Δημοκρατία και Διεύρυνση: ΕΕ, Βαλκάνια και το Δημοψήφισμα στην πΓΔΜ

Το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ για την Συμφωνία των Πρεσπών έχει προφανείς επιπτώσεις για την πορεία της επίλυσης του ονοματολογικού προβλήματος και τις πολιτικές εξελίξεις σε Αθήνα και Σκόπια. Αξίζει όμως να εξετάσουμε και τις επιπτώσεις του στην Ευρωπαϊκή πολιτική εν γένει και την σχέση της ΕΕ  με τα Δυτικά Βαλκάνια.

Το πρώτο συμπέρασμα Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος είναι ότι η ΕΕ παραμένει ένα μη-ελκυστικό, αν όχι τοξικό, πολιτικό προϊόν. Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες της πΓΔΜ ήταν αν επιθυμούν την μελλοντική ένταξή τους στην ΕΕ (και το ΝΑΤΟ), με την αλλαγή του ονόματος της χώρας ως προϋπόθεση αυτής. Ο Ζάεφ ήλπιζε ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΕ θα έπειθε τους εκλογείς του να στηρίξουν την συμφωνία. Όπως φάνηκε, έκανε λάθος.

Κάποιοι ευρωπαίοι παρατηρητές έσπευσαν να αποδώσουν το αποτέλεσμα στις ιδιαιτερότητες των Βαλκανίων. Οι ελίτ της ΕΕ όμως καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουν ότι το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ δεν ήταν εξαίρεση αλλά η πολλοστή περίπτωση όπου η Ευρώπη κρίθηκε, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, στην κάλπη και έχασε. Όταν η ΕΕ φτάνει να υφίσταται ήττα όχι μόνο π.χ. στην Μεγάλη Βρετανία αλλά ακόμα και στην μικρή, φτωχή και ασταθή πΓΔΜ, θα πρέπει να επανεξετάσει πολλά πράγματα για τις πολιτικές και την πορεία της.

Σε συμβολικό επίπεδο επομένως η ΕΕ, και ιδιαίτερα η διπλωματική της ηγεσία, υπέστη έναν διασυρμό στην πΓΔΜ. Αυτό έχει όμως συνέπειες και στο πρακτικό επίπεδο, αφού κατέδειξε τα αδιέξοδα της πολιτικής διεύρυνσης στα Δυτικά Βαλκάνια. Το βασικό πρόβλημα είναι η δυσανεξία των λαών της περιοχής τόσο με την ΕΕ, της οποίας η εικόνα έχει φθαρεί μετά τις κρίσεις του ευρώ και του προσφυγικού, όσο και με τις συνεργαζόμενες με αυτήν τοπικές ελίτ, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένες και αυταρχικές. Παρόλη την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης της πΓΔΜ, η νίκη της αποχής – ακόμα και μεταξύ των αλβανόφωνων όπως δείχνουν τα πρώτα στοιχεία – συμφωνεί με αυτήν την εικόνα αποξένωσης των λαών από το σύμπλεγμα εξουσίας ΕΕ-τοπικών ελίτ την οποία σχετικές έρευνες έχουν δείξει και σε άλλες χώρες της περιοχής.

Οι ηγεσίες αυτών των χωρών μπορεί επομένως να μην βρουν ποτέ την αναγκαία λαϊκή υποστήριξη για μεταρρυθμίσεις και συμβιβασμούς προκειμένου να ικανοποιήσουν τα απαιτητικά κριτήρια ένταξης. Ενόψει αυτού, η ΕΕ πρέπει να αρχίζει να εξετάζει την εναλλακτική ενός πιο χαλαρού πλαισίου συνεργασίας με τα Βαλκάνια, με έμφαση σε πολιτικές στρατηγικού χαρακτήρα (πχ ενέργεια) και με μια μεταβλητή γεωμετρία σχέσεων ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε κράτους στην περιοχή. Όσο ευγενής και αν είναι ο στόχος της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, τα όρια της διεύρυνσης, όπως και της Ευρωπαϊκής ενοποίησης εν γένει, πρέπει να είναι πάντα τα όρια που θέτουν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Ίσως οι δυνατότητες των ελίτ τόσο των Βαλκανίων όσο και της ΕΕ να μην αρκούν σήμερα για κάτι περισσότερο από την οικοδόμηση, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μιας ευέλικτης στρατηγικής σχέσης.

Άγγελος Χρυσόγελος

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2018

Advertisements
Posted in Uncategorized

Εξωτερική Πολιτική και αποδόμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή Ιωάννης Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Πλείστα τα δημοσιεύματα, αρκετά χρόνια τώρα, κριτικής και αποδόμησης των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009. Παράλληλα, συχνές οι αναφορές στο σχέδιο Πυθία και τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή με αντικρουόμενες πληροφορίες.

Η κριτική στην πενταετία 2004-2009, όπως και σε κάθε κυβερνητική θητεία καθίσταται θεμιτή  και δίκαιη όταν αντικατοπτρίζει ψηλαφητές όψεις της πραγματικότητας που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Παράλληλα, η κριτική αυτή μπορεί να εκκινήσει και από τη βάση των υποστηρικτών της ΝΔ, από μια καθαρά συντηρητική οπτική για μια σειρά ζητημάτων όπως οι νομιμοποιήσεις λαθρομεταναστών, το βιβλίο της κ. Ρεπούση για την ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού αλλά και το σύμφωνο συμβίωσης ετερόφυλων ζευγαριών, η θεσμοθέτηση του οποίου άνοιξε το δρόμο για το αντίστοιχα ομόφυλα. Παράλληλα, η διαιώνιση των παθογενειών της οικονομίας οδήγησε σε λήψη νέων δανείων και άρα συνέχιση της εξάρτησης και υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της χώρας, κάτι για το οποίο θεωρητικά θα  πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη μια «δεξιά κυβέρνηση».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η  οπτική της κριτικής που ασκείται στη κυβέρνηση Κ. Καραμανλή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αφορμή για αυτό το σημείωμα στάθηκε ένα πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Παναγιώτη Τσάκωνα στην εφημερίδα Τα Νέα, προ εβδομάδων, με τίτλο «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»[1]

Το άρθρο αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά στο παρόν σημείωμα θα γίνουν ευρύτερες επισημάνσεις χωρίς, παράλληλα, να αποπειράται γενική επισκόπηση όλων των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και συνολική αποτίμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή. Κάτι τέτοιο καθίσταται δυσχερές στο πλαίσιο ενός κειμένου περιοδικού.

Σύμφωνα με το άρθρο η διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στη μεταπολιτευτική περίοδο, βασίστηκε στο δίπολο: « επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών ή διαιώνισή τους; » με τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και  Κωνσταντίνο Σημίτη να ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Οι διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές των τριών, σύμφωνα με τον κ. Τσάκωνα, προσέθεταν αξία και κύρος στην παραπάνω  στάση, της επίλυσης των διαφορών. Αυτό, όμως, που προκύπτει είναι ότι οι προαναφερόμενοι πρωθυπουργοί δεν κατάφεραν να επιλύσουν κανένα  από τα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και αντίθετα με τις κατά καιρούς συμφωνίες που υπέγραψαν ή τα πλαίσια στα οποία συναίνεσαν επιδείνωσαν περαιτέρω τη θέση της χώρας. Το πρακτικό της Βέρνης του Νοεμβρίου 1976 μεταξύ Κ. Καραμανλή και Σ. Ντεμιρέλ  δέσμευε τις  δύο χώρες να μην προβούν σε ενέργειες (έρευνες πέραν των 6ν.μ.) που μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσκομμα  στις διαπραγματεύσεις.

Το Πρακτικό της Βέρνης καθόριζε το πλαίσιο του διαλόγου για την υφαλοκρηπίδα συντείνοντας στη δημιουργία κατάλληλου διαπραγματευτικού πλαισίου εν’ όψει διαπραγματεύσεων τοποθετώντας, στα μάτια τρίτων, όμως, στην ίδια θέση Ελλάδα και Τουρκία  ενώ ήταν η Αθήνα ο άμεσος ενδιαφερόμενος για τη διενέργεια ερευνών, παρουσιάζοντας την Άγκυρα ως έχουσα την ίδια βαρύτητα και τα ίδια συμφέροντα στο Αιγαίο. Το Πρακτικό αφορούσε τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και δεν είχε σκοπό ύπαρξης μετά την κατάρρευση των συνομιλιών το 1981 ως συνέπεια της τουρκικής στάσης αν και κατά καιρούς ορισμένοι δημοσιολογούντες κάνουν αναφορά στο παραπάνω κείμενο, αφελώς,  αποδίδοντάς του συμβατική δέσμευση ώστε να αποτρέψουν κάθε ενέργεια της Αθήνας στον τομέα των ερευνών.

