Επεισόδιο Μπουτάρη: Τα όρια μιας απαίδευτης κοινωνίας Ιωάννης Σ. Λάμπρου

κατάλογος

 

Η επίθεση πολλών σε λίγους είναι αποκρουστική. Εμφανής ο φόβος στο πρόσωπο του επιτιθέμενου, όπως προη μερών, του Δημάρχου Θεσσαλονίκης. Υπενθυμίζεται η επίθεση στον Υπουργό Αμύνης στο Κερατσίνι προ ετών αλλά και η προτροπή του τελευταίου σε πολίτες να «λιντσάρουν τον Πάχτα». Απαράδεκτος ο πατέρας με την κόρη του στα χέρια, όχι να αποδοκιμάζει απλά τον Μπουτάρη αλλά να τον ακολουθεί βρίζοντάς τον με τη μικρή να κοιτάει σαστισμένη.

Στο όνομα της αγανάκτησης γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθούν πάσης φύσεως πράξεις, ειδικά στα χρόνια των μνημονικών δεσμεύσεων. Μια κοινωνία χωρίς κατεύθυνση και προσανατολισμό, χωρίς πολιτική και πνευματική ηγεσία να την κατευθύνει και να την παιδεύσει καθίσταται ευεπίφορη να γίνει άθυρμα συναισθημάτων και παρορμήσεων και ανίκανη να διακρίνει την επιβεβλημένη, κάποιες φορές, αποδοκιμασία από την φυσική βία όπως στην περίπτωση του κ. Μπουτάρη.

Αυτοί οι οποίοι δυσανασχετούν με όσα, κατά καιρούς, έχει πει ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης είναι πολλοί, πολλοί περισσότεροι από όσους του επιτέθηκαν. Αποκαλυπτικό το βίντεο όπου δηλώνει πως «χ…  αν ο Μουσταφά Κεμάλ σκότωσε Έλληνες».[1] Δύσκολο να φανταστούμε τον δήμαρχο κάποιας ισραηλινής πόλης να δηλώνει κάτι παρόμοιο  για τον Αδόφλο Χίτλερ…Ή τον Δήμαρχο της Νέας Υόρκης να δηλώνει πως δεν τον απασχολεί αν φανατικοί ισλαμιστές διέπραξαν το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Παράλληλα, γνωστή και η πρότασή του για μετονομασία της οδού Αποστόλου Παύλου σε Κεμάλ Ατατούρκ, επαναφέροντας το όνομα του  Τούρκου δικτάτορα, όπως είχε γίνει κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά στο πλαίσιο μιας άλλης ιστορικής φάσης ελληνοτουρκικής φιλίας, η οποία, όπως όλες άλλωστε, τελείωσε άδοξα με την επιβολή του επαχθούς φόρου περιουσίας  Varlik Vergisi τo 1942 επιφέροντας καταστρεπτικές απώλειες σε Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους. Αιτιολογώντας την παραπάνω πρόταση ο κ. Μπουτάρης μίλησε για αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο αυξημένος τζίρος εστιατορίων και ξενοδοχείων πιο σημαντικός από τα θύματα της Γενοκτονίας…

Ή όταν καλούσε ανοικτά, τον Φεβρουάριο του 2016, τον κόσμο να βιαιοπραγήσει κατά του Μητροπολίτη Πειραιώς: «Έχουμε ένα Μητροπολίτη, λίγο ακραίων αντιλήψεων. Εμένα με ενοχλεί όταν πάω να ακούσω τη δοξολογία να ακούω τον εθνικό ύμνο. Αν δεν ξεχωρίσει η πολιτική με την εκκλησιαστική εξουσία πάντα θα έχουμε έναν Άνθιμο να μας δημιουργεί προβλήματα. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ είναι για ξύλο! Τι να τον κάνεις; Να του πεις μη τα λες»;[2] Συνεπώς, ο κ. Δήμαρχος δέχεται τη βία ως μέσο επίλυσης διαφορών…

Ο κ. Μπουτάρης γνωρίζοντας πως με απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου η 19η Μαΐου έχει αναγνωριστεί ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα της τουρκικής γενοκτονικής πολιτικής στον Πόντο, εντούτοις την ίδια ημέρα, και ενώ στη Θεσσαλονίκη ως κατεξοχήν πόλη Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων δεν θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα καμιά άλλη ανοικτή εκδήλωση, συναίνεσε στην Πολύχρωμη Παρέλαση  στο πλαίσιο του  2ου Αυτοοργανωμένου Thessaloniki Pride. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήγε να δώσει το παρών και στον χώρο των εκδηλώσεων για τη γενοκτονία θέλοντας να γελοιοποιήσει περαιτέρω τους διοργανωτές.

Η αντισυμβατικότητα και η συνεχής επίκληση  προοδευτικών τσιτάτων, η άκριτη αποδοχή οτιδήποτε βαφτίζεται αντισυμβατικό και «σπάει τον κανόνα» είναι άκρως προσοδοφόρα ασχολία στην πατρίδα μας, τις τελευταίες δεκαετίες. Απείρως πιο κερδοφόρα από την αντιαισθητική επίκληση εθνικοφροσύνης πριν το 1974…

Ταυτόχρονα, η βία κατά του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία εκ μέρους της προοδευτικής «ελίτ» της χώρας να ξεσπαθώσει κατά του εθνικολαικισμού (ότι και αν σημαίνει αυτό) απονομιμοποιώντας οποιαδήποτε διαμαρτυρία πολιτών (όχι τον ξυλοδαρμό Μπουτάρη) για ζητήματα ταυτότητας. Βαφτίζονται συλλήβδην όλοι ακροδεξιοί… Κάτι παρόμοιο δεν έκαναν αξιωματούχοι της κυβέρνησης για όσους συμμετείχαν στα δύο συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων;

Όσοι κατηγορούν τον λαό για τραμπουκικές μεθόδους είναι αυτοί που επί δεκαετίες ελέγχουν την Παιδεία και καθορίζουν το πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου. Το πολύ χαμηλό επίπεδο δημοσίου διαλόγου, και η προτίμηση σε φωνές και χειρονομίες αποτελούν τα επίχειρα της πολιτικής τους. Η απαξίωση της αριστείας και της έννοιας της ποιότητας και η αντικατάστασή τους από τη  μετριότητα, την τσαπατσουλιά και τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή, χάριν της ισότητας, έχει συνέπειες. Σε συνδυασμό πάντα με την επιβολή μιας ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, η οποία στο πρόσχημα της αξιολογικά ουδέτερης στάσης και υποκειμενικής προσέγγισης των πάντων, γελοιοποιεί ως αφελή, ανώριμη και αταβιστική την μέχρι πρότινος ανάγνωση της ιστορίας.

