Ελληνικός Συντηρητισμός; Συζητώντας με τον Κώστα Ιορδανίδη / Παρ 16 Φεβρουαρίου, 18.00

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την ιστορική πορεία, τα υφολογικά χαρακτηριστικά και τις προοπτικές ενός ρεύματος Ελληνικού Συντηρητισμού στην πατρίδα μας, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής εγκαινιάζει μια σειρά εκδηλώσεων με ομιλητές από τον ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο.


Την επόμενη Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, στις φιλόξενες εγκαταστάσεις του New York College, Λεωφ. Αμαλίας 38, στο Σύνταγμα, και ώρα 18:00, η πρώτη εκδήλωση με τη παρουσία του γνωστού δημοσιογράφου της εφημερίδας «Καθημερινή» Κώστα Ιορδανίδη.


Σχολιάζει ο υπ. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Λεωνίδας Σταματελόπουλος, εταίρος του ΙΝΣΠΟΛ.

 

Advertisements
Posted in Εκδηλώσεις

Τέλος ή Αρχή;

Η επιτυχία των δυο συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα οφείλεται στο ότι ενσάρκωναν ταυτόχρονα δυο πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας: τον πατριωτισμό/εθνικισμό, και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι διαδεδομένα φαινόμενα για λόγους που άπτονται των συνθηκών γέννησης και διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτά τα δυο ρεύματα αναπόφευκτα αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Η σύζευξή τους όμως σήμερα υπό συνθήκες κυβερνώσας αριστεράς ανοίγει πρωτοφανείς προοπτικές.

Ο εθνικισμός θεωρείται συνήθως ένα πιο δεξιόστροφο φαινόμενο ενώ ο λαϊκισμός, καθώς αμφισβητεί ιεραρχίες και κατεστημένα, αφορμά από ένα σημείο πιο κοντά στην αριστερά. Πέραν αυτών των προδιαθέσεων όμως, εθνικισμός και λαϊκισμός μπορούν να συνυφανθούν με ιδέες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η ιστορική παράταξη της ελληνικής δεξιάς γεννήθηκε ως αντισυστημικός αντιβενιζελισμός, ενώ η αριστερά αύξησε την επιρροή της όποτε υιοθέτησε πατριωτικά συνθήματα και μοτίβα (ΕΑΜ, Παπανδρέου, και πιο πρόσφατα ΣΥΡΙΖΑ).

Όποτε ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός συναντιούνται, το ιδεολογικό πρόσημο που προκύπτει εξαρτάται από το σχετικό βάρος της κάθε μιας ιδεολογίας στο μείγμα. Στο παρελθόν, τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία το 1992 και 1994 και οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες το 2000 εμπεριείχαν το στοιχείο αμφισβήτησης κυρίαρχων επιλογών του κράτους, επικρατούσαν όμως εθνικιστικά/ταυτοτικά μοτίβα. Η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 από την άλλη χρησιμοποίησε και το λεξιλόγιο του πατριωτισμού, αλλά στο μήνυμά της κυριαρχούσαν αντισυστημικά μοτίβα και ιδέες κοινωνικής δικαιοσύνης, και για αυτό εκφράστηκε κομματικά από την αριστερά.

Τα σημερινά συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» φαίνεται να ορίζονται κυρίως από τον εθνικισμό/πατριωτισμό, αν και εμπεριέχουν και μια αντισυστημική διάσταση. Αν κοιτάξει κανείς προηγούμενα παραδείγματα εθνικοπατριωτικής μαζικής κινητοποίησης, θα δει ότι αυτές δεν τείνουν να προκαλούν συστημικές πολιτικές αλλαγές. Ούτε τα συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του ’90 αμφισβήτησαν τον τότε δικομματισμό, ούτε οι λαοσυνάξεις έπαιξαν ρόλο στον κομματικό ανταγωνισμό (η ήττα του ΠΑΣΟΚ το 2004 μάλλον θα ερχόταν και χωρίς αυτές). Πιο παλαιά, οι διαδηλώσεις για το Κυπριακό την δεκαετία του ’50 ταρακούνησαν το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά η δυναμική τους εξανεμίστηκε με την έλευση της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο νέων αντισυστημικών αιτημάτων.

Αντίθετα, είναι οι ρήξεις στις οποίες κυριαρχεί το αντισυστημικό/αντικαθεστωτικό, εξισωτικό, λαϊκιστικό στοιχείο που παραδοσιακά προκαλούν βαθιές πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα, ενώ συνήθως καναλιζάρονται στον κομματικό ανταγωνισμό προς προοδευτικά/ριζοσπαστικά κόμματα που γρήγορα καταλαμβάνουν ηγεμονικό ρόλο: το Γουδί που οδήγησε στον Βενιζελισμό, οι μαζικές κινητοποιήσεις την δεκαετία του ’60 που τελικά αποκρυσταλώθηκαν πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ, και η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 που γιγάντωσε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μεγάλη συζήτηση γιατί ο αριστερόστροφος αντισυστημισμός είναι ιστορικά σημαντικότερος καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από τον δεξιόστροφο εθνικισμό. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς-δομικούς παράγοντες, όπως την περιφερειακή θέση υστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της δυτικής νεωτερικότητας, ή το γεγονός ότι το κράτος (βασικό συστατικό της ιδεολογίας του εθνικισμού) μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αιτήματα που εξυφαίνονται γύρω από τον εθνικισμό παρά γύρω από τον λαϊκισμό.

Με βάση τα παραπάνω, να αναμένουμε ότι τα τελευταία συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν θα δημιουργήσουν πολιτική δυναμική; Η πολιτική συγκυρία σήμερα έχει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα π.χ. με την ήττα του 1897 ή την Κυπριακή τραγωδία του 1974, η εθνική υποχώρηση σήμερα απειλεί να λάβει χώρα όχι από μια συντηρητική, κουρασμένη και απομονωμένη από τον λαό ηγεσία, αλλά από μια αριστερή ηγεσία που δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα του λαού αν και έχει από πίσω της δυόμισι χρόνια που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Η επάνοδος ενός αιτήματος εθνικού και ταυτοτικού χαρακτήρα σε μια τέτοια συγκυρία απειλεί να το καταστήσει για πρώτη φορά μια αμφισβήτηση που το κυρίαρχο σύστημα δεν θα μπορεί να απορροφήσει όπως στο παρελθόν. Για πρώτη φορά το πειθαρχημένο προς το κράτος «έθνος» είναι έτοιμο να λειτουργήσει σαν διεκδικητικός και αντισυστημικός «λαός».

Φυσικά ποτέ δεν πρέπει να ευχόμαστε μια εθνική υποχώρηση ή ήττα προκειμένου να υπηρετηθούν εσωτερικοί πολιτικοί στόχοι. Ακόμα και σήμερα το επικρατέστερο σενάριο παραμένει, πιστεύουμε και ελπίζουμε, η αναδίπλωση των Τσίπρα-Κοτζιά με εύσχημο τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το εσωτερικό ακροατήριο χωρίς να χαθεί πλήρως το παιχνίδι του διεθνούς blame-game.

Από την άλλη, με δεδομένη την πλήρη προδοσία των αριστερών ιδανικών από την κυβέρνησή του, γιατί να μην προσπαθήσει μέχρι τέλους ο Αλέξης Τσίπρας να σώσει έστω και λίγο την τιμή του σε ένα θέμα που η παράταξή του πάντα το έβλεπε διαφορετικά από την πλειοψηφία του λαού; Ειδικά αν αυτό συνοδεύεται από την απέλπιδα πίστη στην υπόσχεση που ενδεχομένως κάποιοι εκ των συμμάχων-δανειστών θα του έδωσαν για χαλάρωμα στα δημοσιονομικά το 2019; Σαν άλλος Ιωαννίδης, ο Τσίπρας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συναινέσει στην απομείωση της εθνικής μας υπόστασης πιστεύοντας ότι έχει την κάλυψη των έξω – και αναμένοντας κέρδη για τον εαυτό του.

