία και Εκκλησία του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ekklisia

Κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας αναδείχθηκε, για μια ακόμη φορά, η έμφυτη τάση πολλών οι οποίοι έχουν  πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο της χώρας, να στοχοποιούν την Εκκλησία, τόσο υπό την έννοια του πληρώματος των πιστών, όσο και υπό την θεσμική της υπόσταση. Αυτό διεφάνη σαφώς από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν στον δημόσιο διάλογο, μεσούσης της περιόδου περιοριστικών μέτρων, η κατά ομάδες καθημερινή μετακίνηση λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο από και προς τα κέντρα κράτησης, οι συναθροίσεις Ρομά και οι εκδηλώσεις του ΠΑΜΕ για την γιορτή της Πρωτομαγιάς. Έστω και αν όλες οι παραπάνω περιπτώσεις εμπεριείχαν στοιχεία που τις διαφοροποιούσαν μεταξύ τους, εντούτοις επρόκειτο για συναθροίσεις σε περίοδο περιοριστικών μέτρων.  Παράλληλα,  οι επικρίσεις για τη παρουσία στη Θεία Ευχαριστία ως εστία εξάπλωσης του κορωναïού  συνειδητά επεκτάθηκαν στη Θεία Μετάληψη φθάνοντας στο σημείο να απαιτείται ομολογία από την Ιεραρχία πως η Θεία Μετάληψη εμπεριέχει κίνδυνο για τη ζωή των πιστών.

Από την πλευρά της η Ιεραρχία προσπάθησε να συμπεριληφθεί η ατομική προσευχή ως λόγος μετακίνησης – κάτι που δεν προβλεπόταν με την ΚΥΑ των υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών Δ1α/Γ.Π οικ 20036/ 22-3-2020 (ΦΕΚ B΄ 986)  – αλλά το σχετικό αίτημα δεν έγινε δεκτό. Δεν έγινε περαιτέρω διερεύνηση για πιθανές άλλες ρυθμίσεις όπως η ατομική προσέλευση στην Εκκλησία μέσω τηλεφωνικού μηνύματος ή τέλεση της λειτουργίας σε εξωτερικούς χώρους. Η Ιεραρχία επέλεξε να μην το πράξει.

Με σειρά αποφάσεων και ιδιαίτερα με την εγκύκλιο της 7ης Απριλίου η Εκκλησία της Ελλάδος συμμορφώθηκε πλήρως με τις υποδείξεις της Πολιτείας. Οι ναοί παρέμειναν κλειστοί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τις 3 Μαΐου. Η περιφορά του Επιταφίου έλαβε χώρα εντός του ναού, ενώ ακόμα και η χρήση της καμπάνας αποθαρρύνθηκε κατά την έναρξη των ιερών Ακολουθιών αλλά επετράπη  («Δύνασθε, όμως, να κάμνητε χρήσιν αυτών…» – άρα δινόταν η δυνατότητα και να μην χτυπήσουν) – τη Μεγάλη Παρασκευή και στην τελετή της Αναστάσεως. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε απαγορευθεί η χρήση μεγάφωνων κατά τη διάρκεια των λειτουργιών.

Το δυσάρεστο είναι πως κάθε φορά κατά την οποία η Ιερά Σύνοδος συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις της Πολιτείας αυτό δεν γινόταν δεκτό με κατανόηση και ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία  λόγω της δύσκολης θέσης στην οποία περιερχόταν – εξαιτίας  των προβλημάτων που προκαλούνταν στις σχέσεις  μεταξύ των πιστών και της Ιεραρχίας  – με αφορμή τη συμμόρφωση αυτή. Απεναντίας,  μεγάλο μέρος του πολιτικού και δημοσιογραφικού προσωπικού της χώρας υποδεχόταν κάθε συμβιβαστική κίνηση της Εκκλησίας με   χαιρεκακία και αισθήματα ικανοποίησης για την δήθεν ταπείνωσή της τελευταίας. Kάθε συναινετική κίνηση της Εκκλησίας χαιρετίζοταν ως μια μικρή νίκη κατά του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας. Οι αντιδράσεις αυτές δεν προέρχονταν τόσο από την κυβέρνηση, οι λεκτικές αναφορές  της οποίας ήταν προσεκτικές απέναντι στην Ιεραρχία – αν και εκεί ακόμα μπορούσε να διακρίνει κανείς, σε μεμονωμένα άτομα, μια υπόρρητη ικανοποίηση επιβολής / αντίθεσης στον κλήρο – αλλά από τον ευρύτερο φιλελεύθερο (εντός και εκτός ΝΔ) χώρο όπως και από τον αντίστοιχο  αριστερό  εκπρόσωποι των οποίων δεν μπόρεσαν να μην παραδοθούν στην έλξη που ασκεί η επίκληση «προοδευτικής επιχειρηματολογίας» – σε κάθε υπόθεση που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκεται η Εκκλησία –  συνοδευόμενη τώρα με το κύρος της ιατρικής επιστήμης και όχι απλά με τις διαχρονικά κουραστικές  ιδεοληπτικές κραυγές τους.

Η εξήγηση για τη στάση αυτή είναι σύνθετη,  πέραν των πολιτικών σκοπιμοτήτων και της εξυπηρέτησης ιδεοληπτικών εμμονών. Συνδέεται άμεσα με μια ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και της πορείας του σύγχρονου ελλαδικού κράτους σύμφωνα με την οποία η Ορθοδοξία αποτελεί πρόσκομμα στον εκσυγχρονισμό της χώρας και στον κοινό βηματισμό με τις χώρες της Δύσης, αγνοώντας τα πετυχημένα παραδείγματα οικονομικού και διοικητικού εκσυγχρονισμού χωρών όπως η Ιαπωνία και η Κορέα οι οποίες ενσωμάτωσαν ταυτοτικά στοιχεία της παράδοσή τους στη διαδικασία αυτή.

Ταυτόχρονα, διαθέτει και ψυχολογικές προεκτάσεις.  Τίποτα δεν φαίνεται να έλκει περισσότερο πολλούς συμπατριώτες μας από τον τίτλο του «αγωνιστή», αυτού που αψηφά συμβατικότητες και «επαναστατεί» κατά του «συντηρητικού κατεστημένου» άρα και της «αντιδραστικής» Εκκλησίας.  Η  στάση των «αγωνιστών» αυτών, όμως, και τα όσα λένε συνιστούν πλέον το νέο κατεστημένο  και συνεπώς ομιλούν εκ του ασφαλούς χωρίς να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζαν αν όντως «τα έβαζαν» με τις κρατούσες απόψεις. Τρέφεται ο εγωισμός πολλών συμπατριωτών μας από τη  εικόνα του μαχητή που φιλοτεχνούν για τον εαυτό τους. Όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις στην ελλαδική κοινωνία, όμως, πρόκειται για άκαπνους στρατηγούς που αξιώνουν αγωνιστικές δάφνες για μάχες που δεν έδωσαν.

Συμπληρωματικά με τα παραπάνω, η στάση αυτή των πολεμίων μπορεί απλά να εξηγείται και με όρους ευκολίας. Το «θάρρος» πολλών νεοελλήνων και η πολλές φορές  χωρίς λόγο και αιτία «αγανάκτησή» τους κατευθύνεται σε έναν «αντίπαλο» που δεν μπορεί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Η Εκκλησία είναι ένας εύκολος στόχος. Δεν μπορεί  να μεταχειριστεί τα όπλα που είναι  εύκαιρα  και διαθέσιμα στους υβριστές της. Ούτε επίσης, έχει τη διάθεση και το χρόνο,  να ασχολείται  με την εκάστοτε attention whore-δημόσιο πρόσωπο του προοδευτισμού (αριστερού ή φιλελεύθερου).   Η προοπτική της είναι πιο ευρεία. Όποτε, όμως, σπάνια,  αντιδρά στις ύβρεις και την κακεντρέχεια φαίνεται πως το μίσος των υβριστών μεγαλώνει σε ένταση. Κάποιοι δεν επιθυμούν καν τον διάλογο. Απαιτούν να μην υπάρχει άμυνα στις επιθέσεις τους. Θέλουν η Εκκλησία να φυτοζωεί στο περιθώριο.

Η εικόνα συνεργασίας και συμπόρευσης Εκκλησίας και Πολιτείας στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων συνδυαζόμενη με την πειθαρχία που επέδειξε το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας ανέδειξε μιας εικόνα σύμπνοιας και κοινού μετώπου.

Παράλληλα, όμως, το συναινετικό πνεύμα που επέδειξε η Ιεραρχία στην κυβερνητική πολιτική περιορισμού της πανδημίας αντιδρώντας χλιαρά στις συνεχείς επιθέσεις των ΠΦ  [Προοδευτικών Φονταμενταλιστών] κάθε απόχρωσης  – και  σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με την εκλαμβανόμενη από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποστασιοποίηση σε σειρά εθνικών θεμάτων όπως το Σκοπιανό και τη συνεχή ροή λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο – έχει ως συνέπεια η απόσταση μεταξύ Ιεραρχίας και σημαντικού τμήματος των πιστών να διευρύνεται. Η μετριοπαθής στάση που έχει επιδείξει σε όλη τη θητεία του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος – αναγκαία σε ένα βαθμό μετά την δυναμική παρουσία του Μακαριστού Χριστόδουλου – φαίνεται πως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής  για μια κοινωνία με συνείδηση της παρακμής και εκμαυλισμού της ευρισκόμενη, απελπισμένα, σε αναζήτηση  οράματος και ηγεσίας.

 

 

Posted in Uncategorized

Η Δημοκρατία στην Εποχή του Κορωνοϊού: Ποιος χάνει, ποιος κερδίζει

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου για την ηλεκτρονική έκδοση της Ναυτεμπορικής: https://www.naftemporiki.gr/story/1598213/i-dimokratia-stin-epoxi-tou-koronoiou 

Πώς θα επηρεάσει η πανδημία του κορωνοϊού την λειτουργία της δημοκρατίας στον Δυτικό κόσμο; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερο, με δεδομένο ότι ο κορωνοϊός εμφανίστηκε σε μια περίοδο όπου η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία αντιμετώπιζε ήδη πλήθος προκλήσεων, με κυριότερη την άνοδο του λαϊκισμού. Θα επιχειρήσουμε εδώ να εξερευνήσουμε κάποιες από τις προκλήσεις για την δημοκρατία που αναφύονται στην νέα εποχή της πανδημίας.

Η πρώτη πρόκληση είναι η αύξηση των εξουσιών του κράτους έναντι των πολιτών του. Από την επιβολή δρακόντειων lockdown μέχρι την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών καταγραφής κινήσεων και υγειονομικών δεδομένων, το κράτος αναμένεται να αποκτήσει έναν πρωτοφανή έλεγχο επί της ζωής των πολιτών του. Ίσως η κοντινότερη αναλογία που έχουμε για αυτό που έρχεται είναι η δραματική αύξηση των εξουσιών παρακολούθησης και ελέγχου μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Όπως και τότε, το κράτος αποκτά υπερεξουσίες με τους πολίτες σε μεγάλο βαθμό σύμφωνους, αν όχι ενθουσιασμένους, που αυτό προστρέχει στην προστασία τους.

Αυτό σημαίνει φυσικά ότι αναπόφευκτα νέα ερωτήματα θα δημιουργηθούν σχετικά με τα δικαιώματα και την ιδιωτικότητα των πολιτών, την χρήση από το κράτος των δεδομένων τους, και το αν κάποτε αυτές οι αρμοδιότητες θα ανασταλούν όταν η πανδημία περάσει. Η εμπειρία από το «κράτος ασφάλειας» που αναδύθηκε σε απάντηση του κινδύνου της τρομοκρατίας πριν από 20 χρόνια δείχνει βέβαια ότι, συνήθως, όταν το κράτος αποκτά νέες δυνατότητες ελέγχου δύσκολα τις απεμπολεί.

Η συγκέντρωση αυτών των νέων εξουσιών στα χέρια κυβερνήσεων αυταρχικών ή λαϊκιστικών φαντάζει εφιάλτης για το μέλλον της δημοκρατίας. Δεν πρέπει όμως να υποτιμούμε το πρόβλημα βλέποντάς το αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιπαλότητας λαϊκισμού-φιλελευθερισμού. Οι αποκαλύψεις Ασάνζ, Σνόουντεν κλπ έδειξαν ότι και κυβερνήσεις φιλελεύθερες και μετριοπαθείς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη τα προηγούμενα 20 χρόνια κάλλιστα έκαναν χρήση των δυνατοτήτων που τους παρείχε η τεχνολογία για να παραβιάσουν την ιδιωτικότητα και τα δικαιώματα των πολιτών τους στο όνομα της «ασφάλειας».

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι πώς θα λαμβάνουν χώρα οι δημοκρατικές διαδικασίες από εδώ και πέρα σε εποχή κοινωνικής αποστασιοποίησης. Σε πρακτικό επίπεδο, ήδη βλέπουμε ότι η δημοκρατία χάνει σε μεγάλο βαθμό το νόημά της όταν υπουργοί και βουλευτές δεν προσέρχονται στο κοινοβούλιο, υποψήφιοι επικοινωνούν με τους ψηφοφόρους αποκλειστικά μέσω μαγνητοσκοπημένων μηνυμάτων, οι πολίτες δεν μπορούν να διαδηλώσουν κοκ.

Πόσο ουσιαστική άραγε μπορεί να είναι η δημοκρατία με την κοινοβουλευτική ζωή, τον δημόσιο διάλογο και την μαζική κινητοποίηση να λαμβάνουν χώρα διαμέσου τηλεδιάσκεψης; Σε εποχές όπου οι ψηφοφόροι ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένοι, αποστασιοποιημένοι ή κυνικοί έναντι της πολιτικής διαδικασίας, αυτή η μετατροπή της δημοκρατίας σε προϊόν αποκλειστικά της τηλεόρασης ή των σόσιαλ μήντια ενδεχομένως να επιφέρει το οριστικό της διαζύγιο με την καθημερινότητα και τις ανησυχίες των απλών ανθρώπων.

Αυτή η συζήτηση όμως δεν έχει μόνο θεωρητικές, αλλά και ξεκάθαρα πρακτικές συνέπειες. Ήδη λόγω της πανδημίας αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές στην Βρετανία, ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στην Γαλλία και οι προεδρικές εκλογές στην Πολωνία. Ποιο είναι το μέλλον των εκλογών στην εποχή του κορονωϊού;

Στην Πολωνία η αντιπολίτευση κατηγόρησε την εθνικιστική κυβέρνηση ότι η επιμονή της να διεξαχθούν οι προεδρικές εκλογές στην ώρα τους δημιουργούσε άνισες συνθήκες διεξαγωγής του προεκλογικού αγώνα, αφού ο πρόεδρος της χώρας εκ των πραγμάτων έχαιρε μεγάλης προβολής λόγω του ρόλου του στην διαχείριση της κρίσης ενώ όλοι οι ανθυποψήφιοί του έπρεπε να αναστείλουν τις εκστρατείες τους. Η περίπτωσης της Πολωνίας ίσως είναι έτσι προανάκρουσμα ανάλογων διλημμάτων σε άλλες χώρες.

Ποια θα είναι σε μια ανάλογη περίπτωση η νομιμοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο αν ο πρόεδρος Τραμπ κινείται ελεύθερα χάρη στο αξίωμα και τις αρμοδιότητές του ενώ ο Τζο Μπάιντεν παραμένει αποκλεισμένος στο σπίτι του, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα; Ποιο θα είναι το κύρος των εκλογών γενικά όταν η ουσιαστική κατάργηση των προεκλογικών εκστρατειών όπως τις ξέραμε μέχρι τώρα στερεί από τις κατά τόπους αντιπολιτεύσεις κάθε ουσιαστική ευκαιρία επαφής με τους ψηφοφόρους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις κυβερνήσεις να θέτουν την ατζέντα, να κυριαρχούν στα ΜΜΕ κλπ;

Από την άλλη, είναι η αναβολή εκλογών μέχρι την επαναφορά σε κάποια απροσδιόριστη «ομαλότητα» ενδεδειγμένη λύση για την δημοκρατία; Η πρόσφατη νομοθεσία που πέρασε το ελεγχόμενο από τον Βίκτορ Ορμπάν κοινοβούλιο της Ουγγαρίας δείχνει ότι η πανδημία προσφέρει ευκαιρίες σε κυβερνήσεις με αυταρχικά ένστικτα να βάλουν την δημοκρατία στον πάγο. Αν η διεξαγωγή εκλογών υπό συνθήκες καραντίνας δίνει εκ των πραγμάτων πλεονέκτημα στην κατά τόπους εξουσία, δεν είναι η αναβολή τους ένα ακόμα πιο επικίνδυνο βήμα;

Τελευταίο ερώτημα είναι πώς θα αλλάξουν οι σχέσεις μεταξύ ψηφοφόρων και κομμάτων τώρα που οι κυβερνήσεις καλούνται να αναλάβουν το δίδυμο τιτάνιο έργο της αντιμετώπισης του ιού από την μια μεριά και της διαχείρισης μιας νέας οικονομικής ύφεσης από την άλλη. Μέχρι στιγμής οι ψηφοφόροι δείχνουν στις περισσότερες χώρες να στοιχίζονται πίσω από τις κυβερνήσεις και το πολιτικό τους σύστημα υπό τον φόβο του νέου αόρατου εχθρού. Θα διατηρηθεί αυτή η «περίοδος μέλιτος» που απολαμβάνουν τα περισσότερα κατεστημένα κόμματα στην Ευρώπη όταν η πρώτη περίοδος συναγερμού λήξει;

Τα προηγούμενα χρόνια οι περισσότεροι ερευνητές είχαν καταλήξει στο ότι στις περισσότερες χώρες η άνοδος του λαϊκισμού δεν οφειλόταν τόσο στην επιδείνωση οικονομικών δεικτών, όσο στην ανακίνηση σημαντικών αξιακών και ταυτοτικών ζητημάτων όπως η μετανάστευση και η εθνική κυριαρχία. Θεωρητικά η στροφή σε ζητήματα εξόχως πρακτικά και τεχνικά, όπου απαιτείται μεγάλος βαθμός επιστημονικής και διαχειριστικής επάρκειας, όπως η υγεία και η οικονομία φέρνει το «παιχνίδι» στο «γήπεδο» των παραδοσιακών κομμάτων. Η αύξηση της δημοτικότητας της Άνγκελα Μέρκελ στην Γερμανία και το χάος της διαχείρισης Τραμπ στις ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες ίσως αποτελούν προάγγελο μιας νέας πολιτικής ισορροπίας.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα όμως ίσως είναι παρακινδυνευμένο. Η μεν υγειονομική κρίση πιθανότατα θα διαρκέσει ακόμα 1-2 χρόνια, η δε οικονομική κρίση θα αφήσει σημάδια που θα εκταθούν, όπως μας έδειξε η προηγούμενη μεγάλη ύφεση του 2008-09, σε ορίζοντα δεκαετίας. Η πανδημία θέτει επί τάπητος αιτήματα για δικαιότερη οικονομική ανάπτυξη, διαγενεακή και διαταξική δικαιοσύνη, μεγαλύτερο σεβασμό στο περιβάλλον, αύξηση δημοσίων δαπανών για υγεία και υποδομές, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ένστικτα προστατευτισμού, προστασίας συνόρων και αύξησης της εθνικής κυριαρχίας έναντι εξωτερικών απειλών.

Ο δίδυμος φιλελευθερισμός – οικονομικός και κοινωνικός – της παγκοσμιοποίησης κλονίζεται, και αυτό σημαίνει ότι τα κράτη θα πρέπει να μάθουν να παρέχουν περισσότερα στους πολίτες τους ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργούν μέσα σε ένα πιο ανταγωνιστικό και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον. Ακόμα και αν τα παραδοσιακά κόμματα κερδίσουν τον «πόλεμο» της άμεσης διαχείρισης της πανδημίας, έχουν τις δυνατότητες και την φιλοδοξία να κερδίσουν την «ειρήνη» της νέας εποχής διαμορφώνοντας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τους πολίτες τους; Αν η απάντηση αποδειχτεί αρνητική, τότε τα πολιτικά συστήματα της Δύσης θα πρέπει να είναι έτοιμα για ακόμα μεγαλύτερη πολιτική ρευστότητα, κατακερματισμό και αστάθεια.

Posted in Uncategorized

Δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Αντιδράσεις προκάλεσε ο χαρακτηρισμός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας από μέλος της επιτροπής 2021 για τον εορτασμό των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση ως ‘δικτάτορα’. Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι αποδοκιμασίες και το μέλος της επιτροπής υποχρεώθηκε σε επεξηγήσεις (αν και δεν ανασκεύασε πλήρως). Επιχειρούμε μια πρώτη αποτίμηση του ζητήματος εδώ.

Αν και οι αποδοκιμασίες του χαρακτηρισμού είναι εν μέρει δικαιολογημένες (με δεδομένες και παλαιότερες θέσεις του εν λόγω πανεπιστημιακού σε σειρά ζητημάτων), παρ’ όλα αυτά η έκφραση των αμφισβητήσεων απέδειξε για άλλη μια φορά την έλλειψη συγκρότησης του χώρου που χαρακτηρίζεται συνήθως ως ‘πατριωτικός’, ‘λαϊκός’ ή εν γένει ‘δεξιός’.

Η αγανάκτηση για τον χαρακτηρισμό του Καποδίστρια ως ‘δικτάτορα’ πήγαζε κυρίως από την πρόσληψή του από μεγάλη μερίδα του απλού κόσμου ως πατριώτη και βαθιά πιστού Έλληνα (που όντως ήταν). Αυτό όμως δεν απαντά στην κριτική στην θεσμική μορφή της κυβέρνησής του. Φαίνεται έτσι για άλλη μια φορά η αδυναμία του χώρου να κατανοήσει ότι διακυβέρνηση με βάση ιεραρχικές και συντηρητικές αξίες όπως η θρησκεία και η παράδοση απαιτεί και θεσμούς με ανάλογα ιεραρχική συμπεριφορά και αντίληψη.

Γιατί εκ των αντιδράσεων δεν κατέστη σαφές ποιο ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Ακόμα και αν το ζήτημα είναι οι άσχημες συνδηλώσεις του όρου ‘δικτάτορας’ (που είναι όντως εντελώς ανιστόρητος με βάση τα κρατούντα της τότε εποχής, όταν ελάχιστες χώρες στον κόσμο θα θεωρούνταν ‘δημοκρατίες’ με την σημερινή έννοια, έστω κατά προσέγγιση), προτείνεται κάποιος άλλος όρος του καθεστώτος Καποδίστρια; Και αν αρνούμαστε μετ’ επιτάσεως ότι ήταν δικτάτορας, εννοούμε στα σοβαρά ότι ήταν ‘δημοκράτης’;

Αυτή η έλλειψη στο λεξιλόγιο της μιας πλευράς (για να μιλήσουμε σχηματικά) της συζήτησης είναι εν τέλει το πρόβλημα, γιατί η άλλη πλευρά – αυτή του μέλους της επιτροπής – έχει πλήθος εννοιών να αποδώσει ακόμα και το πιο μικροσκοπικό τετραγωνικό χιλιοστό του πολιτικού φάσματος που προέκυψε από τα απανωτά στάδια της νεωτερικότητας: φιλελευθερισμός, κοινωνικός φιλελευθερισμός, ελευθεριασμός, σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κομμουνισμός, ριζοσπαστικό κέντρο, προοδευτικό κέντρο, η ανακάλυψη εννοιών και (αυτο)χαρακτηρισμών είναι αέναη.

Η πλεύρα που έσπευσε στην υποστήριξη του Καποδίστρια από την άλλη δεν φαίνεται να μπορεί να εκφράσει κάτι παραπάνω από ένα θυμικό, ένα ‘τι-δεν-είμαι’ χωρίς παραπέρα άρθρωση. Πράγμα που επιτρέπει άλλωστε στους αντιπάλους της να την ετεροκαθορίζουν κατά το δοκούν: ‘δικτάτορας’ ο ένας, ‘λαϊκιστής’ ο άλλος, ‘υπερπατριώτης’ ο τρίτος, όροι που χρησιμοποιούνται πότε σκωπτικά και πότε καταχρηστικά και στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα (πχ συλλαλητήρια για το Μακεδονικό) και σε ιστορικές συζητήσεις.

Η γοητεία του Καποδίστρια έγκειται στο ότι λειτούργησε εξαρχής και ταυτόχρονα ως αντίπαλος και των δυο ομάδων που έκτοτε εν πολλοίς καθορίζουν τις τύχες τις χώρας: τα αυτοφυή πελατειακά καπετανάτα από την μια μεριά και τους ‘διαφωτισμένους’ μεταπράττες των δυτικών μοδών από την άλλη. Το επίτευγμα αυτών των δυο ομάδων είναι ότι διαχρονικά εμφανίζονται ως άσπονδοι εχθροί, ενώ στην πραγματικότητα η δήθεν αντιπαλότητά τους τούς επιτρέπει να συγκυβερνούν σε έναν 200ετή ντε φάκτο ‘μεγάλο συνασπισμό’ κάτω από την μύτη του κόσμου.

Ο διακανονισμός τους άλλωστε φαίνεται και στο πώς έχουν θέσει από κοινού τους όρους του εορτασμού του 2021: δεν είναι το έθνος που θεωρείται δεδομένο και το κράτος αυτό που πρέπει να προσεγγίσουμε με κριτική διάθεση για όλες τις αποτυχίες του να υπηρετήσει το έθνος, αλλά η δημιουργία ενός τσάτρα-πάτρα κράτους για το οποίο πρέπει να είμαστε ευγνώμονες και το έθνος αυτό που αφήνεται (αν δεν ενθαρρύνεται) να μπει στην προκρούστεια κλίνη των culture wars στα σόσιαλ μήντια και την τηλεόραση.

Αυτό το οποίο μένει ανομολόγητο είναι ποια ήταν και πώς μεταφραζεται σήμερα η πολιτική ιδεολογία του Καποδίστρια. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Καποδίστριας (όπως και ο Μεταξάς) εξέφρασε την αντίληψη του αυταρχικού, συντηρητικού κράτους. Μια αντίληψη που ουσιαστικά λέει ότι το κράτος θα αντανακλά στον συμβολισμό και το πνεύμα του τις αξίες, την πίστη και το φρόνημα του λαού, αλλά η λειτουργία του θα είναι άτεγκτα, σχεδόν αμείλικτα, ορθολογιστική προκειμένου το έθνος να προοδεύσει.

Η πολιτεία του Καποδίστρια ξεπερνούσε έτσι το ψευδεπίγραφο δίλημμα ‘παράδοση ή εκσυγχρονισμός’ γύρω από το οποίο υποτίθεται ότι μάλωναν προύχοντες και φιλελεύθεροι. Άλλωστε και οι δυο αυτές ομάδες τελικά τα βρήκαν μια χαρά στην από κοινού προώθηση και επιβολή της εκλογικής δημοκρατίας ως θέσφατου και υπέρτατης αξίας της λειτουργίας του κράτους στην Ελλάδα εις βάρος όλων των άλλων θεσμικών λειτουργιών του.

Ένα βασικό δίδαγμα της επιστήμης της συγκριτικής πολιτικής είναι ότι η ακολουθία θεσμικής συγκρότησης και εκ-μαζοδημοκρατισμού εν πολλοίς καθορίζει, ακόμα και αιώνες μετά, αν ένα κράτος θα είναι στιβαρό ή αδύναμο. Αν το ένα προηγηθεί του άλλου ή εφαρμοστεί πριν ολοκληρωθεί, τότε δεν καταλήγεις σε φιλελεύθερη δημοκρατία μέσα σε ένα ευνομούμενο κράτος αλλά σε αδύναμο κράτος, πελατειασμό, υπανάπτυξη και πολιτική πόλωση, παθογένειες που διαιωνίζονται στο όνομα της ‘δημοκρατίας’.

Η διαφορά στην ακολουθία κράτους και δημοκρατίς είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά μεταξύ της Γαλλίας των Βουρβόνων, της Πρωσίας των Χοεντσόλερν ή της Αγγλίας των Τυδόρ – κράτη αυταρχικά, συγκεντρωτικά, ιεραρχικά που εκδημοκρατίστηκαν σταδιακά μετά από αιώνες συγκρότησης – και των αδύναμων σήμερα κρατών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής – κράτη με αδύναμη κεντρική εξουσία, έρμαια δικτύων και προνεωτερικών σχέσεων εξάρτησης.

Όπως είχε γράψει κάποτε ο Fukuyama για τα σπαρασσόμενα από εμφυλίους κράτη της Αφρικής την δεκαετία του ’90: ‘the problem of some countries is not that they have violence, it’s that they don’t have enough of the right kind of violence’.

Επομένως ναι, δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;

Posted in Uncategorized

Σωστές Ερωτήσεις, Λάθος Απαντήσεις

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 22ης Απριλίου 2020.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) είναι εξόχως προβληματική και περιπλέκει την παγκόσμια διαχείριση της πανδημίας. Για τον Τραμπ ο ΠΟΥ είναι ένας ιδανικός «μπαμπούλας» πάνω στον οποίο μπορεί να προβάλλει τις εμμονές που τον έφεραν στην εξουσία: δυσπιστία έναντι διεθνών οργανισμών, απόδοση όλων των προβλημάτων σε ξένες συνωμοσίες, συνεχής αναζήτηση εξωτερικών εχθρών κοκ.