Ένα τελευταίο σχόλιο για τον κ. Δήμαρχο. Δεν μπορεί ο κ. Μπουτάρης να είναι Δήμαρχος μιας ιστορικής πόλης, πόλης με ταυτότητα και βιώματα τουρκικής καταπίεσης αιώνων, και από αντισυμβατικό κόμπλεξ και προοδευτικές εμμονές να πηγαίνει ενάντια  στην ταυτότητα αυτής της πόλης. Κάποιος ο οποίος δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει αν ο Μουσταφά Κεμάλ εξόντωσε εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριωτών του, τα δεινά των οποίων συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας της πόλης τη Θεσσαλονίκης δεν είναι άξιος να φέρει τον τίτλο του Δημάρχου έστω και αν έχει εκλεγεί σε αυτό μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Δήμαρχος θα παραμείνει μέχρι το τέλος της θητείας του, άξιος του τίτλου δεν είναι.

Ποια αντιμετώπιση, άραγε, ανέμενε από τους απογόνους των σφαγιασθέντων των Τσετών; Επευφημία; Θαυμασμό; Πως θα αντιδρούσε έκαστος εξ’ ημών, αν έχοντας χάσει γονείς και αδέλφια από δολοφονικές επιθέσεις, ερχόταν κάποιος και του έλεγε, μέσα στο σπίτι του, ότι δεν τον ενδιαφέρει αυτό; Πως θα αντιδρούσε η οικογένεια του δολοφονηθέντος Φύσσα αν τους έλεγε κάποιος ότι δεν τον απασχολεί ότι μέλη της Χρυσής Αυγής σκότωσαν το παιδί τους; Πολλώ δε μάλλον όταν δεν πρόκειται για τη δολοφονία ενός προσώπου αλλά εκατοντάδων χιλιάδων.

Ένας απλός πολίτης, από αδιαφορία, έλλειψη γνώσεων ή οτιδήποτε άλλο  μπορεί να επιλέξει να έχει τις παραπάνω απόψεις του κ. Μπουτάρη. Ο Δήμαρχος της πόλης όχι. Κανένας δεν μπορεί να αλλοιώνει την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης κατέχοντας το δημαρχιακό αξίωμα και να πληρώνεται από τους πολίτες για αυτό. Τυπικά μπορεί να το κάνει όπως ο κ. Μπουτάρης αλλά δεν είναι έντιμο και δεν εξελέγην για αυτό. Η επίκληση της δημοκρατικής εκλογής δεν αρκεί για να νομιμοποιηθεί η διαστροφή της ιστορίας εκ μέρους της δημοτικής αρχής.

Οι απαράδεκτοι τραμπουκισμοί και η βία εις βάρος του 76χρονου Δημάρχου Θεσσαλονίκης δεν του δίνουν συγχωροχάρτι για την πολιτεία του στο δήμο τα τελευταία χρόνια. Το εις βάρος του επεισόδιο δεν αποτελεί απλά γνώρισμα των παθογενειών της κοινωνίας μας, όπως μονοσήμαντα σχολιάζεται, αλλά καταδεικνύει και τα όρια γελοιοποίησης της ιστορίας της που είναι διατεθειμένη, με τρόπο βάρβαρο, να χαράξει μια κοινωνία.

 

[1] Το βίντεο εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=lA6nLwugLlk

[2] Βλέπε εδώ, https://www.protothema.gr/greece/article/555577/boutaris-kata-mitropoliton-o-anthimos-einai-ligo-akraion-adilipseon-o-peiraios-einai-gia-xulo/0

Advertisements
Posted in Uncategorized

Συνέντευξη για το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων

fyrom-greek_flags

Επ’ ευκαιρία των εξελίξεων, τους τελευταίους μήνες, σχετικά με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης Ελλάδος- Σκοπίων για το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας παραθέτουμε το τελικό κείμενο συνέντευξης του μέλους του ΙΝΣΠΟΛ Ιωάννη Λάμπρου στην σκοπιανή δημοσιογράφο Marija Kotovska, ανταποκρίτρια του MRTV, στις 5 Αυγούστου 2016, σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Η συνέντευξη δόθηκε  με αφορμή κείμενο με τίτλο »Το αδιέξοδο του ζητήματος της ονομασίας των Σκοπίων», https://inspol.gr/2016/07/27/545623/ . Το κείμενο είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τέυχος Ιουνίου 2016.

In your latest analysis you wrote that your position on the name issue is that the possible solution should not contain the word Macedonia at all, and that the adjective «Macedonian« should not be allowed for naming the language and the nation. On the other hand the position of the ruling VMRO-DPMNE party in the neighboring country led by Nikola Gruevski, is that there will be no change of the constitutional name Republic of Macedonia  while also there won`t be any modifications in the name of the nation and the people as Macedonian. Do you agree with the majority of the Greek public opinion, that considers VMRO-DOMNE as the most non flexible political option in Macedonia, because of this position but as well as because of the Skopje 2014 project ?

I wrote that the Greek government should not accept the name containing the word Macedonia nor its derivatives.  I am fully aware of the position adopted by VMRO and Mr. Gruevski in relation to the name of the country. Mr Gruevsky’s –  and not only Mr. Gruevsky’s – intransigence and fanaticism has been repeatedly demonstrated.

The use of the name   “Republic of Macedonia” in international organizations – including the United Nations – that it has joined under the condition that it use the provisional name “Former Yugoslav Republic of Macedonia”.

The use of the symbol of the Vergina Sun, even your current flag denotes the Vergina Sun.The renaming of Skopje’s airport “Alexander the Great”.Insulting actions at the Carnival of Vevčani. The defilement of the Greek flag in 2008, with the substitution of the Nazi swastika for the Christian Cross although Greek people paid a heavy price for fighting both against Mussolini and Hitler at the same time when VMRO volunteers under the leadership of Mihailov and Kaltcef made up companions and fought alongside the 4th SS Mechanized Infantry Division.

Lastly, your country’s government never showed any sign of even the slightest compromise. It is worth mentioning that during Costas  Simitis’  premiership, the Greek government had accepted the name «Republic of Macedonia-Skopje» and the  government in Skopje rejected it. That name, which is contrary to the wishes of the Greek people, gave almost everything that Skopje wants, yet your government did not accept it. That tells us something about your government’s mentality on the use of dialogue.