Αν αυτό συμβεί θα αποτελεί μια πρωτοφανή καμπή στην ιστορία της χώρας. Όπως γίνεται συνήθως με τα καθεστώτα που έχουν κλείσει τον κύκλο τους, το μεταπολιτευτικό ευρω-πελατειακό κράτος θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο του με μια πράξη ιστορικής εθνικής υποχώρησης στο εξωτερικό και μέσα σε γενικευμένη χλεύη και απέχθεια στο εσωτερικό. Οικοδομημένο στις στάχτες μιας εθνικής τραγωδίας, θα καταρρεύσει υπό το βάρος μιας ντροπιαστικής διεθνούς ήττας. Σε αντίθεση όμως με άλλα παρόμοια επεισόδια στην ελληνική ιστορία, το πολιτικό υποκείμενο που θα κληθεί να ξαναστήσει το κράτος δεν θα είναι ένας ριζοσπαστικοποιημένος και αντισυστημικός «λαός» αλλά ένα κινητοποιημένο «έθνος».

Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία Τσίπρα-Κοτζιά ξεφτίσει, η άμεση πολιτική κληρονομιά της εθνικής κινητοποίησης για το Μακεδονικό θα είναι πιθανότατα μικρή, ανάλογη άλλωστε της αυτοσυγκράτησης και σύνεσης που δείχνουν συνήθως οι Έλληνες όταν συνέρχονται και κινητοποιούνται ως έθνος (αντί ως λαός). Μια μεγαλύτερη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία στον επόμενο εκλογικό κύκλο ίσως να είναι ό,τι μείνει να την θυμίζει – αν η ηγεσία της ΝΔ φερθεί στοιχειωδώς έξυπνα. Στην αντίθετη περίπτωση όμως το διακύβευμα θα είναι τελείως άλλης τάξης: η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ηγεμονίας όπου, για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία, η λογική του έθνους θα κυριαρχεί πάνω σε αυτήν του λαού.

Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος ΙΝΣΠΟΛ

Posted in Uncategorized

Ο έντιμος θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας

SPD

Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος

Το έκτακτο συνέδριο του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Βόννη ίσως φτάσει να θεωρείται στο μέλλον η ληξιαρχική πράξη θανάτου της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Tο κόμμα αποφάσισε να ξεκινήσει επίσημες διαπραγματεύσεις με τους Χριστιανοδημοκράτες για τον σχηματισμό ενός ακόμη μεγάλου συνασπισμού παρά το καταστροφικό αποτέλεσμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, την υπόσχεση του Μάρτιν Σουλτς ότι το SPDθα επέστρεφε στην αντιπολίτευση, και την ιστορική καθίζηση στις δημοσκοπήσεις.

Η οριστική μάλλον περιθωριοποίηση του SPD αντανακλά τα ιστορικά διλήμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σήμερα καθώς προσπαθεί να φανεί  πιστή στις δυο βασικές της αξίες: το μαζικό δημοκρατικά οργανωμένο κόμμα, και την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε προοδευτικές βάσεις.

Παρακολουθώντας κάποιος τις συζητήσεις στο SPD δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την μαζικότητα των εσωκομματικών διεργασιών. Σε εποχές που το μαζικό κόμμα, ο θεσμός που ταυτίστηκε με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, έχει δώσει σχεδόν παντού την θέση του είτε στην επικοινωνιακή διαχείριση από άχρωμους επαγγελματίες πολιτικούς είτε στο ριζοσπαστικό λαϊκισμό, το SPD εμμένει στο ρόλο του κόμματος ως όργανο αντιπροσώπευσης ενός οργανωμένου και πολιτικά ενεργού κομματιού της κοινωνίας.

Η τραγική ειρωνεία για το SPD είναι ότι η μαζική αντιπροσώπευση έρχεται σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη αξία που το κόμμα ασπάζεται, αυτήν της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στα χρόνια της κρίσης της Ευρωζώνης το SPD σταθερά υποστήριζε την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν η Γερμανία αναλάμβανε το σχετικό κόστος. Το κόμμα συνέχισε στο δρόμο της αλληλεγγύης υποστήριζοντας την πολιτική Μέρκελ στο προσφυγικό.

Αυτές οι θέσεις όμως ενοχλούσαν πολλούς στην εργατική βάση του SPD, για τους οποίους ευρωπαϊκή ενοποίηση και ανοιχτά σύνορα συνιστούν απειλή. Η άφιξη του Μάρτιν Σουλτς από τις Βρυξέλλες εν όψει των εκλογών του 2017 επέτεινε το πρόβλημα. Περισσότερο από πότε το κόμμα ταυτίστηκε με την «περισσότερη Ευρώπη». Το αποτέλεσμα ήταν η διαρροή πολλών παραδοσιακών ψηφοφόρων του προς τα άκρα της αριστεράς και, κυρίως, της δεξιάς.

Για τις ελίτ του SPD, στην Ευρώπη της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος πολιτικές αλληλεγγύης και πρόνοιας είναι πια δυνατές μόνο στο υπερεθνικό επίπεδο. Μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βάσης του κόμματος όμως νιώθει ότι η οικονομική του ευημερία και η πολιτική του αντιπροσώπευση είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Οι ελίτ του SPD έχουν εξαρτήσει την επιτυχία των διαπραγματεύσεων με τη Μέρκελ – και τη δική τους πολιτική επιβίωση – από την επιβολή ακόμα πιο φιλοευρωπαϊκών πολιτικών στο νέο συνασπισμό. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι πολιτικές που τις έχουν ήδη αποξενώσει από μεγάλο μέρος του SPD–στη Βόννη μόλις το 55% του συνεδρίου ψήφισε για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Σε εποχές γενικευμένης απογοήτευσης με την πολιτική, ο αργός θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στον βωμό των αντιφατικών αξιών της έχει κάτι το έντιμο και τραγικό μαζί. Πόση αξία όμως έχει η μαζικότητα των διαδικασιών αν η βασική προγραμματική θέση ενός κόμματος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των μελών του; Η αποτυχία του SPD υπενθυμίζει, έστω και σε περίοδο ύφεσης των μεγάλων κρίσεων της ΕΕ, ότι η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής, αυτή μεταξύ πολιτικής αντιπροσώπευσης και υπερεθνικής ολοκλήρωσης, παραμένει δυσεπίλυτη.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο, τεύχος 27-28 Ιανουαρίου 2018.

Posted in Uncategorized

Η Μακεδονική ταυτότητα και η δέουσα εθνική γραμμή

 

243537-macedonia

*Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου για το ζήτημα ονομασία του κράτους των Σκοπίων, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής δημοσιεύει κείμενα σχετικά με το ζήτημα. Κείμενα με διαφορετικά επιχειρήματα, τα οποία φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του ζητήματος και τα οποία μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς το ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση της ελλαδικής κυβέρνησης. Σκοπός είναι η όσο το δυνατόν πληρέστερη παρουσίαση του εν λόγω θέματος και η συνεισφορά του ΙΝΣΠΟΛ, στα μέτρα των δυνατοτήτων του, στον δημόσιο διάλογο.

