Διαφημιστικό και Συνέδριο: Μια Χαμένη Ευκαιρία για τον Δημόσιο Διάλογο

Τις προηγούμενες εβδομάδες ζήσαμε το παράδοξο να δημιουργηθούν αντιδράσεις για ένα επιστημονικό – κατά δήλωση των οργανωτών του – συνέδριο λόγω ενός διαφημιστικού στην τηλεόραση. Παράδοξο, γιατί το συνέδριο πιθανότατα θα λάμβανε χώρα χωρίς πολλοί να το παίρνουν είδηση αν δεν υπήρχε το εν λόγω σποτ, και γιατί οι μη-επιστημονικές φιλοδοξίες των διοργανωτών του τελικά καταδίκασαν το συνέδριο συνολικά, καθώς αυτό ακυρώθηκε.

Πέραν του αντικειμένου της συζήτησης (γονιμότητα, υπογεννητικότητα, δικαιώματα γυναικών κλπ.), ενδιαφέρον έχει το θέμα του του ίδιου του διαφημιστικού, η αλυσίδα αντιδράσεων που προκάλεσε και τι αυτό λέει για τον τρόπο που συζητούμε επιστημονικά ζητήματα με κοινωνικές προεκτάσεις. 

Η γυναίκα που εμπνεύστηκε το εν λόγω διαφημιστικό μίλησε, κατά δική της ομολογία, «από καρδιάς», αποτύπωσε δηλαδή σε αυτό την πάλη με τους προσωπικούς της δαίμονες με το ζήτημα της μητρότητας. Τελικά, το μόνο που κατάφερε ήταν να επισύρει την δημόσια μήνη, με έναν στρατό εξοργισμένων να ξεσηκώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χωρίς να το περιμένει και η ίδια η δημιουργός του, μάλλον επειδή ακριβώς ήταν γυναίκα, το διαφημιστικό έκρουσε ευαίσθητε χορδές. Σημειώνουμε εδώ την ειρωνεία ότι το αίτημα της απαγόρευσης (διαφημιστικού και συνεδρίου) ξεσηκώθηκε από μια γυναικεία δημιουργία, δηλαδή η νίκη επί του σεξισμού πέρασε μέσα από την φίμωση μιας γυναικείας φωνής.

Δεν διαφωνούμε φυσικά ότι το διαφημιστικό αναπαρήγε όρους παραδοσιακούς και συντηρητικούς για τον ρόλο της γυναίκας, πράγμα που εν μέρει οφείλεται όμως, ας επαναληφθεί, στον αυτοβιογραφικό, άρα βιωματικό, χαρακτήρα του. Η αντίδραση υπήρξε άμεση: Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέσυρε την αρχική της στήριξη στο συνέδριο, το οποίο τελικά είδε τους τίτλους τέλους. Το ερώτημα όμως παραμένει αν αυτός ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος για να συζητηθεί ένα περίπλοκο θέμα το οποίο φυσικά δεν εξαφανίζεται επειδή απλά αποφύγαμε να μιλήσουμε για αυτό.

Για να γίνουμε σαφέστεροι: Από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πρώτη πολίτη της χώρας και κορυφαία νομικό, θα ανέμενε κανείς κάτι περισσότερο από δήλωση αποχώρησης, και κατ’ ουσία σιωπής, για ένα ζήτημα που αφορά όλους τους πολίτες και πρωτίστως τις γυναίκες. Αν μη τι άλλο, τι είναι χειρότερο; Η, έστω και απρόσεκτη, στήριξη της Προέδρου σε ένα, ας δεχτούμε προβληματικό σε κάποιες πτυχές του, συνέδριο; Ή η έμμεση συμβολή της στην ακύρωση μιας συνάντησης και το φίμωμα του δημοσίου διαλόγου στην χώρα στην κεφαλή της οποίας βρίσκεται; Είτε η μια είτε η άλλη επιλογή της δεν θα έπρεπε να εξηγηθεί κάπως;

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε την Πρόεδρο για παράδειγμα να εξηγεί γιατί το διαφημιστικό αποκάλυπτε μια οπτική του ρόλου της γυναίκας την οποία οφείλουμε να ξεπεράσουμε αν θέλουμε όντως να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που η διεξαγωγή του συνεδρίου ήγειρε. Μια, έστω και έμμεση, συγγνώμη της από τις γυναίκες που θίχτηκαν θα ήταν μια πολύ δυνατή κίνηση. Αντ’ αυτού, η εντύπωση που δημιουργήθηκε είναι ότι η πρώτη πολίτης της χώρας άγεται από τις αντιδράσεις λαϊκών τραγουδιστών και influencers των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις για το τι η ίδια πιστεύει και τι σκέψεις την οδήγησαν στις δυο αντικρουόμενες αποφάσεις της (συμμετοχή και μετά απόσυρση).

Αντίθετα, η Πρόεδρος θα μπορούσε να εξηγήσει, ακόμα και αποσυρόμενη, ότι δεν είναι πρέπον μία διαφημιστική αστοχία να συμπαρασύρει ένα ολόκληρο συνέδριο το οποίο ασχολείται με ένα πρόβλημα που απασχολεί πολλές Ελληνίδες. Θα «κέρδιζε» έτσι πολίτες που θεωρούν ότι το αντικείμενο μιας συζήτησης δεν πρέπει να αποκλείει εξαρχής την διεξαγωγή αυτής και που σήμερα νιώθουν αποξενωμένοι από τον δημόσιο διάλογο, βαθαίνοντας έτσι το πραγματικό ρήγμα που διαπερνά την κοινωνία σήμερα μεταξύ ακραίων φωνασκούντων όλων των αποχρώσεων και τρομαγμένων ιδιωτευόντων. Αντιθέτως, αποσύροντας απλά την αιγίδα της, είναι σαν να παραδέχεται ότι το αρχικό κίνητρο της στήριξης ήταν ευκαιριακό, αν όχι υστερόβουλο, για την δημόσια εικόνα της, μέχρι που βρέθηκε αντιμέτωπη με αντιδράσεις. 

Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίζεται ως γνωστόν κυρίως σε λογοτυπικές δηλώσεις και στην παρουσία σε παραδοσιακές τελετές, εκδηλώσεις εθνικού περιεχομένου κλπ. Πλέον όμως η κοινωνία μας στρέφεται δυναμικά σε θέματα φύλου, ισότητας και δικαιωμάτων, πράγμα που δημιουργεί προϋποθέσεις έντασης αλλά και γόνιμης ανταλλαγής απόψεων. Με το επίμαχο διαφημιστικό βρεθήκαμε στην πρώτη κατάσταση, την ένταση, και αποτύχαμε να φτάσουμε στην δεύτερη, τον εποικοδομητικό διάλογο. Η Πρόεδρος έχει το κύρος, την κατάρτιση και, σε μία ευχάριστη συγκυρία, το φύλο για να παρέμβει ουσιαστικά σε μια τέτοια συζήτηση. Τούτη τη φορά δεν τα πήγε και τόσο καλά. Ας δούμε τι επιφυλάσσει το μέλλον.

Κ.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διαφημιστικό και Συνέδριο: Μια Χαμένη Ευκαιρία για τον Δημόσιο Διάλογο

Αγία Σοφία Τατοΐου

Εδώ και αρκετούς μήνες, σύμπασα σχεδόν η ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και τμήματα της διεθνούς, παρατηρεί με αποτροπιασμό ή πάντως αποδοκιμασία την χρησιμοποίηση ενός ναού-μνημείου, της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, από έναν ανενδοίαστο πολιτικό ηγέτη για φθηνούς, εφήμερους σκοπούς με στόχο τον εντυπωσιασμό μέρους του τουρκικού φανατικού πολιτικού κόσμου και ψηφοφόρων.

Δεν ήταν δυστυχώς δυνατό να αμφισβητηθεί ο τίτλος κυριότητος που παρέχει η δεύτερη άλωση του 1453 στην εκάστοτε ηγεσία οποιασδήποτε μορφής του τουρκικού κράτους προκειμένου αυτή να χρησιμοποιεί το μνημείο κατά το δοκούν. Η Αγία Σοφία άλλωστε είχε προϋπάρξει τέμενος επί αιώνες μέχρι το 1934. Την αποδοκιμασία ως προς τις πρόσφατες διαδικασίες επαναμετατροπής του μνημείου από μουσείο σε τζαμί προκαλούσαν οι δηλώσεις και οι προκλητικές ενέργειες της ηγεσίας της χώρας, του Ερντογάν μη εξαιρουμένου, πριν, κατά και μετά την ολοκλήρωση του στόχου αλλαγής χρήσης του χώρου. Βλέπε πχ τις αμετροεπείς και υπερφίαλες δηλώσεις και πράξει ιμάμηδων και πολιτικών αξιωματούχων. Ανθρώπων δηλαδή που δηλώνουν βαθιά θρησκευόμενοι, κάτι που προϋποθέτει εγκράτεια και μετριοπάθεια κατά την διαχείριση θρησκευτικών χώρων οιασδήποτε διαφορετικότητας.