 On the other hand – I mentioned Skopje 2014 project before – we have a situation where the opposition in the neighboring country, SDSM lead by Zoran Zaev, for e.g. agrees with Greece in showing discontent with this huge project of the ruling party, while at the same time we had the opposition leader years ago saying that on this issue it wouldn`t be so bad if we comply a bit. Do you think that if the opposition, by any chance, wins on the upcoming early parliamentary elections in the country in December, there could be also changes in the attitude regarding the name issue talks ?

It clearly demonstrates the insecurity concerning the national identity of a large part of the Slavs in Skopje . I know that municipal review commission is investigating charges of illegal public procurement and lack of transparency of the contracts given to the architects. An all these at an estimated cost of more than 600.000.000 euros.

I suppose there is a clash of interests between different political and business groups. I cannot say which are the true  motives of certain politicians concerning their misgivings to Project 2014.

As far as I know president of opposition SDSM party, Zoran Zaev in an interview he gave to  “Radio Free Europe”, in the end of last June, he said that he looks for a solution that will protect «our national identity, our constitutional name». I do not see how that differs from what Mr. Gruevsky is saying.

Don’t forget that former President of Skopje Branko Crvenkovski, coming from SDSM, from the podium of the 62nd UN General Assembly stated that “the name of my country is and shall remain the Republic of Macedonia”. I remind again that your country was accepted as member of the UN under the condition that for the purposes of the UN, use would be made of the name FYROM. When political figures coming from SDSM ridicule UN inside the General Assembly conference hall I cannot see any difference with Mr. Gruevsky. If there is a difference then it is one of form not of substance.

Few months ago, the opposition leader Kyriakos Mitsotakis asked for early elections in your country, so do you believe there will be early elections here and what could a possible  change of the ruling party mean in regards to the name issue talks?

The biggest parties currently in Greece, Syriza which is the bigger government partner and Nea Dimokratia, larger opposition party, are of the same mind. That is, a compound name with a geographical qualifier which will be used in relation to everyone (erga omnes), for all uses domestic and international and not be limited for use between the two countries. The notion of geographical qualifier is debatable because the government of Skopje  has attached  the term «Macedonia» primarily an ethnological attribute.

Even in the case of an election, in the immediate future or later on, the official stand will not change and there will not be a shift. The change of government will have no impact upon the name.

Let’s finish with what we start, and that is your position on the name issue. Do you feel that this position has or will gain wider support among some of the political forces in Greece?

The biggest parties, as I mentioned, currently in Greece area of the same mind.

It should be pointed out though that there is no correspondence  between the official line of the state and the voters although it is difficult to see that because the parties which support the above mentioned solution form the big majority in the parliament. Issues of foreign policy do not attract, for the time being, the interest of the people in Greece since their attention is directed to the awful economic crisis but it is naïve to think that there will not be a reaction if this government or any government for that matter will attempt to accept a solution close to the preference of your country.

We experienced a similar situation in Cyprus where in 2004 the biggest party of the country the center-right DISI and a part of the communist AKEL supported the Anan plan which supposed to unify Cyprus but in reality legitimized the invasion, the illegal settlers and the demise of the Republic of Cyprus.

Two thirds of DISI voters rejected party line and voted against, the overall percentage being 76% against the proposed plan.

In case of a referendum the vast majority of the Greek people will vote against such a solution. We should always bear in mind that the people in Greece and the Greek Diaspora, indeed the whole nation, must accept the solution as well irrespective of what any Greek government does. Do not confuse Athens’s readiness for almost any solution with the overall disposition of the nation. They are not in correspondence. Repeated polling, on the name issue, over many years, demonstrates that lack of correspondence.

Also, we must take into account that the name issue is not strictly bilateral. Albanians form a part of your country and they should have a say on how their country will be called. Bulgaria has raised a number of issues concerning national identity and history as well.

I would like also to point that if what is happening with the name of Macedonia takes place for a number of other historical regions of Europe whose size and geographical extent varied through time like Banat, Karinthia, Lusatia, Dobrudja, Silesia. What the implications for the stability of borders in Europe would be; There is the international dimension on the name issue that cannot be ignored.

Καταληκτικά Σχόλια

Although I am resentful of the appropriation of Greece’s historical heritage and arbitrary seizing of cultural symbols I do not hate  the people of your country. I understand that they inherited situations that took place in the past and that history, quite often bestows problems of the past that we must deal with.

I acknowledge and respect the right of your people to have a name and an identity. We are given birth, live and die within national communities and our lives become meaningful only within these national communities. But your right to have a name and an identity does not entail that Greeks should accept  your arguments. Just as you have the right for national identity so do we. Your right to have a name does not give you the right to take it from me.

I hope that we will stand firm on issues as serious as this is and not accept the abandonment of a part of our history but at the same time we should not allow our society to slide into fanaticism and actions that will blemish our standing in the world and undermine our democratic institutions. I do realize that this can be very hard to accomplish, when issues of national identity are at stake, but there is no other way if we Greeks want to keep our national integrity intact home and abroad.

Επιπρόσθετη ερώτηση:

In case of VMRO-DPMNE wins the next election how you see the situation unfolding?

The situation will continue as it is. I do not see any change. Foreign diplomats have advanced the idea that Greece should exhibit flexibility on the name issue due to the economic crisis. This suggestion is insulting because it implies that Greece should sell off the name in order to get better treatment from its creditors. Based on that logic Skopje, which have worse economic indicators  than Greece the last 25 years, should have retreated from its position many years ago. Issues of national identity cannot be solved through international agreements but only with the passage of time.

 

 

 

Posted in Uncategorized

Μακεδονικό: Ο βιασμός της επιστήμης

του Πάρη Μπίνου

«Καί βασιλέϊ τω πέμψαντι άπαγγείλητε ως ανήρ «Ελλην, Μακεδόνων ύπαρχος, εύ ύμέας έδεξατο» (Μετάφρ. Νά αναγγείλετε, λέει ο Αλέξανδρος στους πρέσβεις των Περσών που φιλοξένησε, να αναγγείλετε στο βασιλιά σας ότι ένας ‘Έλληνας, βασιλιάς των Μακεδόνων, σάς υποδέχτηκε φιλικά). Αυτό αναφέρει ο Ηρόδοτος (5,20) για την σχέση Μακεδόνων και Ελλήνων. Το ίδιο αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας και για την συμμετοχή του προγόνου του Μεγ. Αλεξάνδρου, Αλέξανδρου του Α΄ στους Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονταν στην Νότια Ελλάδα και συμμετείχαν μόνο Έλληνες. Ο Ηρόδοτος μάλιστα αναφέρει για την συμμετοχή του Αλεξάνδρου Α΄, πως οι Μακεδόνες δικαιούνται συμμετοχή ως άμεσα σχετιζόμενοι με τους Δωριείς. Πώς θα μπορούσε να μετέχει ο βασιλιάς των Μακεδόνων αν δεν τον είχαν θεωρήσει οι υπόλοιποι Έλληνες, ως συν-Έλληνα; Ποιος ο λόγος αν δεν ένιωθαν οι Μακεδόνες κομμάτι του ελληνιστικού κόσμου, να προστρέξουν οι Τροιζήνιοι που ήταν Μακεδονικό έθνος, στον πόλεμο της Σαλαμίνας; Γιατί ο Μεγ. Αλέξανδρος, κατά τον Ηρόδοτο, απευθύνεται στους Αθηναίους λέγοντας «ο ίδιος είμαι Έλληνας το γένος ανέκαθεν και δε θαθελα να δω την Ελλάδα από ελεύθερη να γίνη σκλάβα»;