 

Με αφορμή την επικαιρότητα, όπου κυριαρχεί εδώ και εβδομάδες το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και μετά το απρόσμενα μεγαλειώδες συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, η ανάγκη για μία περισσότερο βαθειά γνώση σχετικά με την ιστορία και με τις πτυχές εκείνες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι επιτακτική. Οι τελευταίες εβδομάδες απέδειξαν έμπρακτα ότι το θέμα αυτό συνεχίζει να ευαισθητοποιεί τους Έλληνες, παρ’ότι έχουν περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες από τότε που ανέκυψε. Πολλοί συμπατριώτες μας (και πολιτικοί ανάμεσά τους) φαίνεται να θεωρούν αδιανόητη την όποια σύνδεση της σλαβικής καταγωγής με την Μακεδονία, η οποία όμως ιστορικά σε κάποιο βαθμό ισχύει.  Από την άλλη μεριά υπάρχουν εκείνοι που χρησιμοποιούν ιστορικά στοιχεία εργαλειακά, προκειμένου να δικαιολογήσουν ενδοτικές θέσεις. Για να τεθεί το θέμα με ορθό τρόπο, καταρχάς, θα πρέπει να προσδιορισθεί το από που προκύπτει ο μακεδονισμός των Σλάβων ιστορικά.

Οι Σλάβοι, ως γνωστόν, κάνουν την εμφάνισή τους στην ιστορία τον 6ο μ.Χ. αιώνα εισβάλοντας στο Βυζάντιο, ενώ στη συνέχεια ακολουθείται από το Βυζάντιο πολιτική πολιτιστικής τους αφομοίωσης, με πρωτεργάτες τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, οι οποίοι τους εκχριστιάνισαν και τους παραχώρησαν το γλαγολιτικό αλφάβητο. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ένα σημαντικό μέρος των Σλάβων κατοίκησε στη Μακεδονία και παρέμεινε εκεί μέχρι και τον 20ο αιώνα. Στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου οι Σλάβοι της Μακεδονίας υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Rum Millet των Χριστιανών Ορθοδόξων όπως και οι Έλληνες, κατά την εποχή που τα εθνικιστικά κινήματα δεν είχαν αναδυθεί και η ταυτότητα προσδιοριζόταν ως επί τo πλείστον με βάση τη θρησκεία. Εκείνη την περίοδο Έλληνες και Σλάβοι της Μακεδονίας δεν έχουν κάτι να χωρίσουν και ανήκουν στο ίδιο Γένος (των Ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), το οποίο επαναστατεί το Φεβρουάριο του 1821 στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η Πηνελόπη Δέλτα στα «Μυστικά του βάλτου» αναφέρει ότι «δύσκολα χώριζες Έλληνα από Βούλγαρο» που ήταν οι δύο κυρίαρχες φυλές και ότι «ήταν ένα κράμα των βαλκανικών εθνοτήτων τότε οι Μακεδονία» που «ζούσαν φύρδην μίγδην κάτω από το βαρύ ζυγό των Τούρκων», «ταυτότητα δεν είχαν παρά μόνο Μακεδονική» συνεχίζει.

Βέβαια, είναι κάπως άτοπο να μιλήσει κανείς για μακεδονική εθνότητα επικαλούμενος τα παραπάνω, καθώς οι Σλάβοι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν είχαν  εθνική συνείδηση τον 18ο και 19ο αιώνα, και η μόνη ταυτότητα που μπορεί κάποιος να τους προσδώσει είναι αυτή που αφορά όλους τους Χριστιανούς της αυτοκρατορίας, δηλαδή το γένος που αναφέρεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό που όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, είναι πως οι Σλάβοι της Μακεδονίας, οι οποίοι ανέπτυξαν και δική τους ιδιαίτερη διάλεκτο, είχαν την περιοχή της Μακεδονίας ως τόπο καταγωγής και πατρίδα τους. Η περιπλοκότητα του Μακεδονικού ζητήματος ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι Βούλγαροι στα πλαίσια του Πανσλαβισμού αποκόπτονται εκκλησιαστικά από το Φανάρι με την δημιουργία του αυτόνομου βουλγάρικου πατριαρχείου, της «Εξαρχίας».

Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εξαρχία ανταγωνίζονταν για το ποιος θα προσεταιριστεί τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους, ο μακεδονισμός των Σλάβων εξελίσσεται σε όχημα απόσχισης τους -αφενός- από τη σφαίρα επιρροής που αναφερόταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, και υπαγωγής τους -αφετέρου- στα σχέδια των Βουλγάρων για έξοδο στη Μακεδονία του Αιγαίου μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν και Σλαβομακεδόδες που δεν αποκόπηκαν από το Φανάρι. Έτσι, η εξέγερση του Ίλιντεν που ακολουθεί το 1903, οργανωμένη από  την Εσωτερική Μακεδονο-Ανδιανουπολίτικη Επαναστατική οργάνωση, έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους που θα λειτουργεί ως δορυφόρος της Βουλγαρίας.

Γίνεται αντιληπτό, πως η ανάδυση του βουλγαρικού εθνικισμού αποτέλεσε το έναυσμα για την σταδιακή ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας. Ωστόσο, στον μεσοπόλεμο υπήρχαν σλαβομακεδόνες στην περιοχή της Μακεδονίας που εξακολουθούσαν να παραμένουν πιστοί στο Φανάρι. Στο μυθιστόρημα «Ζωή εν τάφω» ο Στρατής Μυριβήλης το 1923 γράφει : «Και κυττάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης»[…] Ως τόσο δε θέλουν νάναι μήτε  «Μπουλγκάρ»,μήτε «Σρρπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ». Ακολουθεί το 1934 η συνεδρίαση της «Γραμματείας βαλκανικών κρατών» της κομμουνιστικής διεθνούς, όπου για λόγους αναχαίτισης των βουλγαρικών βλέψεων επί της Μακεδονίας -εν όψει της διαφαινόμενης συμμαχίας τους με τη ναζιστική Γερμανία- , υιοθετήθηκε η υπόθεση ύπαρξης ενός «μακεδονικού» έθνους, που θα αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του στα πλαίσια μίας «Μακεδονικής Δημοκρατίας των Εργαζόμενων Μαζών». Στη διάρκεια της κατοχής πολλοί Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας συνεργάστηκαν με τη φασιστική Βουλγαρία και την οργάνωση «Οχράνα», ενώ στη συνέχεια ίδρυσαν το ΣΝΟΦ, το κομμουνιστικό κίνημα που απέβλεπε στην ίδρυση ανεξάρτητης «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Μεταπολεμικά, ως τμήμα της ενιαίας «Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», το σημερινό κράτος των Σκοπίων ονομάστηκε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται και παγιώνεται η ανάπτυξη της μακεδονικής εθνικής συνείδησης, για να φτάσουμε στην σημερινή έξαρση των αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και του αλυτρωτικού συντάγματος.

Με βάση τα παραπάνω, είναι αναγκαίο για την κατανόηση του φαινομένου του μακεδονισμού των Σλάβων να βγάλουμε δύο συμπεράσματα : α) Ότι η σλάβικη καταγωγή, ιστορικά, δεν είναι ασυμβίβαστη με τη μακεδονική ταυτότητα, όπως πιστεύει η πλειοψηφία των συμπατριωτών μας, που επικαλείται απλώς την αρχαία Μακεδονία, τον Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη και β) ότι όμως η χρήση της ταυτότητας αυτής προς δημιουργία μακεδονικού έθνους και ομώνυμης κρατικής οντότητας -διαφοροποιούμενης από την ελληνική-ρωμαίικη ταυτότητα, που ιστορικά και πολιτισμικά συμπεριλαμβάνει την μακεδονική- είναι ουσιαστικά προϊόν «σχισματικής» ενέργειας που επιβουλεύεται τον ελληνισμό εδαφικά και πολιτισμικά. Οι ρίζες αυτής της ενέργειας ανάγονται στον βουλγαρικό εθνικισμό, με τον οποίον «φλερτάρει» σήμερα το κράτος και η εκκλησία των Σλαβομακεδόνων.