Η κρίση του 1987 και η θέση της Άγκυρας ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Σεισμικ-1» δεν θα διεξήγαγε έρευνες στη διαφιλονικούμενη υφαλοκρηπίδα αν η Αθήνα έπραττε το ίδιο παγίωσε την εικόνα των ίδιων, ίσων δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Η Συμφωνία  της Μαδρίτης  δε, τον Ιούλιο του 1997 μεταξύ Κ. Σημίτη και Σ. Ντεμιρέλ με τον πλέον εμφατικό τρόπο νομιμοποίησε τα «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της». Η παραπάνω διάταξη επιτρέπει στην Άγκυρα διασταλτικά και υποκειμενικά να ερμηνεύει (βάσει όποιων αυθαίρετων πολιτικών και γεωπολιτικών κριτηρίων) τα όποια ζωτικά συμφέροντα θεωρεί ότι έχει, πέραν αυτών στην υφαλοκρηπίδα τα οποία η Αθήνα δέχεται. Η δε φράση των «νόμιμων συμφερόντων» μπορεί να ερμηνευθεί από τη γείτονα διασταλτικά υπό την έννοια ότι αυτά αναγνωρίζονται ρητώς από το διεθνές δίκαιο (ως νόμιμα) άρα προστατεύονται αυτόματα και συνεπώς δεν απαιτείται προηγούμενη συνεννόηση με το άλλο μέρος. Παράλληλα, όμως, τα δύο μέρη δηλώνουν τη δέσμευσή τους για την αποφυγή «μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση». Ως μια τέτοια μονομερή ενέργεια, η οποία θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη  η Άγκυρα θεωρεί το, κατοχυρωμένο από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 ν.μ. θεωρώντας το casus belli.

Κάθε συμφωνία με την άλλη πλευρά, κάθε γραπτή σύμβαση δεν συνεπάγεται και βελτίωση της θέσης της χώρας. Κάλλιστα, μια συναινετική συμφωνία μπορεί να πλήττει εθνικά συμφέροντα. Η Συμφωνία της Μαδρίτης το επιβεβαιώνει.

Επισημάνσεις για Κυπριακό και Σκόπια

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω ακολουθούν σύντομες αναφορές για το Κυπριακό και το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων αν και το άρθρο του κ. Τσάκωνα δεν προβαίνει σε αναφορές για αυτά τα δύο ζητήματα.

Αναφορικά με το Κυπριακό, τόσο ο Κ. Μητσοτάκης, όσο και ο Κ. Σημίτης υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν. Μάλιστα ο πρώτος, σε συνέντευξη του το 2014 σε Κύπριο δημοσιογράφο, είχε υποστηρίξει πως η τότε κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή έπρεπε να παρέμβει και να πιέσει την κυβέρνηση του Τ. Παπαδόπουλου για αποδοχή του παραπάνω σχεδίου.[2] Η στάση του Κ. Καραμανλή, μη άσκησης πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση, έδωσε τα περιθώρια στην τότε κυπριακή ηγεσία να πάρει σαφή θέση κατά του σχεδίου, δυνατότητα η οποία θα είχε περιοριστεί αν η Αθήνα, όπως υποστήριξε ο Κ. Μητσοτάκης, είχε ενεργά παρέμβει για να ασκήσει πίεση προς αποδοχή του σχεδίου Ανάν. Η στάση της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή μπορεί να έδωσε περιθώρια στον Τ. Παπαδόπουλο, παράλληλα, όμως φάνηκε να αποδέχεται το βασικό πλαίσιο του σχεδίου τονίζοντας χαρακτηριστικά στο διάγγελμα, στις 15 Απριλίου 2004, πως το σχέδιο έχει «και θετικά στοιχεία και δυσκολίες» επισημαίνοντας την εμπιστοσύνη του στη «δύναμη της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στη δύναμη της να αμβλύνει τις όποιες δυσκολίες. Για αυτό και θεωρώ ότι μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής τα θετικά σημεία μπορούν να αποδειχθούν υπέρτερα των αρνητικών». Η αποδοχή του πλαισίου τόσο από την Αθήνα, όσο και μετά το Δημοψήφισμα από τον Κύπριο Πρόεδρο (συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006) επέτρεψε στον Δ. Χριστόφια (Κοινό Ανακοινωθέν του Προέδρου Χριστόφια με τον Μ.Α. Ταλάτ, στις 23-5-2008) και στον Ν. Αναστασιάδη (Κοινό Ανακοινωθέν 11ης  Φεβρουαρίου 2014  Προέδρου Αναστασιάδη-Ν. Έρογλου) να επαναφέρουν το ίδιο πλαίσιο λύσης το περιεχόμενο του οποίου είναι επανάληψη του σχεδίου Ανάν έστω και αν δεν φέρει πλέον αυτόν τον τίτλο. Η επιδίωξη του τακτικού πλεονεκτήματος μην τυχόν χρεωθεί η Αθήνα την κατηγορία περί αδιάλλακτης στάσης επιδεινώνει συνεχώς το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού με νέες παραχωρήσεις. Η κυβέρνηση Καραμανλή διέπραξε το ίδιο λάθος αν και η μη άσκηση πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση και η εκ των προτέρων διαβεβαίωση σεβασμού της ετυμηγορίας του Κυπριακού Ελληνισμού διευκόλυνε να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί η δυναμική της αντίθεσης στο σχέδιο Ανάν.

Η στάση της κυβέρνησης Καραμανλή στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων παρουσιάζει ομοιότητες με τη θέση στο σχέδιο Ανάν. Αποδέχτηκε και επίσημα την παραχώρηση που είχε γίνει με τη συμπερίληψη της λέξης Μακεδονία στο προσωρινό όνομα της χώρας, την περασμένη δεκαετία, οριοθετώντας τη θέση της χώρας ως «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή».[3] Παράλληλα, δεν αποδέχθηκε ότι τα Σκόπια πρέπει να καταστούν μέλος του ΝΑΤΟ χωρίς προηγούμενη οριστική, αμοιβαία αποδεκτή λύση της ζητήματος της ονομασίας με την επικύρωση της λύσης αυτής από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η προϋπόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή περί προηγούμενης οριστικής επίλυσης του ονοματολογικού ήταν το ελάχιστο προαπαιτούμενο που θα μπορούσε να βάλει η Αθήνα. Χωρίς αυτό η είσοδος των Σκοπίων θα ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό κάθε κίνητρο του γειτονικού κράτους να μετέχει στο διάλογο για οριστική επίλυση του ζητήματος. Και σε αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση Καραμανλή θέλωντας να αποφύγει την κατηγορία της αδιαλλαξίας υπαναχώρησε αποδεχόμενη τον όρο Μακεδονία ως στοιχείο της οριστικής λύσης. Η αξία της αντίθεσης της Αθήνας δεν πρέπει να υποτιμάται δεδομένων των διεθνών πιέσεων, αλλά ούτε και να θεωρείται πράξη ηρωισμού από τη στιγμή κατά την οποία η Αθήνα συναίνεσε στον όρο Μακεδονία να αποτελεί μέρος της τελικής λύσης αποδεχόμενη τον πυρήνα της απαίτησης του γειτονικού κράτους. Η εμμονή στη «μακεδονική εθνότητα» πηγάζει από το όνομα αυτό καθ’ εαυτό, και δευτερευόντος από τα σχολικά εγχειρίδια και τις συνταγματικές αναφορές.