Τι έχει κάνει όμως ο ΠΟΥ για να αξίζει τέτοια άκριτη υποστήριξη; Την ώρα που οι γειτονικές στην Κίνα χώρες και επικράτειες – Νότια Κορέα, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ταϊβάν – λάμβαναν άμεσα μέτρα με το που έγινε γνωστό ότι μία νέα αναπνευστική ασθένεια εμφανίστηκε στην Γουχάν, ο ΠΟΥ αναπαρήγαγε την προπαγάνδα του Πεκίνου ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις μετάδοσης του ιού από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σήμερα ο ΠΟΥ συγχαίρει την Κίνα για την «αποτελεσματική αντιμετώπιση» της επιδημίας παρότι οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι τα στοιχεία που δίνει το Πεκίνο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από την άλλη ο ΠΟΥ δεν κάνει ουδεμία αναφορά στην Ταϊβάν, αν και είναι μακράν η πιο επιτυχημένη χώρα στην αντιμετώπιση του ιού, προκειμένου να μη δυσαρεστήσει την Κίνα.

Αν μη τι άλλο, η πανδημία θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για την ουσιαστική μεταρρύθμιση του διεθνούς καθεστώτος συνεργασίας στον τομέα της υγείας, μέσω της δημιουργίας ενός πραγματικά τεχνοκρατικού και ανεξάρτητου παγκόσμιου κέντρου επιτήρησης και ελέγχου επιδημιών. Αντίθετα, οι άκομψες κινήσεις του Τραμπ παρέχουν άλλοθι για τους απολογητές της «παγκόσμιας θεσμικής τάξης», προκειμένου να συντηρούν ένα ιδιαίτερο καθεστώς ασυλίας των διεθνών οργανισμών, ακόμα και όταν αυτοί έχουν πάψει να λειτουργούν σωστά ή έχουν γίνει φερέφωνα αυταρχικών καθεστώτων.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον ΠΟΥ. Από την οικονομική διαφθορά και την αποτρόπαια κουλτούρα σεξουαλικής παρενόχλησης, χρόνιες κακοπάθειες των αποστολών του ΟΗΕ σε φτωχές χώρες, στην παράλυση του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η παγκόσμια θεσμική τάξη είναι πια σκιά του παλιού εαυτού της, θύμα της γεωπολιτικής υποχώρησης της Δύσης και του οπορτουνισμού των ανερχόμενων μη-Δυτικών δυνάμεων, οι οποίες αποδείχτηκαν ανεύθυνοι διαχειριστές της κληρονομιάς του μεταπολεμικού διεθνούς θεσμικού οικοδομήματος. Στην περίπτωση του ΠΟΥ, αυτή η θεσμική αποσάθρωση τελικά κοστίζει ανθρώπινες ζωές.

Ο εθνικιστικός λόγος του Τραμπ σίγουρα δεν αποτελεί λύση. Ωστόσο, η υποκρισία και η ηθικιστική αγανάκτηση των αντιπάλων του, που σπεύδουν σχεδόν παβλοφικά να υπερασπιστούν ο,τιδήποτε μπαίνει στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου, ενδέχεται να προξενήσουν μακροπρόθεσμα μεγαλύτερο κακό.. Όπως δείχνει το παράδειγμα του ΠΟΥ, ο μόνος τρόπος για να αποφύγει η παγκόσμια θεσμική τάξη την απαξίωσή της στην μετά την πανδημία εποχή είναι οι γενναίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η κριτική του Τραμπ θα γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Posted in Uncategorized

O Ιός της Πολιτικοποίησης

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 1ης Απριλίου 2020

Η είδηση ότι ο βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον προσβλήθηκε από κορονοϊό «χαιρετίστηκε» με σαρκαστικό τόνο από πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης ως κάποιου είδους μεταφυσική τιμωρία για την πολιτική «ανοσίας αγέλης» που αρχικά φάνηκε να ακολουθεί η Βρετανία. Ήταν όμως μόνο το τελευταίο δείγμα του πόσο πολιτικά χρωματισμένη είναι – δυστυχώς – η κάλυψη των πολιτικών αντιμετώπισης του κορονοϊού στην διεθνή συζήτηση.

Η πλειοψηφία του δυτικού Τύπου επιμένει να καλύπτει την κρίση του κορονοϊού σαν προέκταση των διαιρετικών γραμμών των περασμένων ετών. Κυριαρχεί έτσι η εντύπωση ότι οι «λαϊκιστές» παίζουν με την υγεία των πολιτών τους, ενώ αντίθετα «σοβαροί», «φιλοευρωπαίοι» ή «αντιλαϊκιστές» ηγέτες (ό,τι κι αν σημαίνουν αυτοί οι όροι) έχουν καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης και έχουν πάρει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

Σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η αντίληψη δεν είναι λανθασμένη. Η στάση των Τραμπ και Μπολσονάρο για παράδειγμα δημιουργεί πολλές ανησυχίες, όχι τόσο γιατί οι δυο ηγέτες δεν λαμβάνουν μέτρα όσο επειδή χρησιμοποιούν μία αντιεπιστημονική και πολωτική ρητορική προσπαθώντας να μετατρέψουν τον ιό σε νέα διαιρετική τομή μέσα στις κοινωνίες τους.

Από την άλλη, αξίζει να αντιπαραθέσουμε τις πολιτικές δύο ευρωπαϊκών χωρών, της Πολωνίας και της Σουηδίας. Η Πολωνία έλαβε μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων και των συνόρων πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες. Ξεπέρασε το (ανάλογης ευαισθησίας με την Ελλάδα) ζήτημα του εκκλησιασμού επιβάλλοντας όριο πέντε πιστών στις λειτουργίες. Το lockdown περιλαμβάνει ακόμα και ειδική ψηφιακή εφαρμογή που δίνει συμβουλές στους πολίτες, καθώς και μια διαδικτυακή πλατφόρμα με βιντεοπαιχνίδια για τα παιδιά που μένουν σπίτι.

Από την μεριά της, η Σουηδία είναι η πραγματική εξαίρεση στον δυτικό κόσμο. Μπαρ, εστιατόρια και γυμναστήρια παραμένουν ανοιχτά και τρένα εξακολουθούν να μεταφέρουν κόσμο στα χιονοδρομικά κέντρα ενώ το υπουργείο υγείας καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα επιλέγονται οι ασθενείς που θα έχουν πρόσβαση σε ΜΕΘ όταν ξεκινήσει η νοσηλευτική κρίση. Στην Σουηδία η «ανοσία αγέλης» δεν είναι απλά υπόθεση εργασίας, όπως στην Βρετανία, αλλά επίσημη κρατική πολιτική.

Παραβλέπεται ωστόσο πως η σουηδική κυβέρνηση είναι ένας κεντροαριστερός και σε καμιά περίπτωση «λαϊκιστικός» συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, ενώ το κυβερνών κόμμα της Πολωνίας είναι εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό. Μάλιστα, οι ελάχιστες αναφορές στη δεύτερη από τον συνήθως εχθρικά διακείμενο διεθνή Τύπο σχετίζονται κυρίως με τα παράπονα της πολωνικής κυβέρνησης προς την ΕΕ για απουσία αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών – μια κατηγορία που όπως έδειξε η πρόσφατη σύνοδος της Ευρωζώνης δεν είναι αβάσιμη.

Βλέπουμε επομένως ότι η πολιτικοποίηση της διεθνούς συζήτησης δεν είναι καθόλου χρήσιμη, όχι μόνο γιατί συντηρεί πολιτικά στερεότυπα και ειδησεογραφικές ανακρίβειες, αλλά ακόμα χειρότερα επειδή αποσπά την προσοχή από ουσιωδέστερα ερωτήματα που θα πρέπει να συνεχίσουν να μας απασχολούν και μετά την πανδημία. Ελάχιστα σχολιάζεται, για παράδειγμα, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Δύσης στην αντιμετώπιση της επικείμενης απειλής, παρότι όλες οι χώρες είχαν πλεονέκτημα τριών ολόκληρων μηνών σε σχέση με την Ασία, ή ότι το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας αποδεικνύεται τρομερά εύθραυστο ύστερα από δεκαετίες μειωμένης χρηματοδότησης και οικονομικής κρίσης, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Η πανδημία αντανακλά την συνολική κρίση διακυβέρνησης των δυτικών πολιτικών συστημάτων. Η εμμονή με την πολιτική απόχρωση της εκάστοτε κυβέρνησης στην φάση διαχείρισης της κρίσης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συγκαλύπτει μακροχρόνια ελλείμματα και παραλείψεις για τα οποία όλες οι πολιτικές ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, θα πρέπει σύντομα να δώσουν εξηγήσεις.

Posted in Uncategorized

Το «δόγμα της ακινησίας» του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Στο πλαίσιο ανάλυσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συναντάται συχνά η φράση «το δόγμα της ακινησίας», επισήμανση από ακαδημαϊκούς, διπλωμάτες και δημοσιογράφους που υποδηλώνει την δήθεν απροθυμία των Αθηνών να προσέλθει σε διάλογο με την Άγκυρα για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών.
Η χρήση του όρου υπονοεί μια μονολιθική προσέγγιση, μια άκαμπτη άρνηση και παντελή έλλειψη διάθεσης συνομιλίας με την Τουρκία επιρρίπτοντας εμμέσως την ευθύνη για το αδιέξοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στην έλλειψη βούλησης εκ μέρους της Ελλάδος να συζητήσει με τη γείτονα. Ωσάν να μην υφίστανται δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών και να μην έχουν υπάρξει δεκάδες γύροι διερευνητικών συνομιλιών τα τελευταία χρόνια. Ως αιτία του αδιεξόδου δεν λογίζεται η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας και η έκνομη συμπεριφορά της με αποκορύφωμα την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου για κήρυξη πολέμου σε περίπτωση κατά την οποία η Αθήνα ασκήσει το νόμιμο (μονομερές) δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. αλλά η υποτιθέμενη άκαμπτη στάση των Αθηνών για διάλογο. Πως αλήθεια η Αθήνα που αξιώνει σεβασμό του διεθνούς δικαίου και επαναλαμβάνει μονότονα πως τάσσεται υπέρ της διεθνούς νομιμότητας προσέρχεται σε διάλογο με γείτονα χώρα της οποίας η προαναφερόμενη απειλή πολέμου συνιστά παραβίαση υποχρεωτικού έναντι όλων κανόνα του διεθνούς δικαίου (jus cogens) όπως η ειρηνική επίλυση των διαφορών και η απαγόρευση χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας (άρθρο 2.4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών); Πως συμβιβάζεται η τήρηση της διεθνούς νομιμότητας που ευαγγελίζεται η Αθήνα με την συναίνεση της τελευταίας, από το casus belli του τουρκικού κοινοβουλίου και εντεύθεν, στην υπονόμευση των αρχών του διεθνούς δικαίου μέσω της συμμετοχής της στον ελληνοτουρκικό διάλογο;
Η ακινησία και η απολυτότητα αυτής της υποτιθέμενης προσέγγισης μη διαλόγου αντιπαραβάλλεται απέναντι στη ρεαλιστική και ευέλικτη θέση δυναμικών διπλωματικών πρωτοβουλιών, γενναίων αποφάσεων που σπάνε στερεότυπα, έρχονται σε ρήξη με το αρτηριοσκληρωτικό κατεστημένο(;), ενδύονται τον μανδύα της προοδευτικότητας, της τόλμης και άλλα χαριτωμένα. Παράλληλα, η σπουδή αυτή για διάλογο άνευ προϋποθέσεων – γιατί η σπουδή αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις θέλει να ακυρώσει – λογίζεται ως η μόνη ορθολογική πορεία δράσης για την αποφυγή των εντάσεων και συνεπώς του πολέμου. Συμπέρασμα εκβιαστικό: η μη άμεση εκκίνηση διαλόγου με την Τουρκία συνεπάγεται αργά ή γρήγορα πολεμική ρήξη. Παράλληλα, όσοι επιδεικνύουν την παραπάνω σπουδή οφείλουν να γνωρίζουν πως η Άγκυρα θα απαιτήσει, για όσο διαρκεί ο διάλογος, να σταματήσει κάθε κίνηση εκμετάλλευσης στο Αιγαίο που θα μπορούσε να υπονομεύσει την προσπάθεια διαβούλευσης. Ανάλογες πρόνοιες υπήρξαν στο Πρακτικό της Βέρνης το 1976 και στη συμφωνία του Νταβός το 1988. Συνέπεια τούτου θα είναι η ουδετεροποίηση ολόκληρου του Αιγαίου εμπεδώνοντας στα μάτια τρίτων την ισότητα δικαιωμάτων, Ελλάδος και Τουρκίας, σε αυτό.
Τούτη δε η σπουδή για διάλογο (άνευ προϋποθέσεων) προέχεται κατά κόρον από εκπροσώπους του πολιτικού προσωπικού της χώρας που χειρίστηκαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές για δεκαετίες και όμως δεν στάθηκε εφικτό, αν και μεσολάβησαν πλείστες διαδικασίες διαλόγου να εξευρεθεί λύση. Τονίζουν δε το αναπόδραστο της συνεχούς επιδείνωσης όσο περνάει ο χρόνος λησμονώντας ότι ο χρόνος είναι ουδέτερο στοιχείο και η αξία του έγκειται στον τρόπο χρήσης του. Αυτοί οι οποίοι επί δεκαετίες υπονόμευσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας με ουσιαστικές υποχωρήσεις και ελλιπή πολεμική προπαρασκευή και έθισαν τον ελληνικό λαό με σωρεία ψευδαισθήσεων (ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, προστασία από ΕΕ και ΝΑΤΟ, παντοδυναμία διεθνούς δικαίου), κάνουν τώρα υποδείξεις με την έπαρση μιας αυθεντίας που τόσο κόστισε στη χώρα.
Ο διάλογος με την Τουρκία για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών (επιταγή άλλωστε της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας) οφείλει να ακολουθήσει μια σειρά προϋποθέσεων: κλείσιμο κόλπων, υιοθέτηση ευθειών γραμμών βάσης, απαίτηση άρσης με απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου του casus belli εφόσον η Αθήνα τάσσεται –έτσι ισχυρίζεται – με τη διεθνή νομιμότητα, επέκταση χωρικής θάλασσας στα 12 ν.μ., κατάθεση συντεταγμένων ΑΟΖ στον ΟΗΕ (οι σχετικές πρόνοιες του νόμου 4001 δεν αρκούν). Τέλος, καθορισμός εκ των προτέρων συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος μετά το πέρας του οποίου το θέμα των θαλασσίων ζωνών θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να τεθούν ανεξάρτητα από την απάντηση της Άγκυρας σε αυτές.
Καταλήγοντας, θα πρέπει, να γίνει κατανοητό, από ηγεσία και κοινωνία, αφ’ ενός το μέγεθος των θυσιών παρελθουσών γενεών για να διατηρεί η χώρα τη σημερινή της επικράτεια ώστε ο όποιος διάλογος για το εδαφικό καθεστώς να γίνεται υπό τις πλέον ασφαλείς και αυστηρές προϋποθέσεις. Αφ΄ ετέρου να καταστεί συνείδηση η τουρκική στοχοθεσία συνολικής απομείωσης της ελληνικής παρουσίας στο Αιγαίο αποκόπτοντας την Αθήνα από την Ανατολική Μεσόγειο (και την Κυπριακή Δημοκρατία) περιορίζοντάς το ελλαδικό κράτος σε μια στενή χερσαία λωρίδα της χερσονήσου του Αίμου.

 

Πρώτη δημοσίευση  στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Μαρτίου 2020

Posted in Uncategorized

Μόνοι Μας

‘Αρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στα Νέα της 3ης Μαρτίου 2020 με θέμα την μεταναστευτική κρίση

Βασική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα τα τελευταία 20 χρόνια, είναι η «διεθνοποίηση» των διμερών προβλημάτων με την Τουρκία. Αυτή η αρχή εφαρμόστηκε αρχικά με επιφυλακτικότητα, για να οδηγήσει σταδιακά, και την τελευταία δεκαετία ολοένα και πιο έντονα, στην υπέρμετρη αισιοδοξία ότι η Ελλάδα θα μπορούσε ακόμα και να αντικαταστήσει την Τουρκία ως προνομιακό εταίρο της Δύσης στην περιοχή.

Αυτό βέβαια είχε να κάνει λιγότερο με τις πράξεις της Ελλάδας – που τα τελευταία δέκα χρόνια έχει υποστεί καθίζηση σε όλους τους δείκτες ισχύος της – και πιο πολύ με το ότι ο Ερντογάν ακολουθούσε στρατηγική έντασης με την Δύση. Σε όποια περίπτωση, η Ελλάδα μέχρι πριν ένα μήνα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι η Τουρκία είναι «διεθνώς απομονωμένη», αν και η στήριξη που βρήκαμε σε ζητήματα όπως οι γεωτρήσεις ή το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν μηδαμινή.

Αν όμως υπήρχαν ακόμα ελπίδες ότι η «διεθνοποίηση» των διμερών μας προβλημάτων μπορεί να συνετίσει τον Ερντογάν, αυτές κατέρρευσαν τις τελευταίες ημέρες, όπου η αντίδραση των εταίρων στον εκβιασμό της Τουρκίας στο μεταναστευτικό ήταν απογοητευτική. Στην συνάντηση του ΝΑΤΟ για την Συρία το κύριο μέλημα των συμμάχων ήταν να στηρίξουν την Τουρκία έναντι της Ρωσίας στο Ιντλίμπ αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στις υποχρεώσεις της στο μεταναστευτικό. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι ΗΠΑ εξετάζουν τώρα την παροχή πυραυλικών συστημάτων στην Τουρκία για να αντιμετωπίσει την ρωσική υπεροπλία στην Συρία.

Οι πιο θλιβερές δηλώσεις όμως ήρθαν –  από πού αλλού; – από την Γερμανία, όπου η υπουργός άμυνας Κραμπ-Κάρενμπαουερ και ο πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Μπούντεσταγκ Νόρμπερτ Ρέτγκεν κατηγόρησαν ως υποκινητή της νέας κρίσης την…Ρωσία! Ο Ρέτγκεν μάλιστα αποκάλεσε τον εκβιασμό Ερντογάν «μια κραυγή αγωνίας η οποία υποδηλώνει ότι η Τουρκία θέλει να εγκαταλείψει την Ρωσία και να επιστρέψει στην Δύση»!

Ποιος είναι άρα «απομονωμένος»; Η Τουρκία, που εμπαίζει ατιμώρητη την Δύση; Ή η Ελλάδα, που τα τελευταία χρόνια έχει κάνει την εξωτερική της πολιτική παράρτημα των στρατηγικών, διπλωματικών και ενεργειακών προτεραιοτήτων τρίτων με μηδενικό αντίκρισμα; Και έχοντας ακυρώσει μάλιστα κάθε εναλλακτική – ας θυμηθούμε την δημόσια ρήξη με την Ρωσία μετά την συμφωνία των Πρεσπών, από την οποία οι ελληνορωσικές σχέσεις ακόμα δεν έχουν συνέλθει.

Κάποιος θα αντέτεινε ότι η Ελλάδα δεν είχε εξαρχής επιλογές. Αυτό δεν δικαιολογεί όμως την μαλθακότητα και τον εφησυχασμό. Mε την Τουρκία και την Ρωσία ξανά σε φάση αντιπαλότητας σε Λιβύη και Συρία, ήταν λογικό ο Ερντογάν να εκβιάσει την Δύση με δέλεαρ την εγκατάλειψη της συμμαχίας με την Ρωσία. Καθώς ο κύριος μοχλός πίεσης που έχει είναι το μεταναστευτικό, η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι πλήρως προετοιμασμένη για την διαχείρισή του ως στρατηγικής απειλής. Αντί αυτού είδαμε τις εικόνες διάλυσης σε Λέσβο και Χίο αρχικά και στον Έβρο σήμερα.

Το δίδαγμα αυτής της αποτυχίας δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται συμμαχίες. Αυτές είναι απαραίτητες, αλλά στον σημερινό κόσμο της υποχώρησης της Δύσης και του αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, «συμμαχίες» σημαίνει πολυσχιδής και αντισυμβατική διπλωματία, κυνική εκμετάλλευση των ανασφαλειών παραδοσιακών συμμάχων, και ανάπτυξη νέων σχέσεων ακόμα και σε περιοχές όπου η Ελλάδα δεν είχε ιστορικά ενεργή παρουσία.

Ακόμα και αν αυτά γίνουν στο εξωτερικό όμως, δεν μπορούν ποτέ να είναι υποκατάστατο για όσα πρέπει να γίνουν στο εσωτερικό: συνολική αλλαγή νοοτροπίας, θεσμικής λειτουργίας και παραγωγικού προτύπου. Εδώ που βρισκόμαστε, οτιδήποτε λιγότερο από μια εκ βάθρων αλλαγή στις σχέσεις κράτους-κοινωνίας, και κυρίως στην νοοτροπία με την οποία και οι δυο αυτοί πόλοι λειτουργούν, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Posted in Uncategorized

Πώς να είσαι ένας μη-φιλελεύθερος αντι-σοσιαλιστής συντηρητικός. Roger Scruton

κατάλογος

 

Μετάφραση: Δημήτρης Βερδελής

Επιμέλεια-διορθώσεις: Ομάδα συνεργατών του ΙΝΣΠΟΛ.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καλό φίλο Δημήτρη Βερδελή για την όμορφη αυτή πρωτοβουλία και στον Λ.Κ. για την υπομονή και τον χρόνο που αφιέρωσε στην επιμέλεια του κειμένου.

 

Οι μεταπολεμικοί διανοούμενοι έχουν κληρονομήσει δύο σημαντικά συστήματα πολιτικής σκέψης με τα οποία ικανοποιούν τη λαγνεία τους για το δόγμα: φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός. Το γεγονός ότι, ακόμα και στην Ανατολική Ευρώπη, η «παγκόσμια σύγκρουση» που κράτησε για εβδομήντα χρόνια ειδώθηκε συχνά σε σχέση με την αντίθεση μεταξύ αυτών των συστημάτων μαρτυρεί την ανθεκτικότητα αυτής της νοοτροπίας διχοτόμησης.    Και επειδή πρόκειται για συστήματα, συχνά υποτίθεται ότι διαθέτουν οργανική ενότητα – ότι δεν μπορείτε να ασπαστείτε κάποιο μέρος ενός από αυτά χωρίς να το ασπαστείτε ολόκληρο. Αλλά ας πούμε εξαρχής ότι από την άποψη των σημερινών μας δεινών, τίποτα δεν είναι πιο προφανές για αυτά τα συστήματα από το γεγονός ότι είναι, ως προς τις προϋποθέσεις τους, ουσιαστικά τα ίδια.

Το κάθε σύστημα προτείνει μια περιγραφή της κατάστασής μας και μια ιδανική λύση για αυτήν, με όρους κοσμικούς, αφηρημένους, καθολικούς που διέπονται από την αρχή της πολιτικής ισότητας. Το κάθε ένα βλέπει τον κόσμο με «αποϊεροποιημένους» όρους, με όρους που, στην πραγματικότητα, δεν αντιστοιχούν σε μια διαρκή κοινή ανθρώπινη εμπειρία, αλλά μόνο στα ψυχρά, αποστεωμένα ερμηνευτικά παραδείγματα που στοιχειώνουν τους εγκεφάλους των διανοουμένων. Και τα δύο είναι αφηρημένα, ακόμη και όταν ισχυρίζονται ότι δίνουν μια θέαση της ανθρώπινης ιστορίας. Η ανθρώπινη ιστορία, όπως και η φιλοσοφία, αποσπάται από τη συγκεκριμένη συνθήκη του ανθρώπινου παράγοντα και, μάλιστα, στην περίπτωση του μαρξισμού,  φτάνει στο σημείο να αρνείται την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης  πράξης , προτιμώντας να βλέπει τον κόσμο ως συρροή απρόσωπων δυνάμεων. Οι ιδέες με τις οποίες οι άνθρωποι ζουν και βρίσκουν την τοπική τους ταυτότητα – ιδέες πίστης, χώρας ή έθνους, θρησκείας και χρέους – όλα αυτά είναι, για τον σοσιαλιστή, απλή ιδεολογία, και για τον φιλελεύθερο, θέματα «ιδιωτικής» επιλογής, σεβαστά από το κράτος μόνο επειδή δεν μπορούν να έχουν πραγματική σημασία στο κράτος.

Μόνο σε λίγα μέρη στην Ευρώπη και την Αμερική μπορεί κάποιος να αυτό-αποκαλείται συντηρητικός και να περιμένει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Επομένως, το πρώτο καθήκον του συντηρητισμού είναι να δημιουργήσει μια γλώσσα στην οποία ο όρος «συντηρητικός» δεν θα είναι πλέον υβριστικός. Αυτό το καθήκον είναι μέρος ενός άλλου, και μεγαλύτερου εγχειρήματος: του  εξαγνισμού της γλώσσας από την ύπουλη συνθηματοποίηση που την κατέλαβε . Δεν πρόκειται για απλό εγχείρημα  . Πράγματι, συνιστά, κατά μία έννοια, το σύνολο της πολιτικής.

Όπως οι κομμουνιστές συνειδητοποίησαν από την αρχή, ο έλεγχος της γλώσσας είναι ο έλεγχος της σκέψης – όχι της πραγματικής σκέψης, αλλά των δυνατοτήτων της σκέψης.

Οι γονείς μας σκέφτονταν με όρους θεμελιακών διχοτομιών, εν μέρει εξαιτίας των επιτυχημένων προσπαθειών των κομμουνιστών, οι οποίες ευνοήθηκαν από ένα παγκόσμιο πόλεμο τον οποίο οι κομμουνιστές επιτάχυναν.  Αριστερά-δεξιά, κομμουνιστής-φασίστας, σοσιαλιστής-καπιταλιστής και ούτω καθεξής. Αυτοί ήταν οι «όροι συζήτησης» που κληρονομήσαμε. Στο βαθμό που δεν είσαι «στην Αριστερά», υπονοούσαν, τότε σε αυτό το βαθμό είσαι «στην Δεξιά». Στον βαθμό που δεν είσαι κομμουνιστής, τότε τόσο πλησιέστερα βρίσκεσαι στο φασισμό. Εάν δεν είσαι σοσιαλιστής, τότε είσαι συνήγορος του «καπιταλισμού», ως οικονομικού και πολιτικού  συστήματος .

Αν υπάρχει μια βασική διχοτομία που μας φέρνει αντιμέτωπους  αυτή τη στιγμή, είναι μεταξύ ημών – των κληρονόμων  των σωζομένων τμημάτων του Δυτικού Πολιτισμού  και της δυτικής πολιτικής σκέψης – και των κομιστών των διχοτομιών. Δεν υπάρχει τέτοια αντίθεση όπως αυτή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, ή μεταξύ κομμουνισμού και φασισμού. Υπάρχει απλώς μια αιώνια συμμαχία μεταξύ εκείνων που σκέφτονται  με όρους διχοτομιών και ετικετών – αν και πρόκειται για μια «συμμαχία των φαύλων», οι οποίοι  είναι πάντα έτοιμοι να παραβιάσουν τους όρους που τους δεσμεύουν -. Είναι το νέο στυλ της πολιτικής, η επιστήμη που έχει αντικαταστήσει στην πραγματικότητα την «πολιτική» όπως ήταν πάντοτε γνωστή. Είναι ένας κόσμος «δυνάμεων» και «κινημάτων «. Ο κόσμος με τη μορφή που γίνεται αντιληπτός από αυτά τα παιδαριώδη μυαλά βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση αναταραχής και σύγκρουσης, προχωρώντας τώρα προς την αριστερά, τώρα προς τα δεξιά, σύμφωνα με τις πρόχειρες προβλέψεις  του τάδε ή του δείνα θεωρητικού του κοινωνικού πεπρωμένου του ανθρώπου. Πάνω απ ‘όλα, το διχοτομικό μυαλό έχει ανάγκη από ένα σύστημα. Επιδιώκει μια  θεωρητική αποτύπωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης του ανθρώπου, από την οποία να προκύπτει ένα δόγμα που θα απαντά σε κάθε ουσιώδη περίσταση.

Κάθε ένα από αυτά τα δύο συστήματα  είναι επίσης παγκόσμιο. Ο διεθνής σοσιαλισμός είναι το δηλωμένο ιδανικό των περισσότερων σοσιαλιστών. Ένας διεθνής φιλελευθερισμός είναι η άδηλη τάση των φιλελεύθερων.  Κανένα από τα δύο συστήματα δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι άνθρωποι ζουν, όχι με καθολικές προσδοκίες αλλά με τοπικούς δεσμούς,  όχι από μια «αλληλεγγύη» που εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο από τη μια άκρη στην άλλη, αλλά από υποχρεώσεις που κατανοούνται με όρους που διακρίνουν τους ανθρώπους από τους περισσότερους από τους συνανθρώπους τους – με όρους όπως η εθνική ιστορία, η θρησκεία, η γλώσσα και τα έθιμα που παρέχουν νομιμοποιητική βάση. Τέλος – και η σημασία αυτού δεν πρέπει ποτέ να υποτιμηθεί – τόσο ο σοσιαλισμός όσο και ο φιλελευθερισμός είναι, σε τελευταία ανάλυση, εξισωτικοί. Και οι δύο υποθέτουν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι από κάθε άποψη που σχετίζεται με   το πολιτικό τους πλεονέκτημα. Για τον σοσιαλιστή, οι άνθρωποι είναι ίσοι στις ανάγκες τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα τους παρέχονται για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Για τον φιλελεύθερο, είναι ίσοι στα δικαιώματά τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα επηρεάζουν την κοινωνική και πολιτική τους θέση.