Αναφορικά με το όνομα της γείτονος χώρας, η όποια σύνθετη ονομασία εμπεριέχει  τον όρο Μακεδονία, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό, εγείρει τις επεκτατικές διαθέσεις των Σκοπίων και δεν λύνει το πρόβλημα. To «nova» (νέα) ως προσδιορισμός, όσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί στην ιστορία παραπέμπει ταυτοτικά ή νοσταλγικά σε κάτι παλαιότερο. Είναι κάτι νέο που πατάει όμως στο παλιό, εθνικά και πολιτισμικά (στην περίπτωση των Σκοπίων μπορεί κάλλιστα να πατάει στη νοσταλγία για τη Μακεδονία του Αιγαίου). Το «άνω» από την άλλη, αποτελεί από μόνο του αιτία για επανασύνδεση με το «κάτω», προς την πραγμάτωση του «όλου». Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν η κάτω χώρα (Ελλάδα) δεν συμπεριλαμβάνει στο όνομά της το όνομα της άνω χώρας (Μακεδονία), αφού η Μακεδονία είναι απλά μία περιφέρεια στο «όλον» της Ελλάδας. Συνεπώς -δεδομένου του ότι είναι δύσκολο η χώρα μας να επιβάλλει αλλαγές στο σύνταγμα και κυρίως στις συνειδήσεις των γειτόνων-, η μόνη σύνθετη ονομασία που θα κατοχύρωνε τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς και συνιστούσε ουσιαστική λύση του θέματος συμβάλλοντας στην ειρήνη και στην σταθερότητα , είναι αυτή που θα έχει εθνοτικό προσδιορισμό, πχ.  «Σλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει σαφής διαχωρισμός Ελλήνων και Σλάβων που έχουν μακεδονική καταγωγή. Με τα υπόλοιπα σύνθετα ονόματα που κυκλοφορούν ως πιθανές λύσεις, ο μακεδονισμός ουσιαστικά εκχωρείται σχεδόν αποκλειστικά στους Σλάβους.

Κλείνοντας, είναι ανάγκη να απαντηθεί και η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να υποκύψει στις πιέσεις και να κλείσει αυτό το μέτωπο, προκειμένου να προσεταιριστεί η ίδια το κράτος αυτό, ως δορυφόρο της στα βαλκάνια. Αυτή η άποψη αγνοεί ή υποβιβάζει το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ φαίνεται να παίζει ήδη αυτόν τον ρόλο προς όφελος της Βουλγαρίας. Το να κάνει η χώρα μας τέτοια παραχώρηση, δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, προκειμένου να διεκδικήσει κάτι που πραγματολογικά δεν υφίσταται ως προοπτική, συνιστά αυτοακρωτηριασμό. Η ελληνική πλευρά οφείλει να αναπροσαρμόσει την «εθνική γραμμή», στοχαζόμενη με ρεαλισμό την πραγματικότητα και τα συμφέροντα της περισσότερο προσεκτικά. Δεν έχει λόγο να βιάζεται  για λύση. Δεν ισχύει το ίδιο για την ΠΓΔΜ, που επιθυμεί διακαώς να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Επομένως, τα αναγκαία βήματα προς μία βιώσιμη λύση, που θα εξασφαλίζει την εξομάλυνση των σχέσεων και τη σταθερότητα στην περιοχή, πρέπει να γίνουν από εκείνους.

Μιχάλης Ρέττος

Τελειόφοιτος Φιλολογίας ΕΚΠΑ

 

Posted in Uncategorized

Συλλαλητήριο: η μέρα που έγινε πράξη ο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους

 


Μπορεί κανείς να σχολιάσει μια σειρά από πτυχές του συλλαλητηρίου για το όνομα της πΓΔΜ, από διάφορες οπτικές γωνίες. Κάτι που πρέπει όμως να σημειωθεί είναι πως η τεράστια προσέλευση των πολιτών — 300.000 σύμφωνα με το Reuters, με όλες τις αεροφωτογραφίες να διαψεύδουν αγρίως την αστυνομική εκτίμηση των 90.000 —  έλαβε χώρα ενάντια στην εκπεφρασμένη βούληση της Εκκλησίας της Ελλάδος ή τουλάχιστον του προκαθημένου της κ. Ιερωνύμου, ο οποίος δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής: «αυτή την ώρα δεν χρειάζονται συλλαλητήρια και φωνές» — όπως φαίνεται όχι από κάποια προφορική δήλωση ενώπιον δημοσιογράφων, αλλά στο επίσημο ανακοινωθέν της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

 

Κάθε φορά που επισείεται η ασαφής παντιέρα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους στον ελληνικό δημόσιο λόγο, αυτό που πάντοτε εννοείται δεν είναι, φυσικά, ο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, δηλαδή η διαστολή κρατικών και εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό: η θέση της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα. (Το ότι είναι εντελώς διαφορετικό  φαίνεται καθαρά από το γεγονός πως, συνήθως, ακριβώς εκεί όπου υφίσταται χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, οι θρησκευτικές ομάδες έχουν τεράστια δημόσια πολιτική επιρροή, όπως φερ’ ειπείν στις ΗΠΑ).

 

Τελικά, αυτό που (λανθασμένα) εννοείται με το ζητούμενο «χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους» από φιλελεύθερους και αριστερούς χώρους είναι το να μην εισακούουν οι πολίτες τον έναν ή τον άλλον Αρχιεπίσκοπο. Το να «μένουν οι παπάδες στα θρησκευτικά/πνευματικά τους» (το οποίο στην ουσία του είναι βέβαια ένα εγγενώς παράλογο και ολοκληρωτικής υφής αίτημα, το οποίο παρουσιάζεται ως εύλογο και αυταπόδεικτο: να χάνουν δηλαδή οι κληρικοί τα δικαιώματα του πολίτη, μεταξύ των οποίων και η παρρησία στο δημόσιο χώρο, μόλις ενδυθούν την ιδιότητα του κληρικού, και να καθίστανται πολίτες Β΄ κατηγορίας, χωρίς πλήρη δικαιώματα). Ή τουλάχιστον να αποτυγχάνουν να επηρεάσουν όταν δεν μένουν σ’ αυτά. Ε, στο συλλαλητήριο συνέβη ακριβώς αυτό: ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος δήλωσε με ανακοινωθέν της Αρχιεπισκοπής, συνάντηση με τον πρωθυπουργό και κάθε επισημότητα πως «αυτή την ώρα δεν χρειάζονται συλλαλητήρια». Και αγνοήθηκε πανηγυρικά. Αλληλούϊα, σήμερα εκκοσμικεύτηκε το κράτος, μόλις περάσαμε Διαφωτισμό!

 

Φυσικά, αυτό το συμπέρασμα θα αντιμετωπιζόταν ως παραλογισμός:

 

-«Ναι, αλλά όλοι οι μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας ήταν εκεί και δη στην εξέδρα.»

-«Ναι, αλλά ο μηχανισμός της Εκκλησίας δούλεψε στο φουλ για το συλλαλητήριο.»

-«Ναι, αλλά είχε παπάδες και καλόγριες στο συλλαλητήριο — δημοσίως, να περπατάνε στο δρόμο, ανήκουστο!»