Αυτά μαρτυρά η Ιστορία. Για λόγους όμως που δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη της γλωσσολογίας, της αρχαιολογίας και της ιστορίας ακούμε από το γειτονικό κράτος εξωφρενικές απόψεις που βιάζουν κάθε αρχαιολογικό εύρημα, κάθε γραπτό κείμενο της εποχής χωρίς καμιά είδους ιστορική βάση. Τι είπε πρόσφατα ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων; Ότι μιλούν την «μακεδονική γλώσσα» η οποία είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών! Δηλαδή, με κάποιο άγνωστο ιστορικά τρόπο, οι αρχαίοι Μακεδόνες-Δωριείς «μεταλλάχθηκαν» σε Σλάβους οι οποίοι ήρθαν στον Βαλκανικό χώρο 1100 χρόνια μετά την παρουσία των Μακεδόνων-Δωριέων στον χώρο κυρίως της Βαλκανικής. Με κάποιο περίεργό τρόπο ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων εννοεί ότι ο Αλέξανδρος όταν απευθύνονταν στον Αριστοτέλη του έλεγε /daskale, soɧ prajs, ne ma pari/ (Немам пари)?

Ποιος γλωσσολόγος, ιστορικός, αρχαιολόγος έχει βρει μια εξήγηση για αυτή την ανιστόρητη άποψη? Όπως αναφέρει και ο Lockwood WB (1972), από το πανεπιστήμιο του Reading, UK στο σπουδαίο έργο του «A panorama of Indo-european languages”, αναφέρει την αρχαία Μακεδονική ως διάλεκτο της αττικής γλώσσας. Παρόμοια άποψη φέρει και ο Καθηγητής του ΑΠΘ Ανδριώτης Ν. που μιλά για διάλεκτο και όχι πρότυπη γλώσσα. Συνεπώς, αφού οι ίδιοι παραδέχονται στα Σκόπια ότι η γλώσσα τους είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών, πότε «μεταλλάχθηκε» μια διάλεκτος της δωρικής (αρχαίων Μακεδόνων) σε σλαβικό ιδίωμα; Ο γλωσσολόγος καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει την Σλαβομακεδονική ως «ψευδώνυμη γλώσσα» (Το Βήμα, 3/8/2008- Γλωσσικές παραχαράξεις). Ακόμα και η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών (Ioannidou, 2015, “Blaze koneski, his successors and the peculiar narrative of a late stardardization in the Balkans”) αναφέρει το Σκοπιανό ιδίωμα, ως διάλεκτο της Βουλγαρικής. Άρα δεν πρόκειται για επίσημη πρότυπη γλώσσα, αλλά για ένα διαλεκτικό συνεχές των Βουλγαρικών, δηλαδή ένα κράμα του πυρήνα των Νότιων Σλαβικών διαλέκτων.

Κάθε αξίωση ή εξομοίωση επί των λεγόμενων «εντόπικων» με τις προαναφερόμενες γλώσσες είναι αντιεπιστημονική. Η γλώσσα των Σκοπίων πέρασε ιστορικά λοιπόν από διάφορες φάσεις. Αρχικά Βουλγαρική, εμπλουτίστηκε κατ’ εντολή του Τίτο με στοιχεία της Σερβο-Κροατικής, ώστε να αυξηθεί η Σερβική επιρροή στην περιοχή. Οι Βούλγαροι μάλιστα την αποκαλούσαν και «κολισεφσκική» διότι, οι ίδιοι πολιτικοί της περιοχής των Σκοπίων έδωσαν στην Βουλγάρικη γλώσσα τους, στοιχεία της Σερβικής γλώσσας «εκσερβίζοντάς» την. Συνεπώς, η γλώσσα των Σκοπίων δεν έχει σχέση με την διάλεκτο που μιλούν ακόμα, κυρίως μεγάλης ηλικίας κάτοικοι εντός της Ελλάδας. Υπερθεματίζοντας, η Online Εγκυκλοπαίδεια Γλωσσών και Γραπτών Συστημάτων αναφέρει πως η «μακεδονική γλώσσα» γίνεται κυρίως κατανοητή από Βούλγαρους και μετά Σέρβους, επιβεβαιώνοντας την καταγωγή της γλώσσας των Σκοπίων.

Σήμερα, είναι καθιερωμένη επιστημονικά η άποψη πως η αρχαία μακεδονική ήταν μια διάλεκτος της αττικής γλώσσας που ήταν κυρίαρχη εκείνη την εποχή σε όλη την Μεσόγειο. Το κυριλλικό αλφάβητο δεν έχει καμία σχέση τον κατάδεσμο της Πέλλας (του 4ου αιώνα π.Χ.) που είναι γραμμένος σε μια ιδιότυπη δωρική διάλεκτο. Όσοι ελαφρά τη καρδία απεμπολούν το Ελληνικό όνομα της Μακεδονίας σε Σλάβους εποίκους της Βαλκανικής, λόγω πολιτικών επιδιώξεων ή πιστεύοντας πως εφαρμόζουν «ρεαλιστική πολιτική», δεν προετοιμάζουν μόνο μια εθνική ήττα, αλλά και μια άνευ προηγουμένου παραχάραξη της ιστορίας και πληθώρας άλλων επιστημών. Ένα προηγούμενο που στον εύθραυστο χώρο της Βαλκανικής μπορεί να γεννήσει αναθεωρητισμούς τύπου κατάργησης Λωζάνης. Είναι λογικό ένας εθνικός ρομαντισμός, να πασχίζει να συνδεθεί με μια προηγούμενη εθνότητα, όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί εις βάρος της ιστορικής αλήθειας.