Πρέπει να πω αμέσως ότι έχω περισσότερη συμπάθεια για τη φιλελεύθερη παρά για τη σοσιαλιστική θέση. Διότι βασίζεται σε μια φιλοσοφία που δεν σέβεται μόνο την πραγματικότητα του ανθρώπινου παράγοντα, αλλά προσπαθεί επίσης να συμβιβάσει την πολιτική μας ύπαρξη με τις στοιχειώδεις ελευθερίες που απειλούνται συνεχώς από αυτήν. Αλλά -όποια και αν είναι η αξία του ως φιλοσοφικό σύστημα- ο φιλελευθερισμός παραμένει, για μένα, απλά και  μόνο αυτό ένα σταθερό διορθωτικό της  συγκεκριμένης  πραγματικότητας, αλλά δεν συνιστά  μια πραγματικότητα από μόνη της. Πρόκειται για μια σκιά του φωτός της λογικής, της οποίας η ύπαρξη εξαρτάται από το τεράστιο  σώμα που εμποδίζει αυτό το φως, το σώμα της συγκεκριμένης πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου.

Αυτή η συγκεκριμένη πολιτική ύπαρξη αψηφά τα τέσσερα αξιώματα του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Δεν είναι κοσμική, αλλά πνευματική, ούτε αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη, όχι παγκόσμια αλλά ιδιαίτερη, και όχι ισότιμη αλλά γεμάτη από ποικιλότητα, ανισότητα, προνόμια και εξουσία. Και έτσι πρέπει να είναι. Λέω ότι είναι πνευματική, γιατί πιστεύω ότι ο κόσμος όπως τον καταλαβαίνει ο άνθρωπος – ο κόσμος της ζωής (Lebenswelt) – του δίνεται με όρους που φέρουν το ανεξίτηλο αποτύπωμα υποχρεώσεων που ξεπερνούν την κατανόησή του. Γεννιέται σε έναν κόσμο που τον καλεί να κάνει θυσίες, και ο οποίος του υπόσχεται ασαφή ανταμοιβή. Αυτός ο κόσμος είναι συγκεκριμένος-δεν μπορεί να περιγραφεί στην αφηρημένη ανιστορική γλώσσα του σοσιαλιστή ή φιλελεύθερου θεωρητικού χωρίς να αφαιρεθεί το δέρμα της σημασίας που τον καθιστά αντιληπτό. Ο κόσμος του σοσιαλιστή και ο κόσμος του φιλελεύθερου είναι σαν τους νεκρούς σκελετούς, από τους οποίους έχει αφαιρεθεί το ζωντανό δέρμα. Αλλά αυτός ο πραγματικός, ζωντανός, κοινωνικός κόσμος είναι ένα ιδιαίτερο πράγμα, ένα ζωτικό πράγμα και πρέπει, εάν πρόκειται να ανθίσει, να κατανείμει τη ζωή του με διαφορετικό και άνισο τρόπο στα διάφορα μέρη του. Η αφηρημένη ισότητα του σοσιαλιστή και του φιλελεύθερου δεν έχει θέση σε αυτόν τον κόσμο και θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο με την διεκδικητική επιβολή ελέγχων τόσο τεράστιων που θα αυτοκαταστρέφονταν.

Προκειμένου να δικαιολογήσει και μάλιστα να κερδίσει τον πόλεμό του με την πραγματικότητα, ο διανοητικός νους έχει αναπτύξει μια εκμηδενιστική γλώσσα για να τον περιγράψει. Όλες οι πολιτικές πραγματικότητες περιγράφονται ανιστορικά, σαν να μπορούσαν να εγκαθιδρυθούν  οπουδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Έτσι, το συγκεκριμένα  πολωνικό φαινόμενο της «Αλληλεγγύης» συμπιέζεται στις αφηρημένες μορφές που υπαγορεύονται από τη θεωρία της «φιλελεύθερης δημοκρατίας». Θεωρείται ακόμη και ως ένα είδος σοσιαλισμού, ειδικά από γάλλους διανοούμενους για τους οποίους τίποτα δεν είναι καλό αν δεν μπορούν να του αποδώσουν σοσιαλιστικό όνομα. Το παράδειγμα είναι ασήμαντο. Αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, πρέπει να αναζητήσουμε μια γλώσσα που να είναι σχολαστική σε ο, τι αφορά τον ανθρώπινο κόσμο.

Μια γενικότητα, ωστόσο, είναι χρήσιμη για μας, ακριβώς επειδή, πίσω από αυτήν, κρύβονται χιλιάδες ιδιαιτερότητες. Αναφέρομαι στην ιδέα της νομιμότητας. Πρέπει να επαινέσουμε ιδιαιτέρως τους φιλελευθέρους διότι προσπάθησαν να παράσχουν μια εναλλακτική ιδέα νομιμότητας – με την οποία θα αμφισβητούσαν τα ιστορικά δικαιώματα που θα απαλείφονταν  από τον θρίαμβο του συστήματος τους. Η πρώτη και η τελική καταδίκη του κομμουνισμού είναι ότι απέρριψε ολόκληρη την ιδέα της νομιμότητας με ένα σκοτεινό και ηχηρό γέλιο. Το μέλημά μου δεν είναι να διαφωνήσω με τους φιλελεύθερους, μερικές από τις ιδέες των οποίων πρέπει τελικά να ενσωματωθούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία νόμιμης διακυβέρνησης. Θα ήθελα μόνο να προτείνω μια μη-φιλελεύθερη εναλλακτική, που θα είναι απαλλαγμένη από το μόλυσμα της θεωρίας.

Μεταξύ των πολυάριθμων διχοτομιών που έχουν κονιορτοποιήσει τη σύγχρονη ευφυία, -εξαιτίας, υποθέτω  του Weber-  η διχοτομία μεταξύ νομιμοποίησης και νομιμότητας, μεταξύ «παραδοσιακών» και «νομικά-ορθολογικών» τρόπων εξουσίας, είναι η πιο επιζήμια. Μόνο αν ο νόμος  παρερμηνευθεί ως σύστημα αφαίρεσης, η νομιμότητα μπορεί να θεωρηθεί ως μια εναλλακτική λύση – και όχι ως μια συγκεκριμένη πραγματοποίηση – της νομιμοποίησης. Αλλά ο αφηρημένος νόμος στερείται, για τον λόγο αυτό, διαρκούς δύναμης.

Η νομιμοποίηση είναι, απλά, το δικαίωμα άσκησης της πολιτικής διοίκησης. Και αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την άσκηση του νόμου. Τι αποδίδει αυτό το δικαίωμα σε έναν λαό; Κάποιοι θα έλεγαν η «επιλογή» τους. Αλλά αυτή η ιδέα παραβλέπει το γεγονός ότι έχουμε μόνο τα πιο πρωτόγονα εργαλεία με τα οποία μετριούνται οι επιλογές, και αυτές οι επιλογές αφορούν μόνο τα πιο τυχαία πράγματα. Εκτός αυτού, τι οδηγεί τους ανθρώπους να δεχτούν την «επιλογή» την οποία τους επιβάλλουν οι συνάνθρωποί τους , αν όχι μια  προϋπάρχουσα αίσθηση ότι συνενώνονται μεταξύ τους σε μια νομιμoποιημένη τάξη;

Το καθήκον του συντηρητικού είναι να βρει συγκεκριμένα τους λόγους της πολιτικής ύπαρξης και να εργαστεί για την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης σε έναν κόσμο που έχει σαρωθεί από τις πνευματικές αφαιρέσεις. Το τελικό μοντέλο μας για μια νομιμοποιημένη τάξη είναι αυτό που δίνεται ιστορικά, σε ανθρώπους που ενώνονται με την αίσθηση ενός κοινού πεπρωμένου, ενός κοινού πολιτισμού και μιας κοινής πηγής των αξιών που διέπουν τη ζωή τους.

Η φιλελεύθερη διανόηση στη Δύση, όπως και η παλιά κομμουνιστική διανόηση στην Ανατολή, αρνείται επίμονα να δεχτεί τον δεδομένο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έχει κάνει τη ζωή, και συγκεκριμένα την πολιτική ζωή, ένα είδος διανοητικού πειράματος. Βλέπει τη δυστυχία του ανθρώπου  και ρωτάει, «τι έχει πάει στραβά»; Και ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο ένα αφηρημένο ιδανικό της δικαιοσύνης θα γίνει πραγματικότητα. Ψάχνει παντού για την ενιαία λύση που θα επιλύσει τις συγκρούσεις και θα αποκαταστήσει την αρμονία παντού, είτε στον Βόρειο Πόλο είτε στον Ισημερινό. Από εκεί προέρχεται και η πλήρης αδυναμία του φιλελευθερισμού να δώσει λύση σε όσους πλήττονται από την εκνομία του ολοκληρωτισμού. Ο φιλελεύθερος ξεκινά από την ίδια υπόθεση με τον  οπαδό του ολοκληρωτισμού, δηλαδή ότι η πολιτική είναι ένα μέσο  και ο σκοπός είναι η ισότητα – όχι, στα αλήθεια η υλική ισότητα, αλλά η ηθική ισότητα, η ισότητα των «δικαιωμάτων». το απαραίτητο αποτέλεσμα αυτού του φιλελεύθερου ιδεώδους, αφού η δημοκρατία είναι η τελική πραγματοποίηση της πολιτικής ισότητας. Για τους φιλελεύθερους, ο μόνος τρόπος να αντιταχθούμε στον ολοκληρωτισμό είναι ο αργός, σταθερός εκδημοκρατισμός της κοινωνικής τάξης.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την επίκληση αυτής της ιδέας; Αλλά παραγνωρίζει το ένα, αναπόφευκτο γεγονός. Δεν βλέπω την δική μου ζωή όπως ο φιλελεύθερος επιθυμεί να δει την πολιτική ζωή. Δεν βλέπω τη δική μου ζωή ως πείραμα. Ούτε μπορώ να θεωρήσω τις υποχρεώσεις μου ως δημιουργημένες εξ ολοκλήρου από τις ελεύθερες, υπεύθυνες ενέργειές μου. Εγώ γεννήθηκα σε μια κατάσταση που δεν δημιούργησα και είμαι βεβαρημένος από την γέννησή μου με υποχρεώσεις που δεν είναι δικές μου επινοήσεις. Το βασικό μου χρέος προς τον κόσμο δεν είναι η δικαιοσύνη αλλά η ευσέβεια, και μόνο όταν αναγνωρίζω αυτό το γεγονός μπορώ να είμαι πραγματικά ο εαυτός μου. Μόνο σε σχέση με τη δεδομένη κατάστασή μου μπορώ να διαμορφώσω εκείνες τις αξίες και τις κοινωνικές αντιλήψεις που μου δίνουν δύναμη, επιτέλους, να πειραματιστώ με την ελευθερία.

Κάθε γνήσια περιγραφή του αισθήματος που έχουμε για τη νομιμότητα πρέπει να ξεκινά από την αναγνώριση ότι ο σεβασμός προηγείται της δικαιοσύνης, τόσο στη ζωή μας όσο και στη σκέψη μας, και μέχρι να προσκολληθούμε σε ένα μέρος και τους ανθρώπους και να αρχίσουμε να τους θεωρούμε ως ‘’δικούς μας’’, οι ισχυρισμοί της δικαιοσύνης και η δεισιδαιμονία της ισότητας δεν έχουν νόημα για μας. Αλλά αυτή η προσήλωση στον τόπο και στους ανθρώπους δεν είναι επιλεγμένη, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φιλελεύθερου στοχασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε είναι σχεδιασμένη στο πειραματικό πνεύμα που είναι τόσο σημαντικό για το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Μας δίνεται, στην ίδια την υφή της κοινωνικής ύπαρξής μας. Γεννιόμαστε με υποχρεώσεις της οικογένειας και με  εμπειρία του εαυτού μας ως τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου. Το να μην αναγνωρίσουμε την προτεραιότητα αυτής της εμπειρίας είναι σαν να παραδεχόμαστε την  βασική προϋπόθεση της ολοκληρωτικής σκέψης, δηλαδή ότι η πολιτική ύπαρξη δεν είναι παρά ένα μακροπρόθεσμο πείραμα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη άποψη, ακόμα δημοφιλής μεταξύ των αριστερών διανοουμένων στη Δύση, ότι το σοβιετικό σύστημα ήταν «ο σοσιαλισμός που πήγε στραβά». Αυτή η σκέψη εκφράζει ακριβώς τον σημαντικότερο πολιτικό κίνδυνο της εποχής μας, που είναι η πεποίθηση ότι η πολιτική ενέχει μια επιλογή ανάμεσα τα συστήματα, τα οποία αποτελούν μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού, έτσι ώστε ένα σύστημα μπορεί να «πάει στραβά» ενώ ένα άλλο «πηγαίνει καλά». Η αλήθεια είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι λάθος, ακριβώς επειδή πιστεύει ότι μπορεί να πάει καλά – ακριβώς επειδή βλέπει την πολιτική σαν μέσο για ένα σκοπό. Η πολιτική είναι ένας τρόπος κοινωνικής ύπαρξης, της οποίας το υπόβαθρο είναι οι δεδομένες υποχρεώσεις από τις οποίες διαμορφώνονται οι κοινωνικές μας ταυτότητες. Η πολιτική είναι μια μορφή σχέσεων που δεν αποτελεί μέσο για ένα τέλος, αλλά ένα αυτοσκοπό. Βασίζεται στις αντιλήψεις μας για το δίκαιο και οι αντιλήψεις μας για το δίκαιο ενοικούν στην αίσθηση ότι διαμορφωνόμαστε από την κληρονομιά μας.

Ως εκ τούτου, αν θέλουμε να ανακαλύψουμε ξανά τις ρίζες της πολιτικής τάξης, πρέπει να προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε τις ακούσιες υποχρεώσεις που μας προσδίδουν την πολιτική μας ταυτότητα και οι οποίες καθορίζουν ότι είναι αδύνατον ένας Πολωνός  να κυβερνηθεί από τη Μόσχα και ότι ένας κάτοικος των Νήσων Φώκλαντ, δεν μπορεί να κυβερνάται νόμιμα από το Μπουένος Άιρες.

Αξίζει να σταματήσουμε να αναφέρουμε μια άλλη και ανταγωνιστική γενίκευση   που ήταν χρήσιμη στον αριστερό φιλελεύθερο διανοούμενο στην εποχή μας, στην προσπάθειά του να εξαλείψει το παρελθόν και να βρει μια βάση για πολιτική υποχρέωση που προσβλέπει μόνο προς το παρόν και το μέλλον. Αυτή είναι η ιδέα του «λαού», ως πηγή της νόμιμης τάξης. Η ιδέα συνδυάζεται συνήθως με τη φαντασίωση ότι ο διανοούμενος έχει κάποια ιδιόμορφη ικανότητα  να ακούει και να εκφράζει τη «φωνή του λαού». Αυτή η αυταπάτη, η οποία έχει παραμείνει αναλλοίωτη από τις ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης, εκφράζει την διανοητική επιδίωξη  να επανασυνδεθεί με την κοινωνική τάξη από την οποία ο δικός του τρόπος σκέψης τον τράβηξε τόσο τραγικά. Θέλει να λυτρώσει τον εαυτό του από την «εξωτερική του θέση». Δυστυχώς, όμως, καταφέρνει να ενώσει τον εαυτό του όχι με την κοινωνία, αλλά μόνο με μια άλλη διανοητική αφαίρεση  – «τον λαό» – που σχεδιάστηκε σύμφωνα με άψογες θεωρητικές προδιαγραφές, ακριβώς για να καλύψει με ένα πέπλο την απαράδεκτη πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. «Ο λαός δεν υπάρχει». Ακόμη και αν υπήρχε, δεν θα εξουσίαζε τίποτα, δεδομένου ότι δεν θα είχε συγκεκριμένη βάση για την οικοδόμηση της νομιμότητάς του. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του λαού. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό κανενός. Η αλήθεια, ωστόσο, προσπαθεί να  ειπωθεί  και μπορεί να βρει έκφραση, τώρα στα χείλη του ενός,  κάποια άλλη στιγμή στα χείλη κάποιου άλλου.

Σε αντίθεση με τον «λαό», το έθνος δεν είναι αφαίρεση. Είναι μια δεδομένη ιστορική πραγματικότητα. Γίνεται συγκεκριμένη και άμεση στη γλώσσα, το έθιμο, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Περιέχει μέσα του την υπόρρητη δήλωση μιας νομιμοποιημένης τάξης. Αυτό, νομίζω, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε, ακόμη και αυτοί – και αυτό περιλαμβάνει και τους περισσότερους από εμάς τώρα – που διστάζουν να υιοθετήσουν τον μονοκόμματο εθνικισμό που προέκυψε από το συνέδριο της Βιέννης και που αρχικά επέβαλε την ειρήνη, αλλά στην συνέχεια κατέστρεψε την ήπειρό μας.

Αλλά σίγουρα, θα πείτε, δεν υπάρχει άλλη πηγή νομιμότητας – η οποία  να μην απαιτεί την υποστήριξη αυτών των ευσεβών υποχρεώσεων που φαίνεται να μας δεσμεύουν τόσο πολύ επί τη βάσει τόσων λίγων; Δεν μπορούμε να βρούμε νομιμοποίηση στη δημοκρατία, που θα αντικαταστήσει μια μέρα την έκκληση προς την ευσέβεια; Αυτή είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Αλλά δύο πράγματα πρέπει να ειπωθούν ως απάντηση σε αυτό. Πρώτον, η «δημοκρατία» είναι ένας αμφιλεγόμενος όρος και κανείς δεν γνωρίζει τί στο καλό σημαίνει ή πώς να την εξασφαλίσει. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι να επιλυθούν όλα τα παράδοξα της κοινωνικής επιλογής πριν διαμορφώσουμε τις πολιτικές δεσμεύσεις μας;

Δεύτερον, αυτό που εκτιμούν οι πολίτες στη δημοκρατία δεν είναι μια περιοδική συλλογική επιλογή – γιατί τί είναι τόσο αξιοθαύμαστο στο γεγονός ότι η άγνοια της πλειοψηφίας κάθε φορά επιλέγει να καθοδηγείται από ένα νέο κόμμα, προς στόχους που δεν καταλαβαίνει καλύτερα από ό, στόχους του προηγούμενου;  Εκτιμώνται ορισμένες πολιτικές αρετές, τις οποίες σωστά συνδέουμε με τη βρετανική και αμερικανική δημοκρατία, αλλά που υπήρχαν πριν από τη δημοκρατία και θα μπορούσαν να εδραιωθούν αλλού χωρίς τη βοήθειά της. Αυτές οι αρετές είναι οι εξής:

(i) Περιορισμένη εξουσία: κανείς δεν μπορεί να ασκεί απεριόριστη εξουσία όταν τα σχέδιά του μπορούν να σβήσουν με μια εκλογή.

(ii) Συνταγματική κυβέρνηση: όμως ποιο είναι το στήριγμα του συντάγματος;

(iii) Δικαιολόγηση μέσω της συναίνεσης.

(iv) Την ύπαρξη αυτόνομων θεσμών και την  ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι   που τους καθιστά δυνατούς.

(v) Κράτος δικαίου: με άλλα λόγια, η δυνατότητα ελέγχου νομιμότητας κάθε πράξης, ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη ενός υπαλλήλου – ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη στο όνομα της κυριαρχικής εξουσίας.

(vi) Νόμιμη αντιπολίτευση: με άλλα λόγια, το δικαίωμα να σχηματίζονται κόμματα, να δημιουργούνται πολιτικοί σχηματισμοί και να δημοσιεύονται απόψεις που αντιτίθενται στην κυβέρνηση. Και το δικαίωμα να διεκδικούμε  ανοιχτά για εξουσία.

Οι πολιτικοί θεωρητικοί είναι φυσικά εξοικειωμένοι με αυτά τα θέματα και εδώ   δεν είναι το μέρος για να τα συζητήσουμε λεπτομερώς. Αλλά αξίζει να συνοψίσουμε την εισαγωγή τους. Συνολικά, αυτά τα έξι χαρακτηριστικά της κυβέρνησης σημαίνουν όχι τη δημοκρατία, αλλά τον συνταγματικό περιορισμό. Για να το θέσουμε πιο ευθέως, υποδηλώνουν το χωρισμό του κράτους (που είναι ο τόπος της νόμιμης εξουσίας) από εκείνους που κατέχουν την εξουσία μέσω του κράτους. Όσοι ασκούν την εξουσία μπορούν να κριθούν με βάση τα ίδια τα αξιώματα που κατέχουν. Αυτό είναι σίγουρα ένα ουσιαστικό μέρος της αληθινής πολιτικής τάξης. Είναι επίσης ένα αναπόσπαστο κομμάτι μιας πλήρως επεξεργασμένης νομιμοποιημένης τάξης. Πράγματι, μπορούμε να δούμε τη νομιμοποίηση στο σύγχρονο κράτος ως αποτελούμενο από δύο μέρη: μια ρίζα, η οποία είναι η ευσεβής προσήλωση που προσελκύει τους ανθρώπους σε μια ενιαία πολιτική οντότητα. και ένα δέντρο που εξελίσσεται από τη ρίζα αυτή, η οποία είναι το κυρίαρχο κράτος, το οποίο είναι διατεταγμένο σύμφωνα με τις αρχές που έχω υποστηρίξει. Σε αυτή την κατάσταση, η εξουσία γίνεται αντικείμενο κατοχής υπό συνθήκες που την περιορίζουν και με τρόπο που την καθιστά υποκείμενη λογοδοσίας σε όσους μπορεί να υποφέρουν από την άσκησή της. Αυτό το κράτος δείχνει την πραγματική άνθηση μιας «κοινωνίας των πολιτών» – μιας δημόσιας ζωής που είναι ανοιχτή, αξιοπρεπής και εμποτισμένη με μια ενστικτώδη νομιμοποίηση. Αυτή η νομιμοποίηση μεγαλώνει και εκφράζει τη νομιμοποίηση που είναι συσσωρευμένη στη ρίζα της. Είναι αυτό το ανώτερο, ορατό τμήμα της πολιτικής νομιμότητας που καταστρέφεται τόσο προφανώς από τα πολιτικά δόγματα της εποχής μας. Αλλά η καταστροφή της είναι δυνατή, όχι τόσο από την εξάλειψη της δημοκρατίας, όσο και από την κατάπνιξη της αυθόρμητης πηγής του νόμιμου αισθήματος από το οποίο τροφοδοτείται.

Η δημοκρατία έχει βέβαια την δυνατότητα να υποστυλώσει τις έξι πολιτικές αρετές που ανέφερα. Αλλά μπορεί επίσης να τα καταστρέψει. Γιατί όλες αυτές εξαρτώνται  από το ένα πράγμα που δεν μπορεί να προσφέρει η δημοκρατία και το οποίο υπαινίσσεται το ερώτημα που έχω προσθέσει στον υπ’ αριθμόν (ii): αυθεντία -εξουσία . Τι προτρέπει τους ανθρώπους να αποδεχθούν και να δεσμεύονται από τα αποτελέσματα μιας δημοκρατικής εκλογής ή από τον ισχύοντα νόμο ή από τους περιορισμούς που ενσωματώνονται σε ένα αξίωμα; Τι εν ολίγοις, δημιουργεί το «δημόσιο πνεύμα» που έχει εξαφανιστεί από τα θεσμικά όργανα κυβέρνησης σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ευρώπης; Σίγουρα είναι ο σεβασμός – για τα θεσμικά όργανα, για τις διαδικασίες, για τις εξουσίες και τα προνόμια που πραγματικά απολαμβάνουν. Ο σεβασμός αυτός προκύπτει από την αίσθηση ότι αυτές οι εξουσίες, τα προνόμια και οι διαδικασίες αντανακλούν κάτι που είναι πραγματικά «δικό μας», κάτι που μεγαλώνει από τον κοινωνικό δεσμό που καθορίζει την κατάστασή μας. Εδώ βρίσκεται η εξουσία του πραγματικού: ότι φαίνεται ότι περιέχει μέσα του τα κατάλοιπα της αφοσίωσης και πίστης που καθορίζει τη θέση μου.

Τι είναι τώρα αληθινή νομιμότητα; Έχω ήδη υπαινιχθεί τη διάκριση μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου νόμου και υπονόησα ότι μόνο αυτός μπορεί να γεμίσει πραγματικά το κενό της νομιμοποίησης που βρίσκεται σήμερα μπροστά μας. Η παράδοση του κοινού δικαίου  αποτελεί παράδειγμα της καλύτερης μορφής του συγκεκριμένου νόμου. Οι δικαστές δημιουργούν αυτό το δίκαιο ως απόκριση στα συγκεκριμένα προβλήματα που έρχονται ενώπιον τους και στο πλαίσιο του οποίου οι αρχές αναδύονται με πολύ αργούς ρυθμούς και από την στιγμή της ανάδυσής τους υπόκεινται στην σκληρή δοκιμασία του πραγματικού. Κάθε νόμος που αποτελεί το αποτέλεσμα σοβαρών δικαστικών συλλογισμών, θεμελιωμένος  σε προηγούμενα και αρχές, φέρει τη σφραγίδα μιας ιστορικής τάξης. Διατηρεί την ικανότητά του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των ανθρώπινων συγκρούσεων και αποτελεί μια πραγματική προσπάθεια επίλυσης αυτών, αντί να υπαγορεύει μια διανοητικά ικανοποιητική λύση η οποία μπορεί να είναι μη αποδεκτή στα μέρη. Αυτός ο τύπος νόμου περικλείει την πραγματική πηγή της νομικής εξουσίας, η οποία είναι η πεποίθηση του ενάγοντος ότι θα αποδοθεί  δικαιοσύνη όχι αφηρημένα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της περίπτωσης του, και οι οποίες ίσως είναι μάλιστα μοναδικές του. Για να υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία υπό οποιαδήποτε μορφή, πρέπει να υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία. Και όταν υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία, υπάρχει οτιδήποτε έχει ποτέ επιδιωχθεί κάτω από το λάβαρο των «δικαιωμάτων του ανθρώπου». Γιατί σε αυτό το σημείο υπάρχει η διαβεβαίωση ότι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από τη δύναμη που επιδιώκει να την σβήσει.

Υπάρχουν δύο σημαντικές απειλές για συγκεκριμένο δίκαιο. Το ένα είναι η κατάργηση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Αυτό επιτεύχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, προς το συμφέρον μιας «αφηρημένης» δικαιοσύνης – μιας «ισότητας» της ανταμοιβής – η οποία πρέπει αναπόφευκτα να έρχεται σε σύγκρουση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η δεύτερη απειλή είναι ο πολλαπλασιασμός των γραπτών νομοθετημάτων , του νόμου μέσω διαταγμάτων: πρόκειται για δίκαιο το οποίο δημιουργείται ξανά  και ξανά σύμφωνα με τι απαιτήσεις των ανεπεξέργαστων ιδεών των πολιτικών και των συμβούλων τους. Όλοι αυτοί οι νόμοι είναι ανεπανόρθωτα  ελαττωματικοί : το Κομμουνιστικό Κόμμα στήριξε ολόκληρη την διεκδίκηση νομιμότητας στη δημιουργία τέτοιων νόμων,  εκριζώνοντας παράλληλα το μοναδικό όργανο, την νομική ανεξαρτησία – που θα μπορούσε να τους κάνει πραγματικούς νόμους και όχι στρατιωτικές διαταγές.