 

Εδώ ερχόμαστε στην βασική αντίφαση της αντικληρικαλιστικής σκέψης στην Ελλάδα: το προϋποτιθέμενο σχήμα για την εν γένει κριτική και για το αίτημα του χωρισμού (που τελικά είναι χωρισμός από τη δημόσια σφαίρα, όχι από το κράτος, το οποίο αποτελεί διακριτή συζήτηση — η οποία ουδέποτε λαμβάνει χώρα) είναι πως εδώ έχουμε μια διακριτή διοικητική και εξουσιαστική δομή, τη (διοικούσα) Εκκλησία, με πολύ σαφή την ιεραρχία της: αυτή, σύμφωνα με το αφήγημα, μπλέκεται στα κρατικά και στα πολιτικά πράγματα των Ελλήνων ως δομή, ανεξάρτητα από το εάν έχει ή δεν έχει λαϊκή βάση. Είναι η εμπλοκή με το κράτος που της δίνει αυτή τη δυνατότητα και δύναμη, όχι καθ’ αυτή η απήχησή της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το αφήγημα, ένας χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους θα της «έκοβε την παροχή οξυγόνου» γι’ αυτήν την επιρροή.

 

Αν η Εκκλησία (και η επιρροή της) είναι η οργανωτική και διοικητική της δομή, τότε αυτή, ως πυραμιδοειδής κατά το αφήγημα, είναι ο Αρχιεπίσκοπος. Όταν λοιπόν ο τελευταίος διακηρύττει κυριολεκτικά με κάθε μέσο που διαθέτει πως δεν επιθυμεί να συμμετάσχει ο κόσμος σε ένα συλλαλητήριο, ενώ ο κόσμος εν τέλει συμμετέχει μαζικά, και μετά από αυτό πάλι καταγγέλλεται «η Εκκλησία», τότε διανοιγόμαστε σε ένα ενδεχόμενο με πολύ συγκεκριμένες συνέπειες για το περί χωρισμού αφήγημα: όταν μιλάμε για «την Εκκλησία» να μην αναφερόμαστε σε μια διοικητική και ιεραρχική δομή, την οποία θα κατασίγαζες απλώς αφαιρώντας από εκείνην ό,τι αντιλαμβάνεσαι ως προνόμιά της, αλλά στον ίδιο τον λαό (ή τέλος πάντων το 17% που εκκλησιάζεται σχεδόν εβδομαδιαίως, αν πιστέψουμε την πρόσφατη έρευνα του Pew Research Center). Διότι τι άλλο είναι ο «μηχανισμός της Εκκλησίας» όταν με αυτή τη φράση δεν αναφερόμαστε στα κανάλια διάχυσης της προτροπής του προκαθημένου της Εκκλησίας (στην Αρχιεπισκοπή, στο γραφείο τύπου της, σε ό,τι συνήθως ονομάζουμε «μηχανισμό») αλλά στο τοπικό και λαϊκό επίπεδο των ενοριών, ιδίως δε όταν αυτό στρέφεται κόντρα στον Αρχιεπίσκοπό του.

 

«…Ναι αλλά οι μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας» (το ποίμνιο των οποίων, το οποίο εκείνοι εκπροσωπούν, συμμετείχε ούτως ή άλλως σε εντυπωσιακό ποσοστό στο συλλαλητήριο): μα, αφ’ ης στιγμής μπει κανείς σε μια τέτοια λογική, έχει ήδη αποχωρήσει από το αφήγημα της συμπαγούς «Εκκλησίας» ως επείσακτης δομής που τρέφεται, δήθεν, από τη σχέση της με το κράτος, και ανοίγεται στην πολυπλοκότητα του ζητήματος. Αν οι «μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας» είναι κάτι άλλο από «τον Αρχιεπίσκοπο» (τώρα που δεν υπάρχει Χριστόδουλος για να βοηθήσει στη θεωρητική βιωσιμότητα του υπεραπλουστευτικού περί χωρισμού αφηγήματος), ήδη φτάνεις εκ των πραγμάτων στο συμπέρασμα ότι κανένας «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» δε θα επιφέρει το αποτέλεσμα που αναζητείς, δηλαδή την περιθωριοποίηση της Εκκλησίας από τη δημόσια σφαίρα.

 

Βέβαια, αυτός που βλέπει παντού ράσα και παπάδες πάλι θα καταγγείλει «την Εκκλησία», ακόμα και αν ο μηχανισμός του Αρχιεπισκόπου Αθηνών προτρέπει για το αντίθετο: η μανία να εντοπισθεί το προς αποβολή από τον δημόσιο χώρο στοιχείο στην «Εκκλησία» δε θα αρκεσθεί στο να την ταυτίσει με «τον Αρχιεπίσκοπο» ή «τους μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας»: έτσι, κάθε ρασοφόρος άνδρας ή γυναίκα που διαδηλώνει δημοσίως θα καταγγελθεί, θα φωτογραφηθεί και θα ανεβεί στα κοινωνικά δίκτυα με μια χαριτωμένης αφέλειας λεζάντα τύπου «Τεχεράνη γίναμε» και με μια ηχηρή απόγνωση που δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο σώμα της Αστυνομίας τύπου Diafotismos police να μαζέψει αυτούς τους πολίτες του κράτους από τον δημόσιο χώρο, όπου τολμούν να εμφανίζονται σε διαδηλώσεις ή συλλαλητήρια παρά το γεγονός ότι έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις, φέρνοντας σε αμηχανία τις «ευρωπαϊκές μας πόλεις».

 

Διότι, βέβαια, ο ζωτικός μύθος όλου αυτού του αφηγήματος είναι ότι «αυτά δε συμβαίνουν πουθενά στην Ευρώπη», φανατική δογματική πεποίθηση που ενίοτε οδηγεί σε εκπλήσσουσες κοτσάνες. Γνωστά πράγματα, βαρετή η επανάληψή τους: η αντίληψη στην Ελλάδα για το τι συμβαίνει «στις άλλες χώρες» αποτελεί τον ορισμό της παραπληροφόρησης. Παράδειγμα, το protagon.gr της καθ’  έξιν και κατά συρροήν διασποράς fake news, όπου ο Κώστας Γιαννακίδης θα γράψει (19/01/18): «Δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο όπου η κεφαλή της Εκκλησίας να εκφέρει λόγο, σχεδόν με θεσμικό, πολιτικό βάρος, για θέματα κυβερνητικής διαχείρισης.» Ακριβώς το αντίθετο θα ήταν μάλλον ακριβέστερο: ότι σχεδόν δεν υπάρχει χώρα στο δυτικό κόσμο όπου η κεφαλή της Εκκλησίας να μην εκφέρει λόγο για θέματα κυβερνητικής διαχείρισης. Να μιλήσουμε για την Αγγλία, όπου ο Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας θα αναστατώσει την οικουμένη για πολιτικά ζητήματα, από τον πόλεμο στο Ιράκ μέχρι τις οικονομικές πολιτικές του κυβερνητικού συνασπισμού; Στη Γερμανία κάτι τέτοιο δε θα χρειαζόταν καν, καθ’  ότι ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ένας παπάς, προτεστάντης πάστορας, ο Joachim Gauck… Και λοιπά, και λοιπά. Αποτελεί πάγια πραγματικότητα πως, εκτός από την Ελλάδα, δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο όπου να γράφονται δημοσίως τόσες πολλές κοτσάνες, ψεύδη, ανακρίβειες και fake news δίπλα στη φράση «Δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο».