Ο Πάρης Μπίνος είναι Δρ. , Τμήμα Γλώσσας & Γλωσσολογίας Έσσεξ, Μεγ. Βρετανίας

Posted in Πάρης Μπίνος, Uncategorized | Tagged , , , , ,

ΚΚΕ και Εκκλησία υπέρ του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος κατά / Σωτήρης Μητραλέξης

 

Έχει ο καιρός γυρίσματα!

Πάμε από την αρχή:

«Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» σημαίνει το εξής απλό: το να μην μπλέκεται η Εκκλησία στις αρμοδιότητες και εξουσίες του Κράτους και το να μην μπλέκεται το Κράτος στις αρμοδιότητες και στην οργάνωση της Εκκλησίας. Το να μην ασκεί το Κράτος εκκλησιαστικές αρμοδιότητες, το να μην ασκεί η Εκκλησία κρατικές εξουσίες. Το να μην «θρησκεύει» θεσμικά το Κράτος, το να διατηρεί το αυτοδιοίκητό της η Εκκλησία χωρίς κρατικό υποβολέα.

Παρέκβαση αναγκαία: «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» δεν σημαίνει εξορία της Εκκλησίας από το δημόσιο χώρο, ούτε βέβαια σημαίνει πως με έναν μαγικό τρόπο κάποια νομοθεσία θα καταστήσει τους πιστούς ανεπηρέαστους από την ιεραρχία τους. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι είτε οι πιστοί είτε οι κληρικοί θα χάσουν το δικαίωμα να ομιλούν περί πολιτικής, γινόμενοι πολίτες β΄ κατηγορίας. Άλλο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (βλέπε ΗΠΑ, Γερμανία, Κύπρο) και άλλο βίαιη αποστείρωση του δημοσίου χώρου από τη «μισερή θρησκεία», κατά το βαθιά αντιδημοκρατικό γαλλικό μοντέλο της laïcité — μια εξαίρεση της εξαίρεσης σε παγκόσμια κλίμακα. Δε χρειάζεται διδακτορικό κοινωνιολογίας για να καταστεί σαφές ότι η θρησκεία είναι τα πάντα εκτός από «ιδιωτική υπόθεση». Για να ξέρουμε τι συζητάμε, διότι έχει προκύψει στον ελληνικό δημόσιο λόγο να λέμε «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» και να εννοούμε… να μην πολιτικολογεί ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, ως εάν αυτό θα μπορούσε να είναι αντικείμενο κάποιας νομοθετικής παρέμβασης εντός δημοκρατικού πλαισίου.

Κάθε φορά που συζητείται ο «Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους», η περιρρέουσα αίσθηση είναι πως η Εκκλησία, εμμένοντας σε κάποια προνόμια όπως η μισθοδοσία (ακριβής εικόνα εδώ και εδώ) επιδιώκει το να μην λάβει ο χωρισμός χώρα, ενώ ο πολιτικός κόσμος ναι μεν αντιλαμβάνεται δήθεν αυτήν την ανάγκη —κάτι που «ξεμυτίζει» σε όσους ηρωικούς πολιτικούς θέτουν το ζήτημα— αλλά, υπό την πολιτική πίεση της Εκκλησίας, ο χωρισμός αενάως αναβάλλεται. Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι η παραπάνω εικόνα τυγχάνει παντελώς παραμορφωτική, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι πολλοί ιεράρχες (και οι ίδιοι έχοντες ενίοτε μερική και αποσπασματική εικόνα των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται αυτό) σπεύδουν να επιβεβαιώσουν την παραμορφωτική αυτή αίσθηση με τις αμυντικές δηλώσεις τους κάθε φορά που συζητούνται δημοσίως τα σχετικά θέματα. Π.χ. στο ζήτημα της αποτέφρωσης, όπου οι ίδιοι οι Δήμοι οι οποίοι λαμβάνουν όλα ανεξαιρέτως τα έσοδα από τα νεκροταφεία και προφανώς δεν έχουν κανένα συμφέρον να δημιουργηθούν αποτεφρωτήρια, θα δείξουν με το δάχτυλο τις θεολογικές αντιρρήσεις της Εκκλησίας, με την υπόνοια ότι… φταίνε εκείνες (και με την καλλιέργεια της ασάφειας ότι προσπορίζονται έσοδα οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο). Ή, επί παραδείγματι, με την ομολογία αποτυχίας τους στην (ή και παραίτησή τους από την) εντός ενοριακού πλαισίου κατήχηση του ποιμνίου τους, όπως φαίνεται από κάθε δημόσια διαμαρτυρία τους για το κρατικό μάθημα των θρησκευτικών.

Βέβαια, η Εκκλησία θα είχε μόνο να κερδίσει από μιαν απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος. Και αυτό φαίνεται ιδιαζόντως σε χαριτωμένα ενσταντανέ όπως το τρέχον. Διότι ναι μεν ρητορικά ουκ ολίγοι πολιτικοί θέτουν το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους (το ακριβές-ακριβές περιεχόμενο του οποίου αποτελεί αντικείμενο… χρησμολογίας), όταν όμως υφίσταται κάποιο εκκλησιαστικό παγκάρι το οποίο, λόγω μεγέθους, θα μπορούσε να ενδιαφέρει τον πολιτικό κόσμο, εξαίφνης ο χωρισμός εξαφανίζεται και το κράτος επιδεικνύει έναν διακομματικό πόθο εμπλοκής στα εσωτερικά της εκκλησίας και της διοίκησής της.

Έτσι κατετέθη, με διακομματικές υπογραφές από επτά Βουλευτές η «Βουλευτική Τροπολογία υπ’ αριθμ. 1488/152/22.2.2018 για το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου (Π.Ι.Ι.Ε.Τ.)», σύμφωνα με την οποία κατά τη διαδικασία επιλογής του αντιπροέδρου και του γενικού γραμματέα της διοίκησης ενός θρησκευτικού/εκκλησιαστικού οργανισμού… παύει να έχει δικαίωμα ψήφου ο μοναδικός εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ο τοπικός Μητροπολίτης, και ο οργανισμός εξαιρείται από τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας χωρίς γνώση της τελευταίας, με το κράτος να εισέρχεται ενθουσιωδώς στη διαχείριση των πόρων του και των εσόδων του.