 Στρατηγική του Ελσίνκι

Επανερχόμενοι στο άρθρο του κ. Τσάκωνα, σχετικά με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, ο κ. καθηγητής τονίζει πως «η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας τον Μάρτιο του 2004 βρισκόταν στον αντίποδα της «κουλτούρας επίλυσης» όχι μόνο του Κώστα Σημίτη αλλά και του ίδιου του ιδρυτή της παράταξης Κωνσταντίνου Καραμανλή». Φοβούμενη το πολιτικό κόστος, συνεχίζει, η «νεο-καραμανλική» στρατηγική έναντι της Τουρκίας υιοθέτησε «την πολιτική της μη πολιτικής που όμως αποτελεί πολιτική» (κατά δήλωση αξιωματούχου της τότε κυβέρνησης), απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Η εν λόγω στάση της κυβέρνησης Καραμανλή, στο βαθμό που έχει μελετηθεί και δεν έχει συνοπτικά απαξιωθεί, θεωρείται φοβική λόγω του πολιτικού κόστους  αποκλείοντας το ενδεχόμενο να είναι το αποτέλεσμα σκέψης και πρόκρισης της έναντι άλλων διαθέσιμων εναλλακτικών.

Η φράση δε «…απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης» μαρτυρά μια ασύγγνωστη αφέλεια η οποία καταφέρνει να εντοπίσει στα συμπεράσματα της Προεδρίας της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι, 10-11 Δεκεμβρίου 1999,  συμβατική δέσμευση της Άγκυρας αναφορικά με την επίλυση των εκκρεμουσών διαφορών με την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των συμπερασμάτων το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενθάρρυνε  τα  υποψήφια κράτη να επιλύσουν εκκρεμείς συνοριακές διαφορές, μεταξύ άλλων, και με την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος («within a reasonable time»), φράση η οποία σημαίνει τις κατάλληλες και ενδεικνυόμενες συνθήκες- ο καθορισμός των οποίων είναι υποκειμενικός εξαρτώμενος από τα συμφέροντα εκάστης χώρας – και δεν συνεπάγεται κάποιο νοητό έστω χρονικό όριο. Η δε επισήμανση του κειμένου για το περίφημο ορόσημο του τέλους του 2004, δεν αναφέρεται στην υποχρέωση των κρατών να έχουν επιλύσει ή έστω  να έχουν προσφύγει μέχρι τότε στη Χάγη αλλά στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να έχει επανεξετάσει, μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, την κατάσταση αναφορικά με εκκρεμείς διαφορές και να προωθήσει (promote)  τις τελευταίες προς επίλυση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Το χρονικό ορόσημο δεν αφορά υποχρέωση κρατών να επιλύσουν υποχρεωτικά τις διαφορές τους στη Χάγη, αλλά αναφέρεται στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να επανέλθει στο ζήτημα. [«The European Council will review the situation relating to any outstanding disputes, in particular concerning the repercussions on the accession process and in order to promote their settlement through the International Court of Justice, at the latest by the end of 2004»].

Το λεκτικό του κειμένου δεν επιβάλλει καμιά υποχρέωση στα υποψήφια κράτη πολλώ δε μάλλον όταν η ΕΕ δεν ενδιαφέρεται, διαχρονικά, μονοσήμαντα στην επίλυση εκκρεμουσών  διαφορών μέσω της Χάγης αποκλειστικά αλλά γενικά και αόριστα.[4]

Η άποψη ότι δεν  συνιστά υποχρέωση η προσφυγή στη Χάγη επιβεβαιώνεται στο ίδιο το κείμενο όταν αμέσως μετά τονίζεται με τρόπο άμεσο και ξεκάθαρο η υποχρεωτικότητα των ενταξιακών κριτηρίων της Κοπεγχάγης όπως σταθεροί δημοκρατικοί θεσμοί, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προστασίας μειονοτήτων, λειτουργική οικονομία της αγοράς και διοικητική ικανότητα προς αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.[5]

Στην παρανόηση περί υποχρεωτικότητας εμμένει και ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, ο οποίος με πρόσφατη δήλωσή του τόνισε, μεταξύ άλλων,  πως η Αθήνα θα πρέπει να προτρέψει τις Βρυξέλλες, να «διασφαλίσουν μέτρα προστασίας» για την Ελλάδα μεταξύ των οποίων και ο «ακόμη ανεκπλήρωτος όρος της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι (1999), δηλαδή ο όρος προς την Τουρκία να επιλύει ειρηνικά τις διαφορές της με τους γείτονες σε διμερές επίπεδο, και σε περίπτωση αδιεξόδου επίλυσής τους, να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για επίλυση» σημειώνοντας, παράλληλα, πως η  «ρύθμιση αυτή, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η χώρα από κατασκευασμένες ή τυχαίες κρίσεις».[6] Ασύγγνωστη άγνοια για τις σταθερές των διακρατικών σχέσεων από έναν άνθρωπο, ο οποίος υπήρξε η ουσιαστική κεφαλή της χώρας για οκτώ έτη.

Φανταζόμαστε ορόσημα, νoμικές δεσμεύσεις, συμβατικές υποχρεώσεις που δεν υπάρχουν ώστε  να μετατοπιστεί το επίκεντρο της διαμάχης στο νομικό επίπεδο, στη σφαίρα του διαλόγου το οποίο δήθεν δεν επηρεάζεται από το στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος. Στην πραγματικότητα οι συντελεστές ισχύος μιας χώρας, προεξαρχουσών  της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, καθορίζουν το πλαίσιο, το περιεχόμενο, και πολλές φορές, το αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών, διαδικασία η οποία δεν αποτελεί μια απλή διαλεκτική αντιπαράθεση όπου το καλύτερο επιχείρημα κερδίζει…  Δεν υπήρχε καμία υποχρεωτικότητα για την Τουρκία από την οποία η πολιτική της κυβέρνησης  Καραμανλή να την αποδέσμευσε.

Η στρατηγική του Ελσίνκι, ήτοι η «κοινοτικοποίηση των ελληνοτουρκικών διαφορών» και η μεταφορά του πεδίου επίλυσης τους στις Βρυξέλλες αποτέλεσε την τελευταία εκδοχή «εξωτερικής ανάθεσης» (οutsourcing) της ελλαδικής πολιτείας. Η μονότονη επίκληση, από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ασαφών εννοιών όπως «ευρωπαϊκά σύνορα» και «ευρωστρατός» καταμαρτυρεί, διαχρονικά, έναν «ελλαδικό ευρωπαϊσμό», μια εθνική μειονεξία υποκατάστασης της ευθύνης διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων.

Η πίστη, όμως, στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, βασικό στοιχείο κοινοτικοποίησης των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν επιβεβαιώθηκε. Η φύση του τουρκικού πολιτικού συστήματος και οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών  απομάκρυναν το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στο ευρωενωσιακό εγχείρημα. Παραδόξως, ανάλογη διαπίστωση κάνει στο άρθρο του ο καθηγητής Τσάκωνας: «Η ΕΕ εισήλθε σε μια πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη κρίση, ενώ εντάθηκε η διολίσθηση της Τουρκίας προς τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό στο εσωτερικό και την απομόνωση στο εξωτερικό».[7]

Παράλληλα, σημειώνει πως η απαξίωση της στρατηγικής του Ελσίνκι «επανέφερε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο δύσκολο και εν πολλοίς απρόβλεπτο διμερές πλαίσιο» και πως ο « χρόνος – αποδεδειγμένα πλέον – λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων».[8] Κοινή διαπίστωση, όμως, είναι ότι ποτέ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν άλλαξαν πλαίσιο πέραν του διμερούς. Η απροθυμία των Βρυξελλών και η ακαταλληλότητα της Άγκυρας  δεν επέτρεψαν μια τέτοια προοπτική. Αποτελεί  ανεπαρκή ανάγνωση της πραγματικότητας να κατηγορείται η κυβέρνηση Καραμανλή και κάθε ελληνική κυβέρνηση για το ναυάγιο της προοπτικής ένταξης της Τουρκίας από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η Αθήνα, αφελώς, υποστηρίζει την τουρκική υποψηφιότητα για πλήρη ένταξη… Όσον αφορά τον χρόνο, αποτελεί ουδέτερο στοιχείο. Δεν λειτουργεί εις βάρος ή υπέρ μιας χώρας. Οι ενέργειες εντός του χρόνου αυτού καθορίζουν και τη σχετική του αξία.

 Καταληκτικά σχόλια

Οι ευθύνες της μέτριας διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας δεδομένες και πέραν πάσης αμφισβήτησης. Η κριτική που εστιάζεται στην ειλικρινή και αξιολογικά ουδέτερη αποτίμηση της περιόδου 2004-2009 καθίσταται επιβεβλημένη λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων που ακολούθησαν με την τραγική παρεμβολή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου.