Ο φιλελευθερισμός ανέκαθεν εκτιμούσε τη σημασία της νομιμότητας. Αλλά η φιλελεύθερη νομιμότητα είναι μια αφηρημένη νομιμότητα που ασχολείται με την προώθηση μιας καθαρώς φιλοσοφικής ιδέας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τι αξία έχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς τη δικαστική διαδικασία που θα τα υποστηρίξει; Και εκτός από το γεγονός ότι, στηρίζοντας την πίστη του σε αυτή την απατηλή αφαίρεση, δεν μπορεί κανείς να δώσει στον εχθρό του άλλο ένα προπύργιο κατά της αναγνώρισης της παρανομίας του;  Δεν είναι δυνατόν να πει ότι υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα – μόνο διαφορετικά δικαιώματα; (Το δικαίωμα εργασίας, για παράδειγμα, ή το δικαίωμα συμμετοχής στην ιδιοκτησία των μέσων  παραγωγής.) Αν στρέψουμε το βλέμμα μας  πίσω στη Γαλλική Επανάσταση, βλέπει κανείς πόσο εύκολο είναι να γίνει το δόγμα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ένα όργανο της πιο τρομακτικής τυραννίας. Αρκεί να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Ιακωβίνοι – να καταργήσουν τη δικαστική εξουσία και να την αντικαταστήσουν με «λαϊκά δικαστήρια». Κατόπιν, οτιδήποτε μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε, στο όνομα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ως εκ τούτου, ως απάντηση στον φιλελευθερισμό είναι απαραίτητο να εργαστούμε για την αποκατάσταση των συγκεκριμένων συνθηκών της δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος νόμος που υποστηρίζω είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που θα επιδοκίμαζε  ένας σοσιαλιστής ή  ένας φιλελεύθερος. Διατηρεί τις ανισότητες, επιδαψιλεύει προνόμια, δικαιολογεί την εξουσία. Αυτό όμως είναι και η δύναμή του. Γιατί πάντα θα υπάρχουν ανισότητες: πάντα θα υπάρχει προνόμιο και εξουσία. Αυτά δεν είναι παρά τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε πραγματικής πολιτικής τάξης. Δεδομένου ότι υπάρχουν ανισότητες, προνόμια και εξουσίες, είναι σωστό να συνυπάρχουν με το νόμο που μπορεί να τα δικαιολογεί. Αλλιώς καταλύονται αδικαιολόγητα και επίσης ανεξέλεγκτα.

 

*O Roger Vernon Scruton (1944-2020) ήταν Άγγλος φιλόσοφος και συγγραφέας.

Μεταξύ άλλων δικτυακών τόπων το παραπάνω κείμενο στην αγγλική διαθέσιμο εδώ,  https://isi.org/intercollegiatereview/howtobeanonliberalantisocialistconservative/?fbclid=IwAR0X_4Y2bNBeFZA4YryHNm7pFiDMtSYHtQcSCP2UaNYc70Q3twsVYU89As

 

Posted in Uncategorized

Άλλος ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα, ‘Αλλος στην Ευρώπη: συνέντευξη του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στην Καθημερινή της Κυριακής, 16/2/2020

Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κρίση της δημοκρατίας; Ως μια υπαρξιακή απειλή ή ως ένα χρήσιμο εργαλείο υγιούς επανεκκίνησης, τουλάχιστον δυνητικά; 
Όταν ένα σύστημα νοσεί η κρίση αποτελεί έκκληση να προσαρμοστεί αυτό σε νέα λαϊκά αιτήματα. Υπό αυτήν την έννοια, η σημερινή κρίση της δημοκρατίας έχει την θετική διάσταση ότι θέτει το αίτημα της αλλαγής στο τραπέζι. Πέραν αυτής της συνειδητοποίησης όμως, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς πρέπει να γίνει ή τι θα ικανοποιούσε τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. 
Υπάρχει η άποψη ότι τα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας είναι συστημικού χαρακτήρα. Αφορούν πχ την θεμελιώδη αδυναμία του έθνους-κράτους, μέσα στα όρια του οποίου λειτουργεί η δημοκρατία, να διαχειριστεί προβλήματα υπερεθνικού χαρακτήρα. Ή τον ρόλο των ΜΜΕ και του διαδικτύου, που συντελεί στον κατακερματισμό της δημόσιας σφαίρας και τον αναχωρητισμό των πολιτών από την πολιτική διαδικασία. Ο λαϊκισμός αποτελεί σύμπτωμα όλων αυτών των διαδικασιών, δεν προτείνει όμως συγκεκριμένες λύσεις. Το πιθανότερο σενάριο επομένως είναι η διατήρηση αυτής της λανθάνουσας αίσθησης κρίσης της δημοκρατίας με παροδικές εξάρσεις με διάφορες αφορμές (πχ οικονομικές ή μεταναστευτικές κρίσεις).

 

Λαϊκισμός. Πώς έχει επιδράσει τα τελευταία χρόνια στα συστήματα των δυτικών χωρών; Έχει ταβάνι;

Η βασική επίπτωση του λαϊκισμού είναι ο κατακερματισμός, η πολιτική αστάθεια και η αδυναμία σχηματισμού ισχυρών κυβερνήσεων. Πλέον στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονται τρία ή και περισσότερα κόμματα για να σχηματιστούν κυβερνήσεις, βλέπουμε νέους και περίεργους συνδυασμούς όπως ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Πρασίνων στην Αυστρία, ενώ έχουμε παρατεταμένες περιόδους πολιτικού κενού όπως στην Ισπανία. Πλέον στις περισσότερες χώρες με ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις κυβερνούν κόμματα με ισχυρά λαϊκιστικά ή εθνοσυντηρητικά χαρακτηριστικά, όπως η Βρετανία, η Πολωνία και η Ουγγαρία. Η σύνθεση και το ιδεολογικό προφίλ της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί την εξαίρεση πανευρωπαϊκά. 

Σχετικά με το αν ο λαϊκισμός έχει ‘ταβάνι’: αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες κάθε χώρας. Είναι πιθανό κάπου να δούμε υποχώρηση του λαϊκισμού, αλλού ενίσχυσή του. Αυτό που πιστεύω είναι μη-αναστρέψιμο είναι η πολυδιάσπαση, η πολυκομματικότητα και οι ασταθείς κυβερνήσεις. Αυτό είναι πια μια μόνιμη κατάσταση που κάνει την λήψη αποφάσεων στην ΕΕ μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση.
 
Για την Ελλάδα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι είναι η ευρωπαϊκή χώρα η οποία πρώτη ήρθε αντιμέτωπη με την έξαρση του λαϊκισμού και τις επιπτώσεις του. Ποιο κενό ήρθε να καλύψει η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ποια είναι η «παρακαταθήκη» της για την ελληνική δημοκρατία;
Όσο περνάει ο καιρός σχηματίζω την άποψη ότι ο ελληνικός ‘αντιμνημονιακός’ λαϊκισμός ήταν ένα φαινόμενο που ναι μεν συνέπεσε αλλά ήταν θεμελιωδώς διαφορετικός από ό,τι συνέβη αλλού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με εξαίρεση ίσως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Λόγω της έντασης της οικονομικής κρίσης, ο δικός μας λαϊκισμός είχε κυρίως ένα αριστερό πρόσημο και στηριζόταν σε οικονομικά-υλικά αιτήματα. Αντίθετα στο εξωτερικό είδαμε σχεδόν παντού κυρίως δεξιόστροφους λαϊκισμούς με έμφαση σε ζητήματα μετανάστευσης και εθνικής κυριαρχίας.
 
Θα φανεί παράξενο, αλλά ίσως τελικά ο ελληνικός λαϊκισμός της κρίσης ήταν ένα λιγότερο δραματικό και περισσότερο παροδικό φαινόμενο σε σχέση με αυτά που ζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήταν ένας λαϊκισμός που, μέσα από παλινδρομήσεις και περιπέτειες, απορρόφησε την λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς τελικά να ανατραπούν ούτε η θέση της χώρας στην ΕΕ ούτε το πολίτευμά της. Σε σχέση πχ με την Βρετανία που έφυγε από την ΕΕ ή την Ουγγαρία που έχει διολισθήσει σε ένα ημι-αυταρχικό πολίτευμα, η Ελλάδα διατήρησε τις σταθερές της . 
 
Αντί λοιπόν να βλέπουμε την Ελλάδα ως την πρώτη χώρα που ‘πέρασε λαϊκισμό’ , θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η Ελλάδα ακόμα δεν έχει γνωρίσει έναν λαϊκισμό πραγματικά ανάλογο με ό,τι συνέβη στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, που θα αφορά πχ την μετανάστευση, τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας, ή την αλλαγή στον τρόπο ζωής και την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης που επιφέρει το άνοιγμα της οικονομίας σε επενδύσεις και διεθνείς πιέσεις. Υπό μια έννοια, η πραγματική λαϊκιστική έκρηξη ακόμα εκκρεμεί στην Ελλάδα. 
 
Γίνεται λόγος σήμερα για την ελληνική «επιστροφή στην κανονικότητα»; Ποια είναι η γνώμη σας; Σε κάθε περίπτωση, θα λέγατε ότι η Ελλάδα κινείται σήμερα κόντρα στο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη; 
Το σύνθημα της ‘κανονικότητας’ έχει ένα διττό νόημα. Από την μια μεριά υπονοεί την επιστροφή σε μια πιο ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημόσιας συζήτησης, χωρίς τις υπερβολές και την πόλωση της προηγούμενης περιόδου. Αυτό είναι κάτι που ήταν όντως αίτημα της κοινωνίας και το οποίο η νέα κυβέρνηση υπήρετει όσο οι συνθήκες της το επιτρέπουν. 
 
Το άλλο νόημα της ‘κανονικότητας’ που υπονοείται είναι η επιστροφή στις προ κρίσης πολιτικές και αξίες. Αν όμως κάποιοι ευελπιστούν στην επιστροφή στο οικονομικό και κοινωνικό φιλελεύθερο κονσένσους των πρώτων δυο μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών, φοβάμαι ότι οι εξελίξεις τους έχουν ξεπεράσει. Η οικονομική κρίση, η άνοδος της Κίνας, η μετανάστευση και οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες είναι όλες εξελίξεις που συντείνουν σε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους, προστασία των συνόρων, γενικά σε μια επαναφορά της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής έναντι της αγοράς και του εθνικού έναντι του υπερεθνικού.
 
Δεν γίνεται επομένως να συζητούμε πια για τον Τραμπ και το Μπρέξιτ σαν να είναι παροδικά φαινόμενα ή αποτελέσματα εκλογικών ‘ατυχημάτων’. Είναι γεγονότα που ήδη παράγουν αποτελέσματα στα οποία άλλωστε βλέπουμε και την νέα ηγεσία της ΕΕ να αντιδρά, με την συζήτηση περί ‘Ευρωπαίων βιομηχανικών πρωταθλητών’, ‘ψηφιακής κυριαρχίας’ και ‘γεωπολιτικής Ευρώπης’. Πλέον όλες οι μεγάλες δυνάμεις ενσωματώνουν τα λαϊκά αιτήματα για κυριαρχία, σύνορα και ρύθμιση στις εξωτερικές, οικονομικές και τεχνολογικές πολιτικές τους. Αν υπάρχει πια ‘κανονικότητα’ στην διεθνή πολιτική, εκεί πρέπει να την αναζητήσουμε
 
Νομίζω, ή τουλάχιστον ελπίζω, ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ πιο συνειδητοποιημένη και καταλαβαίνει ότι οι σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια. Αυτή που εμφανίζεται πλήρως ασύγχρονη με τις διεθνείς εξελίξεις είναι η διανόηση σε πανεπιστήμια, ΜΜΕ και δεξαμενές σκέψης που παραμένει στην πλειοψηφία της προσκολημένη σε μια νοσταλγία για μια εποχή φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Posted in Uncategorized

Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 17ης Δεκεμβρίου 2019

Η εκλογική νίκη του Μπόρις Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία παρουσιάστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του ξένου τύπου με τον, γνώριμο πια, συνδυασμό κινδυνολογίας και ηθικολογίας που συνοδεύει κάθε επιτυχία αυτού που ο δημόσιος διάλογος έχει ονομάσει «λαϊκισμό». Στην περίπτωση Τζόνσον, η εκλογική του νίκη παρουσιάστηκε ως ένα ακόμα βήμα προς την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Βρετανία, την διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Σκωτία), την ύφεση της οικονομίας και την ρήξη με την ΕΕ.

Χωρίς να υποβαθμίζονται οι συνέπειες του Μπρέξιτ, οφείλουμε να δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις με περισσότερη ψυχραιμία. Αυτό υπαγορεύει να αναγνωρίσουμε πχ ότι η ρητορική της καμπάνιας του Τζόνσον ήταν πολύ πιο μετριοπαθής από αυτήν του Leave στο δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Μπρέξιτ τότε ήταν μια πραγματική λαϊκιστική εξέγερση που συνάρθρωσε μια σειρά οικονομικών και ταυτοτικών (βλ. μετανάστευση) αντισυστημικών αιτημάτων. Η εκστρατεία του Τζόνσον φέτος δεν παρουσίασε το Μπρέξιτ ως ευκαιρία και ιδεώδες αλλά ως εκκρεμότητα με την οποία πρέπει να τελειώνουμε («get Brexit done»).

Οφείλουμε επίσης να δούμε πίσω από την ρητορική και τα αχτένιστα ξανθά μαλλιά για να αξιολογήσουμε τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της κυβέρνησης Τζόνσον. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι στους λίγους μήνες παραμονής του στην εξουσία, ο Τζόνσον επαναδιαπραγματεύτηκε την συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ κάνοντας παραχωρήσεις στο ζήτημα της Ιρλανδίας, με ελάχιστες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος και της χώρας του.

Ο υποτιθέμενος «λαϊκισμός» του Τζόνσον επομένως του επέτρεψε να περάσει μια συμφωνία που περιορίζει τα άμεσα κόστη του Μπρέξιτ, κάτι που προϊδεάζει και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν σκωπτικά τον κωμικό Μπόρις, χαιρέτισαν την νίκη του με ανακούφιση, αν όχι ενθουσιασμό που η Βρετανία απέκτησε σταθερή κυβέρνηση.

Αν κάποιος θέλει να βρει στις βρετανικές εκλογές μια πραγματική περίπτωση αντισυστημικού λαϊκισμού, αυτή δεν ήταν ο Τζόνσον αλλά ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, το πρόγραμμα του οποίου υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και αναδιανομή από τους «λίγους» στους «πολλούς». Κι όμως, το Μπρέξιτ και η απέχθεια προς τον Τζόνσον έκαναν ακόμα και τον Κόρμπυν να παρουσιάζεται από πολλά κατεστημένα διεθνή ΜΜΕ με συμπάθεια, ή εν πάση περιπτώσει ως μικρότερη απειλή από τον Τζόνσον.

Το ερώτημα τελικά είναι αν, πέραν από τον εντυπωσιασμό και την κινδυνολογία, η επιτυχία του Μπόρις Τζόνσον είναι απλά μια κλασική περίπτωση νίκης ενός συντηρητικού κόμματος που χρησιμοποίησε στρατηγικά τις αξίες του πατριωτισμού και της κοινωνικής ιεραρχίας για να υπερκεράσει τον ταξικό ριζοσπαστισμό των αντιπάλων του. Αν αυτό ισχύει, ίσως πρέπει πια να αναρωτηθούμε αν η εμμονή με τον «λαϊκισμό» στην διεθνή συζήτηση δεν εκφράζει τόσο ειλικρινείς φόβους για το μέλλον της δημοκρατίας, όσο δυσανεξία με την εκλογική επιτυχία και την ικανότητα κεντροδεξιών κομμάτων να απαντούν σε λαϊκές ανησυχίες.

Posted in Uncategorized

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα Ιωάννης Σ. Λάμπρου

πολυπολιτισμικότητα

 

Η έννοια της πολυπολιτισμικής  κοινωνίας έχει καταστεί κυρίαρχη τις  τελευταίες δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Η προσέγγιση πολλών συμπατριωτών μας στη συγκεκριμένη  έννοια είναι επιφανειακή περιορίζοντάς  της στην συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, θρησκείας και πολιτιστικού υπόβαθρου. Προσεγγίζεται, ίσως, με όρους εξερεύνησης του αγνώστου ή και περιπέτειας αγνοώντας τις βαθύτερες επιπτώσεις.

Επί παραδείγματι  πως θα γίνει η εξιστόρηση της 28ης Οκτωβρίου σε έναν μαθητή αλβανικής καταγωγής; Θα τονιστεί η συνέργεια των Τιράνων στην ιταλική εισβολή, η εργαλειοποίηση των Τσάμηδων  από την Ρώμη, η συνεργασία των τελευταίων  με τις  δυνάμεις κατοχής και τα εγκλήματα τους στην Θεσπρωτία, η τρίτη απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό, σε διάστημα είκοσι  ετών, και η καταπίεση της εκεί Ελληνικής Μειονότητας, από το αλβανικό κράτος μέχρι τις ημέρες μας;  Όλα τα παραπάνω αποτελούν ενιαίο σύνολο και η αποσιώπηση κάποιων στοιχείων  συνιστά ακρωτηριασμό της εθνικής μνήμης.

Παράλληλα, τονίζεται από τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η ανάγκη πλουραλιστικής κοινωνίας συγχέοντας συνειδητά  τους όρους «πλουραλισμός» – «πολυπολιτισμικότητα»  αποκρύβοντας ότι και στο πλαίσιο  μιας εθνικά ομοιογενούς κοινωνίας  μπορεί κάλλιστα να υφίσταται πλουραλισμός (πολυκομματισμός, πολιτιστικές τάσεις, διαφορετικές προσεγγίσει σε πληθώρα ζητημάτων). Μια εθνικά ομοιογενής, μονοπολιτισμική κοινωνία δεν αποκλείει τις διαφοροποιήσεις, ούτε επιβάλλει μια  τυραννική ομοείδεια σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Τουναντίον, εντός της  σφυρηλατούνται στενότεροι δεσμοί  μεταξύ των μελών της κοινωνίας,  τέτοιοι ώστε η παρούσα γενιά πιο πρόθυμα να αποδεχθεί θυσίες χάριν μελλοντικών γενεών στο πλαίσιο της διαγενεακής δικαιοσύνης, όπως ακριβώς ο παππούς και ο πατέρας για το εγγόνι και το παιδί του  αντίστοιχα. Αντίθετα, η πολυύμνητη πολυπολιτισμική κοινωνία καταλήγει  στη δημιουργία «παράλληλων κόσμων» στην καλύτερη περίπτωση περιορίζοντας την ενιαία νοηματοδότηση στον καταστατικό χάρτη της χώρας (συνταγματικός πατριωτισμός)  χωρίς ευρύτερες συνδηλώσεις ταυτότητας, και στην χειρότερη στην λειτουργία βάσει ποσοστώσεων (εθνοτικών, θρησκευτικών) όπως ο Λίβανος.

Παράλληλα, γίνεται ανηλεής  απόπειρα  επιβολής ενοχών και τύψεων στην ελλαδική κοινωνία και απαίτησης από την τελευταία να σηκώσει συνειδησιακά βάρη τέως αποικιοκρατικών χωρών. Η δε  συλλήβδην κατηγορία του «ρατσισμού» – «φασισμού», προς διασυρμό όσων πρεσβεύουν  αντίθετη άποψη  απονομιμοποιώντας τα τυχόν θεμιτά επιχειρημάτων που μπορεί να έχουν, αν και μπορεί να καταδεικνύει μερικές μεμονωμένες  περιπτώσεις, δεν στοιχειοθετεί  την ύπαρξη συγκροτημένου ρατσιστικού-φασιστικού φαινομένου  στην ελλαδική κοινωνία.

Αν  η ελλαδική κοινωνία καταλήξει  συνειδητά να αποδεχθεί το αναπότρεπτο της  έλευσης της πολυπολιτισμικής κοινωνίας  οφείλει να αποδεχθεί και την λογική της απόληξη, η οποία συνίσταται στην απουσία κυρίαρχου συνεκτικού πολιτιστικού άξονα. Οι διαφορετικές παραδόσεις θα είναι ισότιμες  και  ισόκυρες μεταξύ τους λαμβάνοντας ίση μεταχείριση από τη νομοθεσία της πολιτείας. Η έννοια δε της πολυπολιτισμικής συμβίωσης θα διαπερνά κάθε  πτυχή της κοινωνίας, από το  αν τα τοστ στα σχολικά κυλικεία θα περιέχουν χοιρινό μέχρι τον τρόπο με τον οποίο αναγιγνώσκουμε την ιστορία μας και συνεπώς  με ποιους όρους νοηματοδοτούμε την εθνική μας ταυτότητα. Επιπτώσεις απτές,  διαστατές τόσο στην καθημερινή πρακτική, όσο και στην ευρύτερη θέαση της πατρίδας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019.

 

 

Posted in Uncategorized

 

 

 

Posted in Uncategorized

Ο αγώνας κατά των αφαιρέσεων και η ανάδειξη ενός εθνικού σχεδίου. Η προβληματική της νεοελληνικής ιδιομορφίας στο βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, το Αόρατο Ρήγμα.

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

Πριν λίγα χρόνια εκδόθηκε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που βρέθηκε για εβδομάδες, στην κορυφαία θέση των πωλήσεων στην κατηγορία του δοκιμίου. Πρόκειται για το έργο του Αρίστου Δοξιάδη, Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης αλλά ανακινεί ζητήματα που όφειλαν να ανήκουν στην ημερήσια διάταξη κάθε σοβαρής συζήτησης για τον ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό. Ο λόγος είναι ότι ο Δοξιάδης θέτει ορισμένους καταστατικούς όρους ως προϋπόθεση σύλληψης του τρόπου λειτουργίας της ελλαδικής κοινωνίας που η σημασία τους υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση δεν είναι παρά μία αφορμή για να ξεδιπλώσει την προβληματική του· το βιβλίο άλλωστε, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στον πρόλογο, ξεκίνησε να συγγράφεται πολύ πριν από την κρίση.

Πέρα από τις καθ’ ύλην, οικονομολογικής υφής, παρατηρήσεις, η σημαντικότερη εισφορά του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται τα ζητήματα που θέτει. Στην αρχή του βιβλίου ο ορίζοντας που προσανατολίζει τον συγγραφέα εκφράζεται με γενικούς, οιωνεί γνωσιολογικούς, όρους. Το πρόβλημα που ο συγγραφέας θέτει στο εαυτό του είναι –με τα ίδια του τα λόγια– η ανάγκη του να καταλάβει «πώς ταιριάζουν οι εμπειρικές παρατηρήσεις» του «με τις αναλύσεις των θεωρητικών οικονομολόγων και με τον λόγο των πολιτικών παρατάξεων» (σελ. 11). Η γενικότητα των όρων δεν πρέπει να μας παραπέμψει στο κοινότοπο, αλλά θεμελιώδες ούτως ή άλλως, πρόβλημα της σχέσης μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας ή ιδεολογίας και πρακτικών. Στα όσα έπονται ο συγγραφέας στέκεται στο χάσμα ανάμεσα σε θεωρία και πραγματικότητα που έχει διανοιχθεί ειδικά στον τόπο μας. Τα στοιχεία της γενικής οικονομικής θεωρίας που θα αξιοποιηθούν στην εργασία τους καλούνται να συναρμοστούν με την παρατήρηση του συγκεκριμένου. Το βιβλίο του Δοξιάδη δεν κομίζει μόνον ένα διαφορετικό τρόπο πραγμάτευσης του υλικού του, αρθρώνει συγχρόνως κριτική κατέναντι των κυρίαρχων εξηγήσεων της κρίσης, γεγονός που εξ ανάγκης θα οδηγήσει σε διαφορετική πρόταση για την ανασυγκρότηση της ελλαδικής οικονομίας. Γνώμονας είναι πάντοτε ότι οι όροι θα ταιριάζουν, κατά την έκφραση του συγγραφέα, στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό (σ. 19).

Εκείνο που είναι σημαντικό στην περίπτωση μας είναι ο διαφορετικός διανοητικός προσανατολισμός του συγγραφέα, ο οποίος για να το πούμε σχηματικά έγκειται στην κατ’αρχάς αποκοπή του από κανονιστικές προθέσεις που έρχονται έξωθεν στην ελλαδική κοινωνία και στην προσπάθεια του διαγνώσει την ιδιαίτερη ορθολογικότητα που τη διαπερνά. Με άλλα λόγια, η βασική πρόθεση του έργου του είναι η διατύπωση μιας συνεκτικής πρότασης για την αξιοποίηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και δυναμικών, ιδεολογιών και νοοτροπιών προς την κατεύθυνση της ανατίμησης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Στα εισαγωγικά μας σχόλια τονίστηκε η διάσταση του διανοητικού προσανατολισμού του συγγραφέα. Είναι και αυτή που θέλουμε να αναδείξουμε στο σύντομο αυτό σημείωμα. Εύλογα μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι ο προσανατολισμός αποτυπώνεται κυρίως στη μέθοδο· δηλαδή, στον τρόπο πραγμάτευσης του υλικού. Ο Δοξιάδης συντάσσεται με μία συγκεκριμένη ερευνητική παράδοση, αναφερόμενος ρητά στη νεοθεσμική προσέγγιση. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να προβούμε εδώ σε λεπτομερή ανάλυση της θεωρητικής αυτής μεθόδου. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει –και με πολύ γενικούς όρους– η νεοθεσμική θεωρία, δεν συνιστά παρά έναν άλλον όρο για μία πολυπαραγοντική ανάλυση, στην οποία εμπεριέχονται και οι άτυπες πρακτικές, δίχως μία εξ υπαρχής δοσμένη ιεράρχηση των παραγόντων αυτών. Σε γενικές γραμμές η νεοθεσμική προσέγγιση προσπαθεί να συνθέσει την οικονομική ανάλυση με την ανάλυση των θεσμών και ιδιαίτερα την αλληλεπίδραση των οικονομικών συμπεριφορών και θεσμών ως προς την οικονομική επίδοση της κάθε εθνικής οικονομίας. Οι θεσμοί αποτελούν τους επίσημους κανόνες που την ορίζουν αλλά στην περίπτωση της νεοθεσμικής ανάλυσης περιλαμβάνονται σε αυτούς και οι άτυποι κανόνες που διέπουν τις κοινωνικές συμπεριφορές. Σημαντική διάσταση της ερευνητικής μεθόδου είναι, επίσης, η έμφαση που αποδίδει στο συγκεκριμένο ατομικό, στους συγκεκριμένους δρώντες και όχι στην όλη κοινωνία. Η εικόνα της τελευταίας θα προκύψει μετά τη μελέτη των ατομικών δρώντων. Συνεπώς, η νεοθεσμική παράδοση εντάσσεται στην θεωρητική παράδοση του μεθοδολογικού ατομισμού, ο οποίος αρνείται τον μεθοδολογικό ολισμό που ξεκινά από την εκ των προτέρων σύλληψη του γενικού για να φωτίσει τα επιμέρους. Εδώ, δηλαδή, η πορεία είναι αντίστροφη, καθώς δίδεται έμφαση στις συγκεκριμένες πρακτικές των συγκεκριμένων οικονομικών δρώντων για να προχωρήσει κατόπιν στις θεωρητικές γενικεύσεις. Έπειτα από τα παραπάνω δεν είναι συμπτωματική η αποστροφή του συγγραφέα προς τις αφαιρέσεις των υψιπετών γενικών θεωρήσεων που, το κυριότερο, εφαρμόζονται άκριτα στην ελλαδική περίπτωση. Ο συγγραφέας αποδύεται σε έναν διμέτωπο, τρόπον τινά, θεωρητικό αγώνα ο οποίος έχει πολιτικές απολήξεις. Ήδη από τη αρχή του βιβλίου του κάνει λόγο για τις τεχνοκρατικές αλλά και για τις αριστερές αφαιρέσεις (σελ. 20-26). Ο σκοπός του δεν είναι αυστηρά θεωρητικός. Μέριμνά του είναι να τις εντοπίσει, σχηματικά σίγουρα αλλά με διανοητική εντιμότητα, να αναδείξει τις ιδεολογικές τους χρήσεις και τις παρεπόμενες ψευδαισθητικές τους λειτουργίες –ιδίως στον δημόσιο διάλογο.

Η τεχνοκρατική αφαίρεση ταυτίζεται στην ουσία της με το νεοκλασικό υπόδειγμα. Οι θεράποντες της διανοητικής αυτής παράδοσης προχώρησαν σε διαδοχικές αφαιρέσεις αποβάλλοντας κατ’ αρχάς από την ανάλυση τους τις τάξεις, όπως και κάθε κοινωνικό προσδιορισμό· εξοβέλισαν την ύλη από τα προϊόντα διακρίνοντας μονάχα μείξεις αφηρημένων συντελεστών, και, τέλος, παρέκαμψαν την κρατική εντοπιότητα, δηλαδή το εθνικό κράτος, ωσάν αυτό να είχε καταργηθεί. Τα ιδεώδη τους υποκατέστησαν την πραγματικότητα –θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Απέναντι σε αυτές τις αφαιρέσεις ο Δοξιάδης κρατάει το νήμα των κοινωνικών προσδιορισμών και τη θέση των υποκειμένων στον καταμερισμό της εργασίας, προσδίδει στα προϊόντα την υλικότητά τους, σκέπτεται γύρω από τις διαδικασίες παραγωγής τους, όπως και γύρω από τις συνέπειές τους στον χώρο των νοοτροπιών και της ιδεολογίας. Τέλος, επαναφέρει την έννοια της εθνικής οικονομίας που αντιστοιχεί σε μία διαστατή πραγματικότητα και η οποία αλληλεπιδρά με άλλες οικονομίες υπενθυμίζοντάς μας συγχρόνως ότι η Ευρώπη «δεν είναι πολιτικό υποκείμενο. Είναι ένα σύνολο από εθνικές κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια, ψηφοφόρους, καθώς και από υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχουν αυστηρά ορισμένες αρμοδιότητες» (σ. 234).

Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές αφαιρέσεις εκφράστηκαν, και συνεχίζουν να εκφράζονται, μέσα από τρία βασικά θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα. Καταγωγικά, στην κλασική μαρξιστική εκδοχή τους, τοποθετούσαν στο επίκεντρο τη βασική αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία βλέποντας μόνον την ταξική αντίθεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκρατία και εργατική τάξη. Η ανάδυση της ευρωπαϊκής, πολύμορφης μεσαίας τάξης καθώς και το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους, της εργοδοσίας και της εργατικής τάξης έθεσε στο πολιτικό περιθώριο την παραπάνω διαίρεση. Μεταπολεμικά αναδείχθηκε εξ αριστερών μία νέα διαίρεση· αυτή ανάμεσα στην ανεπτυγμένη μητρόπολη και την εξαρτημένη περιφέρεια, για να περάσουμε στα τελευταία χρόνια στην αντίθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τους εργαζόμενους, τους πραγματικούς παραγωγούς. Οι αριστερές αφαιρέσεις, εν συνόλω θεωρούμενες, παρακάμπτουν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ιδιαίτερα πολωμένη ταξικά, ενώ συγχρόνως την χαρακτηρίζει η «πολυσθένεια» των υποκειμένων (όρο που ο Δοξιάδης αντλεί από τον Κ. Τσουκαλά). Ακόμη περισσότερο, δεν αναλύονται οι σχέσεις παραγωγής και ιδιοποίησης στην Ελλάδα κι ως εκ τούτου δεν διαμορφώνεται ένα αντίστοιχο πολιτικό σχέδιο.

Οι κριτικές ενστάσεις του Δοξιάδη έναντι των αφαιρέσεων είτε τεχνοκρατικής, είτε αριστερής κοπής δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Αποτελούν στόχους τις κριτικής του είτε σε ιδιαίτερες υποενότητες, είτε σε παρεκβάσεις καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο συχνά διαλογική την υφή του έργου του.

Ο Α. Δ. δίνει έμφαση στον όρο νεοθεσμική προσέγγιση αλλά η μεθοδολογική καινοτομία της εργασίας του εδράζεται αλλού. Καταφάσκει στην έννοια της ελληνικής ιδιομορφίας την οποία δεν ανάγει στον απόλυτο βαθμό που θα την έκανε ευεπίφορη στην απλώς ιδεολογική της αξιοποίηση – άλλωστε ο ίδιος ο Δοξιάδης κάνει λόγο για την ιδιομορφία του καπιταλισμού σε κάθε χώρα. Η ελληνική ιδιομορφία τίθεται στην προοπτική ενός συγκεκριμένου πλαισίου που προϋποθέτει, και παραπέμπει, στη συγκριτική ανάλυση. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε (η υπογράμμιση του ιδίου) από τις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα κι όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες» (σελ. 37). Με την παρατήρησή του αυτή αναγνωρίζεται ότι η έννοια της ιδιομορφίας δεν τίθεται στο κενό. Η ιδιαιτερότητα προκύπτει από τη σύγκριση με τις «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες». Στο ερώτημα γιατί να επιλεγούν οι δυτικές κοινωνίες ως μέτρο σύγκρισης δίνεται και η απάντηση ότι θέλουμε να συγκλίνουμε με αυτές στο επίπεδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Από τη σύγκριση αυτή θα ανακύψει και η εννοιολογία αφού εννοιολογικές μορφές που προέκυψαν από τη μελέτη των δυτικών κοινωνιών θα συγκριθούν με εννοιολογικές μορφές που αναδεικνύονται από τη μελέτη της ελλαδικής συνθήκης. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η ελλαδική ιδιαιτερότητα της οικονομικής και κοινωνικής μας οργάνωσης. Από την άλλη πλευρά, διαμορφώνεται μία ένταση στο εσωτερικό της λογικής του. Αν κάθε χώρα έχει τον δικό της ιδιόμορφο καπιταλισμό, τότε σε τι συνίσταται η κατασκευή της έννοιας «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες»; Σε ποιο ιδεότυπο αναφέρεται; Θα μπορούσε να ενταχθεί κάθε χώρα σε αυτόν τον ιδεότυπο; Απαντούμε εμείς· φυσικά και όχι. Η «ιδιομορφία» έχει νόημα ως όρος όταν τα χαρακτηριστικά μιας χώρας είναι τέτοια που αποκλίνουν σε κρίσιμες όψεις της έννοιας «ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία». Και η Ελλάδα προδήλως ανήκει σε αυτές –δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι αποκλίσεις της είναι τέτοιας έκτασης όσο οι αποκλίσεις άλλων χωρών. Αλλά το πρόβλημα δεν τίθεται μόνο με αφηρημένους όρους· η προϊούσα ενσωμάτωση της Ελλάδας στον διεθνή καπιταλισμό το έθεσε με οξύτητα στην ιστορική διαχρονία. Η ενσωμάτωση στην ανάλυσή των άτυπων, αλλά όχι λιγότερο θεσμισμένων, πρακτικών, αυτών που δεν έχουν θέση στο δημόσιο λόγο τον οδηγεί σε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τις θεωρητικές ορθοδοξίες και τούτο γιατί αναδεικνύει όψεις του κοινωνικού βίου που καλούν σε θεματοποίηση και εννοιολογική εκλέπτυνση. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την ανάταξη της οικονομίας: «Έχουμε επιλογές και πρακτικές των οικογενειών και των ατόμων, που είναι άτυπες νόρμες που θα μπορούσαν να είναι πηγές ανάπτυξης αν η δημόσια πολιτική τις αναγνώριζε και τις αξιοποιούσε. Το “μυστικό του κεφαλαίου” στον επιτυχημένο δυτικό καπιταλισμό, όπως γράφει ο De Soto, είναι ότι οι νομοθέτες “ανακάλυψαν” το νόμο που υπάρχει μέσα στις κοινωνικές πρακτικές, δεν τον κατασκεύασαν μέσα στη γυάλα. Αντίθετα, στον Τρίτο κόσμο συχνά η νομοθεσία έρχεται εισαγόμενη από τις δυτικότροπες ελίτ που δεν βλέπουν καθαρά τι συμβαίνει στη δική τους οικονομία» (σ. 175). Αυτή όμως η προβληματική δεν έχει την καταγωγή της στη νεοθεσμική θεωρία αλλά συνοδεύει το ελλαδικό κράτος σχεδόν από τη σύστασή του –έστω κι αν λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, με ποικίλα περιεχόμενα και άλλες στοχεύσεις.

Η εκ μέρους του Δοξιάδη διακηρυγμένη (μερική) ελευθερία έναντι της μεθόδου του επιτρέπει μιαν ορισμένη ευελιξία στην απόπειρα σύλληψης του προς έρευνα αντικειμένου. «Αντικείμενο» εδώ είναι οι βαρύνουσας σημασίας όψεις των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών εν σχέσει προς την κρίση και η απόπειρα διατύπωσης προτάσεων για την εν καιρώ υπέρβασή της. Υπό την έννοια αυτή πέραν της μεθόδου και της ιδιαίτερης ματιάς του συγγραφέα σημασία έχει η δοκιμασία τους στο συγκεκριμένο. Είναι η τελευταία που προσδιορίζει και τη λεπταισθησία της κρίσης ενός εκάστου. Εύλογο είναι βέβαια ότι δεν γίνεται εδώ να λάβει χώρα μία λεπτομερή ανάλυση των αναλύσεων του στα επιμέρους. Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι η μικρή επιχείρηση και οι συνεταιρισμοί, ο τουρισμός και η ναυτιλία, η γεωργία και η παιδεία, η διοίκηση, η εκπαίδευση και οι συνοδές νοοτροπίες αναλύονται και πάντοτε συγκρίνονται με αντίστοιχες των ανεπτυγμένων χωρών, όχι για να κριθούν και καταδικασθούν, αλλά για να αναφανούν οι ιδιαίτερες λειτουργίες τους, καθώς και να υποδειχθούν τρόποι αξιοποίησης τους. Το ελλαδικό κράτος ακολουθεί έναν άλλον δρόμο και τούτο κατοπτρίζεται κυρίως στη νομοθεσία μέσα από την οποία εκφράζονται οι δημόσιες πολιτικές του. Προσπαθεί να ρυθμίσει την κοινωνία καταρτίζοντας (πιθανόν και μεταφράζοντας θα σχολιάζαμε εμείς) νόμους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα καθ’ημάς, δίχως καμία μελέτη των επιπτώσεων που θα έχουν. Όμως «το πρόβλημα με τους ανεφάρμοστους νόμους είναι ότι κάνουν ζημιά και όταν εφαρμόζονται και όταν δεν εφαρμόζονται» (σ. 82). Όταν με τη σειρά του ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται γύρω από τις κατ’ όνομα προτεραιότητες που θέτουν οι νόμοι – κι αφού έχουν τεθεί εκτός του ορίζοντά μας οι καθημερινές μας εμπειρίες οι οποίες παραμένουν δίχως νοηματοδότηση, ανερμήνευτες – ή γύρω από γενικούς και αφηρημένους ιδεολογικούς προσανατολισμούς, η γενικευμένη υποκρισία είναι το αποτέλεσμα. Η εμβάθυνση στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα δεν είναι η μόνη εισφορά του έργου. Το έργο του Δοξιάδη ερεθίζει τη σκέψη ακόμη περισσότερο όταν είτε εξηγεί είτε ερμηνεύει τις καθημερινές πρακτικές και νοοτροπίες της κοινωνίας μας. Οι οικογενειακές στρατηγικές, η προσοδοθηρία, ο καιροσκοπισμός εξηγούνται και διακριβώνεται η ορθολογική λειτουργία τους στο πλαίσιο του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η βασική αιτία της ελλαδικής κρίσης, που δεν εξοβελίζει τις υπόλοιπες αλλά αναδεικνύεται σε καθοριστική, βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε διεθνώς εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες (σελ. 196). Η σημασία της διάκρισης εκκινεί από τη σπουδαιότητα του εμπορικού ελλείμματος για κάθε εθνική οικονομία. Πρόκειται για το αόρατο ρήγμα μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων που αναπτύσσεται κυρίως στο 16ο κεφάλαιο αλλά ακολουθεί την ανάλυση του Δοξιάδη σε πλήθος πεδία (ενδεικτικά και μόνον: εν σχέσει προς την υφή των μεγάλων επιχειρήσεων, σελ. 65 κ.εξ., 92-94, εν σχέσει προς το υφιστάμενο νομοθετημένο πλαίσιο σελ. 87, σχετικά με τον χαρακτήρα της μεσαίας τάξης, σελ. 103-107, κ.α.), τέμνοντας την κυρίαρχη αφήγηση του βιβλίου, ενώ λανθάνει μονίμως όπου γίνεται λόγος για ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της οικονομίας. Η σταδιακή διόγκωσή του χάσματος συνυφάνθηκε με τη σταδιακή κατακυριάρχηση των πρακτικών των εισαγωγών και της κατανάλωσης έναντι των εξαγωγών. Οι κοινωνικές πρακτικές συνυφάνθηκαν με τις αντίστοιχες νοοτροπίες για να οδηγήσουν με τη σειρά τους στις ποικίλες αποκρυσταλλώσεις κοινωνικών τάσεων που αγκάλιασαν το σύνολο κοινωνικό σώμα. Εδώ όμως βρισκόμαστε συγχρόνως ενώπιον ενός θεμελιώδους πολιτικού προβλήματος: από «τη στιγμή που παγιώθηκε το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης στο εθνικό εισόδημα, ήταν πολύ δύσκολο, από πολιτική άποψη, να μειωθεί το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, γιατί το έλλειμμα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το βιοτικό επίπεδο της εκλογική βάσης των κομμάτων» (σ. 189). Ανεξάρτητα λοιπόν από τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές διαιρέσεις και κομματικές εκπροσωπήσεις τους ο ελληνικός καπιταλισμός «χαρακτηρίζεται από τη συμβίωση των μεγάλων προμηθευτών του Δημοσίου και του μικροκαπιταλισμού. Και οι δύο αυτοί τρόποι παραγωγής απειλούνται από τον καπιταλισμό της συσσώρευσης παραγωγικών πόρων και της καινοτομίας. Γι’αυτό, και παρ’όλες τις αντιθέσεις τους, είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες μια συμμαχία που δεσπόζει στο πολιτικό σύστημα της χώρας, και μια σιωπηρή συναίνεση για το τι επιτρέπεται και τι διώκεται σ’αυτή τη χώρα. Η συμμαχία αυτή όριζε την ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού, αυτή που έφτασε σε αδιέξοδο το 2009» (σ. 70).

Το βιβλίο αυτό προβάλλει την αξίωση για μία ευρύτερη επίδραση καθώς δεν είναι γραμμένο κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα, δίχως να στερείται ακαδημαϊκής θεμελίωσης· το αντίθετο. Οι προσανατολισμοί που θέτει δύνανται να μπολιάσουν όχι μόνον την οικονομική ανάλυση αλλά και την πολιτική κοινωνιολογία ή ακόμη και την κοινωνιολογία του νεοελληνικού πολιτισμού. Συνιστά όχι μία ολοκληρωμένη απάντηση στα προβλήματα που θέτει αλλά χαράσσει τον δρόμο για μία διαφορότροπη και ουσιαστική σύλληψη της νεοελληνικής κοινωνίας και την αντίστοιχη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδής της και χάραξης δημόσιων πολιτικών.

Ο ρηχός, δηλαδή ο απροϋπόθετος, φιλελευθερισμός ειρωνεύεται την αντίληψη περί ελληνικής ιδιαιτερότητας: «Η απελευθέρωση της αγοράς που λειτούργησε σε όλο τον κόσμο δεν ταιριάζει στις ιδιομορφίες μας… Γενικώς για κάθε λύση έχουμε μία ιδιαιτερότητα… Κι έτσι κινδυνεύουμε να πάθουμε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Μια ιδιαιτερότητα που δεν χωρά στην Ευρώπη» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Το πολιτισμικό Grexit», Καθημερινή 9/2/2013). Σίγουρα ο λόγος περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να λειτουργήσει με τον τρόπο που περιγράφεται στο παραπάνω απόσπασμα – όπως κάθε λόγος μπορεί να χρησιμεύσει σε ποικίλες προοπτικές και για να νομιμοποιήσει ποικίλα συμφέροντα. Αλλά μόνον στο πλαίσιο ενός λόγου περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να αναπτυχθεί μία προβληματική γόνιμη, μακριά από πάσης φύσεως ριζοσπαστισμούς, που θα προσπαθεί να ανατιμήσει την παρουσία του Έθνους στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δίχως να συντρίψει τις κοινωνικές δομές και βελτιώνοντας ή πρακτικές όπως αυτές έχουν φθάσει σε εμάς ίσαμε σήμερα. Νύξη εμπεριέχουν τα λόγια του Δοξιάδη: «Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση κεφαλαίου» (σελ. 44).

Στα παραπάνω δόθηκε έμφαση στη θεμελιώδη κατά την εκτίμησή μας όψη του έργου του. Δεν είναι η μόνη, και πλήθος εμπειρικού χαρακτήρα παρατηρήσεις το διαπερνούν. Ευελπιστούμε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού να προβάλλουμε ορισμένες θέσεις με άξονα τα όσα ο ίδιος γράφει για τη δημόσια διοίκηση και θέτοντας τις σε σχέση προς το ζήτημα του «ποιος φταίει», εισφέροντας ορισμένες κριτικές ενστάσεις, με την ελπίδα να είναι γόνιμες.

Ο Αρίστος Δοξιάδης αυτοκατανοείται ως κεντροαριστερός. Από τους συμμετέχοντες στην κίνηση των 58, έχει αναφερθεί στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός «ριζοσπαστικού κέντρου». Σε αντίθεση με την αυτοκατανόησή του κυρίου Δοξιάδη, όσο διάβαζα το βιβλίο του αισθάνθηκα ότι τα όσα γράφει συνταιριάζουν με ένα απόσπασμα του Έντμουντ Μπέρκ από τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία – δηλωτικό της απόστασής του Α. Δ. από κάθε είδους ριζοσπαστισμό:

«Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του».

(Έντμουντ Μπέρκ (Edmund Burke), Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία, μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010, σ. 207).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, εδώ]

 

Posted in Λεωνίδας Σταματελόπουλος | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Μετά τη Γερμανία, τι;

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 5ης Ιουλίου 2019

Ο διορισμός της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη θέση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημιουργεί την εντύπωση γερμανικής νίκης και άλλης μια διαπραγματευτικής επιτυχίας της καγκελαρίου Μέρκελ. Όμως η διαδικασία μέσω της οποίας η ΕΕ κατέληξε στην λύση φον ντερ Λάιεν είναι περισσότερο ενδεικτική της μειούμενης γερμανικής επιρροής σε μια ολοένα και πιο κατακερματισμένη ΕΕ και εν όψει της αποχώρησης Μέρκελ από την εξουσία.

Η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με την κυκλωτική κίνηση ενός ετερόκλητου συνασπισμού. Σε πρώτη φάση η Μέρκελ υποστήριξε, χωρίς ενθουσιασμό, τον υποψήφιο της κεντροδεξιάς Μάνφρεντ Βέμπερ, στη λογική ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ο πιο αποτελεσματικός μοχλός γερμανικής επιρροής στην ΕΕ. Όμως οι απώλειες του ΕΛΚ στις Ευρωεκλογές και το χαμηλό κύρος του Βέμπερ επέτρεψαν στους κεντρώους και αριστερούς αντιπάλους του, υπό την ηγεσία του Εμανουέλ Μακρόν, να τορπιλίσουν την υποψηφιότητά του.

Η πρώτη γραμμή υποχώρησης της Μέρκελ ήταν ο «συμβιβασμός της Οσάκα», όπου στο περιθώριο της συνόδου G20 αποδέχτηκε τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών Φρανς Τίμερμανς για πρόεδρο της Επιτροπής. Αυτή της η επιλογή όμως συνάντησε τις αντιρρήσεις του ίδιου του ΕΛΚ, σε μια πρωτοφανή αμφισβήτηση του κύρους της Μέρκελ μέσα στην ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, και τελικά ενταφιάστηκε από το βέτο μιας λαϊκιστικής συμμαχίας των χωρών του Βίσεγκραντ και της Ιταλίας, που δεν ήθελαν έναν κεντροαριστερό στην θέση του προέδρου της Επιτροπής.

Η Γερμανία βρέθηκε επομένως αντιμέτωπη με την συντονισμένη αμφισβήτηση από τη φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερά από τη μια και την ευρωσκεπτικιστική δεξιά από την άλλη. Το ότι τελικά η Μέρκελ μπόρεσε να «περάσει» μια γερμανική υποψηφιότητα ως ύστατη λύση του αδιεξόδου μοιάζει με παρηγοριά αν κάποιος δει και τις άλλες παραμέτρους του συμβιβασμού.

H μεν Γαλλία κέρδισε την εκλογή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, επιτυγχάνοντας την πολιτικοποίηση ενός θεσμού που η Γερμανία με ζήλο προστάτευε από πολιτικές παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρήσει τον τεχνοκρατικό της χαρακτήρα. Η φον ντερ Λάιεν από την άλλη θα είναι μια αδύναμη πρόεδρος που ήδη έχει αποδεχτεί ότι θα δώσει σημαντικά χαρτοφυλάκια στην Ιταλία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έμειναν εκτός του διαμοιρασμού των ηγετικών θέσεων των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η νέα μετα-γερμανική ισορροπία φαίνεται ότι θα αντανακλά έναν παράδοξο συμβιβασμό μεταξύ των οπαδών της εμβάθυνσης της Ευρωζώνης και των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ, υπό την ηγεσία του Μακρόν, και των δεξιών και λαϊκιστών υποστηρικτών της αποκέντρωσης σε ζητήματα κοινής αγοράς, ανταγωνιστικότητας και μετανάστευσης. Παρά τη ρευστότητα, αυτή η διελκυστίνδα μεταξύ «περισσότερης Ευρώπης» και «περισσότερου έθνους-κράτους» δημιουργεί ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για την επόμενη ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει τους εθνικούς στόχους μέσα στην ΕΕ, αρκεί να υπάρχει φαντασία και διάθεση για πρωτοβουλίες.

Posted in Uncategorized

Είναι θέμα επιλογής, Ιωάννης Σ.Λάμπρου

athens-gay-pride-1520519956

 

Με αφορμή τις εκδηλώσεις της ομοφυλοφιλικής κοινότητας τις τελευταίες ημέρες, κατατίθενται ορισμένες σκέψεις.

Επαναλαμβάνεται μονότονα το επιχείρημα, εκ μέρους των ομοφυλόφιλων συμπολιτών μας, ότι η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές στην προσωπική τους ζωή. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν κάνουν καμιά τέτοια επιλογή. Απαιτούν τη νομική κατοχύρωση της ιδιαίτερης ταυτότητας σεξουαλικού προσανατολισμού τους αλλά, ταυτόχρονα, αξιώνουν να αποκτήσουν ευνοϊκές ρυθμίσεις που απορρέουν από τον γάμο μεταξύ ετεροφύλων καθώς και αναγνώριση «δικαιώματος» υιοθεσίας παιδιών. Μια αξίωση που δεν έχει τη γενεαλογική καταβολή του ανθρώπινου δικαιώματος όπως η ανεξιθρησκία και η ελευθερία του λόγου, αλλά αυθαίρετα ενδύεται τον μανδύα του δικαιώματος προς εκμετάλλευση των θετικών συμβολισμών και συνδηλώσεων της έννοιας. Αναφορικά δε με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις τις οποίες η Πολιτεία προνοεί για το ανδρόγυνο, αυτές παραχωρούνται για τη διαμόρφωση του κατάλληλου πλαισίου δημιουργίας οικογένειας. Είναι ζωτικό, υπαρξιακό συμφέρον της κοινωνίας να διασφαλίζει τους όρους επιβίωσης και διαιώνισής της. Αποτελεί δε συνταγματική επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 21.1. Γι’ αυτόν τον λόγο γίνεται «διάκριση» υπέρ των ετεροφύλων. Είναι ζήτημα στοιχειώδους λογικής, ανθρώπινης φυσιολογίας και επιβίωσης κάθε κοινωνίας.

Αν όντως οι ομοφυλόφιλοι έκαναν μια επιλογή, θα έπρεπε συνειδητά να παραιτηθούν από αξιώσεις γάμου και τέκνων. Επιλογή σημαίνει να αποφασίζει κάποιος ποιο είναι το καλύτερο, καταλληλότερο γι’ αυτόν γνωρίζοντας πως σε κάθε τέτοια διαδικασία χάνει, παραιτείται από κάτι για να λάβει κάτι άλλο, το οποίο θεωρεί σημαντικότερο. Η επιλογή συνίσταται στο κέρδος αυτού που αποκτά κάποιος εις βάρος αυτού που θα αποκτούσε αν επέλεγε διαφορετικά. Η διαδικασία της επιλογής έγκειται στη σχετική αξία που προσδίδουμε στις εναλλακτικές λύσεις που έχουμε μπροστά μας. Αν οι ομοφυλόφιλοι συμπολίτες μας ήθελαν να ακολουθήσουν τη λογική απόληξη του επιχειρήματός τους περί επιλογής, συνειδητά όφειλαν να αποδεχθούν ότι δεν μπορούν να τα διεκδικούν όλα. Όφειλαν να επιλέξουν. Αλλά δεν το κάνουν. Τα θέλουν όλα: νομική κατοχύρωση της σεξουαλικής τους ιδιαιτερότητας, αλλά ταυτόχρονα γάμο και υιοθεσία παιδιών. Διασφάλιση προστατευτικού καθεστώτος αλλά και διεκδίκηση συμβατικού ετεροφυλόφιλου βίου…

Αναφορικά δε με το επιχείρημα ότι το gay pride δεν συνιστά μια γιορτή να είναι κάποιος/α ομοφυλόφιλος αλλά το δικαίωμα να υπάρχει ως τέτοιος/α χωρίς τον φόβο διώξεων και άσκησης βίας, η σχετική νομοθεσία προσφέρει επαρκή προστασία. Απεναντίας η εργαλειακή χρήση γενικών εννοιών με τις οποίες κανείς δεν διαφωνεί, όπως «αξιοπρέπεια», «ισότητα» και «σεβασμός», νοηματοδοτείται εκ νέου ώστε να ορίζονται μόνο στο πλαίσιο αποδοχής των αιτημάτων και αξιώσεων της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Η γλώσσα και το συναίσθημα γίνονται όργανα επιβολής.

Οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι πρέπει να συμβιβαστούν με αυτό που είναι και να μην αναζητούν ρόλους και ταυτότητες που δεν συνάδουν με τις επιλογές τους. Η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές τους, αλλά και οι ίδιοι τις συνέπειες των επιλογών αυτών. Μόνο όταν οι ομοφυλόφιλοι συμπατριώτες μας αποκτήσουν πλήρη συνείδηση τού ποιοι είναι θα βρουν την ηρεμία μέσα τους, θα ησυχάσουν με τον εαυτό τους, με το σώμα τους και τους γύρω τους.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019.

Posted in Uncategorized

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Το Ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε. Εξελίξεις και προοπτικές.

 

depositphotos_98103942-stock-photo-european-union-and-greece-the

 

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής και το ΑΡΔΗΝ διοργανώνουν, την Τετάρτη 5 Ιουνίου και ώρα 17:00, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4 ( πλησίον πλατείας Συντάγματος), 6ος όροφος, εκδήλωση με θέμα: «Το ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε.: Εξελίξεις και προοπτικές». Θα μιλήσουν: Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας, επικεφαλής ΑΡΔΗΝ και Κωνσταντίνος Λάβδας, Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Ομάδων Συμφερόντων του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Με αφορμή τις επίκαιρες ευρωπαϊκές εκλογές μπορούν να τεθούν μία σειρά από ερωτήματα που υπερβαίνουν την επικαιρότητα και οφείλουν να τίθενται παραμόνιμα στη δημόσια σφαίρα:

Ποιες εκδοχές συνένωσης των ευρωπαϊκών κρατών υφίστανται; Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδιαγεγραμμένη; Κι αν ναι προς ποια κατεύθυνση; Τα λεγόμενα «ακροδεξιά» κόμματα επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την μεταρρύθμισή της προς μία άλλη κατεύθυνση; Τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του ελληνικού έθνους δύνανται να πραγματωθούν στο πλαίσιο μίας πολιτικά ενοποιημένης Ε.Ε.; Η πραγματικότητα της εθνικής ανεξαρτησίας συνιστά μία αναπαλλοτρίωτη πραγματικότητα; Κι αν ναι, μπορεί να συμβαδίσει με την πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε.; Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μία ένωση ισοτίμων εθνών-κρατών ή διέπεται από μίαν ορισμένη ιεραρχία στο εσωτερικό της; Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα»  στο εσωτερικό της συνιστά ανυπέρβλητο χαρακτηριστικό;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που, δίχως να προοικονομούν τις ομιλίες των εκλεκτών προσκεκλημένων, δύνανται είτε να τεθούν ρητά είτε να λανθάνουν στον λόγο τους. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι να αναδειχθεί ένας λόγος στη δημόσια σφαίρα που, αντί να συνθηματολογεί, προκρίνει  την μία ή την άλλη επιλογή σε ένα πλαίσιο όπου η πορεία της σκέψης ενδιαφέρει περισσότερο κι από αυτά τα ίδια τα συμπεράσματά της.

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει.

 

 

Posted in Uncategorized

Ευρωπαϊκές Εκλογές, Εθνικές Αναταράξεις

(Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 29 Μαΐου 2019)

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τελικά αντί για σεισμός αποδείχτηκε ασθενής δόνηση. Το ακροδεξιό κύμα ήταν μικρότερο του αναμενομένου, ενώ οι σημαντικές απώλειες των δυο μεγάλων οικογενειών – κεντροδεξιάς και σοσιαλιστών – σε μεγάλο βαθμό αναπληρώθηκαν από τα κέρδη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων του κέντρου, φιλελευθέρων και πρασίνων. Οι ευρωεκλογές όμως παραμένουν ένα άθροισμα 28 εθνικών εκλογών, και διάφορα κατά τόπους αποτελέσματα προοιωνίζουν μεγαλύτερη αστάθεια για το μέλλον από όση μια πανευρωπαϊκή ανάγνωση των εκλογών αφήνει να φανεί.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η κατάρρευση των δυο μεγάλων κομμάτων προς όφελος κομμάτων με ξεκάθαρη στάση στο ζήτημα του Μπρέξιτ τα ωθεί να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους. Υπό την πίεση του Νάιτζελ Φάρατζ, οι Συντηρητικοί προσέρχονται στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του διαδόχου της Τερέζα Μέι με διάθεση να εκλέξουν έναν θιασώτη του σκληρού Μπρέξιτ. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν από την άλλη αναγκάζεται να έρθει πιο κοντά στο αίτημα των φιλοευρωπαίων για ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Η πόλωση και το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να ενταθούν εν όψει της νέας προθεσμίας εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ στις 31 Οκτωβρίου.

Στην Πολωνία η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) κέρδισε σημαντική νίκη σε βάρος της ενωμένης φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης χάρη σε έναν συνδυασμό οικονομικών παροχών και έντασης της εθνικιστικής της ρητορικής που κινητοποίησε ένα εκλογικό ακροατήριο (ηλικιωμένοι, λιγότερο μορφωμένοι) που συνήθως δεν ψηφίζει σε ευρωεκλογές. Το PiS φαίνεται έτσι να έχει πολύ καλές προοπτικές για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου μετά τις οποίες θέλει να ξαναβάλει μπρος τη διαδικασία συνταγματικών αλλαγών που η ΕΕ είχε μπλοκάρει ως επικίνδυνες για το κράτος δικαίου.