Αυτά ως προς την «άξεστη» Τουρκία. Σε πολύ μικρότερη απόσταση από εμάς όμως είναι ευδιάκριτες – δεν γίνεται προσπάθεια να αποκρυφτούν άλλωστε, τουναντίον – διαδικασίες βίαιης αλλαγής της μορφής και του διαχρονικού συμβολισμού ενός κτιρίου και ενός τόπου γενικότερα: του Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου και του εντός αυτού Ανακτόρου Τατοΐου. Και εδώ όπως και στην Πόλη,  δεν αμφισβητείται ο τίτλος κτήσεως κυριότητας επ’ αυτών υπό του Δημοσίου μετά την πρώτη «άλωσή» τους, την χουντική (Σεπτέμβριος 1973), και την δεύτερη, την ΠΑΣΟΚική (1993 έως 2003 βαθμιαίως). 

Εννοείται ότι η διατήρηση, υπό τις σημερινές συνθήκες, κτήματος εκτεταμένου μέσα στην Αττική αποτελεί εξωπραγματική προοπτική. Ό,τι ήταν εφικτό στην Αττική των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα των μερικών δεκάδων έως ολίγων εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων είναι αδύνατο να ισχύει σε μια περιοχή με 5 έως 6 εκατομμύρια (Έλληνες και μη…) κατοίκους. Η παρατήρησή μας αφορά στην μεταχείριση που επιφυλάσσεται στο κτίριο του Ανακτόρου. Στην επιδίωξη να αποχωρισθεί αυτό τελείως από τον συμβολισμό που εξέπεμπε για έναν αιώνα σχεδόν αναφορικώς με ένα συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς ευρυτάτης αποδοχής, όταν δεν έμπαινε εμπόδιο στις επιδιώξεις συγκεκριμένων κύκλων εσωτερικής ή εξωτερικής προελεύσεως. Αφορά συγκεκριμένα στον στόχο ξεριζωμού της ιστορίας από τον τόπο όπου αυτή έδρασε με την υποκατάστασή της από μια χαζοχαρούμενη οικολογική Ντίσνεϊλαντ κατάλληλη μόνο για φυσιολατρικές εξορμήσεις σχολείων και ΚΑΠΗ. Οι «ιμάμηδες» δεν θα λείψουν και εδώ, τόσο κατά τα πανηγύρια αποδόσεως του χώρου στο ανιστόρητο κοινό, όσο και κατά την επακόλουθη λειτουργία του «πάρκου».

Πρότασή μας, που βεβαίως δεν θα εισακουσθή, είναι η σεμνή απόδοση του ανακτορικού κτιρίου στην προσιδιάζουσα σε αυτό ιστορική μνήμη, και την απλή απόδοση του «τέως»– για να χρησιμοποιήσουμε το προσφιλές επίρρημα όποτε ο δημόσιος λόγος καταπιάνεται με αυτό το ζήτημα – Βασιλικού Κτήματος στην χλωρίδα και πανίδα της πολύπαθης Αττικής.

Κ. Σιφναίος

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αγία Σοφία Τατοΐου

Από τη νίκη της Συνόδου Κορυφής του Βουκουρεστίου στην ήττα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Συμπληρώνονται, φέτος, 13 χρόνια από τη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, τον Απρίλιο του 2008, η απόφαση της οποίας περί μη πρόσκλησης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ αποτέλεσε το επίκεντρο πλείστων αναλύσεων και εκδόσεων.

Πιο συγκεκριμένα, κατόπιν ελληνικής  παρέμβασης, στην παράγραφο 20 του Κοινού Ανακοινωθέντος τονιζόταν πως μια πρόσκληση θα απεστέλετο στην γείτονα χώρα  «μόλις μια αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα της ονομασίας έχει συμφωνηθεί».[1] Έχουν γραφτεί πολλά αναφορικά με τον βαθμό στον οποίο η συγκεκριμένη πολιτική της ελλαδικής κυβέρνησης επιδείνωσε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την αντίδραση της τελευταίας τα κατοπινά χρόνια.

Το  περιεχόμενο του τότε ανακοινωθέντος συνδέεται άμεσα με τη μετέπειτα προσφυγή των Σκοπίων, στις 17 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για παραβίαση εκ μέρους των Αθηνών του άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτεμβρίου 1995. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 11 προνοούσε πως η Ελλάς δεν θα παρεμπόδιζε τη συμμετοχή των Σκοπίων (πΓΔΜ)  σε «διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς» στους οποίους η Αθήνα είναι μέλος πλην των περιπτώσεων κατά των οποίων ο βόρειος γείτονας θα ονομαζόταν διαφορετικά από ό,τι όριζε η απόφαση 817 Συμβουλίου Ασφαλείας. [2] Η απόφαση 817, η οποία έκανε αποδεκτή την αίτηση των Σκοπίων για ένταξη στον ΟΗΕ, με τη σειρά της καθόριζε πως, εντός του ΟΗΕ, το προσωρινό όνομα που θα χρησιμοποιείται θα ήταν «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας».[3] Συνεπώς, σε όποιες περιπτώσεις τα Σκόπια επιθυμούσαν να καταστούν μέλος σε ένα διεθνή οργανισμό μέλος του οποίου είναι Ελλάς, η τελευταία είχε υποχρέωση να μην φέρει προσκόμματα, επικαλούμενη την εκκρεμότητα για το όνομα.[4]

Η  διαχρονικά αρνητική στάση του βόρειου γείτονα στις διαπραγματεύσεις, η μη δυναμική και μη συστηματική αντίδραση της Αθήνας στην παραβατική συμπεριφορά των Σκοπίων επί σειρά ετών και η παραμονή στην Ενδιάμεση Συμφωνία (οι διατυπώσεις αρκετών προνοιών της οποίας -χαρακτηριστική η διάταξη 7 παρ. 3- ήταν δυσμενείς για την ελληνική πλευρά) περιόρισαν τις επιλογές των Αθηνών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προκριθεί η παρεμπόδιση της εισόδου των Σκοπίων στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο επικαλούμενη, ακριβώς, την έλλειψη συμφωνίας στο ζήτημα του ονόματος ώστε να ασκηθεί πίεση στην σκοπιανή ηγεσία να καταστεί πιο διαλλακτική.

Παράλληλα, η συνειδητή και συστηματική παραβίαση των προνοιών της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (ιδιαίτερα των άρθρων 6 και 7), εκ μέρους των Σκοπίων, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις προσφυγής της Αθήνας αρκετά πριν τον Νοέμβριο του 2008, όταν προσέφυγαν τα Σκόπια. Η εν λόγω δυνατότητα της προσφυγής  μπορούσε να λάβει χώρα ακόμα και μετά από την αντίστοιχη των Σκοπίων, στις 17 Νοεμβρίου 2008. Η Αθήνα, όμως, ούτε τότε προσέφυγε στην Χάγη ευρισκόμενη πλέον σε αμυντική θέση έναντι της προσφυγής των Σκοπίων.

Συμπληρωματικά, εναλλακτική πολιτική της προσφυγής ήταν η επιλογή της αποχώρησης από την Ενδιάμεση Συμφωνία βάσει του άρθρου 23 παρ. 2. Μια τέτοια πολιτική, όμως, θα μπορούσε να λάβει χώρα οκτώ χρόνια  μετά από την υπογραφή της Συμφωνίας (και συνεπώς όχι πριν τον Σεπτέμβριο του 2003) και θα απαιτούσε πρότερη ενδελεχή προετοιμασία των νέων συνθηκών που θα προκύψουν.[5] Μια τέτοια πολιτική  θεωρήθηκε ριψοκίνδυνη και προτιμήθηκε η παραμονή σε μια συμφωνία με δομικές αδυναμίες οι πρόνοιες της οποίας, αλλά και το πνεύμα και ο σκοπός της, παραβιάζονταν συστηματικά από το έτερο συμβαλλόμενο μέρος.

Η Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2011

Η Αθήνα, παρά την μη προσφυγή στην Χάγη για την παραβατική στάση των Σκοπίων, εντούτοις υποστήριξε στο απαντητικό της Υπόμνημα, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της προσφυγής των Σκοπίων πως η ελληνική στάση στο Βουκουρέστι υπήρξε πολιτική αντίμετρων απέναντι στην πρότερη παραβατική συμπεριφορά των Σκοπίων. Ιδιαίτερα, των άρθρων 11 παρ. 1, 5 παρ. 1 (υποχρέωση διμερούς διαπραγμάτευσης), 6 παρ. 2 (παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος) και 7 (εχθρικές ενέργειες από κρατικές αρχές και ιδιώτες, η χρήση του Ήλιου της Βεργίνας, χρήση συμβόλων πολιτιστικής) της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.[6]

Η στάση του Διεθνούς Δικαστηρίου υπήρξε αρνητική σε όλες τις περιπτώσεις, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε εκ μέρους των Σκοπίων παραβατική συμπεριφορά αναφορικά με τα παραπάνω άρθρα. Αξίζει, όμως, να αναφερθεί η θέση του πρέσβη ε.τ. Αλέξανδρου Μαλλιά, ο οποίος σε μελέτη του, το έτος 2012, για την απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου επισημαίνει πως η «τεκμηρίωση των ελληνικών επιχειρημάτων και του αποδεικτικού υλικού είναι ατελής».[7] Πιο συγκεκριμένα, ο Αλ. Μαλλιάς τονίζει πως «λείπει η καταγραφή 20-30 περιπτώσεων διμερών διαβημάτων μας, σε όλα τα επίπεδα…».[8]