Ίσως, όμως, πιο πολύ και από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες των κυβερνήσεων του Κ. Καραμανλή, ορισμένους κύκλους,  ενοχλεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός προσπάθησε, αποσπασματικά και ατελέσφορα όπως αποδείχθηκε, να προτάξει το εθνικό συμφέρον πέραν από τη μονοσήμαντη συμμαχική νομιμοφοσύνη στο ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Aυτή η προσπάθεια μερικής έστω διαφοροποίησης ενοχλεί. Πολλές φορές η δίκαιη κριτική στη διακυβέρνηση Καραμανλή εκτραχύνεται σε ανοίκειες επιθέσεις με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και απόπειρα γελοιοποίησης  τόσο της εξωτερικής πολιτικής της τότε κυβερνήσης, όσο και του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού. Η σκέψη ότι η Αθήνα θα μπορούσε να έχει ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις, πέραν των συμμαχικών δεσμών, και να μην προσεγγίζει τα δικά της εθνικά συμφέροντα, μονοσήμαντα, υπό το πρίσμα των ευρωατλαντικών θεσμών, όπως η προσέγγιση με τη Μόσχα προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να καταδείξει, φαίνεται να σκανδαλίζει ορισμένους κύκλους εντός και εκτός της χώρας.

Η σκέψη ανεξάρτητης δράσης δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από τη συμβατική σκέψη της μονοσήμαντης, άνευ όρων προσήλωσης, στη Δυτική Συμμαχία. Μονοσήμαντη προσήλωση η οποία αποκόπτει ζώνες επικοινωνίας, ευκαιρίες εκμετάλλευσης της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Αν. Μεσογείου. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Αν. Μεσόγειο ανάγκασαν την Αθήνα, καθυστερημένα, να διευρύνει, πιο ενεργά, την στρατηγική της θέαση πέραν του βαλκανικού περίγυρου και της Δυτικής Ευρώπης.

Κάθε πολιτική, η οποία δεν επιβεβαιώνει την κρατούσα αντίληψη περί των συμμαχιών της χώρας απονομιμοποιείται ως βασιζόμενη στο θυμικό, στο συναίσθημα και ως αποτέλεσμα ψυχολογικής πίεσης λόγω εκλογικού κόστους. Η ορθολογική προσέγγιση φυλάσσεται μόνο για τη παραπάνω συμβατική θέση της άκριτης ταύτισης με το δυτικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Μόνο  αυτή η άποψη, υποστηρίζεται,  βασίζεται σε αξιολογικά ουδέτερη ανάλυση της πραγματικότητας και διαθέτει τα εχέγγυα της επιστημονικής έρευνας. Ως εκ τούτου κάθε εναλλακτική προσέγγιση στερείται «σοβαρότητας» και «υπεύθυνης προσέγγισης», αποτελεί στυγνό λαϊκισμό για να χαϊδέψει τα αυτιά των ψηφοφόρων και οι εμπνευστές της δεν κατανοούν τη διεθνή πολιτική. Κάθε άλλη προσέγγιση συνιστά ακύρωση της λογικής και δεν μπορεί να σταθεί στο δημόσιο διάλογο εφ’ όσον υπάρχει η δική μας TINA (There is No Alternative).

Ιστορικά, όμως, η θέση του Ελληνισμού, επιβάλλει την αποδέσμευση από μια τέτοια περιοριστική προσέγγιση. Ελληνισμός, ο οποίος, διαχρονικά, βάλλεται από Βορρά, Ανατολή και Δύση και η συνοριακή θέση την οποία καταλαμβάνει μεταξύ περιοχών διαφορετικών πολιτιστικών και θρησκευτικών παραδόσεων επιβάλλει μια πολυδιάστατη διεθνή παρουσία η οποία να κάνει χρήση όλων των στοιχείων του Ελληνισμού πέραν του ελλαδικού και κυπριακού κράτους: τη Διασπορά, τις ιστορικές ελληνικές κοινότητες, τη διεθνή παρουσία της Ορθοδοξίας (Πατριαρχεία, ελληνορθόδοξο ποίμνιο) ώστε παράλληλα με το  ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών να διαθέτει η χώρα μια διεθνή παρουσία, η οποία να μην εγκλωβίζεται γεωγραφικά και να διαθέτει την ευρύτητα θέασης την οποία ο ιστορικός ρόλος του Ελληνισμού της προσφέρει.

O Κ. Καραμανλής σωστά διερμήνευσε το λαϊκό αίσθημα για μια πιο ανεξάρτητη, ισορροπημένη εξωτερική πολιτική. Η στήριξη του λαού απαραίτητη προϋπόθεση σε κάθε εγχείρημα εξωτερικής πολιτικής.[9] Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα και το κόστος το οποίο κατέβαλλε  η χώρα, η προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο χλευασμού στο όνομα της «υπεύθυνης, ορθολογικής ανάλυσης». Η ηγεσία της χώρας να χτίσει πάνω σε αυτήν την ατελέσφορη προσπάθεια ώστε να καθιερωθεί στη συνείδηση όλων ο μονόδρομος  της πιο ισορροπημένης, περισσότερο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Δεν συνιστά καπρίτσιο ή χίμαιρα αλλά  στοιχειώδης προϋπόθεση εθνικού βίου. Μαζί με την παραπάνω συνειδητοποίηση και η επίγνωση της καταβολής του απαραίτητου κόστος όταν αυτό απαιτείται…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουνίου 2018.

[1] Παναγιώτης Τσάκωνας, «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;», http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5557763/h-neo-karamanlikh-strathgikh-epanakamptei/

[2] Η σχετική συνέντευξη εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=y7lOn3H0w1Q 56:00 και μετά.

[3] Η επίσημη θέση της ΄χώρας στον ιστότοπο του Υπουργρίου Εξωτερικών, https://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/.

[4] Χαρακτηριστική η στάση των Βρυξελλών  στο Κυπριακό όπου το περιεχόμενο της όποια λύσης θα ενδυθεί το κύρος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου.

[5] Το κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής, http://www.europarl.europa.eu/summits/hel1_en.htm . Σχετικά με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, https://ec.europa.eu/neighbourhood-enlargement/policy/glossary/terms/accession-criteria_en

[6] Βλέπε σχετικά, http://www.protagon.gr/epikairotita/simitis-gia-ellinotourkika-i-kyvernisi-na-apaitisei-efarmogi-tis-symfwnias-tou-elsinki-44341587634.

[7] «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»

[8] Ibid.

[9] Η υποτίμηση του λαϊκού παράγοντα, εκ μέρους κυρίαρχων παραγόντων διαμόρφωσης στάσεων και συνειδήσεων στην ελλαδική κοινωνία, κατέδειξε τα όρια της τόσο στην καταψήφιση του σχεδίου Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, όσο και στην  αντίθεση της πλειονότητας των πολιτών στην αποδοχή του όρου Μακεδονία για την ονομασία των Σκοπίων.

Posted in Uncategorized

Η αρχή της διολίσθησης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

εικονα

 

Το παρόν αυτό σημείωμα δεν φιλοδοξεί να αναλύσει την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ για την οριστική [;]  επίλυση του ονόματος της γειτονικής χώρας. Από τις σελίδες του περιοδικού θα υπάρξουν εκτενείς αναφορές και αναλύσεις τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο, όσο και με τις ευρύτερες, γεωπολιτικές και άλλες, διαστάσεις του υπογραφέντος κειμένου. Η παραπάνω συμφωνία λειτουργεί σαν αφορμή για την παράθεση ορισμένων ευρύτερων διαπιστώσεων αναφορικά με την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων, μετά από πάνω από 25 χρόνια, επιβεβαιώνει την «αρχή της διολίσθησης» την οποία έχουν επιλέξει, διαχρονικά, οι ελλαδικές ηγεσίες σχετικά με τον χειρισμό των λεγόμενων εθνικών θεμάτων. Η Αθήνα δεν υποχωρεί ατάκτως, αλλά προβαίνει σε τέτοιες παραχωρήσεις οι οποίες δυσχεραίνουν την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων στο μέλλον με ευνοϊκούς όρους. Ο σταδιακός χαρακτήρας των υποχωρήσεων αποτελεί, ίσως, λύτρωση για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία αποδεικνύεται ανεπαρκής να διαχειριστεί σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά, ταυτόχρονα, δεν επιθυμεί να χρεωθεί μια ήττα και να συνδέσει έτσι το όνομα της με μια εθνική αποτυχία.