Στην Ιταλία η νίκη της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι σε βάρος των Πέντε Αστέρων επιταχύνει την κατάρρευση του μεταξύ τους συνασπισμού, όχι όμως πριν ο Σαλβίνι διεκδικήσει για την Ιταλία ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με προτίμηση στον τομέα της οικονομίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τη συνοχή της Ευρωζώνης. Αν ο Σαλβίνι μετά προχωρήσει στη δημιουργία μιας δεξιάς κυβέρνησης μαζί με τα απομεινάρια του μπερλουσκονισμού, θα αποκτήσει ρόλο και στις εξελίξεις στον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς η οποία παραμένει διχασμένη μεταξύ οπαδών και πολέμιων της προσέγγισης με τους λαϊκιστές.

Τέλος, στη Γερμανία η εποχή Μέρκελ φτάνει στο τέλος της χωρίς ξεκάθαρη εικόνα τι θα την διαδεχτεί. Το αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών ήταν μέτριο, την ώρα που οι συνεργαζόμενοι στον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν πια σημάδια αποσύνθεσης. Η νίκη των Πρασίνων χαιρετίστηκε ως ένα φιλοευρωπαϊκό αποτέλεσμα, εκφράζει όμως ταυτόχρονα και ένα αίτημα ανανέωσης που είναι αμφίβολο αν μπορεί να ικανοποιήσει όχι μόνο η Μέρκελ αλλά και η διάδοχός της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ. Αν η άνοδος του λαϊκισμού φαίνεται προς στιγμήν να περιορίζεται, η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο ρευστότητας την ώρα που η Ευρώπη αναζητεί εναγωνίως ένα νέο πολιτικό κέντρο βάρους.

Posted in Uncategorized

Συμφωνία των Πρεσπών: Ευρύτεροι Προβληματισμοί Ιωάννης Σ. Λάμπρου

συμφωνια Πρεσπών

Η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή των Ελλήνων, στις 25 Ιανουαρίου, αποτελεί τον δυσμενή επίλογο της διαχείρισης του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της εξωτερικής πολιτικής της ελλαδικής πολιτείας. Παθογένειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση μακροχρόνιας, απαλλαγμένης από ιδεολογικές ή άλλες εξαρτήσεις, πολιτικής η οποία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας και του Ελληνισμού ευρύτερα.

Προσκόμματα

Ο παραπάνω στόχος επιτυγχάνεται, πρωτίστως, με την ορθή ανάγνωση των σταθερών και θεμελιωδών παραμέτρων του διεθνούς διακρατικού συστήματος. Η προσέγγιση του διεθνούς δικαίου, η εναπόθεση ελπίδων στη δράση των διεθνών οργανισμών, η αφελής προσέγγιση στην κάθε διαδικασία διακρατικού διαλόγου και η ακόμα πιο αφελής θέση ότι η ανάπτυξη προσωπικών φιλικών σχέσεων μπορούν να εκτρέψουν το ενδιαφέρον των ηγεσιών των χωρών από τις διαχρονικές τους στοχεύσεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την  άκριτη εισαγωγή πάσης φύσεως θεωρητικών κατασκευών από εκπαιδευτικά ιδρύματα χωρών της Δύσης, τα οποία πέραν της  έλλειψης επαλήθευσης των βασικών τους θέσεων στην κονίστρα της διεθνούς διπλωματίας επιπλέον ασκούν φθοροποιό επιρροή στους έχοντες ευθύνη χάραξης την εξωτερική πολιτική της χώρας αλλοιώνοντας τον τρόπο ανάλυσης του διεθνούς συστήματος με προφανείς επιπτώσεις.

Τέλος, η Αθήνα διαχρονικά  θεωρεί πως η συμμετοχή σε ένα δεδομένο συμμαχικό πλαίσιο βολικά την απαλλάσσει από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αναζήτησης ερεισμάτων. Μεγάλο βαθμό ευθύνης φέρουν όσες πολιτικές δυνάμεις προσεγγίζουν τη συμμετοχή τη χώρας στους ευρωατλαντικούς  θεσμούς με μεταφυσικούς όρους αποστερώντας στην πράξη κάθε άλλη (παράλληλη) ενατένιση προς τα ιστορικά σημεία αναφοράς του Ελληνισμού ώστε να διαμορφωθεί ένα γεωπολιτικό δόγμα που να συνδυάζει τόσο τη μετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι όσο και τη Διασπορά, την θετική διάθεση απέναντι στον Ελληνικό Πολιτισμό παγκοσμίως, τους φιλικούς ορθόδοξους πληθυσμούς στη Αν. Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα τον Χριστιανικό Κόσμο της Ανατολής. Η στάση των συμμάχων σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ θα έπρεπε ίσως να προβληματίσει τους ένθερμους υποστηρικτές του μονοσήμαντου ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του ευρύτερου ευρωατλαντικού συμμαχικού πλαισίου. Αν όντως η Ελλάς έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά λόγω των προβλημάτων της Τουρκίας με τον δυτικό παράγοντα γιατί η Αθήνα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει καλύτερους όρους στη Συμφωνία των Πρεσπών; Ποια τα απτά ανταλλάγματα σε σχέση με την εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος; Για άλλη μια φορά η Αθήνα καταβάλλει το κόστος των προενταξιακών διαπραγματεύσεων Άγκυρας, Σκοπίων και Τιράνων και με τις υποχωρήσεις που κάνει διευκολύνει την όποια ευρωτλαντική προοπτική των Σκοπίων αυτή τη φορά. Μόνιμη επωδός αποτελεί τι τελευταίες δύο δεκαετίες ο συμμαχικός παράγοντας να ζητεί από την Αθήνα να επιδείξει μεγαθυμία και να λάβει υπ’ όψιν ευρύτερους συμμαχικούς σχεδιασμούς κάνοντας υποχωρήσεις στις διμερείς διαφορές με τα προαναφερθέντα κράτη.

Τις περισσότερες δε φορές η προαναφερόμενη προσέγγιση των εξωτερικών μας θεμάτων βρίσκει αντίθετη τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Σε αυτές τις περιπτώσεις αδιέξοδο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποτελεί η «αρχή της διολίσθησης» (βλέπε «Η αρχή της διολίσθησης» τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018) βάσει της οποίας μια εκάστοτε ελλαδική κυβέρνηση δεν υποχωρεί άτακτα ώστε να μην χρεωθεί αποκλειστικά την  δυσμενή τροπή αλλά υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να διευκολύνονται περαιτέρω παραχωρήσεις ή να καθίσταται εξαιρετικό δύσκολο να υπάρξουν βελτιώσεις σε ένα μελλοντικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Και όλα αυτά με τη σιωπηρή επιβεβαίωση του εκλογικού σώματος που συναινεί σε αυτή την τακτική, είτε λόγω άγνοιας και αδιαφορίας, είτε ίσως φόβου μην τυχόν διαταραχθεί η βολική καθημερινότητά του από τυχόν επιδείνωση των σχέσεων με κάποια άλλη χώρα.

Ελλιπές Erga Omnes

Το παρόν κείμενο δεν θα προβεί σε εκτενή ανάλυση της ψηφισθείσης πλέον Συμφωνίας των Πρεσπών. Εκατοντάδες κείμενα έχουν γραφεί, τους τελευταίους επτά μήνες, για τις πρόνοιες, τους κινδύνους και τα θετικά στοιχεία του κειμένου των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ τόσο στην έγκυρη «Άμυνα και Διπλωματία» όσο και αλλού. Θα γίνουν ορισμένες σύντομες επισημάνσεις αναφορικά με κάποιες πρόνοιες της Συμφωνίας της 17ης Ιουνίου 2018 και θα γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για τις κινητοποιήσεις των πολιτών.

Επιγραμματικά, στα θετικά στοιχεία της Συμφωνίας μπορούν να αναφερθούν η αναγνώριση του κοινού συνόρου (Προοίμιο, άρθρα 3, 4.1) του 1913 και η απαγόρευση αλυτρωτικών ενεργειών (Προοίμιο, άρθρα 4.2, 6.1, 6.3, 8.5) εκατέρωθεν. Ο ενθουσιασμός, όμως, για τα παραπάνω επιτεύγματα πρέπει να μετριαστεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω θετικές αναφορές αποτελούν αναγκαίες και θεμελιώδεις προϋποθέσεις  δύο χωρών μελών του ΟΗΕ, και άρα προκαταβολικά τις αποδέχονται ως πηγάζουσες από τον Καταστατικό Χάρτη του τελευταίου, αλλά και ειδικότερα για τα Σκόπια ως μιας χώρας που επιθυμεί να καταστεί μέλος της Ε.Ε. αλλά και του ΝΑΤΟ. Οι παρουσιαζόμενες ως κατακτήσεις συνιστούν τις ελάχιστες, στοιχειώδεις δεσμεύσεις κάθε κράτους το οποίο φιλοδοξεί να μετέχει στο διεθνές διακρατικό σύστημα. Επίσης, ως θετικής αναφοράς κρίνεται και το συνεργατικό πλαίσιο το οποίο παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας, άρθρα 9-19. Συνεργασία, η οποία, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και στο υπάρχον πλαίσιο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ή εντός ενός επιπρόσθετου νομικού κειμένου.

Η έτερη δε παρουσιαζόμενη επιτυχία του erga omnes (άρα και από την Αθήνα με την σύγχυση που αυτό μπορεί να προκαλέσει στον αυτοπροσδιορισμό του Μακεδονικού Ελληνισμού αλλά και τις δυνητικές επιπτώσεις αναφορικά με την εργαλειοποίηση της παρουσίας Σλαβόφωνων Ελλήνων πολιτών) νοθεύεται σε πλείστες περιπτώσεις. Ήδη κυβερνητικοί αξιωματούχοι των Σκοπίων κάνουν λόγο για «Μακεδονία» άνευ του γεωγραφικού προθέματος. Ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» πιθανότατα θα καταπέσει σε απλή τυπική χρήση στο εσωτερικό των Σκοπίων σε έγγραφα και δημόσια κτήρια ενώ στον καθημερινό δημόσιο διάλογο θα συνεχίζει να γίνεται απρόσκοπτη χρήση της λέξης «Μακεδονία». Για τις διεθνείς δε υποχρεώσεις η εμμονή των Σκοπιανών στη χρήση μόνο της λέξης «Μακεδονία» θα εναλλάσσεται, στον προφορικό λόγο, με περιστασιακή, προσχηματική και μεμονωμένη χρήση του όρου «Βόρεια Μακεδονία» ενώ στα επίσημα έγγραφα θα υπάρχει συμμόρφωση με τη Συμφωνία όπως άλλωστε και από την πλευρά των Αθηνών. Αναφορικά με την εφαρμογή του erga omnes στην ελληνική πλευρά στο εσωτερικό της χώρας δεν θα υπάρχει ομοιόμορφη πρακτική (στον προφορικό δημόσιο λόγο), γεγονός το οποίο θα προσφέρει στην άλλη πλευρά νομιμοποίηση της συνειδητής χρήσης μόνο του όρου Μακεδονία.

Αποδυνάμωση του erga omnes επίσης παρατηρείται και σε άλλα σημεία της Συμφωνίας: διαφοροποίηση των αρχικών των Σκοπίων στις πινακίδες οχημάτων (NM – NMK) και λοιπών χρήσεων (αρχικά MK, MKD) (άρθρο 1.3.ε), διαφοροποίηση χρήσεων του επιθετικού προσδιορισμού της ονομασίας του κράτους ( «της Βόρειας Μακεδονίας» – «μακεδονικός») μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων (άρθρο 1.3.ζ), ονομασία εμπορικών σημάτων και brand names όπου προβλέπεται διμερής διάλογος με την διαδικασία να διαρκεί έως τρία χρόνια (1.3 θ). Επίσης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1.8 τα δύο κράτη δεσμεύονται για καθολική χρήση εσωτερικά και διεθνώς του νέου ονόματος και των αντίστοιχων όρων, στη διάταξη 1.10 εισάγεται διάκριση μεταξύ μεταβατικής περιόδου για έγγραφα για διεθνή χρήση ή για εσωτερικά έγγραφα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό η συμμόρφωση των οποίων με τις πρόνοιες της Συμφωνίας θα γίνει εντός πέντε ετών, ενώ οι σχετικοί όροι στα δημόσια έγγραφα της Δημόσιας Διοίκησης αποκλειστικά για εσωτερική χρήση θα αλλάξουν εντός πέντε ετών από την έναρξη διαπραγματεύσεων ενός εκάστου  κεφαλαίου για την ένταξη στην ΕΕ. Κατανοεί κάποιος την ευρεία διασταλτική ερμηνεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η άλλη πλευρά για να καθυστερήσει την εφαρμογή των συμφωνημένων όρων. Στη δε περίπτωση προσκομμάτων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Σκοπίων-Βρυξελλών δεν υφίσταται καμία δέσμευση για τα δημόσια έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία στην πράξη θα διαιωνίζουν την μέχρι σήμερα πολιτική. Στο άρθρο 7.5 ορίζεται πως η Συμφωνία δεν θα δυσφημήσει  την υπάρχουσα χρήση των όρων «Μακεδονία», «μακεδονικός» όπως χρησιμοποιείται από τους πολίτες των δύο χωρών – ακυρώνοντας εν μέρει την πρόβλεψη  στις τέσσερις προηγούμενες παραγράφους 7.1-7.4 όπου διαχωρίζεται η χρήση του όρου  «μακεδονικός» από τους πολίτες των Σκοπίων από την ελληνική αρχαιότητα – άρα θα συνεχίζει να υπάρχει μη ομοιόμορφη χρήση του όρου.

Απόλυτη εφαρμογή του erga omnes δεν θα υπάρξει από καμία πλευρά στις χρήσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών. Οι δε αναλυτικές προβλέψεις για εθνότητα και γλώσσα αγνοούν την αρχή ότι η σύνδεση ή αποκοπή με μια συγκεκριμένη ταυτότητα δεν επιβάλλεται από διεθνείς συμφωνίες αλλά αποτελεί μια μακροχρόνια σύνθετη διαδικασία με τη συμμετοχή πλείστων παραγόντων. Ακόμα όμως και στην περίπτωση κατά την οποία μια συμφωνία δεν μπορούσε να αποφευχθεί στην υπάρχουσα χρονική περίοδο ας καθορίζονταν συσταλτικά το περιεχόμενό της περιοριζόμενο στο όνομα της γειτονικής χώρας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και να μην περιλάμβανε πρόνοιες σχετικά με γλώσσα και λοιπά στοιχεία εθνικής ταυτότητας (άρθρο 7.3). Εφ’ όσον η όποια ταυτότητα κάθε λαού άρα και των Σλάβων κατοίκων των Σκοπίων δεν μπορεί  να καθοριστεί απλά με μια αναφορά σε διεθνή συμφωνία ποιος ο λόγος συμπερίληψης της πέραν της εξυπηρέτησης της ανασφάλειας των Σλάβων κατοίκων της γειτονικής χώρας; Αν η παραπάνω παρατήρηση περί συνθετότητας της έννοιας του εθνικώς ανήκειν που δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αναφορά σε ένα διεθνές κείμενο ισχύει, τότε ακόμα και αν η εν λόγω συμπερίληψη έλαβε χώρα προς κατοχύρωση της ταυτότητας των γειτόνων έναντι των Βουλγάρων δεν παράγει πρακτικά αποτελέσματα. Συμπερίληψη αχρείαστη που αποτέλεσε υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της τελευταίας.

Απουσία ηγεσίας και εθνικό συμφέρον

Οι αρνητικές πτυχές της Συμφωνίας αναφορικά με το όνομα της γειτονικής χώρας και τις ανακόλουθες (με το όνομα) πρόνοιες για γλώσσα και ταυτότητα έχουν επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Ο γράφων εστιάζει στην συρρίκνωση του ιστορικού βάθους του Ελληνισμού ως την πλέον αρνητική διάσταση της Συμφωνίας. Η έννοια «Μακεδονία» με τις ιστορικές τις συνδηλώσεις νοθεύεται και σε διεθνές επίπεδο οικειοποιείται από τη γειτονική χώρα. Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι ο Ελληνισμός, κατέχει, διαχρονικά, την απόλυτη εκπροσώπηση του γεωγραφικού και ιστορικού αποθέματος του όρου αλλά η  Μακεδονία αναδείχθηκε ιστορικά και έλαβε το περιεχόμενο της αυστηρά σε ελληνικό πλαίσιο. Ακόμα και στην οθωμανική δουλεία οι ελληνικοί πληθυσμοί, η ελληνική παιδεία και η παρουσία του Οικουμενικού Θρόνου ένωσαν με δεσμούς αιώνων τους Έλληνες με τη μακεδονική γη. Η επιρροή και παρουσία του Ελληνισμού υπήρξε κυρίαρχη στον χώρο της Μακεδονίας διαχρονικά. Η μονοπώληση του όρου, σε κρατικό επίπεδο, από τα Σκόπια παρά τις προβλέψεις για την σλαβική καταγωγή της αναγνωρισμένης ως «μακεδονικής» γλώσσας και τον διαχωρισμό του από την Αρχαιότητα αποτελεί στρατηγική ήττα των Αθηνών. Το γεωγραφικό δε πρόθεμα «Βόρειος» σε ποια ακριβώς γεωγραφική περιοχή αναφέρεται αν ληφθεί υπ’ όψιν πως τα γεωγραφικά και διοικητικά όρια της περιοχής της Μακεδονίας υπέστησαν αλλαγές από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και κατόπιν στην Ρωμαϊκή,  Βυζαντινή  και Οθωμανική περίοδο; Σε ποιο βαθμό ο όρος Βόρειος είναι ακριβής και με βάση ποια κριτήρια;

Ο ιστορικός χώρος του Ελληνισμού μικραίνει, όχι μόνο εδαφικά και πληθυσμιακά όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν με τη γενοκτονία του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους πρόσφυγες από Κύπρο, Αίγυπτο, Βόρειο Ήπειρο αλλά και σε επίπεδο ιστορικής αναφοράς. Η προαναφερόμενη παρατήρηση ίσως ακούγεται υπέρμετρα θεωρητική αλλά η αλλαγή στην πρόσληψη ιστορικών γεγονότων διαμορφώνει το πλαίσιο για απτές, γεωπολιτικές μεταβολές που δύνανται να ακολουθήσουν.

Η παραπάνω παρατήρηση γίνεται ενστικτωδώς αντιληπτή από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που εναντιώθηκαν στην εν λόγω συμφωνία. Ασύντακτα αλλά συνειδητά. Όπως την περίοδο του 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν. Η θέση πολλών όσων συμμετείχαν στα συλλαλητήρια μπορεί να ήταν απλοϊκή και κάποιες φορές μπερδεμένη και σίγουρα δεν υπήρχε μια ενιαία αντιπρόταση στην κυβερνητική πολιτική.  Η μη συγκροτημένη άρθρωση όμως του εθνικού συμφέροντος φανερώνει τη διαχρονική ανυπαρξία ηγεσίας στη χώρα πρώτιστο καθήκον της οποίας θα ήταν να παιδεύσει το λαό ως προς τα θεμελιώδη και διαχρονικά συμφέροντα του με τον ίδιο τρόπο που κάθε Βρετανός ενστικτωδώς κατανοεί τους κινδύνους για το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρμετρης ενίσχυσης κάθε ηπειρωτικής ευρωπαϊκής δύναμης. Αντίθετα η κυβέρνηση λοιδόρησε τους συμμετέχοντες προσπαθώντας να γελοιοποιήσει τις  ανησυχίες τους. Οι καθολικές κινητοποιήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχείο ενισχυτικό της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας αλλά αντίθετα εργαλειοποιήθηκαν για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου -όπως η διαδικασία  της συνταγματικής αναθεώρησης και οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας -υπό την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος. Η σφοδρότητα με την οποία αντιμετωπίσθηκαν τα συλλαλητήρια καταδεικνύει αφ’ ενός την άγνοια όσων δεν μπορούν να κατανοήσουν πως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες παλαιότερα αλλά και θέματα εθνικής ταυτότητας και ιστορίας μπορούν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια Έλληνες περισσότερο ακόμα και από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας. Αφ’ ετέρου καταφαίνεται ο φθόνος όσων τα ιδεολογικά τους προτάγματα δεν μπορούν να εμπνεύσουν εκατομμύρια Έλληνες να συμμετέχουν σε ογκώδεις πανεθνικές διαδηλώσεις.

Το χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων διευρύνεται μετά από σχεδόν 10  οικονομικής επιτροπείας. Εντείνεται η αίσθηση στη συνείδηση των πολιτών της αδιαφορίας της ηγεσίας τη χώρας στις ανάγκες και ευαισθησίες τους. Ειδικότερα η διαφοροποίηση εκλογικού σώματος και κυβέρνησης μπορεί να λάβει χαρακτηριστικά αποξένωσης του Ελληνισμού της Μακεδονίας με δημιουργία εκφυλιστικών φαινομένων αυτόκλητων ηγετών της περιοχής, με την στήριξη οικονομικών κύκλων,  με συνέπεια την καλλιέργεια κλίματος απομάκρυνσης και διαφοροποίησης από την Αθήνα.

Η ευθύνη για την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τη γειτονική χώρα είναι καθολική και επιμερίζεται σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεν αρκούν σπασμωδικές κινητοποιήσεις και μεμονωμένες εξάρσεις. Απαιτείται συνεχή φροντίδα για τα Κοινά του τόπου. Η  επιβίωση καθίσταται πιο δύσκολη εντός μνημονιακού πλαισίου από ότι πριν ενώ παράλληλα κάθε συμπατριώτης μας αντιμετωπίζει τα δικά του ξεχωριστά προβλήματα και προκλήσεις. Τα παραπάνω, όμως, όσο και αν συνιστούν μια αναντίλεκτη πραγματικότητα δεν αποτελούν νομιμοποίηση αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Αντίθετα επιβάλλουν μια πιο δεσμευτική και ουσιαστική ενασχόληση με όσα διαδραματίζονται. Η ήττα της 25ης Ιανουαρίου ας καταστήσει σαφή, στους συμπατριώτες μας, την ανάγκη συνειδητής συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Φεβρουαρίου 2019.

Posted in Uncategorized

Η διεθνής διάσταση του Εθνικού ∆ιχασµού (1915-17), Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Περίληψη της ομιλίας του Επίκουρου Καθηγητή Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδωνα Γ. Πλουμίδη στην εκδήλωση του ΙΝΣΠΟΛ στις 24 Νοεμβρίου 2018.

 

Ο Εθνικός ∆ιχασµός (1915-17) υπήρξε µια πολύπλευρη, πολυεπίπεδη και πολυδιάσταση διαµάχη, η οποία έθεσε επί τάπητος κορυφαία πολιτειακά και συνταγµατικά ζητήµατα της ελληνικής πολιτείας. Ο πυρήνας αυτής της διαµάχης υπήρξε το ερώτηµα «πόλεµος ή ουδετερότητα», ένα ερώτηµα το οποίο ταλάνισε επίσης µια σειρά από άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτίου Ευρώπης εκείνα τα χρόνια (Βουλγαρία, Ρουµανία και Ιταλία). Το κρίσιµο αυτό ερώτηµα αναφορικά µε τον χειρισµό της εξωτερικής και της στρατιωτικής πολιτικής ξέφευγε εκ των πραγµάτων από τα στενά πλαίσια του interventismo και του neutralismo και άγγιζε το θεµελιώδες ζήτηµα τού που εδράζεται η «κυριαρχία» της Πολιτείας: «επί της Λαϊκής Κυριαρχίας ή εις την βασιλικήν εξουσίαν», και ποιος είναι «ο κυρίαρχος ιδρυτής του Συντάγµατος, ο λαός ή το Στέµµα», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αιτιολογική έκθεση για την ανασύσταση της Βουλής της Κ´ Περιόδου (εν Αθήναις 28 Ιουνίου 1917). Ως εκ τούτου, στα χρόνια του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου και σε µια σειρά από χώρες συγκρούστηκαν περί της µορφής του Κράτους και των κυριαρχικών λειτουργιών του η µοναρχική και η εθνική αρχή. Η µεν πρώτη αρχή πρεσβεύει πως το Κράτος ταυτίζεται µε το πρόσωπο του µονάρχη (κι εποµένως ο πόλεµος είναι προσωπική υπόθεσή του), η δε δεύτερη ότι η κυριαρχία ενυπάρχει εις το «έθνος», τουτέστιν –κατά τα διδάγµατα του Αββά Σεγιές‒ στην Τρίτη Τάξη (le tiers état), δηλαδή στον λαό.

Στην Ελλάδα, και οι δύο πολιτικές παρατάξεις (οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί) αναφέρονταν εξίσου στην έννοια «Έθνος» (ως φορέα της κρατικής κυριαρχίας) και κόπτονταν οµοίως για τη «σωτηρία του Έθνους», αλλά προσέδιδαν στην εν λόγω έννοια εντελώς διαφορετικό περιεχόµενο. Για παράδειγµα, ο εκλογικός συνδυασµός του ∆. Γούναρη ήταν ο «Εθνικός Συνδυασµός». Οι βενιζελικοί όµως µε τη λέξη «Έθνος» εννοούσαν τον λαό, ενώ οι αντίπαλοί του τον βασιλιά (βλέπε: µονάρχη). Πάνω σε αυτήν την πολιτειακή αντίληψη δοµήθηκε η αντιβενιζελική παράταξη, που είχε ως επίκεντρό της τον ∆. Γούναρη. Οι γουναρικοί «εθεώρουν ως πατρίδα τον Βασιλέα και ως Εθνικήν πολιτικήν τας προσωπικάς γνώµας αυτού». Στις (µονοµερείς) εκλογές της 6ης ∆εκεµβρίου 1915 «το σήµα των Γουναρικών υποψηφίων» ήτο «ο Αετός συµβολίζον τον Στρατηλάτην Βασιλέα». Ο Γουναρικός «εθνικός» (εκλογικός) συνδυασµός ήταν «ο Βασιλικός συνδυασµός», επίκεντρο της εκλογικής εκστρατείας ήταν «ο Άναξ», και ο ελληνικός λαός καλείτο τότε «να ψηφίση την πολιτικήν του Άνακτος» (δηλ. της «ουδετερότητος») και «πολίτας πονετούς και αγαπώντας τον θρόνον του Βασιλέως Κωνσταντίνου». Το Κόµµα των Εθνικοφρόνων ήταν εποµένως το Κόµµα των Βασιλοφρόνων, δηλ. µοναρχικό κόµµα.  Οµοίως, το 1920 το raison d’être του γουναρικού κόµµατος ήταν η «βασιλοφροσύνη» (εφ. Καθηµερινή αρ. 385, 23 Οκτωβρίου 1920, σ. 1).

 

 

Posted in Uncategorized

Εκδήλωση ΙΝΣΠΟΛ: Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17) / ΣΑΒ 24/11/18, 12.00

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην ομιλία του καθηγητή Σπυρίδωνα Πλουμίδη με τίτλο «Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17)» η οποία αποτελεί μέρος ευρύτερης μελέτης που θα δημοσιευθεί σε λίγους μήνες.

Παράλληλα με την παρουσίαση του διεθνούς αντίκτυπου της εσωτερικής κατάστασης θα γίνουν επισημάνσεις για τη κομματική συγκρότηση και διαμόρφωση του αντιβενιζελικού μετώπου.

Πρόκειται για την αρχή μίας σειράς διαλέξεων που θα σχετίζονται με την ελλαδική Δεξιά. Έχει προηγηθεί η ομιλία του Κώστα Ιορδανίδη για τον Συντηρητισμό.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018, στις 12.00 μ.μ., στο POLIS ART CAFE (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, 10559 Αθήνα).

Posted in Uncategorized

Ένθετο «Καθημερινής» 11/11/18: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους / Σ. Μητραλέξης, Α. Χρυσόγελος [PDF]

Το ένθετο είναι προσβάσιμο εδώ:


Posted in Άγγελος Χρυσόγελος, έρευνες_δημοσιεύσεις

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Σωτήρης Μητραλέξης

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ ιδρύσεως ελληνικού κράτους

Σωτήρης Μητραλέξης

*

Μελέτη ΙΝΣΠΟΛ 30/B/19

*

2.8.1829: το ΙΑ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους αποφασίζει ότι το Κράτος θα αναλάβει την εκκλησιαστική περιουσία και από τα έσοδά της θα διατίθενται ποσά «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» και για την εκπαίδευση των νέων.