Η λεκτική διατύπωση σε κάποια σημεία της ίδιας της απόφασης φαίνεται να ενισχύει τους παραπάνω  ισχυρισμούς. Σχετικά με την παραβίαση ή μη του αρ. 6 παρ. 2 (παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος), το Δικαστήριο θεώρησε πως η Αθήνα δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία (no convincing evidence), όπως και στην περίπτωση του άρθρου 7, όπου η ελληνική πλευρά δεν απέδειξε ότι οι αρχές των Σκοπίων απέτυχαν να αποθαρρύνουν ενέργειες ιδιωτικών οντοτήτων που ενθαρρύνουν πράξεις βίας (…the Respondent has not demonstrated convincingly that the Applicant failed “to discourage” acts by private entities likely to incite violence..).[9] Επιπροσθέτως, δύο φορές στην απόφαση γίνεται μνεία για απουσία ή καθυστέρηση αντίδρασης εκ μέρους της Αθήνας σε ενέργειες της σκοπιανής πλευράς. Σε σχέση με τη χρήση του Ήλιου της Βεργίνας (αρ. 7 παρ. 2), το Δικαστήριο επισήμανε πως, σε αριθμό περιπτώσεων, η ελληνική πλευρά ειδοποίησε τις σκοπιανές αρχές μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου εμμέσως υποδεικνύοντας καθυστερημένη αντίδραση για περιστατικά που είχαν συμβεί πριν από τον Απρίλιο του 2008.[10] Παρομοίως, αναφορικά με την τρίτη παράγραφο του  άρθρου 7, η Απόφαση τονίζει πως δεν υπήρξε ρητή και σαφή δυσαρέσκεια εκ μέρους της Αθήνας προς την σκοπιανή πλευρά, σχετικά με  μετονομασία  αεροδρομίου, τόσο τον Δεκέμβριο του 2006 και Φεβρουάριο του 2007.[11]

Τα παραπάνω ενδεικτικά αποσπάσματα εγείρουν ερωτηματικά αναφορικά με την  επαρκή τεκμηρίωση των ελληνικών επιχειρημάτων. Παραμένει άγνωστη ποια θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου, αν τα στοιχεία τα οποία ο κ. Μαλλιάς  επισήμανε πως εξέλιπαν συμπεριλαμβάνονταν στο ελληνικό Υπόμνημα. Σε κάθε περίπτωση, η μη συμπερίληψη στοιχείων ενισχυτικών της ελληνικής θέσης σαφώς αποδυνάμωσε τους ισχυρισμούς της ελληνικής πλευράς. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ελλείψεις αυτές η αρνητική στάση του Δικαστηρίου στους ισχυρισμούς  της Αθήνας για την παραβατική στάση των Σκοπίων σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την αρνητική στάση του Δικαστηρίου σε μια πρότερη ελληνική προσφυγή.

Πέραν την επιλογής παρεμπόδισης των Σκοπίων στην Ατλαντική Συμμαχία, συνδέοντάς τη με το εκκρεμές ζήτημα του ονόματος, η τότε ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να τονίσει δημοσίως την νίκη (;) που κατήγαγε προς ενίσχυση, σε έναν βαθμό, της θέσης της στην εσωτερική πολιτική σκηνή. Σε πλείστες περιπτώσεις κυβερνητικοί αξιωματούχοι έκαναν λόγο για «άσκηση βέτο», πριν αλλά και μετά την Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου.[12] Το Διεθνές Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις δηλώσεις, αυτές στοιχειοθέτησε την παραβίαση του άρθρου 11.1. Δεν έγινε αποδεκτή η θέση της Αθήνας ότι η  έμφαση εκ μέρους της στην προηγούμενη επίλυση του ζητήματος της ονομασίας δεν συνιστούσε προϋπόθεση, αλλά παρατηρήσεις. Το Δικαστήριο απέδωσε έμφαση στην συμπεριφορά των Αθηνών στη διαδικασία λήψης της αρνητικής για τα Σκόπια απόφασης και όχι στην ομοφωνία και τη συνακόλουθη έλλειψη μηχανισμού ψηφοφορίας βάσει του οποίου θα αποδεικνυόταν εναργέστερα  η ελληνική υπαιτιότητα.[13]

Καταληκτικά Σχόλια

Η απουσία ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, ήτοι η μη προσφυγή των Αθηνών στην Χάγη για παραβίαση των όρων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας πριν από την αντίστοιχη των Σκοπίων (αλλά και η μη αποχώρησή της συνεπεία της παραπάνω παραβατικής συμπεριφοράς), προσφυγή η οποία θα μπορούσε να είχε γίνει αποδεκτή από το Διεθνές Δικαστήριο με πιο ενδελεχή και επιμελή παρουσίαση στοιχείων και γεγονότων όπως εμμέσως ισχυρίζεται ο κ. Μαλλιάς, δημιούργησε αγανάκτηση και απογοήτευση στην Αθήνα. Μια εξέλιξη η οποία κατέστησε την παρεμπόδιση εισόδου των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ (θεμιτή συμφώνως με τις διατάξεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας) μια ελκυστική πολιτική.

Όταν μια χώρα επιδιώκει να πετύχει τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής, οφείλει να λάβει υπ’ όψιν την ολότητα των παραγόντων, παραμέτρων και διαστάσεων και αναλόγως να επιλέξει την πλέον ενδεδειγμένη πολιτική. Ιδιαίτερα όταν η προαναφερόμενη επιδίωξη έρχεται σε αντίθεση με τις επιθυμίες σημαντικών χωρών. Αυτό το τελευταίο ουδόλως συνεπάγεται την υποχώρηση από πάγιες θέσεις της εξωτερικής μας πολιτικής. Σημαίνει, όμως, πως ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτιολογία εναντίωσης στις επιθυμίες σημαντικών κρατών -όταν αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον- πρέπει να γίνονται αντικείμενο ενδελεχούς ανάλυσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όφειλε η Αθήνα να είχε προσφύγει πριν από το κράτος των Σκοπίων θέτοντας στο επίκεντρο την παραβατική συμπεριφορά των Σκοπίων. Μια υποθετική καταδικαστική απόφαση εις βάρος των Σκοπίων μετά από ελληνική προσφυγή, θα είχε ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.

Κυρίως, όμως, η καταδικαστική απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2011 -συνεπεία τόσο της απόφασης να παρεμποδιστεί η είσοδος των Σκοπίων στην Βορειοατλαντική Συμμαχία με επίκληση του ονοματολογικού όσο και, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω,  ελλιπούς προετοιμασίας-  εργαλειοποιήθηκε από τμήμα του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Με σκοπό να καταδείξει ότι οι «λεονταρισμοί» κοστίζουν και ότι η συγκαταβατική (υποχωρητική στάση) συνιστά τη μόνη ασφαλή μέθοδο επίλυσης όχι μόνο στο ζήτημα ονομασίας των βορείων γειτόνων, αλλά και  στο σύνολο των διμερών ζητημάτων της χώρας. Η καταδικαστική απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2011 συνετέλεσε στη δημιουργία του κατάλληλου «εποικοδομητικού κλίματος» το οποίο -βοηθούσης της διαχρονικά προβληματικής προσέγγισης της ελληνικής Αριστεράς με την ελληνική ιστορία – οδήγησε στην πολλαπλώς επιζήμια Συμφωνία των Πρεσπών.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Απριλίου 2021.

[1] Bucharest Summit Declaration,3.4.2008. Το κείμενο διαθέσιμο εδώ, https://www.nato.int/cps/en/natolive/official_texts_8443.htm.

[2] Interim Accord (with related letters and translations of the Interim Accord in the languages of the Contracting Parties). Signed on 13 September 1993. άρθρο 11 παρ. 1. Διαθέσιμο εδώ, https://www.mfa.gr/images/docs/fyrom/interim_accord_1995.pdf. Τελευταία πρόσβαση 25.3.2021.

[3] Resolution 817 (1993), 7 April 1993. Διαθέσιμο εδώ, https://undocs.org/S/RES/817(1993).

[4] Ανεξάρτητα από το όνομα το οποίο θα χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες στο πλαίσιο ενός εκάστοτε οργανισμού, τα Σκόπια επιδίωξαν, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον ΟΗΕ, να αναγνωριστούν, διμερώς, από δεκάδες κράτη με το συνταγματικό τους όνομα, «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

[5] Βλέπε υποσημείωση 2, αρ. 23 παρ.2.

[6] APPLICATION OF THE INTERIM ACCORD OF 13 SEPTEMBER 1995 (THE FORMER YUGOSLAV REPUBLIC OF MACEDONIA v. GREECE) JUDGMENT OF 5 DECEMBER 2011, παρ. 123-120. Διαθέσιμη εδώ, https://www.icj-cij.org/public/files/case-related/142/142-20111205-JUD-01-00-EN.pdf.

[7] Μαλλιάς, Αλέξανδρος (2012). Ανάλυση της Απόφασης  του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης: Προσφυγή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κατά της Ελλάδος, σελ. 16. ΕΛΙΑΜΠΕ, Κείμενο Εργασίας Νο 25/2012. Διαθέσιμη εδώ, http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/2012/01/mallias3.pdf. Τελευταία πρόσβαση  21.2.2021

[8] Ibid., σελ. 7.