Οι πολιτικές ηγεσίες, διαχρονικά, προβαίνουν σε παραχωρήσεις οι οποίες, φαινομενικά, φαίνονται μικρές μεταθέτοντας την οριστική επίλυση στο μέλλον, όχι για να υπάρξει επιτελικός σχεδιασμός κάνοντας σωστή χρήση του επιπλέον χρόνου, αλλά για να μην αναλάβουν την ευθύνη ουσιαστικού χειρισμού της υπόθεσης.  Οι μικρές, όμως, αυτές παραχωρήσεις υπονομεύουν τη θέση της χώρας αργότερα ώστε η αλλαγή πολιτικής στο μέλλον να καθίσταται δυσχερής ή ακόμα μια επιπλέον υποχώρηση των Αθηνών να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ως το αναγκαίο επιπλέον βήμα που θα οδηγήσει στην οριστική «επίλυση» του ζητήματος. Με αυτόν τον τρόπο η ευθύνη δεν βαραίνει κανέναν αποκλειστικά, αλλά επιμερίζεται, σε βάθος χρόνου, σε όσους χειρίστηκαν την υπόθεση από τους οποίους όμως δεν μπορεί να ζητηθούν ευθύνες διότι οι εκάστοτε μικρές υποχωρήσεις φαντάζουν λογική συνέχεια της προηγούμενης και η κάθε μια από μόνη της δεν στοιχειοθετεί δόλο. Μια σιωπηρή  συνενοχή δεκαετιών του πολιτικού προσωπικού της χώρας με την ίδια την κοινωνία, η οποία, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, επικροτεί την παραπάνω στάση.

Παράλληλα, το προαναφερόμενο αναγκαίο επιπλέον βήμα παρουσιάζεται ως  στρατηγική κίνηση εγκλωβισμού των απέναντι ώστε, βασιζόμενοι στην αρνητική τους στάση, να αποδειχθεί η εποικοδομητική στάση των Αθηνών, να εισπράξει η ελλαδική ηγεσία δηλώσεις αναγνώρισης της «τολμηρής στάσης» της από φίλους και συμμάχους, και να καταδειχθεί η αδιαλλαξία των Τιράνων, της Άγκυρας, των Σκοπίων. Σύμφωνα με τη συμβατική οπτική η αδιαλλαξία αυτή θα σημειωθεί από τη διεθνή κοινότητα και θα επιπλήξει αυτούς που την εκφράζουν ενώ η σύνεση και η υπευθυνότητα των Αθηνών θα εκτιμηθούν δεόντως.

Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της φράσης «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» για είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια, με παράλληλη επικράτηση διεθνώς μόνο της λέξης Macedonia, καθιστούσε πιο εύκολη μια περαιτέρω υποχώρηση. Συνακόλουθα, η έμφαση στη σύνθετη ονομασία, άρα και στη συμπερίληψη του όρου «Μακεδονία», διευκόλυνε την αποδοχή ονόματος της χώρας όπου η λέξη «Μακεδονία» θα αποτελεί το βασικό συστατικό από το οποίο θα απέρρεε η «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα.

Παρομοίως,  η αποχή από κάθε ερευνητική δραστηριότητα στο Αιγαίο ως αποτέλεσμα της κρίσης του 1987 διευκόλυνε την αναγνώριση στην Άγκυρα, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, «νόμιμων, ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων» στο Αιγαίο «τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της» και την δυνατότητα στην τελευταία να προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία των συμφερόντων αυτών. Παράλληλα, η «δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση» ακύρωνε τα όποια σχέδια των Αθηνών για έρευνες στο Αιγαίο.

Στο Κυπριακό, οι διαχρονικοί χειρισμοί Αθήνας και Λευκωσίας, μετέβαλλαν τον επιδιωκόμενο στόχο από την Ένωση, στην Αυτοδιάθεση, στην Αυτοκυβέρνηση, στην Ανεξαρτησία, στη δεσμευμένη Ανεξαρτησία, στην Ομοσπονδία, στη Δικοινοτική Ομοσπονδία, στη Διπεριφερειακή Ομοσπονδία, στη Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία και τέλος, στο Συνεταιρισμό  δύο ισότιμων και ισόκυρων συνιστώντων κρατών, στο πλαίσιο του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία αποσυντίθεται, εξισώνεται με τα κατεχόμενα και οι Τουρκοκύπριοι/έποικοι, υπό τις οδηγίες της Άγκυρας, αποκτούν μόνιμο δικαίωμα αρνησικυρίας σε όλες τις λειτουργίες της νεοσύστατης πολιτείας. Η παραπάνω επισήμανση, σε ένα βαθμό σχηματοποιημένη, καταδεικνύει την επιδείνωση της ελληνικής θέσης.

Στο Κυπριακό, ακολούθησε, εδώ και κάποια χρόνια, και η εσωτερίκευση της νέας πραγματικότητας, μέσω υιοθέτησης νέου λεξιλογίου. Η επιστροφή εδαφών μεταλλάχθηκε σε «εδαφικές αναπροσαρμογές». Η λέξη αναπροσαρμογή βρίσκει εφαρμογή υπό την έννοια ότι καλούνται οι Έλληνες της Κύπρου να προσαρμοστούν στις πραγματικότητες της κατοχής και να αποδεχθούν τα αποτελέσματα της εισβολής…Η απελευθέρωση μεταμορφώθηκε σε «επανένωση», το Κυπριακό σε δικοινοτική διαφωνία  απονευρώνοντας το φρόνημα της διεκδίκησης της ελευθερίας και στερώντας από τους Έλληνες της Κύπρου το ηθικό πλεονέκτημα που κάθε θύμα δικαιούται να έχει. Ο έποικος, έγινε «σφετεριστής» και αργότερα  «χρήστης», έννοια της αγοράς, εμπορική, άρα ουδέτερη. Δεν υπάρχει ούτε θύμα, ούτε θύτης.

Η κάθε υποχώρηση, δυσχεραίνει τη θέση της χώρας στο μέλλον και εκλογικεύει την επόμενη υποχώρηση. Πολλές φορές ο φαύλος αυτός κύκλος ενδύεται επιστημονικό υπόβαθρο με την αρωγή καθηγητών και ειδικών περί τα διεθνή. Ακολουθεί η γλωσσική προσαρμογή όπως στην περίπτωση του Κυπριακού. Η επόμενη υποχώρηση φαντάζει φυσιολογική, οικεία…Την επιζητούμε, την αναμένουμε ως λύτρωση για να τακτοποιήσουμε επιτέλους αυτήν ή την άλλη εκκρεμότητα…

Χρεωκοπημένο πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί και δεν θέλει. Λανθασμένη (συνειδητά;) ανάγνωση της διεθνούς πολιτικής. Μια κοινωνία φιλοτομαριστών ο πατριωτισμός της οποίας περιορίζεται σε συλλαλητήρια και άναρθρες κραυγές. Λόγια μεγάλα χωρίς αντίκρυσμα. Όλοι συνένοχοι. Όλοι μας.

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε, για πρώτη φορά, στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018.

 

Posted in Uncategorized

Μπαμπούλες και Κατάσκοποι: Ρωσία, Πούτιν και η Επιδιωκόμενη Απονεύρωση του Δημοσίου Διαλόγου για το Μακεδονικό

Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης για τη συμφωνία των Πρεσπών αφιερώθηκε στην ανάλυση του κειμένου, τα θετικά και τα αρνητικά της για την Ελλάδα, και το πώς τα ελληνικά συμφέροντα εξυπηρετούνται από αυτήν. Η σχετική συζήτηση έλαβε χώρα τόσο στο κομματικό επίπεδο, βοηθούσης της απόρριψής της από τη ΝΔ, όσο και στην κοινωνία, μεταξύ φορέων και απλών πολιτών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία (δημοσκοπήσεις) και εξελίξεις (συλλαλητήρια, κινητοποιήσεις κλπ), είναι ασφαλής η διαπίστωση ότι η δημόσια συζήτηση έφτασε σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: η συμφωνία είναι επιζήμια για την Ελλάδα.