 

17.4.18332.5.1833: Η Εκκλησιαστική Επιτροπή, που συγκρότησε ο Αντιβασιλέας Georg Maurer, εισηγείται ένα σχέδιο απόσπασης της Εκκλησίας στην Ελλάδα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ίδρυσης αυτοκέφαλης Εκκλησίας του ελληνικού βασιλείου

 

15.7.1833: Αρχίζει τις εργασίες στο Ναύπλιο Σύνοδος 22 Επισκόπων, που συγκάλεσε με πρωτοβουλία της η Αντιβασιλεία, με συμμετοχή από εν ενεργεία Ιεράρχες που βρίσκονταν μέσα στο ελληνικό βασίλειο, καθώς περισσότερους Ιεράρχες διωγμένους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Σπυρίδων Τρικούπης παρουσιάζει τις προτάσεις της Αντιβασιλείας για δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας, οι οποίες υπογράφονται από τους επισκόπους χωρίς γνώση και συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τις επόμενες μέρες και άλλοι Επίσκοποι συνυπέγραψαν (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν «εμπερίστατοι», διωγμένοι από τα οθωμανικά εδάφη).

 

23.7.1833: Η Αντιβασιλεία εκδίδει, χωρίς απόφαση του Οικουμενικό Πατριαρχείου, βασιλικό διάταγμα που ανακηρύσσει την «ανεξαρτησία» της ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, η οποία έχει πλέον δογματική και όχι διοικητική ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καθορίζει ως διοικητικό αρχηγό της τον καθολικό Βασιλέα Όθωνα, ενώ η Εκκλησία διοικείται πνευματικά από συλλογικό όργανο Επισκόπων («Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου του Ελλάδος») και στις συνεδριάσεις του υποχρεωτικά παρευρίσκεται ο Βασιλικός Επίτροπος καθώς «κάθε πράξις γενομένη εν απουσία του είναι άκυρος». Καμία απόφαση της Ιεράς Συνόδου δεν εκτελείται χωρίς την έγκριση της Κυβερνήσεως. Η παρουσία της Κυβέρνηση στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου μέσω του Βασιλικού Επιτρόπου καταργήθηκε το 1977 με τον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας (νόμος 590/1977). Η Εκκλησία βρίσκεται πλέον σε απόλυτη εξάρτηση από το Κράτος.

 

25.9.1833: Με διάταγμα της Αντιβασιλείας διαλύονται οι Ιερές Μονές που έχουν κάτω και δημεύεται η περιουσία τους χωρίς αποζημίωση. Ο αριθμός τους υπολογίζεται από 426 έως 440 Μονές. Ο Αντιβασιλέας Maurer υπολόγιζε ότι το 1833 η έκταση της μοναστηριακής περιουσίας ανερχόταν στο 1/3 των «γαιών» της τότε ελληνικής επικράτειας. Προκαλούνται λαϊκές αντιδράσεις, ιδίως στην Πελοπόννησο, καθώς μοναχοί εκδιώκονται από τα μοναστήριά τους ή παραμένουν σε αυτά ως ενοικιαστές της Κυβέρνησης, ιερά σκεύη εκποιούνται από το Κράτος και τα μοναστηριακά κτήματα περιέρχονται στις Νομαρχίες.

 

1.12.1834: Η Αντιβασιλεία ιδρύει κρατικό φορέα («Εκκλησιαστικόν Ταμείον») για τη διαχείριση της περιουσίας των διαλελυμένων Μονών

 

29.6.1850: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί καθεστώς αυτοκεφαλίας και ιδρύει την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με εδαφική δικαιοδοσία τα όρια του τότε Ελλ. Βασιλείου (παλαιά Ελλάδα). Προβλέπει ότι η Εκκλησία αυτή θα πρέπει να διοικείται «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».

 

10.7.1852: Παρά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 η Κυβέρνηση εκδίδει νόμους με αντίθετες ρυθμίσεις για τη διοίκηση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος

 

22.11.1875: Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των «Σιμωνιακών» από την Κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη, η Βουλή παραπέμπει σε δίκη 2 μέλη της προηγούμενης Κυβέρνησης Δημ. Βούλγαρη (Υπουργούς Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης, Ιωάννη Βαλασόπουλο και Βασίλειο Νικολόπουλο) και τους 3 Μητροπολίτες Κεφαλληνίας (Σπυρίδωνα Κομποθέκρα), Πατρών και Ηλείας (Αβέρκιο Λαμπίρη) και Μεσσηνίας (Στέφανο Αργυριάδη) με την κατηγορία ότι οι Υπουργοί δωροδοκήθηκαν από 4 υποψηφίους μητροπολίτες, ώστε να εκλεγούν στις 3 κενές Μητροπόλεις (Μεσσηνίας, Κεφαλληνίας, Πατρών). Καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης και προστίμου για τα αδικήματα της δωροδοκίας, εκβίασης και σιμωνίας (χειροτονίας με οικονομικό αντάλλαγμα). Οι τρεις Μητροπολίτες αργότερα παραιτήθηκαν (18.11.1877).

 

ΟκτώβριοςΝοέμβριος 1901 (Ευαγγελικά): Η Εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσιεύει σε συνέχειες την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Φοιτητές παρακινούμενοι από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που υποστηρίζουν την καθαρεύουσα, ετοιμάζουν κινητοποιήσεις, καθώς θεωρούν βέβηλη την πρωτοβουλία της εφημερίδας. Γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα (3-4.11.1901) που λαμβάνουν και πολιτικές διαστάσεις με την συμμετοχή του κόμματος Θεοδ. Δηλιγιάννη και κατά τη διαδήλωση στους Στύλους Ολυμπίου Διός (7.11.1901) η Χωροφυλακή πυροβολεί το πλήθος, που προσπάθησε να κινηθεί προς την έδρα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών με νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Η εφημερίδα ζήτησε δημοσίως συγγνώμη, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος, όπως και η Κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν. Η αναθεωρητική Βουλή προσέθεσε διάταξη στο Σύνταγμα του 1911 κατά την οποία απαγορεύεται η μετάφραση της Αγίας Γραφής χωρίς την άδεια της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και αργότερα στο Σύνταγμα του 1927 ότι απαιτείται και η άδεια της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

19.11.1909: Το κράτος ιδρύει δημόσιο φορέα το «Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείον», και ορίζει ως προσόδους του τα εισοδήματα των διατηρουμένων Μονών, που δεν διαλύθηκαν το 1833-1834, ενώ αποφασίζει και συγχωνεύσεις Μονών που είχαν τότε (1909) λιγότερους των έξι μοναχών. Δεν καταργείται ωστόσο το Εκκλησιαστικό Ταμείο του Όθωνα που κατέχει από το 1834 την περιουσία των διαλελυμένων 426 Μονών (μετονομάζεται σε «Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο»).

 

1916: Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού οι Μητροπολίτες χωρίζονται σε βενιζελικούς και βασιλόφρονες. Το Κίνημα Εθνικής Άμυνας (Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης) κατά τη διάρκεια του 1916 φυλακίζει, περιορίζει ή και εξορίζει αντιφρονούντες Επισκόπους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, που έχει υπό τον έλεγχό του.

 

11.12.1916: η «Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου Συντεχνιών» απευθύνει δια του τύπου πρόσκληση συμμετοχής του λαού και του κλήρου σε «Ανάθεμα» κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως. Η Ιερά Σύνοδος αποφασίζει ότι είναι αναρμόδια να εκδώσει απόφαση αφορισμού του Ελ. Βενιζέλου, αλλά επιτρέπει την παρουσία μελών της Ιεράς Συνόδου και του κλήρου της Αθήνας στην συμβολική τελετή λιθοβολισμού–αναθέματος κατά του Βενιζέλου (Πολύγωνο 12.12.1916).

 

28.4.1917-10.5.1917: Ο πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλος συγκαλεί στην Θεσσαλονίκη συνέλευση Επισκόπων («Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος») με συμμετοχή ιεραρχών κυρίως από τις Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρο κλπ) και την Κρήτη και λιγότερους από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η φιλοβασιλική Ιερά Σύνοδος της Αθήνας δεν αναγνώρισε ως σύμφωνη με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας την «Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος» και ξεκίνησε διαδικασίες πειθαρχικών διώξεων σε βάρος φιλοβενιζελικών κληρικών.

 

1917: Η νέα Κυβέρνηση Βενιζέλου αρνείται να ορκισθεί από τον φιλοβασιλικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και ορκίζεται από τον Αρχιμανδρίτη (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο). Ο Ελ. Βενιζέλος τροποποιεί τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας, εκδιώκει από τα καθήκοντά τους τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους 4 Αρχιερείς, μέλη της Ιεράς Συνόδου, που ενέκριναν το Ανάθεμα, οι οποίοι εκτοπίζονται σε μοναστήρια όπου μένουν φρουρούμενοι. Η Κυβέρνηση διόρισε νέα Ιερά Σύνοδο («αριστίνδην» Σύνοδο) μήνυσε όσους Αρχιερείς συμμετείχαν σε Αναθέματα στην Αθήνα και στις επαρχίες τους και συγκρότησε εκκλησιαστικό δικαστήριο με φιλοβενιζελικούς Επισκόπους, το οποίο τιμώρησε τους αντιφρονούντες Αρχιερείς.

 

29.12.1919: Η Κυβέρνηση κηρύσσει ως απαλλοτριωτέα όλα τα τότε αγροτικά μοναστηριακά ακίνητα προκαλώντας αντιδράσεις της Εκκλησίας προς τον σκοπό αποκατάστασης των γεωργών, με πρόβλεψη αποζημίωσης σε προπολεμικές τιμές, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν καταβλήθηκε.

 

28.2.1920: Η ψήφιση νέου Αγροτικού Νόμου (2052/1920), που επαναλαμβάνει τις απαλλοτριώσεις μοναστηριακών κτημάτων του 1917 και τις επεκτείνει σε όλη την χώρα

 

1922: Η Επαναστατική Κυβέρνηση αποφασίζει μαζικἐς απαλλοτριώσεις μοναστηριακών ακινήτων για την αποκατάσταση των προσφύγων. Απαλλοτριώνονται μεγάλα κτήματα, που δεν καταλήγουν ολόκληρα στους πρόσφυγες.

 

16.11.1920: Η νέα φιλομοναρχική Κυβέρνηση καθαιρεί την φιλοβενιζελική Ιερά Σύνοδο και τον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο (Μεταξάκη) και διορίζει νέα «αριστίνδην» Σύνοδο και επαναφέρει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο. Διενεργούνται αντίστοιχες πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος των έκπτωτων φιλοβενιζελικών Επισκόπων, όπως έπραξαν και πριν το 1920 οι βενιζελικοί σε βάρος των φιλομοναρχικών Επισκόπων.

 

1926: Η Βουλή αναστέλλει το Σύνταγμα του 1911 και παραχωρείόλες τις εξουσίες στον δικτάτορα Θ. Πάγκαλο, ο οποίος προβαίνει σε απαλλοτριώσεις περιουσιών Μονών χωρίς καταβολή αποζημίωση

 

12.7.1928: Η Κυβέρνηση έχοντας πληροφόρηση ότι επίκειται η παραχώρηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος «επιτροπικώς» της διοίκησης των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία Θράκη) σπεύδει και εκδίδει νόμο για την υπαγωγή τους στην Εκκλησία της Ελλάδος και θέτει όρους χωρίς συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

4.9.1928: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκδίδει Πράξη παραχωρεί «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδος τη διοίκηση των Νέων Χωρών θέτοντας στην Εκκλησία της Ελλάδος 10 όρους

 

10.5.1930: Με εισήγηση του Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου καταργείται το Γενικό Εκκλ. Ταμείο και ιδρύεται ο κρατικός «Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» (ΟΔΕΠ). Το Δ.Σ. του Ο.Δ.Ε.Π. αποτελείται από 3 εκπροσώπους της Εκκλησίας και 4 εκπροσώπους της Πολιτείας. Με σειρά διαταγμάτων η περιουσία των Μονών διαιρείται σε «ρευστοποιητέα», η οποία περιέρχεται στη διαχείριση του κρατικού ΟΔΕΠ και «διατηρούμενη», που κρίνεται ότι πρέπει στη διαχείριση των Μονών για τις ανάγκες τους. Η ρευστοποιητέα περιουσία καταγράφεται από τον ΟΔΕΠ με τη βοήθεια των τοπικών υποκαταστημάτων της Εθνικής Τραπέζης, γίνονται εκποιήσεις της και τα χρηματικά ποσά επενδύονται σε καταθέσεις και μετοχές της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Έτσι προκύπτει το χαρτοφυλάκιο μετοχών του Ο.Δ.Ε.Π. στην Εθνική Τράπεζα. Επίσης, γίνονται πάλι νέες συγχωνεύσεις Μονών (που είχαν λιγότερους των 6 μοναχών).

 

5.11.1938: Εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός (Παπανδρέου), αλλά η εκλογή του ακυρώνεται μετά από αίτηση ακυρώσεως 3 Μητροπολιτών από το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο πιέζει η Δικτατορία Μεταξά. Κατά την νέα ψηφοφορία εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Χρύσανθος (Φιλιππίδης).

 

30.4.1941: Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνείται να ορκίσει την Κυβέρνηση Τσολάκογλου απομακρύνεται από το αξίωμά του και στις 2.7.1941 εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός

 

5.9.1945: Ο Κλήρος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση και ζει από προσφορές πιστών. Ο αναγκαστικός νόμος 536/1945 απαγόρευσε την πληρωμή των κληρικών σε είδος από τους ενορίτες και προβλέπει για πρώτη φορά ότι το Δημόσιο ενισχύει την μισθοδοσία του Κλήρου. Η Εκκλησία συνεισφέρει στην μισθοδοσία μέσω της ενοριακής εισφοράς των χριστιανικών οικογενειών (αργότερα καταργήθηκε) και της εισφοράς ποσοστού 25% και αργότερα 35% από τα έσοδα των Ναών

 

18.9.1952: Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεψε κατ’ εξαίρεση για το διάστημα 1952-1955 τη δυνατότητα απαλλοτριώσεων με μειωμένη αποζημίωση (στο 1/3 της αξίας τους), ώστε να αποκατασταθούν οι ακτήμονες γεωργοκτηνοτρόφοι της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στις 15.8.1952 η Κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα με διάταγμα ορίζει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεούται να παραχωρήσει στο Δημόσιο όλη την αγροτολιβαδική περιουσία της εντός 2 μηνών με σύμβαση και με μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας της –αλλιώς το Κράτος θα προχωρήσει σε απαλλοτριώσεις. Συνάπτονται στις 18.9.1952 2 συμβάσεις μεταξύ Εκκλησίας, ΟΔΕΠ και Πολιτείας και παραχωρούνται στο Δημόσιο 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, ενώ το Δημόσιο υποχρεούται να δώσει στην Εκκλησία μειωμένο αντάλλαγμα (με παραχώρηση δημόσιων ακινήτων και καταβολή χρήματος) ίσο με το 1/3 της αξίας των μοναστηριακών ακινήτων. Οι συμβάσεις αποδεικνύονται προβληματικές στη φάση εκτέλεσής τους, καθώς από τα 164 αστικά ακίνητα του Δημοσίου, που έπρεπε να λάβει η Εκκλησία από το Δημόσιο, η Εκκλησία ουδέποτε παρέλαβε τα 41 από αυτά, καθ’ όσον είτε ανήκαν εξαρχής σε τρίτους είτε ήταν καταπατημένα ή μη οικοδομήσιμα.

 

11.9.1962: Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου αποφασίζει την σύσταση μιας μεικτής (κληρικολαϊκής) Επιτροπής για να καταρτίσει νέο καταστατικό νόμο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σχέδιο που παρέδωσε στην Κυβέρνηση (1964) δεν ψηφίσθηκε όμως στοιχεία του χρησιμοποιήθηκαν για τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας του 1969.

 

27.4.1967: Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών εκδίδει σειρά νομοθετημάτων και διοικητικών πράξεων και πετυχαίνει την πραξικοπηματική αλλαγή στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αναστέλλει επ’ αόριστον (κατ’ ουσίαν απαγορεύει) την επικείμενη συνεδρίαση (11.5.1967) της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, καταργεί την υφιστάμενη σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και με νόμο (10.5.1967) θεσπίζει διαδικασία διορισμού 8μελούς Ιεράς Συνόδου της επιλογής της Κυβέρνησης (γνωστή ως «αριστίνδην» Σύνοδος), που διορίζεται από την Κυβέρνηση την επόμενη ημέρα. Επίσης αφαιρεί από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας το δικαίωμα να εκλέγει τους Μητροπολίτες της και επιβάλλει ηλικιακό όριο αποχώρησης (80 ετών) για τους Μητροπολίτες πετυχαίνοντας έτσι την αποχώρηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου). Στις 13.5.1967 η διορισθείσα από την Κυβέρνηση «αριστίνδην» Σύνοδος προτείνει στην Κυβέρνηση 3 πρόσωπα για την κενή θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και επιλέγεται με βασιλικό διάταγμα ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος (Κοτσώνης). Κατά το διάστημα 1967–1971 η «αριστίνδην» Σύνοδος εκλέγει και χειροτονεί 29 νέους Μητροπολίτες και 6 Επισκόπους. Κατά την περίοδο εκείνη 2 Μητροπολίτες εκδιώχθηκαν με αποφάσεις «Συνοδικού Δικαστηρίου» της Εκκλησίας, 5 Μητροπολίτες εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση και 9 Αρχιερείς (ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ καί 8 Μητροπολίτες) αποχώρησαν υποχρεωτικά λόγω του θεσπισμένου ορίου ηλικίας.

 

24.7.1968: Το κράτος αναλαμβάνει να συμπληρώνει τον μισθό του κληρικού τόσο ώστε να ισούται με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου

 

Νοέμβριος 1973Ιούλιος 1974: Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την ανατροπή του συνταγματάρχη Γεώργιου Παπαδόπουλου από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη (25.11.1973), παραιτείται και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης). Με Συντακτική Πράξη (3/1974) προβλέφθηκε η εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και αποκλείονται από τις εκλογές οι Μητροπολίτες, που συνέπραξαν ως μέλη της «αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ (1967), καθώς και όσοι Μητροπολίτες εξελέγησαν από την «αριστίνδην» Σύνοδο (1967-1972). Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας καταλήγει σε 3 υποψηφίους (τριπρόσωπο δελτίο υποψηφίων) και επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας). Μετά από αλληλοδιάδοχες αποφάσεις, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έκρινε τους 10 από τους 29 εκλεγέντες Μητροπολίτες της περιόδου 1967-1972 ως αντικανονικούς και τους κήρυξε μαζί με άλλους 2 Μητροπολίτες της «πρεσβυτέρας» Ιεραρχίας ως έκπτωτους και έκρινε τους υπόλοιπους κατ’ οικονομίαν (επιείκεια), ρητώς ή σιωπηρώς, ως κανονικούς.

 

1987: Ο νόμος 1700/1987 που εισηγήθηκε ο Υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης προβλέπει ότι όσα ακίνητα νέμεται η Εκκλησία χωρίς τίτλο, θεωρούνται με αμάχητο τεκμήριο ως ακίνητα του Δημοσίου και περιέρχονται στον κρατικό ΟΔΕΠ. Ορίζεται νέα διοίκηση του ΟΔΕΠ, ενώ η Ιερά Σύνοδος επιβάλλει στα μέλη της νέας διοίκησης «επιτίμιο ακοινωνησίας» (μικρό αφορισμό, προσωρινή αποκοπή από τα μυστήρια της Εκκλησίας).

 

11.5.1988: Γίνονται διαδηλώσεις της Εκκλησίας με συμμετοχή κληρικών και λαού στην Αθήνα κατά του «νόμου Τρίτση». Τελικά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ με τον Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου συμφωνούν ότι για όσα αγροτικά και δασικά και αγροτολιβαδικά ακίνητα νέμονται και κατέχουν οι Μονές μετά το 1952 χωρίς να διαθέτουν τίτλο ιδιοκτησίας θα παραχωρηθούν στην Πολιτεία με σύμβαση, ενώ οι Μονές θα παρακρατήσουν ορισμένα ακίνητα ως ζώνη περιβαλλοντικής προστασίας γύρω από τις Μονές. Μετά την αλλαγή πολιτικής της Κυβέρνησης ο Αντ. Τρίτσης παραιτείται (Φεβρουάριο 1988) αλλά η παραίτηση δεν γίνεται δεκτή. 149 Μονές αποδέχονται τον διακανονισμό και στις 11.5.1988 υπογράφεται η σύμβαση Εκκλησίας και Πολιτείας για τις Μονές αυτές και η Πολιτεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει στις Μονές το 1% του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο η παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας απαιτεί σύμπραξη Κράτους–Εκκλησίας (επιτροπές καθορισμού περιουσίας, αποφάσεις Νομαρχών κλπ). Ο μοναδικός Μητροπολίτης που συμμορφώθηκε με την Σύμβαση του 1988 ήταν ο τότε Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος, σημερινός Αρχιεπίσκοπος. Η σύμβαση κυρώθηκε με νόμο, και προβλεπόταν ότι όσες Μονές δεν προσχώρησαν στην σύμβαση, διέπονται από τον «νόμο Τρίτση».

 

1990-1993: Οι 11 έκπτωτοι («Ιερωνυμικοί») Μητροπολίτες, που αποπέμφθηκαν με Συντακτικές Πράξεις το 1974 και χωρίς δικαίωμα δικαστικής προστασίας, προσφεύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) κατόπιν της τροπολογίας Ιωάννη Παλαιοκρασά, που τους έδωσε (μετά από 26 χρόνια) το σχετικό δικαίωμα. Οι αποφάσεις έκπτωσής τους ακυρώνονται από το ΣτΕ για τυπικό λόγο (δεν τους δόθηκε δικαίωμα απολογίας), οπότε η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί νομότυπα. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αρνείται να εφαρμόσει τις αποφάσεις του ΣτΕ. Παράλληλα ακυρώνονται από το ΣτΕ και οι εκλογές νέων Μητροπολιτών στις έδρες των δικαιωθέντων έκπτωτων Μητροπολιτών. Προκαλείται έκρυθμη κατάσταση στο εσωτερικό της Εκκλησίας, καθώς οι δικαιωθέντες Μητροπολίτες επιδιώκουν να επανέλθουν στις Μητροπόλεις τους. Η Πολιτεία αναγκάζεται να δημιουργήσει νέες «προσωποπαγείς» Μητροπόλεις (1991) για να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα. Μετά από βίαια επεισόδια από υποστηρικτές του έκπτωτου Μητροπολίτη Αττικής Νικοδήμου Γκατζιρούλη (5.8.1993, Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Κεφαλάρι), ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ συγκαλεί τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (10.8.1993), η οποία τιμωρεί με επιτίμιο ακοινωνησίας τους έκπτωτους Μητροπολίτες (Αττικής) Νικόδημο, (Λαρίσης) Θεολόγο και (Θεσσαλιώτιδος) Κωνσταντίνο λόγω της υποκίνησης επεισοδίων και της πρόκλησης «εν τοις πράγμασιν σχίσματος» μέσα στην Εκκλησία. Το 1996 το ΣτΕ απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεώς τους θεωρώντας ότι η ποινή που τους επιβλήθηκε ήταν «πνευματική» και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από πολιτειακό δικαστήριο.

 

9.12.1994: Οκτώ Μονές, που δεν υπέγραψαν την Σύμβαση της 11.5.1988 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παραπονούμενες κατά του «νόμου Τρίτση» (ν. 1700/1987), ο οποίος συνέχιζε να ισχύει ως προς αυτές. Δικαιώνονται και το ΕΔΔΑ κάνει δεκτό ότι οι Μονές αν και είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν είναι κρατικοί φορείς και ο νόμος Τρίτση είναι αντίθετος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς απαγόρευε ειδικά στις Μονές να αποδεικνύουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επικαλούμενες χρησικτησία, τεκμαίροντας ότι τα ακίνητά τους ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ το ελληνικό δίκαιο επέτρεπε γενικά την επίκληση χρησικτησίας σε κάθε άλλο ιδιοκτήτη.

 

17.7.2000: Μετά από γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (15.5.2000) οι Υπουργοί Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης Γιώργος Δρυς και Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εκδίδουν απόφαση, που εξαιρεί το θρήσκευμα από τα αναγραφόμενα στοιχεία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Προκαλείται μέγιστη διαμάχη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η Εκκλησία προβαίνει σε συγκέντρωση υπογραφών κατά της νέας ρύθμισης, ενώ στις 21.6.2000 μεγάλη συγκέντρωση, με παρουσία και μελών της Ιεράς Συνόδου, στην πλατεία Συντάγματος, όπου απευθύνει λόγο ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος

 

28.1.2004: Λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές (7.3.2004) η Κυβέρνηση Κώστα Σημίτη καταργεί την υποχρεωτική εισφορά της Εκκλησίας προς το Κράτος για την μισθοδοσία του Κλήρου (35% από τα έσοδα των παγκαριών των Ναών).

 

11.2.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο προβαίνει ρητά σε διοικητικό χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Διαχωρίζει από το Δημόσιο Τομέα και τη Γενική Κυβέρνηση του Κράτους την Εκκλησία, η οποία πλέον υπόκειται μόνο στον Καταστατικό της Χάρτη και στους Κανονισμούς που ψηφίζει η Ιερά Σύνοδος. Η Εκκλησία υποχρεούται να εφαρμόζει την κρατική νομοθεσία, μόνο όταν διαχειρίζεται κρατικό χρήμα (π.χ. επιχορηγήσεις) ή κοινοτικούς πόρους (π.χ. ΕΣΠΑ).

 

7.10.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο αναγνωρίζει ότι τα διατάγματα που εξέδωσε το κράτος τη δεκαετία του 1930 για την υπαγωγή της μοναστηριακής περιουσίας στον κρατικό ΟΔΕΠ και η σύμβαση Κράτους και Εκκλησίας της 18.9.1952 αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας για τα μοναστηριακά ακίνητα.

 

5.10.2016: Από τον Ιανουάριο 2016 ο Υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης είχε ανακοινώσει ότι θα τεθούν σε ισχύ νέα Προγράμματα για το μάθημα των Θρησκευτικών, που εισάγουν ένα μη ομολογιακό μάθημα. Στις 13.9.2016 δημοσιεύονται οι νέες υπουργικές αποφάσεις για το μάθημα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος στέλνει στις 28.9.2016 υπόμνημα κατά των νέων Προγραμμάτων, με παραλήπτη τον Υπουργό Ν. Φίλη και τα κόμματα, ζητώντας διάλογο για το μάθημα. Στις 5.10.2016 γίνεται συνάντηση Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου και συμφωνείται η έναρξη επιστημονικού διαλόγου των 2 πλευρών. Στον επόμενο ανασχηματισμό ο Νίκης Φίλης αποπέμπεται από την Κυβέρνηση.

 

Ιούλιος 2017: Ο Υπουργός Παιδείας Ν. Γαβρόγλου εκδίδει νέες υπουργικές αποφάσεις για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών μετά από διάλογο αντιπροσωπείας της Εκκλησίας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ο οποίος συνεχίζεται και το 2018.

 

6 Νοεμβρίου 2018: Κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας–Εκκλησίας της Ελλάδος και κοινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο. Σύμφωνα με την ανακοινωθείσα πρόθεση συμφωνίας:

 

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.
  2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.
  3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
  4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
  5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.
  6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών,με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.
  7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.
  9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
  10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.
  11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.
  12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
  13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.
  14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.
  15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.
Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις

Δημοκρατία και Διεύρυνση: ΕΕ, Βαλκάνια και το Δημοψήφισμα στην πΓΔΜ

Το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ για την Συμφωνία των Πρεσπών έχει προφανείς επιπτώσεις για την πορεία της επίλυσης του ονοματολογικού προβλήματος και τις πολιτικές εξελίξεις σε Αθήνα και Σκόπια. Αξίζει όμως να εξετάσουμε και τις επιπτώσεις του στην Ευρωπαϊκή πολιτική εν γένει και την σχέση της ΕΕ  με τα Δυτικά Βαλκάνια.

Το πρώτο συμπέρασμα Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος είναι ότι η ΕΕ παραμένει ένα μη-ελκυστικό, αν όχι τοξικό, πολιτικό προϊόν. Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες της πΓΔΜ ήταν αν επιθυμούν την μελλοντική ένταξή τους στην ΕΕ (και το ΝΑΤΟ), με την αλλαγή του ονόματος της χώρας ως προϋπόθεση αυτής. Ο Ζάεφ ήλπιζε ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΕ θα έπειθε τους εκλογείς του να στηρίξουν την συμφωνία. Όπως φάνηκε, έκανε λάθος.

Κάποιοι ευρωπαίοι παρατηρητές έσπευσαν να αποδώσουν το αποτέλεσμα στις ιδιαιτερότητες των Βαλκανίων. Οι ελίτ της ΕΕ όμως καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουν ότι το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ δεν ήταν εξαίρεση αλλά η πολλοστή περίπτωση όπου η Ευρώπη κρίθηκε, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, στην κάλπη και έχασε. Όταν η ΕΕ φτάνει να υφίσταται ήττα όχι μόνο π.χ. στην Μεγάλη Βρετανία αλλά ακόμα και στην μικρή, φτωχή και ασταθή πΓΔΜ, θα πρέπει να επανεξετάσει πολλά πράγματα για τις πολιτικές και την πορεία της.