[9] Παράγραφοι 142, 147 της Απόφασης.

[10] Παράγραφος 153 της Απόφασης.

[11] Παράγραφοι 157, 158 της Απόφασης.

[12] Παράγραφοι 74-79 της Απόφασης.

[13] Παράγραφοι 70, 80-83  της Απόφασης.

Posted in Ιωάννης Σ. Λάμπρου | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από τη νίκη της Συνόδου Κορυφής του Βουκουρεστίου στην ήττα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Η Γεωπολιτική της Πολιτικής Ορθότητας

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στο Money Review στις 3 Μαρτίου 2021.

Την προηγούμενη εβδομάδα η Διεθνής Αμνηστία αφαίρεσε τον χαρακτηρισμό του «κρατούμενου συνείδησης» από τον Αλεξέι Ναβάλνι, τον Ρώσο αντικαθεστωτικό που έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση από το καθεστώς Πούτιν μετά την επιστροφή του στην Ρωσία στα μέσα Ιανουαρίου. Ο λόγος ήταν εθνικιστικές και ξενοφοβικές δηλώσεις του πριν από χρόνια τις οποίες δεν έχει αποκηρύξει. Η είδηση παρουσιάστηκε με τον αναμενόμενο ενθουσιασμό από το Κρεμλίνο, ακριβώς την στιγμή που η υπόθεση Ναβάλνι είχε δημιουργήσει νέες εντάσεις και την πιθανότητα επιβολής νέων κυρώσεων από την Δύση στην Ρωσία.

Η απόφαση της Διεθνούς Αμνηστίας αποτελεί επικοινωνιακή νίκη για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ευθύνη για αυτό όμως φέρουν και πολλά δυτικά ΜΜΕ τα οποία αναπαρήγαγαν την είδηση με τρόπο που υπονοούσε ότι η Διεθνής Αμνηστία απέσυρε την υποστήριξή της προς τον Ναβάλνι. Η Αμνηστία όμως εξακολουθεί να καταδικάζει την φυλάκιση του Ναβάλνι και να καλεί την Μόσχα να τον απελευθερώσει. Το ότι δεν χαρακτηρίζεται πια «κρατούμενος συνείδησης» ήταν αποτέλεσμα εσωτερικής διαδικασίας που δεν επηρεάζει τις θέσεις της οργάνωσης, για αυτό άλλωστε και η Αμνηστία ανακοίνωσε επίσημα την απόφασή της μόνο όταν αυτή διέρρευσε.

Το ενδιαφέρον είναι γιατί ελήφθη αυτή η απόφαση τώρα. Κανονικά τέτοια αιτήματα διαβιβάζονται από κάποιο τοπικό γραφείο της Διεθνούς Αμνηστίας προς το αρχηγείο της. Στην περίπτωση του Ναβάλνι όμως παρατηρήθηκαν παράπονα προς πολλά τοπικά γραφεία ταυτόχρονα, συχνά με email γραμμένα με πανομοιότυπο τρόπο, δημιουργώντας την εντύπωση ύπαρξης μαζικού κινήματος αμφισβήτησης του Ναβάλνι. Γνώστες των μηχανισμών προπαγάνδας του Κρεμλίνου βλέπουν δάκτυλο της Μόσχας σε αυτήν την συντονισμένη κινητικότητα, όπως φυσικά και στην διαρροή προς τα μέσα ενημέρωσης της εσωτερικής επικοινωνίας της Διεθνούς Αμνηστίας που ανακοίνωνε την αλλαγή του στάτους του.

Η εργαλειοποίηση από τη Μόσχα μιας διεθνούς οργάνωσης με δημοκρατικό και προοδευτικό πρόσημο υπενθυμίζει την ύπαρξη των πολλαπλών μοχλών πίεσης που η Ρωσία χρησιμοποιεί στις Δυτικές χώρες. Ιδιαίτερα, βλέπουμε την Ρωσία να ενεργοποιεί δίκτυα επιρροής στα αριστερά του πολιτικού φάσματος λόγω του ιδεολογικού προφίλ του Ναβάλνι. Στην πρώτη γραμμή της αντι-Ναβάλνι γραμμής στα αμερικανικά ΜΜΕ για παράδειγμα είναι ο Άαρον Ματέ, αριστερός δημοσιογράφος που για καιρό αναδείκνυε τις παλιές δηλώσεις του Ναβάλνι και πίεζε την Αμνηστία να του αφαιρέσει τον τίτλο του κρατούμενου συνείδησης.

Αυτή η μανούβρα του Κρεμλίνου από τα αριστερά πιάνει τις δυτικές δημοκρατίες μάλλον απροετοίμαστες. Από το 2016 και μετά το μεγάλο ενδιαφέρον αναλυτών, δημοσιογράφων και ερευνητών σε Ευρώπη και ΗΠΑ είχε κατευθυνθεί προς τις σχέσεις της Ρωσίας με ακροδεξιούς λαϊκιστές, την βοήθεια που, κατά πολλούς, έλαβε ο Ντόναλντ Τραμπ για να κερδίσει τις εκλογές στις ΗΠΑ, την υποδαύλιση του Μπρέξιτ κλπ. Με άλλα λόγια, την τελευταία πενταετία είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε την ρωσική επιρροή στην Δύση ως ταυτόσημη και επικαλυπτόμενη με την ακροδεξιά απειλή προς την φιλελεύθερη δημοκρατία.

Η ειρωνεία είναι ότι, όταν ο Πούτιν βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν συντηρητικό και εθνικιστή αντίπαλο με λαϊκό έρεισμα, ήταν εξαιρετικό εύκολο για αυτόν να υποσκάψει την εικόνα του Ναβάλνι στην Δύση παίζοντας με τις φοβίες που η σχέση της Ρωσίας με λαϊκιστές και εθνικιστές είχε ήδη καλλιεργήσει. Το μούδιασμα έναντι του Ναβάλνι των μεγάλων διεθνών μέσων ενημέρωσης, που τα προηγούμενα χρόνια έβλεπαν παντού ρωσικό δάκτυλο και συνωμοσίες του Πούτιν και της ακροδεξιάς, είναι ενδεικτικό των ιδεολογικών αντιφάσεων στις οποίες έχουν περιέλθει οι δυτικές δημοκρατίες και που η Ρωσία επιδέξια εκμεταλλεύεται.

Η υπόθεση Ναβάλνι όμως δείχνει πως η Μόσχα δεν περιορίζεται στις παλαιού τύπου συμμαχίες με την άκρα δεξιά και άκρα αριστερά, αλλά ξέρει να παίζει και το παιχνίδι της πολιτικής ορθότητας, της «κουλτούρας ακύρωσης» (cancel culture) και των άλλων δυσνόητων όρων που παράγουν οι αέναοι culture wars στις ΗΠΑ και εξάγονται στις άλλες Δυτικές χώρες. Η απόφαση της Διεθνούς Αμνηστίας για τον Ναβάλνι λόγω δηλώσεων που έκανε σχεδόν 20 χρόνια πριν δεν διαφέρει και πολύ άλλωστε από αντίστοιχης λογικής «ακυρώσεις» διανοούμενων, πολιτικών ή ηθοποιών για πράγματα που είπαν ή έκαναν πριν χρόνια ή δεκαετίες.

Είναι θλιβερό, επομένως, πώς η εξέλιξη του δυτικού φιλελευθερισμού σε πιο ριζοσπαστικές και ταυτοτικές κατευθύνσεις εγκαταλείπει στην μοίρα τους λόγω «ελλιπούς προοδευτικότητας» αυτούς που παλεύουν για βασικές φιλελεύθερες αξίες – δημοκρατία, κράτος δικαίου, ελευθερία έκφρασης – σε μη-δυτικές χώρες. Και, όπως μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την δεξιά δυσαρέσκεια το 2016, η Ρωσία φυσικά δεν έχει κανένα πρόβλημα να κάνει το ίδιο από τα αριστερά σήμερα.

Ενδιαφέρον για την Ελλάδα έχουν τα παραπάνω και στο ότι την ρητορική του δυτικού ταυτοτικού φιλελευθερισμού εκμεταλλεύεται και το καθεστώς Ερντογάν, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει εντείνει την προπαγάνδα του τόσο σε μουσουλμανικές χώρες όσο και την Δύση. Στην περίπτωση της Τουρκίας παρατηρούμε την οικειοποίηση όρων όπως «ισλαμοφοβία» και «ρατσισμός», που υποστηρικτές του Τούρκου προέδρου χρησιμοποιούν κατά κόρον πχ για τις πρωτοβουλίες Μακρόν για την αντιμετώπιση του ριζοσπαστικού Ισλάμ ή τις προσπάθειες της Ελλάδας να αντιμετωπίσει την παράνομη μετανάστευση.