Γινόμαστε τις τελευταίες εβδομάδες μάρτυρες μιας νέας φάσης προώθησης-επιβολής της συμφωνίας στην ελληνική κοινωνία. Βλέπουμε η έμφαση να δίνεται στο ότι η συμφωνία θα ανακόψει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια – μαζί με ένα μηντιακό πανηγύρι που έχει στηθεί για την υπόθεση των Ρώσων πρακτόρων που βρίσκονται υποτίθεται πίσω από τις κινητοποιήσεις στη Βόρεια Ελλάδα. Εισάγεται έτσι πλέον και στην Ελλάδα το ύστατο εργαλείο επιβολής όταν όλες οι άλλες λύσεις έχουν αποτύχει: ο μπαμπούλας του Russian meddling, αυτό το ασαφές αλλά παντοδύναμο δίκτυο ρωσικής επιρροής στο οποίο αποδίδονται η νίκη Τραμπ, το Μπρέξιτ, οι ταραχές στην Καταλωνία, και γενικά οποιοδήποτε μαζικό φαινόμενο εθνοκρατικής ή εθνοκοινωνικής μαζικής κινητοποίησης και αντίδρασης.

Παραδοσιακός φορέας του «ρωσικού επιχειρήματος» στην ελληνική συζήτηση είναι ο ευρώφιλος «φιλελεύθερος-μεταρρυθμιστικός» χώρος. Πέρα από μια ροπή προς συνωμοσιολογία που θυμίζει αυτή των «ψεκασμένων» που αυτός ο χώρος τόσο αρέσκεται να χλευάζει, η εμμονή με τη Ρωσία κατεδείκνυε και τις προτεραιότητες και τα αξιακά σημεία αναφοράς του. Για να το πούμε απερίφραστα, μέτρο αξιολόγησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για αυτόν το χώρο δεν είναι τα ελληνικά, αλλά τα ρωσικά και κατά αντανάκλαση ευρωπαϊκά-δυτικά συμφέροντα. Για αυτούς η ήττα των ρωσικών συμφερόντων είναι σημαντικότερη από την εκπλήρωση των ελληνικών, και αντίστροφα η νίκη των ρωσικών συμφερόντων μεγαλύτερο κακό από την ήττα των ελληνικών.

Αν αυτή η συλλογιστική περιοριζόταν στις συζητήσεις μερικών πανεπιστημιακών, αναλυτών και σχολιαστών θα επρόκειτο απλά για ένα από τα πολλά παραδείγματα σάχλας και γραφικότητας στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Όταν όμως το «ρωσικό επιχείρημα» γίνεται εργαλείο στα χέρια μιας κυβέρνησης, και όταν ένα κεφαλαιώδες ζήτημα εξωτερικής πολιτικής είναι τόσο κοντά στο να επιλυθεί με τόσο δυσμενείς για την Ελλάδα όρους, τα πράγματα σοβαρεύουν. Είναι σαφές ότι τις επόμενες εβδομάδες και στην Ελλάδα θα εφαρμοστεί η δοκιμασμένη στο εξωτερικό μέθοδος του διαμέσου Μόσχας κυνηγιού μαγισσών. Προφανώς το ότι μέσα σε μόλις μερικές εβδομάδες οι υποστηρικτές της συμφωνίας των Πρεσπών έχουν οπισθοχωρήσει από τη γραμμή άμυνας «ελληνικά συμφέροντα» κι έχουν ταμπουρωθεί στο τελευταίο οχυρό «ο κακός Πούτιν» δείχνει πόσο πραγματικά πιστεύουν και οι ίδιοι στην αρτιότητά της – καθώς επίσης και ποιος είναι πραγματικά ατζέντης ξένων συμφερόντων σε αυτήν την κουβέντα.

Σε τελική ανάλυση το «ρωσικό επιχείρημα» έχει μια πάρα πολύ ύπουλη διάσταση. Επιδιώκει να αντιστρέψει την κατηγορία της προδοσίας από αυτούς που υπέγραψαν τη συμφωνία προς αυτούς που υποτίθεται ότι παίζουν το παιχνίδι του Πούτιν. Επιδιώκεται ουσιαστικά η ποινικοποίηση της αντίστασης στη συμφωνία – ειδικά αφού και η μπογιά της «ακροδεξιάς» για τα συλλαλητήρια ξέβαψε πριν καλά-καλά στεγνώσει.

Posted in Uncategorized

Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο / Μιχάλης Ρέττος

Το ΙΝΣΠΟΛ δημοσιεύει τη μελέτη του Μιχάλη Ρέττου,

 

Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο:

από τον Όμηρο και τον Ησίοδο στον Οικονομικό του Ξενοφώντα

 

Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις

Ενάντια στη βλακεία, με ευλογημένα στυλό

Του Σωτήρη Μητραλέξη

Σε κάθε δημόσια συζήτηση για τα εκκλησιαστικά συμβαίνει, πραγματικά, ένα θαύμα: στο χώρο της κάθε φορά ιεράς αγανάκτησης -χώρο όπου συναντιούνται πάντοτε αγαπητικά οι αριστεροί με τους νεοφιλελεύθερους υπό το φως του Ράμφειου Ευαγγελίου ότι «η Ελλάδα δεν πέρασε Διαφωτισμό»- απέναντι στην κοινότητα των πιστών αίφνης εξαφανίζεται κάθε λογική και ορθολογισμός, κάθε απαίτηση να αντιστοιχούν τα επιχειρήματα στην πραγματικότητα, κάθε αξίωση να έχει κανείς την οποιαδήποτε υποτυπωδώς ουσιαστική πληροφόρηση για το θέμα που σχολιάζει.

Έτσι ακριβώς έγινε και με το «Ευλογημένο Στυλό-gate», όπου ο Μητροπολίτης Βέροιας και Νάουσας Παντελεήμων μοίρασε στους φοιτητές στο τέλος της λειτουργίας στυλό με το μήνυμα «Καλή επιτυχία», τα οποία είχαν την ευχή του (η αρβύλα των συνειδητών ανακριβειών φρόντισε να κυκλοφορήσει το ψεύδος ότι τα στυλό «πουλήθηκαν»).

Στις υλακές και στους ολοφυρμούς που ακολούθησαν στη δημοσιά -γεμάτες, όπως πάντα, από τα «γίναμε Ιράν, γίναμε Τεχεράνη, αυτά δε συμβαίνουν πουθενά στην Ευρώπη»- οι Διαφωτιστές πληκτρολογίου έβαλαν στο μυαλό τους διάφορα πράγματα με τρόπο όλως αυθαίρετο και ανορθολογικό, για τα οποία όχι μόνο έχουν εδραία αν και αστήρικτη πεποίθηση, αλλά αν τους πληροφορήσεις περί του αντιθέτου θεωρούν αυτονοήτως ότι ψεύδεσαι ή ότι δικαιολογείς τα αδικαιολόγητα ή τέλος πάντων όποια άλλη αντίδραση αρμόζει σε φανατικούς θρησκόληπτους κάθε αδιάλλακτης και παγιωμένης άποψης ή στάσης.