 

…Λύθηκε, λοιπόν, το ζήτημα της εκκοσμίκευσης της δημόσιας σφαίρας, αφού την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018 φάνηκε ότι οι τοποθετήσεις του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έχουν κατ’ ανάγκην και εξ ορισμού κάποιο αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία. Σκοταδισμός υπάρχει και γιγαντώνεται, αλλά δεν εντοπίζεται στα εκκλησιαστικά. «Σκοταδισμός» είναι το να λαμβάνει χώρα συγκέντρωση 300.000 πολιτών, με οποιοδήποτε θέμα και ανεξάρτητα από το πως την αξιολογεί κανείς, και να μην προβάλλεται/αναφέρεται κατά τη διάρκειά της από κανένα τηλεοπτικό μέσο, στα οποία προβάλλονταν οι πιο απίθανες εκπομπές. Η συμπαιγνία κρατικών και ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης σε αυτό το σκοτάδι, σε αυτή τη συνειδητή απόκρυψη ενημέρωσης για ένα σαφώς πολιτικό γεγονός, εγκυμονεί πολύ περισσότερους κινδύνους απ’ οτιδήποτε άλλο σχετικά με το συλλαλητήριο και θυμίζει άλλα καθεστώτα. Ο ορισμός του ονείδους εντοπίζεται στην ΕΡΤ3 και στους υπευθύνους της, στη θεσσαλονικιώτικη αυλή των οποίων παραλίγο να μαζευτούν μισό εκατομμύριο πολίτες ενώ εκείνοι, ανερυθρίαστα, εξέπεμπαν «Κυριακή στο χωριό»!

 

Όλα τα παραπάνω στο εδώ άρθρο δεν έχουν, βέβαια, σχέση με την ουσία του πράγματος, δηλαδή με τις διαπραγματεύσεις για τη διεθνή ονομασία της πΓΔΜ. Και δικαίως, διότι εκεί διαπιστώνουμε ένα τελειωμένο ζήτημα: τελειωμένο, διότι με το 70+% των πολιτών της Ελλάδας να μην αποδέχονται καμία από τις λύσεις που έχουν προταθεί, προφανώς δε θα γίνουν από ελληνικής πλευράς οι απαραίτητες ενέργειες προς τη συμφωνία που θα άνοιγε το δρόμο για ένταξη της γείτονος σε ΝΑΤΟ κλπ. το καλοκαίρι, που είναι και το ψωμί της υπόθεσης. Εάν αυτή η ανάγνωση είναι ορθή (και δεν έχουμε κυβέρνηση-αυτόχειρα), τότε δεν υφίσταται θέμα το οποίο να εκκρεμεί πραγματικά — ειδικά μετά το συλαλλητήριο —, οπότε το ζήτημα συζητείται εντός Ελλάδος σε πηγαδάκια και διαδικτυακά προφίλ μόνο και μόνο ως νέα διαιρετική τομή, για να τσιμεντώσει ο καθείς την πολιτική του θέση. Οι δεξιοί να διατρανώσουν πως, αρκετά μνημόνια και εκμηδενίσεις εθνικής κυριαρχίας μετά, είναι ακόμα «πατριώτες» και να νοιώσουν τη χαρά της μεταξύ τους κοινότητας — φευ! Και οι αριστεροί για να θυμηθούν ότι υπάρχει και «αντιεθνικιστική» Αριστερά μετά τα εν λόγω μνημόνια — και να νοιώσουν τη χαρά της μεταξύ τους κοινότητας…

 

Και μπορεί οι κωμικά υπεραπλουστευτικές αναγνώσεις αρκετών — ότι «όλοι έχουν δεχθεί το όνομα» ή «πώς θα αποφασίσουν οι Έλληνες για το όνομα άλλου κράτους» την ώρα που το όνομα παράγει μεταξύ άλλων δικαιώματα μειονοτήτων και αναδρομικές διεκδικήσεις περιουσιών, αρχαιοτήτων κ.λπ., χώρια οι αλυτρωτισμοί — να είναι ελάχιστα περισσότερο γραφικές από τους λίγους έφιππους και τους ελάχιστους μασκαρεμένους του συλλαλητηρίου, όμως το γεγονός παραμένει: η σπουδή της σύνολης Αριστεράς να χαρίσει τα διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων βόρεια πλήθη στη σκληρή Ακροδεξιά (όχι την faux, αλλά την πραγματική, αυτήν που πυρπολεί επί τη ευκαιρία του συλλαλητηρίου καταλήψεις με ζωντανούς ανθρώπους) είναι εντυπωσιακή και, κυρίως, εντελώς επιτελεστική — δηλαδή, δημιουργεί το αποτέλεσμα που περιγράφει. Οι εποχές που περιέγραφε κανείς κάτι ως «ακροδεξιό» για να του κολλήσει ρετσινιά και τον πολιτικό ανθρωποδιώχτη βρίσκονται καλώς ή κακώς πίσω μας, στο 1996-2008. Σήμερα, περιγράφοντας ως «ακροδεξιά» τα φαινόμενα που αφορούν ασύλληπτα περισσότερους πολίτες από τους περιθωριακούς ακροδεξιούς, απλώς κάνεις αποτελεσματικότατα (και ανέλπιστα γι’ αυτούς) τον ατζέντη των τελευταίων. Η καταγγελία, αν όχι ευθεία εξύβριση, των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών του συλλαλητηρίου, η συγκαταρίθμηση και εξίσωσή τους με τους διάφορους πολιτικούς τυχοδιώκτες ή ακροδεξιούς υπόδικους που βρήκαν ευκαιρία προβολής μέσα στα πλήθη, θα μπορούσε να κατατείνει μόνο στην εμπέδωση της αίσθησης πως αυτοί οι πολίτες είναι πολιτικά ανεκπροσώπητοι και πως δεν έχουν δυνατότητα άλλη από το να δοθούν πολιτικά «στον πρώτο τυχόντα». Δηλαδή, το εγχείρημα να εξορκιστεί η συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών ως ακροδεξιά θα μπορούσε, εν τέλει, να την καταστήσει όντως ακροδεξιά εκ του μη όντος. Εν γένει, με αφορμή το συλλαλητήριο διαπιστώθηκε μια βαθιά απέχθεια πολλών κομματιών της Αριστεράς απέναντι τον πραγματικό, και όχι τον φαντασιώδη, λαό (διότι στα πλήθη των 300.000-500.000 πολιτών μπορεί κανείς δικαίως να αρχίσει να μιλά για «λαό»), μια απέχθεια στην οποία τα τελευταία χρόνια μας είχε συνηθίσει κυρίως και πρωτίστως ο φιλελεύθερος χώρος.

 

Δίπλα στις παρατηρήσεις αυτές πρέπει να διατυπωθεί πως σε παλαιότερη και ίσως ουσιωδέστερη περίπτωση «εθνικού θέματος», όπου όμως θα υπήρχε προσωπικό οικονομικό κόστος με την επιμονή στη θέση της εθνικής, δημοκρατικής, λαϊκής κυριαρχία —και αναφέρομαι στη στάση των πολιτών έναντι του μνημονιακού μηχανισμού μετασχηματισμού της χώρας μετά το καλοκαίρι του 2015, όπως αποτυπώνεται στο νέο δικομματικό σύστημα, στις δημοσκοπήσεις και στη σχετική νηνεμία— παρατηρήσαμε σχεδόν πάνδημη συμμόρφωση, μαζί με εκλογική απόρριψη κάθε μη συμμορφούμενου. Στο ζήτημα της ονομασίας της γείτονος όμως, που η διατράνωση του εθνικού συμφέροντος και κυριαρχίας είναι «δωρεάν», χωρίς προσωπικό κόστος άλλο από τους φεησμπουκικούς καυγάδες και το εισιτήριο του ΚΤΕΛ, διαπιστώνουμε μιαν ασύμμετρη κινητικότητα — πόσω δε μάλλον από πολιτικά πρόσωπα που δεν εφείσθησαν υπερψήφισης απομειώσεων εθνικής κυριαρχίας σε αρκετές νομοθετικές ψηφοφορίες.