Ήταν λογικό την τελευταία πενταετία να θεωρούν πολλοί ότι η άνοδος της λαϊκιστικής ακροδεξιάς αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ασφάλεια και την δημοκρατία στην Δύση. Το θέμα είναι όμως αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο ριζοσπαστισμός παντός τύπου δημιουργεί ευκαιρίες σε αυταρχικά μη-δυτικά καθεστώτα να υπονομεύσουν την λειτουργία της δημοκρατίας και να ενισχύσουν την γεωπολιτική θέση τους. Η υπόθεση Ναβάλνι δείχνει ότι όσο οι δυτικές κοινωνίες υποφέρουν από αξιακή και κοινωνική πόλωση, από όπου κι αν αυτή προέρχεται, θα αποτελούν εύκολο στόχο για αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Πούτιν και ο Ερντογάν.

https://www.moneyreview.gr/opinion/20725/i-geopolitiki-tis-politikis-orthotitas/

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Γεωπολιτική της Πολιτικής Ορθότητας

Η Ελλάς προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης

This gallery contains 1 photo.

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου Η σταδιακή ψύχρανση των σχέσεων της Άγκυρας με σειρά δυτικών χωρών, τα τελευταία χρόνια, οι εκπεφρασμένοι σχεδιασμοί της πρώτης για περιφερειακή ηγεμονία  και η  ερμηνεία πλείστων σχολιαστών και ακαδημαϊκών πως αυτό συνιστά το τέλος της σχέσης- … Συνέχεια

More Galleries

Γερμανική σταθερότητα, ευρωπαϊκή στασιμότητα

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στο Money Review στις 18 Ιανουαρίου 2021

Η εκλογή του πρωθυπουργού του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας Άρμιν Λάσετ στην θέση του προέδρου του κυβερνώντος κόμματος CDU στην Γερμανία δημιούργησε τα αναμενόμενα αισθήματα ανακούφισης στο ευρωπαϊκό και γερμανικό κατεστημένο και τους εκφραστές του στον διεθνή τύπο. Στην πραγματικότητα το σημαντικό σε αυτήν την εκλογή, όπως και στην προηγούμενη που είχε κερδίσει η απερχόμενη πρόεδρος του CDU Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ, δεν ήταν το ποιος θα κερδίσει αλλά το ποιος δεν θα κερδίσει. 

Και στις δυο εκλογές ο αντικειμενικός σκοπός ήταν να μην επικρατήσει ο Φρίντριχ Μερτς. Παλαιός εσωκομματικός αντίπαλος της Άγκελα Μέρκελ στα χρόνια της αντιπολίτευσης απέναντι στον Γκέρχαρντ Σρέντερ στις αρχές του 2000, ο Μερτς επανέκαμψε στην πολιτική με μια ξεκάθαρα – σχεδόν εκδικητικά – αντι-Μέρκελ δεξιά ατζέντα στην οικονομία και το μεταναστευτικό. Με τον μηχανισμό του κόμματος και την καγκελάριο απέναντί του, ο Μερτς κέρδισε απέναντι στον Λάσετ 48% των ψήφων του συνεδρίου. Με δεδομένη την ιεραρχική δομή του CDU, το ότι έφτασε ο Μερτς να παίρνει 48% σε ένα σώμα 1001 αυστηρά επιλεγμένων εκλεκτόρων αντανακλά ακόμα μεγαλύτερη επιρροή στην βάση του κόμματος. 

Η επίδοση Μερτς αποτελεί επομένως ξεκάθαρη αποδοκιμασία της κεντρώας και διαχειριστικής λογικής Μέρκελ, ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό, από μεγάλο μέρος του κόμματος. Οι αναλογίες με την νίκη Τραμπ εν μέσω του αυτάρεσκου αποχαιρετιστήριου γύρου θριάμβου του προέδρου Ομπάμα το 2016 είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσες. Το CDU είναι διχασμένο, ιδεολογικά και μεταξύ βάσης και μηχανισμού, και αυτό με την σειρά του αντανακλά ισχυρά υπόγεια ρεύματα δυσαρέσκειας στην γερμανική κοινωνία τα οποία φυσικά οι πολιτικές ελίτ επιζητούν με κάθε τρόπο να καταπιέσουν.

Αλλά ακόμα και ο Λάσετ εκφράζει μια διάθεση αλλαγής. Καθολικός και με καταγωγή από τα πάτρια εδάφη της «βαθιάς» Χριστιανοδημοκρατίας στην δυτική Γερμανία, έχει το ακριβώς αντίθετο προφίλ από την προερχόμενη από την πρώην Ανατολική Γερμανία προτεστάντισσα Μέρκελ. Οι δογματικές και γεωγραφικές διαφορές πάντα έπαιζαν ρόλο στον προσανατολισμό του CDU. Μεταξύ των ευνοημένων από την εκλογή Λάσετ είναι ο Εμμανουέλ Μακρόν, που μπορεί να βρει στον νέο πρόεδρο του CDU ένα σύμμαχο στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας «κυρίαρχης στρατηγικής Ευρώπης» με πιο κοινωνικό πρόσημο.

Η εκλογή Λάσετ είναι το πρώτο βήμα στην διαδικασία διαδοχής της Μέρκελ. Το επόμενο είναι να βρουν το CDU και το αδελφό κόμμα CSU κοινό υποψήφιο για την πρωθυπουργία στις εκλογές του φθινοπώρου. Με την νίκη του ο Λάσετ αποκτά πολλές πιθανότητες να είναι αυτός ο υποψήφιος, και πιθανότατα επόμενος καγκελάριος, αλλά δεν είναι ο μόνος διεκδικητής. Ο αρχηγός του CSU και πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ διεκδικεί το χρίσμα επίσης και, παραδόξως για πολιτικό του CSU το οποίο θεωρείται υπερβολικά συντηρητικό και επαρχιακό εκτός Βαυαρίας, είναι δημοφιλής σε όλη την χώρα. Ο Λάσετ θα αντιτείνει ότι όποτε τα δυο κόμματα κατέβηκαν με κοινό υποψήφιο από το CSU – τον Φραντς-Γιόζεφ Στράους το 1980 και τον Έντμουντ Στόιμπερ το 2002 – έχασαν τις εκλογές.

Άλλος αντίπαλος του Λάσετ ενδέχεται να είναι ο υπουργός υγείας Γενς Σπαν, ο οποίος έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό προφίλ λόγω της διαχείρισης της πανδημίας του κορωνοϊού. Ο Σπαν υποστήριξε τον Λάσετ και θα ανταμειφθεί με θέση αντιπροέδρου στο CDU, πολλοί όμως αναμένουν να κινηθεί ενάντια στον τωρινό του σύμμαχο. Η κίνηση του Σπαν να παραγγείλει επιπλέον ποσότητα εμβολίων για την Γερμανία, παρακάμπτοντας το κοινό εμβολιαστικό πρόγραμμα της ΕΕ, μπορεί να καταδικάστηκε ως μονομερής και αντι-ευρωπαϊκή ενέργεια αλλά για τον ίδιο ήταν μια προσωπική επιτυχία εν όψει ενδεχόμενης διεκδίκησης του χρίσματος.

Σε όποια περίπτωση, με τον Λάσετ, τον Ζέντερ ή τον Σπαν, η μελλοντική πορεία της γερμανικής κεντροδεξιάς δεν θα αποκλίνει από τους κανόνες του Μερκελισμού. Ο Λάσετ έχει ήπιες απόψεις για τις σχέσεις με Ρωσία και Κίνα, αντανακλώντας τα συμφέροντα της εξαγωγικής βιομηχανίας της Ρηνανίας και της δυτικής Γερμανίας. Ο Λάσετ επίσης συντάχθηκε με την Μέρκελ στο μεταναστευτικό, κάτι που ήταν και η βασική του διαφορά με τον Μερτς. Οι Ζέντερ και Σπαν είχαν επικρίνει αρχικά την καγκελάριο σε αυτό το ζήτημα, αλλά έκτοτε έχουν στρογγυλέψει τις θέσεις τους. Όλοι οι υποψήφιοι δηλώνουν φιλο-Ευρωπαίοι αλλά φυσικά με τον τρόπο που εννοεί την Ευρώπη η γερμανική κεντροδεξιά: ως όργανο προβολής των γερμανικών θέσεων διεθνώς και διαμοιρασμού του κόστους προσαρμογής στις διάφορες κρίσεις, ως ενδοχώρα της γερμανικής βιομηχανίας, και ως ανάχωμα σε εξωτερικές προκλήσεις ασφάλειας. 

Η νίκη Λάσετ ανοίγει τον δρόμο, με αυτόν ή άλλο υποψήφιο, για το σενάριο που το γερμανικό κατεστημένο έχει προετοιμάσει εδώ και χρόνια: την δημιουργία συνασπισμού με τους Πράσινους μετά τις επόμενες εκλογές, κάτι που και η Μέρκελ βλέπει θετικά και για το οποίο θα λειτουργήσει ως «προξενητής». Με τους Πράσινους στην εξουσία, το πρόσωπο της γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη θα ανανεωθεί και η στροφή σε πολιτικές που η βάση του CDU δεν ευνοεί ιδιαίτερα, όπως η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, θα ενταθεί, με τα ανάλογα οφέλη για ανερχόμενα οικονομικά συμφέροντα στην Γερμανία που επενδύουν στις νέες τεχνολογίες και τις διάφορες «μεταβάσεις» (ψηφιακή, πράσινη κλπ). 