Οι φωνασκούντες υποθέτουν, από μόνοι τους και με αυταπόδεικτη αυθεντία, πως οι πιστοί επικαλούνται τον Θεό -τον οποίο φαντάζονται ως διασταύρωση παγανιστικού ξοάνου και «God of the Gaps», δηλαδή ως κάτι στο οποίο δεν πιστεύει η εκκλησία- ούτως ώστε να προκαλέσει ένα υπερφυσικό θαύμα και ο φοιτητής/τρια που γράφει με το «ευλογημένο στυλό» να υποστεί κάποια έλλαμψη κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών. Προσβάλλουν, δηλαδή, οι φωνασκούντες με την αφέλειά τους τη νοημοσύνη των εκκλησιαζομένων φοιτητών, παρουσιάζοντάς τους ως καρικατούρες. Δεν μπορούν καν να υποθέσουν τη mutatis mutandis παραλληλία του «ευλογημένου στυλό» (στην εκκλησία ξέρετε αυτό κάνουμε, ευλογούμε/αγιάζουμε τα πάντα, νερά- ξύλα- πηγάδια – αμάξια – βραστά στάρια – ψωμιά – στυλό και ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου) με ένα ενθύμιο, με ένα αντικείμενο που αποκτά νέα αξία επειδή μας το έχει δώσει αγαπημένο πρόσωπο και το φυλάμε σαν κόρη οφθαλμού, ειδικά στις δύσκολες στιγμές. Επαρκούν μόνο για να το φανταστούν με όρους ταινίας επιστημονικής φαντασίας, ώστε να το χλευάσουν.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι φιλελεύθεροι και οι εξ Αριστεράς για το θέμα είναι ότι η εκδοχή «η προσευχή γίνεται διότι έτσι πιστεύουν ότι θα γράψουν καλύτερα με υπερφυσικό τρόπο, μα τι βλάκες» δεν εκθέτει τους πιστούς, αλλά τη δική τους, των επικριτών, αντιληπτική στενότητα, έλλειψη στοιχειώδους πληροφόρησης για τα εκκλησιαστικά που σχολιάζουν, και επηρμένη ασχετοσύνη. Διότι η λογική αιτιώδους σχέσης «θα κάνουμε μια ακολουθία στην εκκλησία, άρα θα πάω καλά στις Πανελλήνιες» απαντά μόνο, και εξ αντιθέτου/υβριστικά, στα μυαλά όσων επικριτών δεν διακρίνονται για την αντιληπτική τους εμβέλεια ως προς αυτά τα ζητήματα.

Εν αντιθέσει, για όσους βρίσκονται στη ζωή της εκκλησίας και είναι αυτή ο άξονας της ζωής τους, θα ήταν απλώς παράλογο να μη συνεχίσει να παρίσταται ο άξονας αυτός και στη φριχτή δοκιμασία των Πανελλαδικών. Δηλαδή, για όσους είναι χριστιανοί και μετέχουν στη ζωή της εκκλησίας, το μόνο λογικό είναι να θέλουν αυτή τη διευρυμένη οικογένεια μαζί τους στην επίπονη δοκιμασία – θα ήταν ανορθολογικό αν δεν την ήθελαν. Στην εκκλησία ξέρουμε να προσευχόμαστε, και προφανώς θα προσευχηθούμε κατ’ εξοχήν στα δύσκολα.

Επί Πανελλαδικών εξετάσεων ήμουν άθεος, αλλά εάν δεν ήμουν, θα ήταν πραγματικά σημαντικό για μένα να τις γράφω με ένα στυλό που σαρκώνει σε ύλη το ότι ολόκληρη η εκκλησιαστική μου κοινότητα είναι μαζί μου, με νοιάζεται, εύχεται και προσεύχεται για μένα – όχι μόνο για να τα πάω καλά, αλλά για να είμαι καλά, να μην τα παίξω και κλατάρω στη φρίκη των Πανελλαδικών. Αναφερόμαστε σε κυριολεκτικά υλική αγάπη και έγνοια, εμφανώς πιο ορθολογική από τα τυχαία «γούρια», τα αγαπημένα πουκάμισα, t-shirt και ούτω καθεξής. Προφανώς, λόγω της οργιώδους υστερίας σε κάθε τέτοια δημόσια συζήτηση, φυσικά και δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση ή την αξίωση να κατανοούν αυτά τα μάλλον προφανή και στοιχειώδη όσοι λειτουργούν επί τη βάσει προσχηματισμένων εμμονών.

Αν κάτι επιτυγχάνεται με όλη αυτή την υστερία, που ξεκινάει από τα σκωπτικά χάχανα και καταλήγει στον ανενημέρωτο ανορθολογισμό του «δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη», αυτό είναι το να καθίσταται αδύνατο να εξεταστούν με σοβαρότητα οι εφιαλτικές στρεβλώσεις που σχετίζονται με την εκκλησία στην Ελλάδα, καθ’ ότι καλύπτονται από τη φρενήρη υστερία για διάφορα μη-θέματα. Στρεβλώσεις, τη συνέχιση και μακροημέρευση των οποίων η παρούσα κυβέρνηση υπηρετεί με θαυμαστή συνέπεια, παρά τους εικονικούς περί του αντιθέτου διαπληκτισμούς και αποπροσανατολισμούς.

Προσωπικό σχόλιο: στη φρίκη των ημερών, η ανάγνωση της είδησης για τα «ευλογημένα στυλό» των Πανελλαδικών με γέμισε ελπίδα, παιδικό ενθουσιασμό ότι στο τέλος κάτι θα σωθεί. Στην εποχή της τέλειας ερημίας, τα «γούρια» κάποιων δεν θα αντικατοπτρίζουν απλώς τα αδιάφορα προσωπικά τους χούγια, αλλά το ότι ανήκουν σε μια κοινότητα∙ κάποιοι θα φέρουν στο αλεστικό μηχάνημα των Πανελληνίων το υλικό σημάδι -τον «τύπον των ήλων»- του πόσοι πολλοί τούς νοιάζονται και τους αγαπούν. Σταγόνα ζείδωρης λογικής μέσα στην τρέλα. Τελικά, κάπου διασώζεται ο ορθολογισμός, όταν έχει εξαφανιστεί από οπουδήποτε αλλού: σε ένα ευλογημένο στυλό.

 

Ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της εφημερίδας ΑΥΓΗ της Κυριακής 17 Ιουνίου 2018.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

ΑΔΙΚΗ, ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ: Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΠΟΛ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΣΙΠΡΑ-ΖΑΕΦ

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήρθε σε συμφωνία με την κυβέρνηση Ζάεφ για επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος της πΓΔΜ. Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα και είναι εξόχως προβληματική ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της. Η δε πρόβλεψη μη-επικύρωσής της από την ελληνική Βουλή αποτελεί προσβολή προς τον ελληνικό λαό ως συλλογικό υποκείμενο και την Ελλάδα ως ανεξάρτητη δημοκρατική χώρα. Πιο συγκεκριμένα:

α) Αναλύουμε την συμφωνία με καλή θέληση, αναγνωρίζοντας ότι πρέπει κάποια στιγμή να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση μεταξύ των δυο πλευρών. Ακόμα κι έτσι όμως, αυτή δεν είναι μια καλή συμφωνία. Σε ό,τι αφορά το όνομα της πΓΔΜ, η Ελλάδα συμφωνεί σε ένα γεωγραφικό προσδιορισμό ο οποίος θα μεταφράζεται διεθνώς, δηλ. δεν θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα σλαβικά, κάτι που θα κατεδείκνυε την απόσταση του κράτους αυτού από την ιστορική Μακεδονία. Ο όρος «Σεβέρνα Μακεντόνια», που χρησιμοποίησε στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός, δεν εμφανίζεται στη συμφωνία.

Ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει επίσημα «μακεδονική» υπηκοότητα, ταυτότητα και γλώσσα σε συνδυασμό με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Ο κίνδυνος του γεωγραφικού προσδιορισμού ήταν πάντα ότι αυτός θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι τα Σκόπια είναι το επίκεντρο μιας ευρύτερης Μακεδονίας της οποίας ένα μόνο μέρος (το Βόρειο, το Άνω κοκ) έχει κρατική υπόσταση. Ο μόνος τρόπος αποφυγής της μονοπώλησης της ιδέας της Μακεδονίας από τα Σκόπια ήταν ακριβώς ο σαφής χαρακτηρισμός της ταυτότητας ή/και υπηκοότητάς τους ώστε αυτή να συμπίπτει με την κρατική τους υπόσταση (π.χ. «βορειομακεδονική»).

Η συμφωνία κάνει το ακριβώς αντίθετο. Ονοματίζοντας την πΓΔΜ «Βόρεια Μακεδονία», δημιουργεί την ιδέα ότι υπάρχει και κάποια «νότια» ή «όλη» Μακεδονία για λογαριασμό της οποίας τα Σκόπια μπορούν να ομιλούν εφόσον η ταυτότητα και γλώσσα τους είναι «μακεδονικά». Το κράτος των Σκοπίων γίνεται επίσημα φορέας και λίκνο της ταυτότητας της όλης Μακεδονίας. Πρόκειται για την τέλεια συνταγή αλυτρωτισμού! Και αν οι σχετικές (σωστές) διατάξεις της συμφωνίας αποκλείουν ενδεχόμενο εδαφικού αλυτρωτισμού και την ανακίνηση μειονοτικών ζητημάτων, το πνεύμα της ανοίγει το δρόμο για διεμβόλιση και υφαρπαγή ελληνικού πολιτιστικού κεφαλαίου, καθώς και για μια τεράστια κρίση αυτοσυνειδησίας στην ελληνική Μακεδονία.