Η υπόθεση είναι περίπλοκη, και φυσικά έχει αφιερωθεί αρκετός κόπος στο να πλαστουργηθεί και η «αντίθετη άποψη», σύμφωνα με την οποία… είναι απολύτως φυσιολογική η μονομερής αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Κράτος (!) και η ευθεία εμπλοκή και παρεμβολή στα εκκλησιαστικά πράγματα. Σύμφωνα με την παρέμβαση του Νίκου Ξυδάκη (ΣΥΡΙΖΑ) στη Βουλή, με το να μπει χέρι στο παγκάρι «αποκαθιστούμε την συνύπαρξη κλήρου και λαού» γιατί «αυτό είναι η Εκκλησία» — κρατικές θεολογίες…

Θα μείνω μόνο σε ένα σημείο της επιστολής της Ιεράς Συνόδου μέσω του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στον Υπουργό Παιδείας (26/2/2018 Πρωτ. 799), όπου γίνεται και λόγος για «παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της αρχής της αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος (3 παρ. 1, 12, 13 παρ. 1 Συντάγματος, 9, 11 ΕΣΔΑ)»: στο σημείο όπου η Ιερά Σύνοδος συγχαίρει την ΚΟΒΑ του ΚΚΕ για την αταλάντευτη στάση της στα θέματα χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, την ώρα που διακομματικοί πολιτικοί βάζουν… καισαροπαπικό χέρι στο παγκάρι. Τα συγχαρητήρια αυτά της Ιεράς Συνόδου μοιάζουν να είναι απολύτως ειλικρινή, αφού τουλάχιστον στην περίπτωση της στάσης του ΚΚΕ βρίσκει έναν συνομιλητή που εννοεί ό,τι λέει και εμμένει σε μια συνεπή στάση χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους — όχι ένα κόμμα που με υψωμένο το δάχτυλο του δεξιού χεριού αγορεύει για το ουδετερόθρησκο κράτος ενώ με το αριστερό ψαχουλεύει το παγκάρι:

«Ανακύπτει επομένως η εύλογη απορία: πως είναι δυνατόν βουλευτές, και μάλιστα από πολιτικούς χώρους, που τάσσονται υπέρ των «διακριτών ρόλων» ή υπέρ του «χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας» και της απόλυτης «θρησκευτικής ουδετερότητας» του Κράτους, να εισηγούνται μεταβολές στην Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος υποκαθιστώντας την Ιερά Σύνοδο Αυτής ή να εισηγούνται τροπολογίες για τη διοίκηση και διαχείριση Ιερών Ιδρυμάτων Ναών χωρίς γνώση της Εκκλησίας;»

«Για τον λόγο αυτό οφείλουμε να συγχαρούμε την Κομματική Οργάνωση Βάσης (Κ.Ο.Β.) Τήνου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.). για τη στάση ιδεολογικής συνέπειας, επειδή –αν και εκκινώντας από αντίθετη προς την Εκκλησία αφετηρία σε επίπεδο ορολογίας και ουσίας (του χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας)– είχε ανακοινώσει σε σχέση με το Ιερό Ίδρυμα της Ευαγγελιστρίας Τήνου: «Ο Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε. και οι βουλευτές του τοποθετούνται πάντοτε με βάση το πλαίσιο του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, την πάγια δηλαδή θέση του κόμματος για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Θέση του ΚΚΕ είναι ότι ο έλεγχος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στη διακρίβωση των τυπικών προϋποθέσεων, χωρίς να παρεμβαίνει στην εσωτερική οργάνωση των θρησκευτικών ενώσεων, των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων κ.λπ.».

Ηθικόν δίδαγμα από το χαριτωμένο αυτό περιστατικό: η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ανάγκη να κατανοήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα γίνεται πως το κράτος και το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό που το «τρέχει» δεν θα είναι ποτέ (ή ποτέ πια, αν προτιμάτε) ούτε φιλικό ούτε φερέγγυο. Την ίδια ώρα που ο πολιτικός κόσμος (και το μηντιακό πλέγμα) θα δείχνει με το δάχτυλο «τους παπάδες» για να αποπροσανατολίσει το εκλογικό σώμα από την εγκληματική αποτυχία του (το πόσα κωμικά άρθρα τύπου Σώρρα για τα «απιθανικομμύρια στα σεντούκια της Εκκλησίας» είδαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν περιγράφεται), την ίδια ακριβώς ώρα θα παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Εκκλησίας με διαφόρους και, στο μέλλον, ριζικούς τρόπους — με αντάλλαγμα την τακτική αλλά βέβαιη μισθοδοσία όσων κληρικών θα μισθοδοτούνται ακόμη στα μεταμνημονιακά χρόνια (με άδηλο το μέλλον, χάρη στη μνημονιακή αναλογία 5:1 διορισμών-αποχωρήσεων ενώ προφανώς… ο αριθμός των ενοριών δε μειώνεται) και την επαρχιώτικη χαρά του «Ελληνική Δημοκρατία» στο μητροπολιτικό επιστολόχαρτο. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας είτε θα προτείνει ένα δικό της σχέδιο θεσμικής αποσαφήνισης των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους (απελευθέρωσης της Εκκλησίας από το Κράτος ή, αν προτιμάτε, χωρισμού τους) είτε θα βρεθεί προ όλο και διογκούμενων εκπλήξεων. Η όποια θεσμική ασάφεια γύρω από το θέμα με την εφιαλτικά πολύκλαδη νομοθεσία θα καθίσταται, προοδευτικά, κόμπος στραγγαλισμού της — την ώρα που το πολιτικό σύστημα θα παίζει το σόου ενοχοποίησης με τους παραμορφωτικούς καθρέπτες.

 

*Γράφει ο δρ Σωτήρης Μητραλέξης, Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και στο Πανεπιστήμιο του Winchester

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Ελληνικός Συντηρητισμός; Συζητώντας με τον Κώστα Ιορδανίδη / Παρ 16 Φεβρουαρίου, 18.00

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την ιστορική πορεία, τα υφολογικά χαρακτηριστικά και τις προοπτικές ενός ρεύματος Ελληνικού Συντηρητισμού στην πατρίδα μας, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής εγκαινιάζει μια σειρά εκδηλώσεων με ομιλητές από τον ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο.


Την επόμενη Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, στις φιλόξενες εγκαταστάσεις του New York College, Λεωφ. Αμαλίας 38, στο Σύνταγμα, και ώρα 18:00, η πρώτη εκδήλωση με τη παρουσία του γνωστού δημοσιογράφου της εφημερίδας «Καθημερινή» Κώστα Ιορδανίδη.


Σχολιάζει ο υπ. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Λεωνίδας Σταματελόπουλος, εταίρος του ΙΝΣΠΟΛ.

 

Posted in Εκδηλώσεις

Τέλος ή Αρχή;

Η επιτυχία των δυο συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα οφείλεται στο ότι ενσάρκωναν ταυτόχρονα δυο πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας: τον πατριωτισμό/εθνικισμό, και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι διαδεδομένα φαινόμενα για λόγους που άπτονται των συνθηκών γέννησης και διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτά τα δυο ρεύματα αναπόφευκτα αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Η σύζευξή τους όμως σήμερα υπό συνθήκες κυβερνώσας αριστεράς ανοίγει πρωτοφανείς προοπτικές.