Νίκη για την σταθερότητα στην Γερμανία επομένως, μόνο που ξέρουμε πια ότι αυτό που για την Γερμανία χαιρετίζεται ως σταθερότητα αποτελεί στασιμότητα για την υπόλοιπη Ευρώπη. Μια κατάσταση όπου διατηρούνται όλες οι συνθήκες που έχουν επιτρέψει στην Γερμανία να αντλεί κέρδη, νομιμοποίηση και γεωπολιτική ισχύ αλλά βυθίζουν το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης σε όλο και μεγαλύτερη σχέση εξάρτησης από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο Βερολίνο. 

https://www.moneyreview.gr/opinion/12891/germaniki-statherotita-eyropaiki-stasimotita/

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γερμανική σταθερότητα, ευρωπαϊκή στασιμότητα

Χάσμα Ηγεσίας-Κοινωνίας

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Αφορμή για αυτό το σύντομο σημείωμα στάθηκε ένα άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Αικατερίνης Σακελλαροπούλου στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο «Δημοκρατία, Κράτος Δικαίου και δικαιώματα».

Η κυρία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναφερόμενη στις κρίσεις του προσφυγικού, της κλιματικής αλλαγής, της τρομοκρατίας και της πανδημίας επισημαίνει μεταξύ άλλων: « Στην αλληλουχία αυτών των επάλληλων κρίσεων βρήκαν πολλοί την ευκαιρία να αμφισβητήσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία στο όνομα ενός νέου εθνοκεντρικού προστατευτισμού. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι μια παραλλαγή της αντίδρασης στην παγκοσμιοποίηση και υποκινεί την εσωστρεφή αναδίπλωσή μας στη δήθεν εθνική ασφάλεια. … Στη λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας η λαϊκή βούληση συγχέεται με τη βούληση της πλειοψηφίας ».

Ξεκινώντας από την τελευταία φράση, εφ’ όσον εξασφαλίζονται ίσοι όροι προβολής  των εκάστοτε διαφορετικών  πολιτικών, ποια εναλλακτική επιλογή υφίσταται, με πρακτικούς όρους, πέρα από την ταύτιση της λαϊκής βούλησης με τη βούληση της πλειοψηφίας; Ο σεβασμός στην μειοψηφία φτάνει μέχρι του σημείου αναίρεσης της πλειοψηφίας; Αν η  ύπαρξη ή μη πλειοψηφίας δεν  θεωρείται εξακριβωτικό στοιχείο της βούλησης της κοινωνίας τότε πως αυτή η τελευταία πιστοποιείται; Ποιος άλλος  ορίζει και με ποια κριτήρια ποια είναι η βούληση της κοινωνίας και αν η εκάστοτε πλειοψηφία είναι γνήσια και άρα αποδεκτή ή χαλκευμένη και συνεπώς μη αποδεκτή; Φοβόμαστε πως πίσω από την υποκειμενικοποίηση των κριτηρίων αυτών υποκρύπτεται η αποδομητική νοοτροπία άρνησης κάθε πλειοψηφίας ιδιαιτέρως αυτών που δεν διαθέτουν προοδευτικό πρόσημο…

Παράλληλα, αντιμετωπίζεται με σκωπτικό ύφος στο κείμενο δύο φορές ο «εθνοκεντρικός προστατευτισμός » και η «δήθεν εθνική ασφάλεια».

Η αποδοχή και εμβάθυνση των δημοκρατικών διαδικασιών δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τον «εθνοκεντρικό προστατευτισμό»· αντίθετα, η φιλελεύθερη δημοκρατία, αναπτύχθηκε χάρις σε αυτόν και μόνο εντός του δύναται να λειτουργήσει εξαιτίας της απουσίας διεθνούς μηχανισμού αναδιανεμητικής δικαιοσύνης και υπέρτατου κριτή στις διακρατικές διαφορές. Εντός του εθνοκρατικού πλαισίου και μόνο σφυρηλατείται η οργανική ενότητα  μιας κοινωνίας ομονοούντων ανθρώπων με κοινή ταυτότητα και πολιτιστική συνισταμένη. Ο εθνοκεντρισμός δεν ακυρώνει την δημοκρατία αλλά αποτελεί sine qua non προϋπόθεση ύπαρξης και λειτουργίας της.

Ασφαλώς στις περιπτώσεις των προαναφερόμενων κρίσεων μέρος της λύσης είναι και η διεθνής συνεργασία. Αλλά ο πρώτος βαθμός αντιμετώπισής τους παραμένει το έθνος-κράτος. Η διεθνής συνεργασία υφίσταται στον βαθμό που τα έθνη κράτη την επιτρέπουν. Ο ευρωσκεπτικισμός,  αποτελεί την θεμιτή αντίδραση των ευρωπαϊκών κοινωνιών στις καθολικά αναγνωρισμένες δυσλειτουργίες του ευρωενωσιακού εγχειρήματος. Η διαδικασία δε της παγκοσμιοποίησης συχνά προσεγγίζεται διαστρεβλωτικά  με σωτηριολογικούς όρους καθώς η εθνοκρατική οντότητα δεν αποτελεί πρόσκομμα στην παγκόσμια ευημερία και ασφάλεια αλλά προϋπόθεση αυτών.

Ιδιαίτερα, σε περιπτώσεις έξωθεν απειλών η χώρα μας έχει πικρή εμπειρία ώστε η εσωστρεφής αναδίπλωση στην εθνική ασφάλεια να αποτελεί όντως την μόνη εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας της.

Θα ανέμενε κανείς πως μετά από αρκετές δεκαετίες ή και αιώνες ακόμα συνεχών διαψεύσεων από εταίρους και συμμάχους,  επανειλημμένης απραξίας του διεθνούς δικαίου ως μέσο επίλυσης διακρατικών διαφορών και συνάμα υπαρκτών απειλών εξ΄ανατολών η ηγεσία της χώρας, μακριά από  εμμονές και φιλάρεσκη φιλοτέχνηση  προοδευτικού προφίλ, θα στρεφόταν εθνοκεντρικά και θα επεδίωκε  φανατικά την  απόκτηση αυτοδύναμης εθνοκρατικής ισχύος.

Το εθνοκεντρικό πλαίσιο δεν αποτελεί μόνο εγγύηση του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης της ελλαδικής πολιτείας μέσα σε ένα άναρχο διακρατικό περιβάλλον  όπου «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται».

Περισσότερος εθνοκεντρισμός  λοιπόν. Συνειδητά και αταλάντευτα. Τούτο συνιστά προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 9.1.2021 στην εφημερίδα Δημοκρατία.

Posted in Ιωάννης Σ. Λάμπρου, Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χάσμα Ηγεσίας-Κοινωνίας

Ευρωατλαντικά Ρήγματα

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 8 Ιανουαρίου 2021.

Οι ευρωατλαντικές σχέσεις ζουν την πρώτη κρίση της εποχής Μπάιντεν προτού καν ο επόμενος Αμερικάνος πρόεδρος ορκιστεί. Ο λόγος είναι η επενδυτική συνθήκη που η Ευρωπαϊκή Ένωση έσπευσε να υπογράψει με την Κίνα λίγες ημέρες πριν εκπνεύσει το 2020 και μερικές μόλις εβδομάδες από όταν οι Βρυξέλλες καλούσαν τον νικητή των Αμερικανικών εκλογών σε μια νέα συνεργασία μετά την ταραχώδη περίοδο Τραμπ. Οι αντιδράσεις στις ΗΠΑ υπήρξαν εντονότατες.

Από την Ουάσιγκτον επισημαίνεται η σπουδή της ΕΕ να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις πριν αναλάβει ο Τζο Μπάιντεν, εκθέτοντας έτσι τον νέο πρόεδρο που είχε κάνει την βελτίωση των σχέσεων με τους συμμάχους των ΗΠΑ μια από τις «σημαίες» της προεκλογικής του εκστρατείας ενάντια στον Τραμπ. Εμμέσως η ΕΕ κατηγορείται ότι δικαιώνει τον απερχόμενο πρόεδρο που πάντα έβλεπε την Ευρώπη ως αναξιόπιστο σύμμαχο. Η συνθήκη ΕΕ-Κίνας, αφήνεται να εννοηθεί με απειλητικό τόνο, δημιουργεί μια καλή δικαιολογία για τον Μπάιντεν να καθυστερήσει την ακύρωση των εμπορικών μέτρων του Τραμπ κατά της ΕΕ. Τέλος, στελέχη της επόμενης αμερικανικής κυβέρνησης εγκαλούν την ΕΕ για το ότι δεν πίεσε το Πεκίνο σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως το Χονγκ Κονγκ ή οι διώξεις των Ουιγούρων.

Η ΕΕ ανταπαντά ότι η συνθήκη περιλαμβάνει πολύ πιο ισχυρές ρήτρες για τα ανθρώπινα δικαιώματα από ανάλογες συμφωνίες που έχει υπογράψει η Κίνα. Υπενθυμίζει επίσης ότι με αυτήν την συμφωνία απλά αποκτά τους ίδιους όρους πρόσβασης στην κινεζική αγορά με αυτούς που συμφώνησαν οι ΗΠΑ με το Πεκίνο στην αρχή του 2020 στην ενδιάμεση συνθήκη που είχε υπογράψει ο Τραμπ. Τέλος, οι Βρυξέλλες στέλνουν το μήνυμα ότι ο στόχος της «στρατηγικής αυτονομίας» δεν ήταν κενού περιεχομένου ρητορική ή μια αντίδραση στην προεδρία Τραμπ, αλλά μια νέα σταθερή αρχή της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Οι ΗΠΑ πρέπει να μάθουν, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου, να συνυπάρχουν με μια ΕΕ που θα υποστηρίζει τα συμφέροντά της στην διεθνή σκηνή, ιδιαίτερα σε οικονομικούς ζητήματα.