Η μνεία για την πολιτική εξαρχαϊσμού προηγούμενων κυβερνήσεων και την αποκοπή της σκοπιανής ταυτότητας από την ελληνική αρχαιότητα είναι θετική. Παράλληλα όμως, η εμμονή περί αρχαίας καταγωγής συνιστούσε την πλέον φαιδρή όψη της σκοπιανής αναθεωρητικής πολιτικής, η οποία συν το χρόνω αποτελούσε βαρίδι για την εξωτερική εικόνα της πΓΔΜ. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, μονοσήμαντα, ως κέρδος της ελλαδικής πλευράς αλλά ως μια προσπάθεια των Σκοπίων να ενισχύσουν τα ερείσματα τους στην ιστορία του εικοστού αιώνα, πηγή άλλωστε του σκοπιανού αναθεωρητισμού. Τονίζεται δε πως στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 7 επισημαίνεται πως οι πολίτες των συμβαλλομένων μερών θα συνεχίσουν να κάνουν χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αποδίδοντας το περιεχόμενο που υιοθετούν μέχρι τώρα.

β) Η διαδικασία εφαρμογής και επικύρωσης που προκρίθηκε σε συνδυασμό με τη διαδικασία ένταξης της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δημιουργεί ερωτήματα. Σύμφωνα με το έγγραφο Τσίπρα-Ζάεφ, η Ελλάδα θα υποστηρίξει να απευθύνει το ΝΑΤΟ πρόσκληση ένταξης στα Σκόπια αμέσως αφότου η βουλή της πΓΔΜ υπερψηφίσει τη συμφωνία. Η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να υπερψηφίσει την ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ μόνο όταν ολοκληρωθούν εκεί όλες οι διαδικασίες συνταγματικής αλλαγής. Αυτή είναι όμως μια διαδικασία που θα διαρκέσει μήνες με δεδομένη την πολιτική πόλωση στην πΓΔΜ. Σε όλο αυτό το διάστημα η πΓΔΜ θα προετοιμάζεται για την ένταξή της, με την Ελλάδα να έχει συμφωνήσει ότι θα επικυρώσει τη συμφωνία ταυτόχρονα με την επίσημη είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Η ολοκλήρωση της διαδικασίας με την επικύρωση από την ελληνική Βουλή θεωρητικά καθιστά την Ελλάδα τον τελικό επιδιαιτητή. Αυτό όμως θα είχε νόημα αν τα Σκόπια δεν είχαν κερδίσει την πρόσκληση ένταξης στο ΝΑΤΟ (που είχε αποφευχθεί στο Βουκουρέστι). Με αυτό το καθεστώς και την υποστήριξη από άλλα κράτη της Συμμαχίας, η πΓΔΜ θα έχει περιθώρια άσκησης πίεσης στην Ελλάδα – διεκδικήσης επιπλέον παραχωρήσεων ή «δημιουργικής» εφαρμογής των συμφωνημένων – για να επιτύχει την επικύρωση και τις συνταγματικές αλλαγές που απαιτούνται. Στο τέλος, ποια ελληνική κυβέρνηση και Βουλή θα μπορεί να φέρει αντιρρήσεις λίγο πριν την επίσημη ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ για τυχόν πλημελλή εφαρμογή της συμφωνίας όταν θα τελεί υπό ασφυκτικές πιέσεις «να μην χαλάσει η δουλειά»;

Σε όλο αυτό το διάστημα η συμφωνία θα είναι έρμαιο των εξελίξεων στα Σκόπια. Αν η Ελλάδα είχε επικυρώσει τη συμφωνία και διατηρούσε το δικαίωμα της τελικής εκτίμησης κατά πόσο τα Σκόπια συμμορφώθηκαν, όλη η πίεση θα ήταν στο Ζάεφ να εφαρμόσει τα συμφωνημένα πλήρως και το ταχύτερο δυνατόν. Τώρα, ακόμα και σε περίπτωση που η διαδικασία επικύρωσης ή συνταγματικής αλλαγής αποτύχει στην πΓΔΜ, αυτή δεν θα ενταχτεί μεν στο ΝΑΤΟ θα διατηρήσει όμως και θα διαφημίσει ως κεκτημένα τα περιεχόμενα της συμφωνίας σχετικά με ταυτότητα, υποκοότητα και γλώσσα. Ταυτόχρονα, θα διατηρεί το στάτους της χώρας υπό επίσημη πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η θέση της Ελλάδας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις δυσχεραίνεται εξαιρετικά.

γ) Ο ανωτέρω διακανονισμός αποτελεί προφανή μεθόδευση των Τσίπρα-Κότζια να αναβάλουν την ψήφιση της συμφωνίας στην Βουλή. Εγείρεται εδώ ένα μείζον ηθικό και πολιτικό ζήτημα. Με βάση την συμφωνία, η πΓΔΜ θα συζητήσει και ψηφίσει πάνω σε αυτήν διαδοχικά και με διαφόρους τρόπους. Η βουλή της θα την επικυρώσει. Οι πολίτες της θα εκφραστούν σε δημοψήφισμα. Το σύνταγμά της θα αλλάξει με βάση τις νόμιμες διαδικασίες. Ο Ζάεφ έχει επίσης δηλώσει ότι αν η διαδικασία κολλήσει θα κάνει πρόωρες εκλογές.

Προφανώς οι πολίτες μιας χώρας πρέπει να μπορούν να εκφραστούν για ένα ζήτημα όπως το όνομα και η ταυτότητά τους. Το ίδιο όμως αυτό δικαίωμα στερείται πλήρως από τους Έλληνες πολίτες! Ενώ η συμφωνία θα περνάει από απανωτά στάδια συζητήσεων και ψηφοφοριών στην πΓΔΜ, στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα και οι ψηφοφόροι δεν θα έχουν καμιά δυνατότητα έκφρασης! Δικαιώνονται έτσι τα συλλαλητήρια του χειμώνα και το ένστικτο του ελληνικού λαού ότι η όποια λύση θα προωθηθεί με τρόπο αντιδημοκρατικό και ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας.

Υπό τις σημερινές συνθήκες ποιον άλλον τρόπο έχουν οι ΄Ελληνες για να εκφράσουν την αντίθεσή τους παρά νέα συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις; Κυβερνητικοί αξιωματούχοι είναι σίγουρο ότι θα αναφερθούν υπεροπτικά και απαξιωτικά στην αντίδραση του ελληνικού λαού. Η σωστή, ορθολογική προσέγγιση φαίνεται να αποτελεί αποκλειστικό κτήμα της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ η διαφωνία με τις θέσεις αυτές, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, απορρίπτεται ως ένδειξη άγνοιας και φανατισμού. Παράλληλα, ο λαός – στο όνομα του οποίου η κυβέρνηση αυτή ανέλαβε την αρχή – που συμμετέχει σε θεμιτές, ανοικτές και δημοκρατικές δράσεις υβρίζεται.

Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για «μνημόνιο εξωτερικής πολιτικής», ακόμα όμως και τα μνημόνια συζητώνται και ψηφίζονται στην Βουλή. Εδώ έχουμε μια μεθόδευση πρωτοφανούς αυταρχικότητας και αντιδημοκρατικότητας, όπου μια κυβέρνηση με συζητήσιμη (αν όχι ανύπαρκτη) κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε αυτό το ζήτημα δεσμεύει την χώρα. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για το περιεχόμενο της συμφωνίας, ο τρόπος εφαρμογής της συνιστά ηθικό και πολιτικό εξανδραποδισμό ενός λαού και καταλύει κάθε έννοια δημοκρατικότητας και πολιτικής ηθικής.

Συμπερασματικά, το ΙΝΣΠΟΛ θεωρεί ότι η συμφωνία δεν εξασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα, απειλεί να ξανακαταστήσει την Ελλάδα αντικείμενο πιέσεων και να την εκθέσει στους Συμμάχους της, ενώ τα Σκόπια αποκτούν περιθώριο νέων ελιγμών, και συμβάλλει στην περαιτέρω διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και του αισθήματος εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς το κράτος τους και το πολιτικό σύστημα. Είναι μια άδικη, επιζήμια και αντιδημοκρατική συμφωνία και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Posted in Uncategorized