Ο εθνικισμός θεωρείται συνήθως ένα πιο δεξιόστροφο φαινόμενο ενώ ο λαϊκισμός, καθώς αμφισβητεί ιεραρχίες και κατεστημένα, αφορμά από ένα σημείο πιο κοντά στην αριστερά. Πέραν αυτών των προδιαθέσεων όμως, εθνικισμός και λαϊκισμός μπορούν να συνυφανθούν με ιδέες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η ιστορική παράταξη της ελληνικής δεξιάς γεννήθηκε ως αντισυστημικός αντιβενιζελισμός, ενώ η αριστερά αύξησε την επιρροή της όποτε υιοθέτησε πατριωτικά συνθήματα και μοτίβα (ΕΑΜ, Παπανδρέου, και πιο πρόσφατα ΣΥΡΙΖΑ).

Όποτε ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός συναντιούνται, το ιδεολογικό πρόσημο που προκύπτει εξαρτάται από το σχετικό βάρος της κάθε μιας ιδεολογίας στο μείγμα. Στο παρελθόν, τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία το 1992 και 1994 και οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες το 2000 εμπεριείχαν το στοιχείο αμφισβήτησης κυρίαρχων επιλογών του κράτους, επικρατούσαν όμως εθνικιστικά/ταυτοτικά μοτίβα. Η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 από την άλλη χρησιμοποίησε και το λεξιλόγιο του πατριωτισμού, αλλά στο μήνυμά της κυριαρχούσαν αντισυστημικά μοτίβα και ιδέες κοινωνικής δικαιοσύνης, και για αυτό εκφράστηκε κομματικά από την αριστερά.

Τα σημερινά συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» φαίνεται να ορίζονται κυρίως από τον εθνικισμό/πατριωτισμό, αν και εμπεριέχουν και μια αντισυστημική διάσταση. Αν κοιτάξει κανείς προηγούμενα παραδείγματα εθνικοπατριωτικής μαζικής κινητοποίησης, θα δει ότι αυτές δεν τείνουν να προκαλούν συστημικές πολιτικές αλλαγές. Ούτε τα συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του ’90 αμφισβήτησαν τον τότε δικομματισμό, ούτε οι λαοσυνάξεις έπαιξαν ρόλο στον κομματικό ανταγωνισμό (η ήττα του ΠΑΣΟΚ το 2004 μάλλον θα ερχόταν και χωρίς αυτές). Πιο παλαιά, οι διαδηλώσεις για το Κυπριακό την δεκαετία του ’50 ταρακούνησαν το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά η δυναμική τους εξανεμίστηκε με την έλευση της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο νέων αντισυστημικών αιτημάτων.

Αντίθετα, είναι οι ρήξεις στις οποίες κυριαρχεί το αντισυστημικό/αντικαθεστωτικό, εξισωτικό, λαϊκιστικό στοιχείο που παραδοσιακά προκαλούν βαθιές πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα, ενώ συνήθως καναλιζάρονται στον κομματικό ανταγωνισμό προς προοδευτικά/ριζοσπαστικά κόμματα που γρήγορα καταλαμβάνουν ηγεμονικό ρόλο: το Γουδί που οδήγησε στον Βενιζελισμό, οι μαζικές κινητοποιήσεις την δεκαετία του ’60 που τελικά αποκρυσταλώθηκαν πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ, και η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 που γιγάντωσε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μεγάλη συζήτηση γιατί ο αριστερόστροφος αντισυστημισμός είναι ιστορικά σημαντικότερος καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από τον δεξιόστροφο εθνικισμό. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς-δομικούς παράγοντες, όπως την περιφερειακή θέση υστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της δυτικής νεωτερικότητας, ή το γεγονός ότι το κράτος (βασικό συστατικό της ιδεολογίας του εθνικισμού) μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αιτήματα που εξυφαίνονται γύρω από τον εθνικισμό παρά γύρω από τον λαϊκισμό.

Με βάση τα παραπάνω, να αναμένουμε ότι τα τελευταία συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν θα δημιουργήσουν πολιτική δυναμική; Η πολιτική συγκυρία σήμερα έχει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα π.χ. με την ήττα του 1897 ή την Κυπριακή τραγωδία του 1974, η εθνική υποχώρηση σήμερα απειλεί να λάβει χώρα όχι από μια συντηρητική, κουρασμένη και απομονωμένη από τον λαό ηγεσία, αλλά από μια αριστερή ηγεσία που δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα του λαού αν και έχει από πίσω της δυόμισι χρόνια που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Η επάνοδος ενός αιτήματος εθνικού και ταυτοτικού χαρακτήρα σε μια τέτοια συγκυρία απειλεί να το καταστήσει για πρώτη φορά μια αμφισβήτηση που το κυρίαρχο σύστημα δεν θα μπορεί να απορροφήσει όπως στο παρελθόν. Για πρώτη φορά το πειθαρχημένο προς το κράτος «έθνος» είναι έτοιμο να λειτουργήσει σαν διεκδικητικός και αντισυστημικός «λαός».

Φυσικά ποτέ δεν πρέπει να ευχόμαστε μια εθνική υποχώρηση ή ήττα προκειμένου να υπηρετηθούν εσωτερικοί πολιτικοί στόχοι. Ακόμα και σήμερα το επικρατέστερο σενάριο παραμένει, πιστεύουμε και ελπίζουμε, η αναδίπλωση των Τσίπρα-Κοτζιά με εύσχημο τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το εσωτερικό ακροατήριο χωρίς να χαθεί πλήρως το παιχνίδι του διεθνούς blame-game.

Από την άλλη, με δεδομένη την πλήρη προδοσία των αριστερών ιδανικών από την κυβέρνησή του, γιατί να μην προσπαθήσει μέχρι τέλους ο Αλέξης Τσίπρας να σώσει έστω και λίγο την τιμή του σε ένα θέμα που η παράταξή του πάντα το έβλεπε διαφορετικά από την πλειοψηφία του λαού; Ειδικά αν αυτό συνοδεύεται από την απέλπιδα πίστη στην υπόσχεση που ενδεχομένως κάποιοι εκ των συμμάχων-δανειστών θα του έδωσαν για χαλάρωμα στα δημοσιονομικά το 2019; Σαν άλλος Ιωαννίδης, ο Τσίπρας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συναινέσει στην απομείωση της εθνικής μας υπόστασης πιστεύοντας ότι έχει την κάλυψη των έξω – και αναμένοντας κέρδη για τον εαυτό του.