 

Παράλληλα, είναι σαφές πως ποντάρουν στην όλη ιστορία διάφοροι επίδοξοι και φιλόδοξοι (άλλωστε, σε άλλο πλαίσιο, περίπου έτσι δεν έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ;). Κάποιοι από αυτούς και ιδιαιτέρως οι αγνώστων λοιπών στοιχείων, αν παρατηρηθούν, προξενούν τρόμο ακόμα και σε όποιους θα έβλεπαν με θετικό μάτι το συλλαλητήριο Κάποιοι άλλοι, πάλι, έχουν ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά τους: ο πρώην υπουργός —ιδιότητα που ελάχιστα αναφέρθηκε, αφού το ζητούμενο ήταν ο αντισυστημικός λόγος— στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος είχε εγκαίρως καλέσει σε «ηχηρό ΝΑΙ την Κυριακή» του δημοψηφίσματος του 2015, με τα συνακόλουθα επιχειρήματα. Προφανώς κάποιες διεκδικήσεις εθνικής κυριαρχίας είναι πιο ίσες από άλλες.

 

*Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Αντίλογος για το «Μακεδονικό».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αγαπητέ Γιάννη

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ ένα άρθρο, με του οποίου το σκεπτικό διαφωνεί απ’ αρχής έως τέλους ; Και που, επιπλέον, με το εναρκτήριο ήδη «παράθεμα» για τους φιλαλέξανδρους gay του Φρίσκο, μοιάζει να ακυρώνει κάθε απόπειρα συζήτησης, γελοιογραφώντας προκαταβολικά την όποια πιθανή αντιγνωμία;

Είναι βεβαίως δικαίωμά σου να αποκαλείς ανερμάτιστη «φοβία» ό,τι η μεγάλη πλειονότητα αισθάνεται ως δικαιολογημένο φόβο απέναντι σε μια υπαρκτή απειλή. Αν είναι να σου απαντήσω με αντίστοιχο, ψυχιατρικό ή ψυχαναλυτικό τρόπο, θα έλεγα ότι αυτή σου η βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύουμε από τίποτα και από κανέναν (θυμάμαι τώρα και τα γραφόμενά σου υπέρ της ευρωπαϊκής Τουρκίας) μου φαίνεται τυπικό προϊόν του αμυντικού μηχανισμού της απώθησης ή της υπεραναπλήρωσης. Ο μεγάλος κίνδυνος συνήθως αφυπνίζει τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης. Ενίοτε όμως, όταν επιπέσει επάνω σ’ ένα συλλογικό σώμα αδρανές, τα παραλύει. Τότε η συνείδηση, για να μας ανακουφίσει από το ψυχικό άγχος που μας πιέζει να λάβουμε άμεσες και επώδυνες αποφάσεις, στήνει εμπρός μας μια δεύτερη, ποθεινή πραγματικότητα. Η απειλή παρουσιάζεται εκεί ως ανύπαρκτη ή και ως ευκαιρία γεμάτη τάχατες δυνατότητες. Και πάντως, ως γεγονός ανάξιο να διακόψει τον εφησυχασμό μας – για την ώρα τουλάχιστον. Όσο για την αύριον, ας μεριμνήσει τα εαυτής. Όπως θα έλεγε και ο Κονδύλης, πρόκειται για το φαινόμενο του σακάτη που δεν ανησυχεί, γιατί είναι βέβαιος ότι την κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουνε φτερά.

Από τις δύο αυτές αντίρροπες διαγνώσεις, δε θέλει ρώτημα, εύχομαι ολόψυχα η ορθή να είναι η δική σου. Προσωπικά, θα ήμουν ευγνώμων σε όποιον με έπειθε ότι η δική μου στάση απέναντι στο «Μακεδονικό» είναι προϊόν φοβίας, ότι οι ανησυχίες μου είναι ολότελα ασύστατες. Όμως, τα επιχειρήματα που προβάλλεις δεν τις διασκεδάζουν. Κάθε άλλο μάλιστα : τις επιβεβαιώνουν εκ του αντιθέτου. Ξεχωρίζω τρία από αυτά, επειδή είναι τυπικά και συχνάκις ανακυκλούμενα στην (παρα)διπλωματική σχολιογραφία μας :

1. «Εμείς είμαστε μεγάλοι και ισχυροί, αυτοί μικροί και ανίσχυροι, τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε ;»

Αν ήταν αληθές κάτι τέτοιο, ιδίως οι μεγάλες Δυνάμεις δεν θα είχαν ποτέ να φοβηθούν τίποτε από τους μικρότερους γείτονές τους. Πάμπολλα ιστορικά προηγούμενα όμως διδάσκουν ακριβώς το αντίθετο. Καίτοι μικρή το δέμας, η Ψευδομακεδονία αντιπροσωπεύει έναν υπαρκτό ανταπαιτητή στα βόρεια σύνορά μας, ικανό να μας προξενήσει πλήγμα στην πρώτη ευκαιρία που θα του δοθεί, ακριβώς όπως η αμελητέα Ελλάς, που το έβαζε τα πόδια εμπρός στον Τούρκο το 1897, έμπαινε θριαμβεύτρια δεκαπέντε χρόνια αργότερα στα Γιάννενα και την Θεσσαλονίκη. Τι είχε αλλάξει ; Μα η συναστρία των συνασπισμών και οι ισορροπίες των ευρωπαϊκών Δυνάμεων μεταξύ τους, που επέτρεψαν στον μικρό να πετύχει ό,τι έως τότε φάνταζε αδύνατο. Είναι πιθανό να επαναληφθεί κάτι τέτοιο, ένας συνασπισμός δηλαδή εναντίον μας, στο μέλλον ; Μια ματιά στον χάρτη, πείθει πως ναι. Τα στρατιωτικά επιτελεία και τα ινστιτούτα γεωπολιτικών μελετών ανά τον κόσμο γέμουν από σενάρια τέτοια, που εμπλέκουν άμεσα και την Ελλάδα. Είναι όλοι αυτοί αλαφροΐσκιωτοι ; Και όταν ο μίστερ Κίσσινγκερ δηλώνει ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους, που δεν κατανοούν τους φόβους των Ελλήνων για το Μακεδονικό, «εκείνος γνωρίζει ιστορία και τους κατανοεί», τι πρέπει να εικάσουμε ; Ότι και ο Κίσσινγκερ έγινε στα στερνά του φιλέλλην και μάλιστα «φοβικός» ;

2. «Η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να κλείσει το ζήτημα, αρνούμενη τον συμβιβασμό Πινέιρο, που προέβλεπε την σύνθετη ονομασία.»

Πρόκειται για μύθο, που κυκλοφορήθηκε από τους γνωστούς πολιτικούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και έκτοτε επαναλαμβάνεται ατεκμηρίωτος. Το κράτος του Γκλιγκόρωφ ουδέποτε αποδέχτηκε τον όρο της σύνθετης ονομασίας, ούτε είχε σκοπό ποτέ να τον αποδεχθεί. Απλώς καιροσκοπούσε, ποντάροντας στο γεγονός ότι η ελληνική πλευρά ήταν βέβαιο ότι θα τον απέρριπτε, και επιδιώκοντας να επιρρίψει την ευθύνη του αδιεξόδου αποκλειστικά σ’ αυτήν, πράγμα που όντως πέτυχε. Αν υπήρχε πράγματι τέτοια δέσμευση από τα Σκόπια, θα τους ήταν σήμερα αδύνατο να υπαναχωρήσουν, με την ίδια λογική που είναι σήμερα αδύνατο στο Ισραήλ να διαπραγματευθεί ειρήνη με τη Συρία χωρίς προηγουμένως να αποσυρθεί από τα υψίπεδα του Γκολάν, όρο τον οποίο είχε (ατύπως !) παραδεχθεί επί κυβερνήσεως Ραμπίν, και έκτοτε θεωρείται, και από τους Αμερικανούς ακόμη, ως εκ των ων ουκ άνευ κάθε μελλοντικής διευθέτησης του Μεσανατολικού.