Κάπως έτσι, ο Μπάιντεν βρίσκεται με το «καλημέρα» αναγκασμένος να αποδείξει ότι το συναινετικό του στυλ είναι αποτελεσματικότερο από την επιθετικότητα του Τραμπ για να βρουν οι ΗΠΑ διεθνή στηρίγματα κατά της Κίνας. Αλλά και η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με τα δικά της ερωτήματα. Η συμφωνία με την Κίνα είναι ξεκάθαρα αποτέλεσμα γερμανικών πιέσεων και ιδιαίτερα της Άγκελα Μέρκελ, η οποία για άλλη μια φορά χρησιμοποίησε την ΕΕ για να προωθήσει γερμανικά οικονομικά συμφέροντα. Από κοντά και η Γαλλία, με τον Μακρόν να παρευρίσκεται μαζί με την Μέρκελ (που ασκούσε την προεδρία της ΕΕ) στην διαδικτυακή τελετή υπογραφής με τον Σι Τζινπίνγκ. Ήδη ακούγονται παράπονα σε Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία ότι παραγκωνίστηκαν από Βερολίνο και Παρίσι, όπως και ότι η ΕΕ κινήθηκε βιαστικά χωρίς να λάβει υπόψη της τις αμερικανικές αντιρρήσεις. Αντί να σφυρηλατεί την ενότητα, η «στρατηγική αυτονομία» φαίνεται να λειτουργεί ως πηγή νέων διαιρέσεων μέσα στην ΕΕ. 

Αυτό το επεισόδιο αποδεικνύει ότι οι ελπίδες ότι με την αποχώρηση Τραμπ θα επανερχόταν η κανονικότητα στις διατλαντικές σχέσεις ήταν εξαρχής αβάσιμες. Φαίνεται πια ξεκάθαρα ότι οι εντάσεις μεταξύ Ευρώπης-ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια δεν οφείλονταν στον Τραμπ αλλά αντανακλούσαν βαθιές διαφορές στο πώς οι δυο πλευρές βλέπουν την Κίνα. Παρά το ανορθόδοξο στυλ του, ο απερχόμενος πρόεδρος τουλάχιστον είχε καταφέρει, μέσα από απειλές και πιέσεις, να δημιουργήσει ένα μέτωπο κατά της Κίνας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, ενώ ο απρόβλεπτος χαρακτήρας του λειτουργούσε συγκολλητικά για την ΕΕ. Υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο η ήττα του Τραμπ τελικά να αποδειχθεί όχι η απαρχή ενός νέου ευρωατλαντικού ειδυλλίου, όπως πολλοί πίστευαν και διατείνονταν, αλλά επιταχυντής κεντρόφυγων τάσεων τόσο στις σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ. 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ευρωατλαντικά Ρήγματα

Η Πραγματική Κρίση στις ΗΠΑ

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στο Money Review στις 8 Ιανουαρίου 2021.

H εικόνα απόλυτης κρίσης της αμερικανικής δημοκρατίας, με τις απίστευτες εικόνες στο Κογκρέσο, δημιουργεί ερωτήματα για την πολιτική σταθερότητα στις ΗΠΑ και αναθερμαίνει την συζήτηση για το μέλλον του συστήματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας παγκοσμίως. Αν η «σπουδαιότερη δημοκρατία στον κόσμο» βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, ποιες είναι οι προοπτικές και για τα άλλα δημοκρατικά συστήματα της Δύσης;

Ο Τραμπ για πολλούς ενσαρκώνει τον βασικότερο κίνδυνο που μπορεί να αντιμετωπίσει μια δημοκρατία: την αμφισβήτηση των άγραφων κανόνων συναίνεσης και πίστης στους θεσμούς. Με βάση την κυρίαρχη οπτική, o Τραμπ θεωρείται μια επικίνδυνη παρέκκλιση από ένα σύστημα που για αιώνες λειτουργούσε στην βάση λεπτών συμβιβασμών μεταξύ θεσμών και λαϊκής βούλησης, και μεταξύ πολιτικών αντίπαλων που έβαζαν την λειτουργία της δημοκρατίας πάνω από το πολιτικό τους κέρδος.  

Σε αυτήν την κυρίαρχη οπτική όμως θα είχε ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε μια άλλη, πιο κριτική ματιά, σύμφωνα με την οποία η αμερικανική δημοκρατία ήταν ένα σύστημα εξ αρχής ολιγαρχικό που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του λειτουργούσε με τρόπο εξαιρετικά προβληματικό για τα δημοκρατικά πρότυπα που υποτίθεται ότι πρέσβευε. Επομένως, δεν είναι ο Τραμπ το εξάμβλωμα, αλλά αυτό που παρουσιάζεται ως η «χρυσή εποχή» της μετριοπάθειας και της συναίνεσης πριν από αυτόν η εξαίρεση στην αμερικανική ιστορία.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διεξαγωγή εκλογών. Αν κάποιος διαβάσει πώς διενεργούνταν και κερδίζονταν εκλογές τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα σε εθνικό και τοπικό επίπεδο στις ΗΠΑ, με εκτεταμένη χρήση βίας, νοθείας και διαφθοράς, θα αρχίσει να αμφιβάλει σοβαρά για την αντιπροσωπευτικότητα και νομιμότητα της αμερικανικής δημοκρατίας διαχρονικά – για να μην θυμηθούμε τις παρατυπίες που συνόδευαν ακόμα και πρόσφατες σχετικά αναμετρήσεις όπως οι προεδρικές εκλογές του 1960 και 2000. 

Ακόμα και με τέτοιες παρατυπίες όμως, η αμερικανική πολιτική τάξη πάντα είχε συμφέρον να αναπαράγει το σύστημα γιατί η πρόσβαση στην εξουσία ήταν εκ των πραγμάτων το προνόμιο μιας μικρής ελίτ. Παρά τον μύθο του «αμερικανικού ονείρου» και την απουσία φεουδαρχικής αριστοκρατίας ευρωπαϊκού τύπου, η πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ισχύς στις ΗΠΑ ήταν για αιώνες το προνόμιο των μελών του κατεστημένου των βορειοανατολικών πολιτειών, με καταγωγή οι περισσότεροι από τους πρώτους μετανάστες από την Βρετανία και την Ολλανδία. Από αυτήν την κάστα των WASP (White Anglo-Saxon Protestants) προέρχονταν σχεδόν όλοι οι πρόεδροι μέχρι πρόσφατα. 

Οι ΗΠΑ για χρόνια ήταν μια «πολυεθνική, πολυφυλετική» δημοκρατία μόνο κατ’ όνομα. Υπό μια έννοια έγιναν πραγματική πολυεθνική δημοκρατία μόλις την δεκαετία του 1930, με την κινητοποίηση της Καθολικής εργατικής τάξης, που προέκυψε από την μετανάστευση στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα από την Ιταλία, την Ιρλανδία και την Πολωνία, στην συμμαχία του New Deal του Δημοκρατικού Κόμματος. Όπως είδαμε τον τελευταίο χρόνο, ο πολυφυλετικός χαρακτήρας της αμερικανικής δημοκρατίας από την άλλη παραμένει ακόμα ζητούμενο.

Ένας άλλος παράγοντας για την ομαλή αναπαραγωγή της αμερικανικής δημοκρατίας ήταν γεωπολιτικός, και πιο συγκεκριμένα η ηγεμονία των ΗΠΑ πρώτα στο πλαίσιο της διπολικότητας του Ψυχρού Πολέμου και μετά της μονοπολικότητας της μεταψυχροπολεμικής εποχής. Η πίεση από την Σοβιετική Ένωση ανάγκασε τις αμερικανικές ελίτ να συμβιβάζουν τις διαφορές τους στο όνομα της εθνικής ασφάλειας και να αναγνωρίσουν την ανάγκη πιο ισότιμης διάχυσης του πλούτου. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκόσμια στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία των ΗΠΑ επέτρεψε την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη, αν και με πιο άνισο τρόπο.

Με βάση αυτήν την ανάγνωση, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα απέκτησε το κύρος και την αίγλη με το οποίο είχαμε μάθει να το αντιμετωπίζουμε μόλις στην διάρκεια του 20ου αιώνα και μόνο χάρη στην επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ λαϊκών αιτημάτων και αναπαραγωγής των παραδοσιακών ελίτ στο εσωτερικό, σε συνδυασμό με την γεωπολιτική κυριαρχία στο εξωτερικό. Ο Τραμπ σήμερα, όπως και ο Ομπάμα πριν από αυτόν, έδειξαν ότι αυτό το σύστημα πλέον  υφίσταται ισχυρότατες πιέσεις. Στο εσωτερικό έχουν αναδυθεί ισχυρά και συχνά αντικρουόμενα αιτήματα οικονομικής, ταυτοτικής και διαγενεακής φύσης που το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να ικανοποιήσει. Την ίδια στιγμή, το κόστος διατήρησης της διεθνούς τάξης – ελεύθερο εμπόριο, στρατιωτικές εγγυήσεις προς συμμάχους – γίνεται όλο και πιο δυσβάστακτο. 