Αν αυτό συμβεί θα αποτελεί μια πρωτοφανή καμπή στην ιστορία της χώρας. Όπως γίνεται συνήθως με τα καθεστώτα που έχουν κλείσει τον κύκλο τους, το μεταπολιτευτικό ευρω-πελατειακό κράτος θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο του με μια πράξη ιστορικής εθνικής υποχώρησης στο εξωτερικό και μέσα σε γενικευμένη χλεύη και απέχθεια στο εσωτερικό. Οικοδομημένο στις στάχτες μιας εθνικής τραγωδίας, θα καταρρεύσει υπό το βάρος μιας ντροπιαστικής διεθνούς ήττας. Σε αντίθεση όμως με άλλα παρόμοια επεισόδια στην ελληνική ιστορία, το πολιτικό υποκείμενο που θα κληθεί να ξαναστήσει το κράτος δεν θα είναι ένας ριζοσπαστικοποιημένος και αντισυστημικός «λαός» αλλά ένα κινητοποιημένο «έθνος».

Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία Τσίπρα-Κοτζιά ξεφτίσει, η άμεση πολιτική κληρονομιά της εθνικής κινητοποίησης για το Μακεδονικό θα είναι πιθανότατα μικρή, ανάλογη άλλωστε της αυτοσυγκράτησης και σύνεσης που δείχνουν συνήθως οι Έλληνες όταν συνέρχονται και κινητοποιούνται ως έθνος (αντί ως λαός). Μια μεγαλύτερη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία στον επόμενο εκλογικό κύκλο ίσως να είναι ό,τι μείνει να την θυμίζει – αν η ηγεσία της ΝΔ φερθεί στοιχειωδώς έξυπνα. Στην αντίθετη περίπτωση όμως το διακύβευμα θα είναι τελείως άλλης τάξης: η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ηγεμονίας όπου, για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία, η λογική του έθνους θα κυριαρχεί πάνω σε αυτήν του λαού.

Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος ΙΝΣΠΟΛ

Posted in Uncategorized

Ο έντιμος θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας

SPD

Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος

Το έκτακτο συνέδριο του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Βόννη ίσως φτάσει να θεωρείται στο μέλλον η ληξιαρχική πράξη θανάτου της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Tο κόμμα αποφάσισε να ξεκινήσει επίσημες διαπραγματεύσεις με τους Χριστιανοδημοκράτες για τον σχηματισμό ενός ακόμη μεγάλου συνασπισμού παρά το καταστροφικό αποτέλεσμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, την υπόσχεση του Μάρτιν Σουλτς ότι το SPDθα επέστρεφε στην αντιπολίτευση, και την ιστορική καθίζηση στις δημοσκοπήσεις.

Η οριστική μάλλον περιθωριοποίηση του SPD αντανακλά τα ιστορικά διλήμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σήμερα καθώς προσπαθεί να φανεί  πιστή στις δυο βασικές της αξίες: το μαζικό δημοκρατικά οργανωμένο κόμμα, και την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε προοδευτικές βάσεις.

Παρακολουθώντας κάποιος τις συζητήσεις στο SPD δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την μαζικότητα των εσωκομματικών διεργασιών. Σε εποχές που το μαζικό κόμμα, ο θεσμός που ταυτίστηκε με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, έχει δώσει σχεδόν παντού την θέση του είτε στην επικοινωνιακή διαχείριση από άχρωμους επαγγελματίες πολιτικούς είτε στο ριζοσπαστικό λαϊκισμό, το SPD εμμένει στο ρόλο του κόμματος ως όργανο αντιπροσώπευσης ενός οργανωμένου και πολιτικά ενεργού κομματιού της κοινωνίας.

Η τραγική ειρωνεία για το SPD είναι ότι η μαζική αντιπροσώπευση έρχεται σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη αξία που το κόμμα ασπάζεται, αυτήν της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στα χρόνια της κρίσης της Ευρωζώνης το SPD σταθερά υποστήριζε την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν η Γερμανία αναλάμβανε το σχετικό κόστος. Το κόμμα συνέχισε στο δρόμο της αλληλεγγύης υποστήριζοντας την πολιτική Μέρκελ στο προσφυγικό.

Αυτές οι θέσεις όμως ενοχλούσαν πολλούς στην εργατική βάση του SPD, για τους οποίους ευρωπαϊκή ενοποίηση και ανοιχτά σύνορα συνιστούν απειλή. Η άφιξη του Μάρτιν Σουλτς από τις Βρυξέλλες εν όψει των εκλογών του 2017 επέτεινε το πρόβλημα. Περισσότερο από πότε το κόμμα ταυτίστηκε με την «περισσότερη Ευρώπη». Το αποτέλεσμα ήταν η διαρροή πολλών παραδοσιακών ψηφοφόρων του προς τα άκρα της αριστεράς και, κυρίως, της δεξιάς.

Για τις ελίτ του SPD, στην Ευρώπη της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος πολιτικές αλληλεγγύης και πρόνοιας είναι πια δυνατές μόνο στο υπερεθνικό επίπεδο. Μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βάσης του κόμματος όμως νιώθει ότι η οικονομική του ευημερία και η πολιτική του αντιπροσώπευση είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Οι ελίτ του SPD έχουν εξαρτήσει την επιτυχία των διαπραγματεύσεων με τη Μέρκελ – και τη δική τους πολιτική επιβίωση – από την επιβολή ακόμα πιο φιλοευρωπαϊκών πολιτικών στο νέο συνασπισμό. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι πολιτικές που τις έχουν ήδη αποξενώσει από μεγάλο μέρος του SPD–στη Βόννη μόλις το 55% του συνεδρίου ψήφισε για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Σε εποχές γενικευμένης απογοήτευσης με την πολιτική, ο αργός θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στον βωμό των αντιφατικών αξιών της έχει κάτι το έντιμο και τραγικό μαζί. Πόση αξία όμως έχει η μαζικότητα των διαδικασιών αν η βασική προγραμματική θέση ενός κόμματος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των μελών του; Η αποτυχία του SPD υπενθυμίζει, έστω και σε περίοδο ύφεσης των μεγάλων κρίσεων της ΕΕ, ότι η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής, αυτή μεταξύ πολιτικής αντιπροσώπευσης και υπερεθνικής ολοκλήρωσης, παραμένει δυσεπίλυτη.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο, τεύχος 27-28 Ιανουαρίου 2018.

Posted in Uncategorized