Οι μόνες υποχωρήσεις των Σκοπιανών, που περιελήφθησαν στην Ενδιάμεση Συμφωνία, ήταν στο ζήτημα της σημαίας και του Συντάγματος. Το ότι και γι’ αυτά ακόμη τα αυτονόητα, απαιτήθηκε προηγουμένως να εφαρμόσει η Αθήνα εμπάργκο εις βάρος τους, θα έπρεπε να μας είχε φρονηματίσει, αφού δείχνει ότι στο ζήτημα του ονόματος οι βόρειοι γείτονές μας δεν προτίθενται μελλοντικά να κάνουν καμμία παραχώρηση, αν δεν τους ασκηθούν πιέσεις.

 

3. «Το γεγονός ότι ένα νεοπαγές εθνίδιο ζητάει να σφετεριστεί την ελληνική ιστορία, δεν θα πρέπει να μας θορυβεί, αλλά να μας χαροποιεί. Αποδεικνύει εντέλει την μεγάλη αφομοιωτική ακτινοβολία του Ελληνικού πολιτισμού.»

Παράδοξο επιχείρημα, μα την αλήθεια! Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οι εφημερίδες (και στην Ελλάδα) έγραφαν για την σινομογγολική έριδα, απ’ αφορμή την μετονομασία του αεροδρομίου της Ουλάν Μπατόρ σε Α/Δ Τζέγκινς Χαν. Οι Κινέζοι, που θεωρούν τον στρατηλάτη δικό τους (!), επιζητούν στην ουσία να απαγορεύσουν στους Μογγόλους γείτονές τους να αναφέρονται στο εμβληματικότερο πρόσωπο της μογγολικής ιστορίας !! ‘Αραγε, σύμφωνα πάντα με τη δική σου λογική, μήπως οι Μογγόλοι θα έπρεπε να νιώσουν και κολακευμένοι από πάνω για την ακτινοβολία του πολιτισμού τους ; Σε διαβεβαιώ ότι δεν νιώθουν διόλου έτσι. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι οι Κινέζοι, έχοντας ήδη καταπιεί την λεγόμενη εσωτερική Μογγολία, και αφού προηγουμένως κατέστησαν τον εκεί γηγενή πληθυσμό αμελητέα μειονότητα, εγγράφουν προσημείωση και για τα υπόλοιπα.

Ευτυχώς για μας, οι Ψευδομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν την ισχύ των κυβερνώντων το Πεκίνο. Όμως η τακτική τους δεν διαφέρει. Το όνομα εδώ αποτελεί πρόγραμμα. Όποιος έχει την εξουσία να ερμηνεύει αυθεντικά τις λέξεις, μπορεί να διεκδικήσει αύριο και την κυριαρχία πάνω στα πράγματα. Η «λύση» της υποχώρησής μας στο ζήτημα του ονόματος, όπως την απαιτούν σήμερα από μας πανταχόθεν ως χειρονομία δήθεν ανωτερότητος και μεγαλοθυμίας, αντί να κλείσει το ζήτημα όπως προφητεύουν οι καλοθελητές, θα το ανοίξει οριστικά. Ακόμη και η προσχώρηση εκ μέρους μας στην λογική της σύνθετης ονομασίας, όπως διαφαίνεται, θα αποτελέσει κολοσσιαία συμβολική, τουτέστιν πολιτική ήττα.

Εν κατακλείδι, δεν σου κρύβω ότι απόψεις όπως οι δικές σου, το ίδιο σχεδόν όσο και η θλιβερή αναξιοπρέπεια της επίσημης εξωτερικής πολιτικής μας, με γεμίζουν απαισιοδοξία για την ικανότητά μας ως συλλογικής οντότητας να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε ως τέτοιες ακόμη και τις πιο ιταμές προσβολές. Την ίδια εκείνη Κυριακή που δημοσιευόταν το άρθρο σου, τα πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν ότι ακόμη και ένας «ένθερμος υποστηρικτής της ευρωατλαντικής προοπτικής της ΠΓΔΜ και της συνταγματικής ονομασίας της χώρας», όπως η κ. Αγγέλικα Μπερ, Γερμανίδα ευρωβουλευτίνα των Πρασίνων, ομολογούσε το αυτονόητο, πως δηλαδή η απόφαση να μετονομαστεί το αεροδρόμιο των Σκοπίων σε «Μέγας Αλέξανδρος» συνιστά πρόκληση εις βάρος της Ελλάδος. Εμείς ώς πότε θα εξακολουθούμε να στρέφουμε ανέμελα και την άλλη παρειά στο χέρι που μας ραπίζει ;

Μετά πάσης ειλικρινείας
δικός σου

Κώστας Κουτσουρέλης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή την 11η Φεβρουαρίου 2007 και ελήφθη από τον προσωπικό ιστότοπο του συγγραφέα. 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Κώστας Κουτσουρέλης | Tagged , , , , , , , ,

Μόνιμη υποχώρηση

images 2

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνιμη επωδός όσων επιθυμούν άμεση λύση του ζητήματος της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων είναι η εσωτερική αστάθεια της γειτονικής χώρας και ο κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης  με συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή σε περίπτωση διαιώνισης του προβλήματος.

Το εν λόγω επιχείρημα έχει χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ και της Αλβανίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.  Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσει η Ελλάς καλείται να δείξει κατανόηση και να καταβάλει το κόστος ομαλοποίησης της  αστάθειας γειτονικών κρατών. Η Αθήνα νουθετείται από συμμάχους ότι πρέπει να υποχωρεί τόσο απέναντι στην Άγκυρα λόγω υπέρτερης ισχύος της τελευταίας, όσο και απέναντι σε Τίρανα και Σκόπια λόγω αδυναμίας των τελευταίων και επίδειξης ανωτερότητας εκ μέρους μας! Σε κάθε περίπτωση υποχώρηση.

Και όλα αυτά απέναντι σε σύμμαχο με νεκρούς στην Κορέα και με το όνειδος της τουρκικής εισβολής της Κύπρου από τη «σύμμαχο» Τουρκία ανεξίτηλο. Σύμμαχος  ο οποίος πολλάκις κατά το παρελθόν επέδειξε αφελή συμμαχική νομιμοφροσύνη ζημιώνοντας ίδια συμφέροντα όπως η θεώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως τουρκική, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για λόγους σταθερότητας της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Πως θα επέλθει η σταθερότητα στη γειτονική χώρα με την απονομή του ονόματος Μακεδονία;  Θα βελτιωθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης; Θα βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας; Θα εξαφανιστεί η εκτεταμένη διαφθορά; Θα παύσει η καχυποψία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών όταν μάλιστα η απονομή του ονόματος Μακεδονία -με τη συναίνεση των Αθηνών πλέον- θα δικαιώσει τους Σλάβους και θα εντείνει τις προσπάθειες τους  να προσδώσουν καθαρά «μακεδονικό» χαρακτήρα στη γειτονική χώρα υπονομεύοντας περαιτέρω την συνύπαρξη με το σύνοικο αλβανικό στοιχείο;

Οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας πρώτα συνετέλεσαν στην αποσταθεροποίηση της ΝΑ Ευρώπης ενισχύοντας τον ισλαμικό παράγοντα, εδώ και δύο δεκαετίες, και κατόπιν επιθυμούν ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα χριστιανικά κράτη που η δική τους πολιτική γέννησε. Παράλληλα, συνιστά χαριτωμένη ειρωνεία το γεγονός ότι οι σύμμαχοι πιέζουν την Αθήνα να αποδεχτεί  πολιτικές της κομμουνιστικής ηγεσίας της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, 30 σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού…

 

Το παραπάνω άρθρο ( αρχικός τίτλος »Συμμαχική <<αλληλεγγύη>> και σταθερότητα» ) δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία, το Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018.

 

Posted in Uncategorized