Σε συμβολικό επίπεδο επομένως η ΕΕ, και ιδιαίτερα η διπλωματική της ηγεσία, υπέστη έναν διασυρμό στην πΓΔΜ. Αυτό έχει όμως συνέπειες και στο πρακτικό επίπεδο, αφού κατέδειξε τα αδιέξοδα της πολιτικής διεύρυνσης στα Δυτικά Βαλκάνια. Το βασικό πρόβλημα είναι η δυσανεξία των λαών της περιοχής τόσο με την ΕΕ, της οποίας η εικόνα έχει φθαρεί μετά τις κρίσεις του ευρώ και του προσφυγικού, όσο και με τις συνεργαζόμενες με αυτήν τοπικές ελίτ, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένες και αυταρχικές. Παρόλη την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης της πΓΔΜ, η νίκη της αποχής – ακόμα και μεταξύ των αλβανόφωνων όπως δείχνουν τα πρώτα στοιχεία – συμφωνεί με αυτήν την εικόνα αποξένωσης των λαών από το σύμπλεγμα εξουσίας ΕΕ-τοπικών ελίτ την οποία σχετικές έρευνες έχουν δείξει και σε άλλες χώρες της περιοχής.

Οι ηγεσίες αυτών των χωρών μπορεί επομένως να μην βρουν ποτέ την αναγκαία λαϊκή υποστήριξη για μεταρρυθμίσεις και συμβιβασμούς προκειμένου να ικανοποιήσουν τα απαιτητικά κριτήρια ένταξης. Ενόψει αυτού, η ΕΕ πρέπει να αρχίζει να εξετάζει την εναλλακτική ενός πιο χαλαρού πλαισίου συνεργασίας με τα Βαλκάνια, με έμφαση σε πολιτικές στρατηγικού χαρακτήρα (πχ ενέργεια) και με μια μεταβλητή γεωμετρία σχέσεων ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε κράτους στην περιοχή. Όσο ευγενής και αν είναι ο στόχος της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, τα όρια της διεύρυνσης, όπως και της Ευρωπαϊκής ενοποίησης εν γένει, πρέπει να είναι πάντα τα όρια που θέτουν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Ίσως οι δυνατότητες των ελίτ τόσο των Βαλκανίων όσο και της ΕΕ να μην αρκούν σήμερα για κάτι περισσότερο από την οικοδόμηση, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μιας ευέλικτης στρατηγικής σχέσης.

Άγγελος Χρυσόγελος

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2018

Posted in Uncategorized

Εξωτερική Πολιτική και αποδόμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή Ιωάννης Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Πλείστα τα δημοσιεύματα, αρκετά χρόνια τώρα, κριτικής και αποδόμησης των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009. Παράλληλα, συχνές οι αναφορές στο σχέδιο Πυθία και τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή με αντικρουόμενες πληροφορίες.

Η κριτική στην πενταετία 2004-2009, όπως και σε κάθε κυβερνητική θητεία καθίσταται θεμιτή  και δίκαιη όταν αντικατοπτρίζει ψηλαφητές όψεις της πραγματικότητας που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Παράλληλα, η κριτική αυτή μπορεί να εκκινήσει και από τη βάση των υποστηρικτών της ΝΔ, από μια καθαρά συντηρητική οπτική για μια σειρά ζητημάτων όπως οι νομιμοποιήσεις λαθρομεταναστών, το βιβλίο της κ. Ρεπούση για την ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού αλλά και το σύμφωνο συμβίωσης ετερόφυλων ζευγαριών, η θεσμοθέτηση του οποίου άνοιξε το δρόμο για το αντίστοιχα ομόφυλα. Παράλληλα, η διαιώνιση των παθογενειών της οικονομίας οδήγησε σε λήψη νέων δανείων και άρα συνέχιση της εξάρτησης και υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της χώρας, κάτι για το οποίο θεωρητικά θα  πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη μια «δεξιά κυβέρνηση».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η  οπτική της κριτικής που ασκείται στη κυβέρνηση Κ. Καραμανλή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αφορμή για αυτό το σημείωμα στάθηκε ένα πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Παναγιώτη Τσάκωνα στην εφημερίδα Τα Νέα, προ εβδομάδων, με τίτλο «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»[1]

Το άρθρο αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά στο παρόν σημείωμα θα γίνουν ευρύτερες επισημάνσεις χωρίς, παράλληλα, να αποπειράται γενική επισκόπηση όλων των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και συνολική αποτίμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή. Κάτι τέτοιο καθίσταται δυσχερές στο πλαίσιο ενός κειμένου περιοδικού.

Σύμφωνα με το άρθρο η διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στη μεταπολιτευτική περίοδο, βασίστηκε στο δίπολο: « επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών ή διαιώνισή τους; » με τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και  Κωνσταντίνο Σημίτη να ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Οι διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές των τριών, σύμφωνα με τον κ. Τσάκωνα, προσέθεταν αξία και κύρος στην παραπάνω  στάση, της επίλυσης των διαφορών. Αυτό, όμως, που προκύπτει είναι ότι οι προαναφερόμενοι πρωθυπουργοί δεν κατάφεραν να επιλύσουν κανένα  από τα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και αντίθετα με τις κατά καιρούς συμφωνίες που υπέγραψαν ή τα πλαίσια στα οποία συναίνεσαν επιδείνωσαν περαιτέρω τη θέση της χώρας. Το πρακτικό της Βέρνης του Νοεμβρίου 1976 μεταξύ Κ. Καραμανλή και Σ. Ντεμιρέλ  δέσμευε τις  δύο χώρες να μην προβούν σε ενέργειες (έρευνες πέραν των 6ν.μ.) που μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσκομμα  στις διαπραγματεύσεις.

Το Πρακτικό της Βέρνης καθόριζε το πλαίσιο του διαλόγου για την υφαλοκρηπίδα συντείνοντας στη δημιουργία κατάλληλου διαπραγματευτικού πλαισίου εν’ όψει διαπραγματεύσεων τοποθετώντας, στα μάτια τρίτων, όμως, στην ίδια θέση Ελλάδα και Τουρκία  ενώ ήταν η Αθήνα ο άμεσος ενδιαφερόμενος για τη διενέργεια ερευνών, παρουσιάζοντας την Άγκυρα ως έχουσα την ίδια βαρύτητα και τα ίδια συμφέροντα στο Αιγαίο. Το Πρακτικό αφορούσε τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και δεν είχε σκοπό ύπαρξης μετά την κατάρρευση των συνομιλιών το 1981 ως συνέπεια της τουρκικής στάσης αν και κατά καιρούς ορισμένοι δημοσιολογούντες κάνουν αναφορά στο παραπάνω κείμενο, αφελώς,  αποδίδοντάς του συμβατική δέσμευση ώστε να αποτρέψουν κάθε ενέργεια της Αθήνας στον τομέα των ερευνών.

Η κρίση του 1987 και η θέση της Άγκυρας ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Σεισμικ-1» δεν θα διεξήγαγε έρευνες στη διαφιλονικούμενη υφαλοκρηπίδα αν η Αθήνα έπραττε το ίδιο παγίωσε την εικόνα των ίδιων, ίσων δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Η Συμφωνία  της Μαδρίτης  δε, τον Ιούλιο του 1997 μεταξύ Κ. Σημίτη και Σ. Ντεμιρέλ με τον πλέον εμφατικό τρόπο νομιμοποίησε τα «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της». Η παραπάνω διάταξη επιτρέπει στην Άγκυρα διασταλτικά και υποκειμενικά να ερμηνεύει (βάσει όποιων αυθαίρετων πολιτικών και γεωπολιτικών κριτηρίων) τα όποια ζωτικά συμφέροντα θεωρεί ότι έχει, πέραν αυτών στην υφαλοκρηπίδα τα οποία η Αθήνα δέχεται. Η δε φράση των «νόμιμων συμφερόντων» μπορεί να ερμηνευθεί από τη γείτονα διασταλτικά υπό την έννοια ότι αυτά αναγνωρίζονται ρητώς από το διεθνές δίκαιο (ως νόμιμα) άρα προστατεύονται αυτόματα και συνεπώς δεν απαιτείται προηγούμενη συνεννόηση με το άλλο μέρος. Παράλληλα, όμως, τα δύο μέρη δηλώνουν τη δέσμευσή τους για την αποφυγή «μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση». Ως μια τέτοια μονομερή ενέργεια, η οποία θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη  η Άγκυρα θεωρεί το, κατοχυρωμένο από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 ν.μ. θεωρώντας το casus belli.

Κάθε συμφωνία με την άλλη πλευρά, κάθε γραπτή σύμβαση δεν συνεπάγεται και βελτίωση της θέσης της χώρας. Κάλλιστα, μια συναινετική συμφωνία μπορεί να πλήττει εθνικά συμφέροντα. Η Συμφωνία της Μαδρίτης το επιβεβαιώνει.

Επισημάνσεις για Κυπριακό και Σκόπια

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω ακολουθούν σύντομες αναφορές για το Κυπριακό και το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων αν και το άρθρο του κ. Τσάκωνα δεν προβαίνει σε αναφορές για αυτά τα δύο ζητήματα.

Αναφορικά με το Κυπριακό, τόσο ο Κ. Μητσοτάκης, όσο και ο Κ. Σημίτης υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν. Μάλιστα ο πρώτος, σε συνέντευξη του το 2014 σε Κύπριο δημοσιογράφο, είχε υποστηρίξει πως η τότε κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή έπρεπε να παρέμβει και να πιέσει την κυβέρνηση του Τ. Παπαδόπουλου για αποδοχή του παραπάνω σχεδίου.[2] Η στάση του Κ. Καραμανλή, μη άσκησης πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση, έδωσε τα περιθώρια στην τότε κυπριακή ηγεσία να πάρει σαφή θέση κατά του σχεδίου, δυνατότητα η οποία θα είχε περιοριστεί αν η Αθήνα, όπως υποστήριξε ο Κ. Μητσοτάκης, είχε ενεργά παρέμβει για να ασκήσει πίεση προς αποδοχή του σχεδίου Ανάν. Η στάση της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή μπορεί να έδωσε περιθώρια στον Τ. Παπαδόπουλο, παράλληλα, όμως φάνηκε να αποδέχεται το βασικό πλαίσιο του σχεδίου τονίζοντας χαρακτηριστικά στο διάγγελμα, στις 15 Απριλίου 2004, πως το σχέδιο έχει «και θετικά στοιχεία και δυσκολίες» επισημαίνοντας την εμπιστοσύνη του στη «δύναμη της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στη δύναμη της να αμβλύνει τις όποιες δυσκολίες. Για αυτό και θεωρώ ότι μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής τα θετικά σημεία μπορούν να αποδειχθούν υπέρτερα των αρνητικών». Η αποδοχή του πλαισίου τόσο από την Αθήνα, όσο και μετά το Δημοψήφισμα από τον Κύπριο Πρόεδρο (συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006) επέτρεψε στον Δ. Χριστόφια (Κοινό Ανακοινωθέν του Προέδρου Χριστόφια με τον Μ.Α. Ταλάτ, στις 23-5-2008) και στον Ν. Αναστασιάδη (Κοινό Ανακοινωθέν 11ης  Φεβρουαρίου 2014  Προέδρου Αναστασιάδη-Ν. Έρογλου) να επαναφέρουν το ίδιο πλαίσιο λύσης το περιεχόμενο του οποίου είναι επανάληψη του σχεδίου Ανάν έστω και αν δεν φέρει πλέον αυτόν τον τίτλο. Η επιδίωξη του τακτικού πλεονεκτήματος μην τυχόν χρεωθεί η Αθήνα την κατηγορία περί αδιάλλακτης στάσης επιδεινώνει συνεχώς το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού με νέες παραχωρήσεις. Η κυβέρνηση Καραμανλή διέπραξε το ίδιο λάθος αν και η μη άσκηση πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση και η εκ των προτέρων διαβεβαίωση σεβασμού της ετυμηγορίας του Κυπριακού Ελληνισμού διευκόλυνε να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί η δυναμική της αντίθεσης στο σχέδιο Ανάν.

Η στάση της κυβέρνησης Καραμανλή στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων παρουσιάζει ομοιότητες με τη θέση στο σχέδιο Ανάν. Αποδέχτηκε και επίσημα την παραχώρηση που είχε γίνει με τη συμπερίληψη της λέξης Μακεδονία στο προσωρινό όνομα της χώρας, την περασμένη δεκαετία, οριοθετώντας τη θέση της χώρας ως «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή».[3] Παράλληλα, δεν αποδέχθηκε ότι τα Σκόπια πρέπει να καταστούν μέλος του ΝΑΤΟ χωρίς προηγούμενη οριστική, αμοιβαία αποδεκτή λύση της ζητήματος της ονομασίας με την επικύρωση της λύσης αυτής από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η προϋπόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή περί προηγούμενης οριστικής επίλυσης του ονοματολογικού ήταν το ελάχιστο προαπαιτούμενο που θα μπορούσε να βάλει η Αθήνα. Χωρίς αυτό η είσοδος των Σκοπίων θα ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό κάθε κίνητρο του γειτονικού κράτους να μετέχει στο διάλογο για οριστική επίλυση του ζητήματος. Και σε αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση Καραμανλή θέλωντας να αποφύγει την κατηγορία της αδιαλλαξίας υπαναχώρησε αποδεχόμενη τον όρο Μακεδονία ως στοιχείο της οριστικής λύσης. Η αξία της αντίθεσης της Αθήνας δεν πρέπει να υποτιμάται δεδομένων των διεθνών πιέσεων, αλλά ούτε και να θεωρείται πράξη ηρωισμού από τη στιγμή κατά την οποία η Αθήνα συναίνεσε στον όρο Μακεδονία να αποτελεί μέρος της τελικής λύσης αποδεχόμενη τον πυρήνα της απαίτησης του γειτονικού κράτους. Η εμμονή στη «μακεδονική εθνότητα» πηγάζει από το όνομα αυτό καθ’ εαυτό, και δευτερευόντος από τα σχολικά εγχειρίδια και τις συνταγματικές αναφορές.

 Στρατηγική του Ελσίνκι

Επανερχόμενοι στο άρθρο του κ. Τσάκωνα, σχετικά με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, ο κ. καθηγητής τονίζει πως «η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας τον Μάρτιο του 2004 βρισκόταν στον αντίποδα της «κουλτούρας επίλυσης» όχι μόνο του Κώστα Σημίτη αλλά και του ίδιου του ιδρυτή της παράταξης Κωνσταντίνου Καραμανλή». Φοβούμενη το πολιτικό κόστος, συνεχίζει, η «νεο-καραμανλική» στρατηγική έναντι της Τουρκίας υιοθέτησε «την πολιτική της μη πολιτικής που όμως αποτελεί πολιτική» (κατά δήλωση αξιωματούχου της τότε κυβέρνησης), απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Η εν λόγω στάση της κυβέρνησης Καραμανλή, στο βαθμό που έχει μελετηθεί και δεν έχει συνοπτικά απαξιωθεί, θεωρείται φοβική λόγω του πολιτικού κόστους  αποκλείοντας το ενδεχόμενο να είναι το αποτέλεσμα σκέψης και πρόκρισης της έναντι άλλων διαθέσιμων εναλλακτικών.

Η φράση δε «…απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης» μαρτυρά μια ασύγγνωστη αφέλεια η οποία καταφέρνει να εντοπίσει στα συμπεράσματα της Προεδρίας της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι, 10-11 Δεκεμβρίου 1999,  συμβατική δέσμευση της Άγκυρας αναφορικά με την επίλυση των εκκρεμουσών διαφορών με την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των συμπερασμάτων το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενθάρρυνε  τα  υποψήφια κράτη να επιλύσουν εκκρεμείς συνοριακές διαφορές, μεταξύ άλλων, και με την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος («within a reasonable time»), φράση η οποία σημαίνει τις κατάλληλες και ενδεικνυόμενες συνθήκες- ο καθορισμός των οποίων είναι υποκειμενικός εξαρτώμενος από τα συμφέροντα εκάστης χώρας – και δεν συνεπάγεται κάποιο νοητό έστω χρονικό όριο. Η δε επισήμανση του κειμένου για το περίφημο ορόσημο του τέλους του 2004, δεν αναφέρεται στην υποχρέωση των κρατών να έχουν επιλύσει ή έστω  να έχουν προσφύγει μέχρι τότε στη Χάγη αλλά στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να έχει επανεξετάσει, μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, την κατάσταση αναφορικά με εκκρεμείς διαφορές και να προωθήσει (promote)  τις τελευταίες προς επίλυση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Το χρονικό ορόσημο δεν αφορά υποχρέωση κρατών να επιλύσουν υποχρεωτικά τις διαφορές τους στη Χάγη, αλλά αναφέρεται στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να επανέλθει στο ζήτημα. [«The European Council will review the situation relating to any outstanding disputes, in particular concerning the repercussions on the accession process and in order to promote their settlement through the International Court of Justice, at the latest by the end of 2004»].

Το λεκτικό του κειμένου δεν επιβάλλει καμιά υποχρέωση στα υποψήφια κράτη πολλώ δε μάλλον όταν η ΕΕ δεν ενδιαφέρεται, διαχρονικά, μονοσήμαντα στην επίλυση εκκρεμουσών  διαφορών μέσω της Χάγης αποκλειστικά αλλά γενικά και αόριστα.[4]

Η άποψη ότι δεν  συνιστά υποχρέωση η προσφυγή στη Χάγη επιβεβαιώνεται στο ίδιο το κείμενο όταν αμέσως μετά τονίζεται με τρόπο άμεσο και ξεκάθαρο η υποχρεωτικότητα των ενταξιακών κριτηρίων της Κοπεγχάγης όπως σταθεροί δημοκρατικοί θεσμοί, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προστασίας μειονοτήτων, λειτουργική οικονομία της αγοράς και διοικητική ικανότητα προς αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.[5]

Στην παρανόηση περί υποχρεωτικότητας εμμένει και ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, ο οποίος με πρόσφατη δήλωσή του τόνισε, μεταξύ άλλων,  πως η Αθήνα θα πρέπει να προτρέψει τις Βρυξέλλες, να «διασφαλίσουν μέτρα προστασίας» για την Ελλάδα μεταξύ των οποίων και ο «ακόμη ανεκπλήρωτος όρος της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι (1999), δηλαδή ο όρος προς την Τουρκία να επιλύει ειρηνικά τις διαφορές της με τους γείτονες σε διμερές επίπεδο, και σε περίπτωση αδιεξόδου επίλυσής τους, να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για επίλυση» σημειώνοντας, παράλληλα, πως η  «ρύθμιση αυτή, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η χώρα από κατασκευασμένες ή τυχαίες κρίσεις».[6] Ασύγγνωστη άγνοια για τις σταθερές των διακρατικών σχέσεων από έναν άνθρωπο, ο οποίος υπήρξε η ουσιαστική κεφαλή της χώρας για οκτώ έτη.

Φανταζόμαστε ορόσημα, νoμικές δεσμεύσεις, συμβατικές υποχρεώσεις που δεν υπάρχουν ώστε  να μετατοπιστεί το επίκεντρο της διαμάχης στο νομικό επίπεδο, στη σφαίρα του διαλόγου το οποίο δήθεν δεν επηρεάζεται από το στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος. Στην πραγματικότητα οι συντελεστές ισχύος μιας χώρας, προεξαρχουσών  της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, καθορίζουν το πλαίσιο, το περιεχόμενο, και πολλές φορές, το αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών, διαδικασία η οποία δεν αποτελεί μια απλή διαλεκτική αντιπαράθεση όπου το καλύτερο επιχείρημα κερδίζει…  Δεν υπήρχε καμία υποχρεωτικότητα για την Τουρκία από την οποία η πολιτική της κυβέρνησης  Καραμανλή να την αποδέσμευσε.

Η στρατηγική του Ελσίνκι, ήτοι η «κοινοτικοποίηση των ελληνοτουρκικών διαφορών» και η μεταφορά του πεδίου επίλυσης τους στις Βρυξέλλες αποτέλεσε την τελευταία εκδοχή «εξωτερικής ανάθεσης» (οutsourcing) της ελλαδικής πολιτείας. Η μονότονη επίκληση, από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ασαφών εννοιών όπως «ευρωπαϊκά σύνορα» και «ευρωστρατός» καταμαρτυρεί, διαχρονικά, έναν «ελλαδικό ευρωπαϊσμό», μια εθνική μειονεξία υποκατάστασης της ευθύνης διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων.

Η πίστη, όμως, στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, βασικό στοιχείο κοινοτικοποίησης των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν επιβεβαιώθηκε. Η φύση του τουρκικού πολιτικού συστήματος και οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών  απομάκρυναν το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στο ευρωενωσιακό εγχείρημα. Παραδόξως, ανάλογη διαπίστωση κάνει στο άρθρο του ο καθηγητής Τσάκωνας: «Η ΕΕ εισήλθε σε μια πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη κρίση, ενώ εντάθηκε η διολίσθηση της Τουρκίας προς τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό στο εσωτερικό και την απομόνωση στο εξωτερικό».[7]

Παράλληλα, σημειώνει πως η απαξίωση της στρατηγικής του Ελσίνκι «επανέφερε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο δύσκολο και εν πολλοίς απρόβλεπτο διμερές πλαίσιο» και πως ο « χρόνος – αποδεδειγμένα πλέον – λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων».[8] Κοινή διαπίστωση, όμως, είναι ότι ποτέ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν άλλαξαν πλαίσιο πέραν του διμερούς. Η απροθυμία των Βρυξελλών και η ακαταλληλότητα της Άγκυρας  δεν επέτρεψαν μια τέτοια προοπτική. Αποτελεί  ανεπαρκή ανάγνωση της πραγματικότητας να κατηγορείται η κυβέρνηση Καραμανλή και κάθε ελληνική κυβέρνηση για το ναυάγιο της προοπτικής ένταξης της Τουρκίας από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η Αθήνα, αφελώς, υποστηρίζει την τουρκική υποψηφιότητα για πλήρη ένταξη… Όσον αφορά τον χρόνο, αποτελεί ουδέτερο στοιχείο. Δεν λειτουργεί εις βάρος ή υπέρ μιας χώρας. Οι ενέργειες εντός του χρόνου αυτού καθορίζουν και τη σχετική του αξία.

 Καταληκτικά σχόλια

Οι ευθύνες της μέτριας διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας δεδομένες και πέραν πάσης αμφισβήτησης. Η κριτική που εστιάζεται στην ειλικρινή και αξιολογικά ουδέτερη αποτίμηση της περιόδου 2004-2009 καθίσταται επιβεβλημένη λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων που ακολούθησαν με την τραγική παρεμβολή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου.

Ίσως, όμως, πιο πολύ και από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες των κυβερνήσεων του Κ. Καραμανλή, ορισμένους κύκλους,  ενοχλεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός προσπάθησε, αποσπασματικά και ατελέσφορα όπως αποδείχθηκε, να προτάξει το εθνικό συμφέρον πέραν από τη μονοσήμαντη συμμαχική νομιμοφοσύνη στο ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Aυτή η προσπάθεια μερικής έστω διαφοροποίησης ενοχλεί. Πολλές φορές η δίκαιη κριτική στη διακυβέρνηση Καραμανλή εκτραχύνεται σε ανοίκειες επιθέσεις με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και απόπειρα γελοιοποίησης  τόσο της εξωτερικής πολιτικής της τότε κυβερνήσης, όσο και του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού. Η σκέψη ότι η Αθήνα θα μπορούσε να έχει ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις, πέραν των συμμαχικών δεσμών, και να μην προσεγγίζει τα δικά της εθνικά συμφέροντα, μονοσήμαντα, υπό το πρίσμα των ευρωατλαντικών θεσμών, όπως η προσέγγιση με τη Μόσχα προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να καταδείξει, φαίνεται να σκανδαλίζει ορισμένους κύκλους εντός και εκτός της χώρας.

Η σκέψη ανεξάρτητης δράσης δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από τη συμβατική σκέψη της μονοσήμαντης, άνευ όρων προσήλωσης, στη Δυτική Συμμαχία. Μονοσήμαντη προσήλωση η οποία αποκόπτει ζώνες επικοινωνίας, ευκαιρίες εκμετάλλευσης της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Αν. Μεσογείου. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Αν. Μεσόγειο ανάγκασαν την Αθήνα, καθυστερημένα, να διευρύνει, πιο ενεργά, την στρατηγική της θέαση πέραν του βαλκανικού περίγυρου και της Δυτικής Ευρώπης.

Κάθε πολιτική, η οποία δεν επιβεβαιώνει την κρατούσα αντίληψη περί των συμμαχιών της χώρας απονομιμοποιείται ως βασιζόμενη στο θυμικό, στο συναίσθημα και ως αποτέλεσμα ψυχολογικής πίεσης λόγω εκλογικού κόστους. Η ορθολογική προσέγγιση φυλάσσεται μόνο για τη παραπάνω συμβατική θέση της άκριτης ταύτισης με το δυτικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Μόνο  αυτή η άποψη, υποστηρίζεται,  βασίζεται σε αξιολογικά ουδέτερη ανάλυση της πραγματικότητας και διαθέτει τα εχέγγυα της επιστημονικής έρευνας. Ως εκ τούτου κάθε εναλλακτική προσέγγιση στερείται «σοβαρότητας» και «υπεύθυνης προσέγγισης», αποτελεί στυγνό λαϊκισμό για να χαϊδέψει τα αυτιά των ψηφοφόρων και οι εμπνευστές της δεν κατανοούν τη διεθνή πολιτική. Κάθε άλλη προσέγγιση συνιστά ακύρωση της λογικής και δεν μπορεί να σταθεί στο δημόσιο διάλογο εφ’ όσον υπάρχει η δική μας TINA (There is No Alternative).

Ιστορικά, όμως, η θέση του Ελληνισμού, επιβάλλει την αποδέσμευση από μια τέτοια περιοριστική προσέγγιση. Ελληνισμός, ο οποίος, διαχρονικά, βάλλεται από Βορρά, Ανατολή και Δύση και η συνοριακή θέση την οποία καταλαμβάνει μεταξύ περιοχών διαφορετικών πολιτιστικών και θρησκευτικών παραδόσεων επιβάλλει μια πολυδιάστατη διεθνή παρουσία η οποία να κάνει χρήση όλων των στοιχείων του Ελληνισμού πέραν του ελλαδικού και κυπριακού κράτους: τη Διασπορά, τις ιστορικές ελληνικές κοινότητες, τη διεθνή παρουσία της Ορθοδοξίας (Πατριαρχεία, ελληνορθόδοξο ποίμνιο) ώστε παράλληλα με το  ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών να διαθέτει η χώρα μια διεθνή παρουσία, η οποία να μην εγκλωβίζεται γεωγραφικά και να διαθέτει την ευρύτητα θέασης την οποία ο ιστορικός ρόλος του Ελληνισμού της προσφέρει.

O Κ. Καραμανλής σωστά διερμήνευσε το λαϊκό αίσθημα για μια πιο ανεξάρτητη, ισορροπημένη εξωτερική πολιτική. Η στήριξη του λαού απαραίτητη προϋπόθεση σε κάθε εγχείρημα εξωτερικής πολιτικής.[9] Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα και το κόστος το οποίο κατέβαλλε  η χώρα, η προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο χλευασμού στο όνομα της «υπεύθυνης, ορθολογικής ανάλυσης». Η ηγεσία της χώρας να χτίσει πάνω σε αυτήν την ατελέσφορη προσπάθεια ώστε να καθιερωθεί στη συνείδηση όλων ο μονόδρομος  της πιο ισορροπημένης, περισσότερο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Δεν συνιστά καπρίτσιο ή χίμαιρα αλλά  στοιχειώδης προϋπόθεση εθνικού βίου. Μαζί με την παραπάνω συνειδητοποίηση και η επίγνωση της καταβολής του απαραίτητου κόστος όταν αυτό απαιτείται…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουνίου 2018.

[1] Παναγιώτης Τσάκωνας, «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;», http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5557763/h-neo-karamanlikh-strathgikh-epanakamptei/

[2] Η σχετική συνέντευξη εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=y7lOn3H0w1Q 56:00 και μετά.

[3] Η επίσημη θέση της ΄χώρας στον ιστότοπο του Υπουργρίου Εξωτερικών, https://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/.

[4] Χαρακτηριστική η στάση των Βρυξελλών  στο Κυπριακό όπου το περιεχόμενο της όποια λύσης θα ενδυθεί το κύρος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου.

[5] Το κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής, http://www.europarl.europa.eu/summits/hel1_en.htm . Σχετικά με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, https://ec.europa.eu/neighbourhood-enlargement/policy/glossary/terms/accession-criteria_en

[6] Βλέπε σχετικά, http://www.protagon.gr/epikairotita/simitis-gia-ellinotourkika-i-kyvernisi-na-apaitisei-efarmogi-tis-symfwnias-tou-elsinki-44341587634.

[7] «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»

[8] Ibid.

[9] Η υποτίμηση του λαϊκού παράγοντα, εκ μέρους κυρίαρχων παραγόντων διαμόρφωσης στάσεων και συνειδήσεων στην ελλαδική κοινωνία, κατέδειξε τα όρια της τόσο στην καταψήφιση του σχεδίου Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, όσο και στην  αντίθεση της πλειονότητας των πολιτών στην αποδοχή του όρου Μακεδονία για την ονομασία των Σκοπίων.

Posted in Uncategorized