Αυτός ο συνδυασμός εσωτερικής λαϊκής δυσαρέσκειας και διεθνούς υποχώρησης επαναφέρει την αμερικανική δημοκρατία στην κατάσταση που βρισκόταν τον 19ο αιώνα, όταν υπήρχαν πολλά από τα στοιχεία που παρατηρούμε και σήμερα: κομματικοποιημένος τύπος και θεσμοί, νοθευμένες εκλογές, φυλετικές ταραχές, χρήση πολιτικής βίας. Η συναινετική δημοκρατία των Ρούζβελτ και των Κένεντι, των Μπους και των Κλίντον, ήταν μια πρόσκαιρη ουτοπία και  αποτέλεσμα ιστορικών συγκυριών, με  τον Τραμπ να ξαναπροσδίδει στην αμερικανική δημοκρατία τον άναρχο, πολωτικό και ριζοσπαστικό χαρακτήρα που την χαρακτήριζε εξαρχής.

Τα παραπάνω ακούγονται απαισιόδοξα για τις ΗΠΑ, όχι όμως απαραίτητα για την φιλελεύθερη δημοκρατία γενικά. Έτσι κι αλλιώς, στον κόσμο δεν υπάρχει μια «φιλελεύθερη δημοκρατία» (στον ενικό) αλλά πολλές «φιλελεύθερες δημοκρατίες» (στον πληθυντικό), η κάθε μια προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών εξελίξεων και συμβιβασμών σε εθνικό επίπεδο. Η κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας είναι η κρίση μιας πολυεθνικής χώρας ηπειρωτικού μεγέθους και 330 εκατομμυρίων κατοίκων που διατρέχεται από μεγάλες γεωγραφικές, οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και διαφορές. Οι προκλήσεις που μια τέτοια χώρα έχει να αντιμετωπίσει δεν είναι ίδιες με αυτές της Γερμανίας, της Ελλάδας ή της Νότιας Κορέας.

Η κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας σήμερα δεν είναι κρίση της δημοκρατίας γενικά. Είναι αντίθετα μια υπενθύμιση του πόσο δύσκολο είναι να λειτουργήσει η δημοκρατία σε συνθήκες ακραίας κοινωνικής, ιδεολογικής και αξιακής ετερογένειας. Σε αντίθεση με το αισιόδοξο φιλελεύθερο αφήγημα στις ΗΠΑ που λέει ότι ένα σοφά σχεδιασμένο θεσμικό σύστημα είναι αρκετό για την λειτουργία μιας δημοκρατίας ανεξάρτητα από κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες, η εμπειρία των ευρωπαϊκών κρατών μεσαίου και μικρού μεγέθους δείχνει ότι ένα ελάχιστο εθνικής και κοινωνικής συνοχής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την λειτουργία της δημοκρατίας καθώς και προοδευτικών μέτρων όπως το κράτος πρόνοιας.

Θα ήταν μεγάλο λάθος επομένως να θεωρήσουμε ότι η πραγματική κρίση στις ΗΠΑ σήμερα είναι ο Τραμπ και ότι αφορά την λειτουργία των θεσμών και όχι κάτι βαθύτερο στην αμερικανική κοινωνία. Θα ήταν επίσης λάθος για μικρότερες και πιο ομοιογενείς δημοκρατίες να θεωρήσουν ότι έχουν να επιλύσουν τα ίδια προβλήματα με αυτά που αντιμετωπίζει η Αμερική. Σε εποχές δημογραφικών αλλαγών, αυξανόμενης ανισότητας και πιέσεων για μεταφορά μέρους της δημοκρατικής λειτουργίας από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικούς θεσμούς, η πραγματική πρόκληση είναι να μην αναπτυχθούν και στην Ευρώπη οι συνθήκες ακραίου κοινωνικού κατακερματισμού σε ηπειρωτική κλίμακα που έχουν οδηγήσει τις ΗΠΑ στο σημερινό αδιέξοδο. 

https://www.moneyreview.gr/world/11055/i-pragmatiki-krisi-stis-ipa/

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Πραγματική Κρίση στις ΗΠΑ

Ο Ερντογάν της Μυθοπλασίας και της Πραγματικότητας

Η πρόσφατη είδηση ότι ο Ταγίπ Ερντογάν απηύθυνε μήνυμα στο συνέδριο του τουρκικού κόμματος της Βουλγαρίας αποτελεί ακόμα μια υπενθύμιση μιας διαδικασίας που στην Ελλάδα επιμένουμε να αγνοούμε: ότι ο Τούρκος πρόεδρος εδώ και χρόνια, με υπομονή και διορατική οξυδέρκεια, κατασκευάζει την εικόνα του οικουμενικού ηγέτη με όπλο, όχι το κοντόφθαλμο εθνικιστικό ιδεολόγημα της «φυλής», αλλά την ευρύτερη θρησκευτική αντίληψη περί «παγκόσμιου Ισλάμ».

 Όσο στην Ελλάδα και την Ευρώπη βλέπουμε έναν «εκβιαστή» της Γηραιάς Ηπείρου, ο Τούρκος ηγέτης απλώνει την επιρροή του σε περισσότερες των τριών ηπείρων, συχνά χωρίς την παραμικρή χρήση βίας ή απειλής. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Σομαλίας, χώρας που ουσιαστικά σώθηκε από την ολοκληρωτική οικονομική καθίζηση χάρη στον Τούρκο πρόεδρο, με αντάλλαγμα, επί του παρόντος τουλάχιστον, την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης χάρη στις χιλιάδες Σομαλούς επίδοξους μετανάστες που η Τουρκία χρησιμοποιεί ως όργανο γεωπολιτικής επιρροής. Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε τη διείσδυση της Τουρκίας, με όρους πολιτικούς, οικονομικούς ή ιδεολογικούς, και στα εγγύς Βαλκάνια (Βουλγαρία, Β. Μακεδονία, Αλβανία), τη Γερμανία, τις ΗΠΑ (βλ. το παράδειγμα της πολιτικού του Δημοκρατικού Κόμματος Ιλχάν Ομάρ), ακόμα και στην Αιθιοπία, όπου το Ορθόδοξο στοιχείο αποτελεί την κυρίαρχη θρησκεία, με ποσοστό που αγγίζει το 45%. 

Προφανώς, το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι γιατί ο Ερντογάν κινείται κατ’ αυτό τον τρόπο, αλλά τι κάνει η Ελλάδα από τη μεριά της για να αντισταθμίσει τις προαναφερθείσες κινήσεις. Βολεύει πράγματι να βαυκαλιζόμαστε με ελπίδες που έχουμε εναποθέσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, λες και αυτοί οι θεσμοί σε όποια διαφορά μας με την Τουρκία αυτονόητα θα υιοθετήσουν στάση θετική για τα συμφέροντά μας; Από την άλλη μεριά, διερωτάται κανείς τι μας εμποδίζει να κτίσουμε σταθερές γέφυρες επικοινωνίας με χώρες όπως η Αιθιοπία, είτε επενδύοντας, είτε αναβαθμίζοντας δεσμούς θρησκευτικούς ή ιστορικούς που (θα έπρεπε να) μας ενώνουν. Περαιτέρω, γιατί η πολιτική μας τάξη δεν επιβάλλει την παρουσία της στις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης με ακόμα δυναμικότερο τρόπο αντί να τις υβρίζει, όπως είχε κάνει ο κ. Κοτζιάς την περίοδο των Πρεσπών απέναντι σε Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία στον οποίο είχε απευθύνει εξωφρενικούς χαρακτηρισμούς («χουντικός», «φασίστας»). Τελικά, η Ελλάδα θέλει να κατασκευάζει, όπως ο Ερντογάν, να γκρεμίζει, ή να επεμβαίνουν οι άλλοι για λογαριασμό της; 

Φυσικά η Τουρκία δεν αποτελεί πρότυπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, αποτελεί μέγα σφάλμα η εμμονή της Ελλάδας στην επικείμενη (πότε τάχα;) οικονομική κατάρρευση της γείτονος, ευχόμενη πως κάτι τέτοιο θα λύσει ως διά μαγείας το μεγάλο διεθνές της πρόβλημα, την στιγμή που πίσω από κάθε πέτρα που συνορεύει μαζί μας (Βουλγαρία, Β. Μακεδονία, Αλβανία) υπάρχει δάκτυλος Ερντογάν. Το πρόβλημα που αναδύεται είναι εν πολλοίς ιστορικό: Ο Ερντογάν εμπορεύεται «προνεωτερικότητα», δηλαδή θρησκεία, ενώ η Ελλάδα «νεωτερικότητα», δηλαδή έθνος, φυλή και αίμα. Η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον της πρόκλησης να κατασταλάξει ταυτοτικά, και αφού το πράξει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητητα στην εξαγωγή του πολιτισμικού και ιδεολογικού της προϊόντος – αυτή η γεωπολιτική πτυχή παρεμπιπτόντως απουσιάζει πλήρως από τις προτεινόμενες επετειακές εκδηλώσεις για το 2021. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει επ’ ουδενί να κατασπαταλήσουμε τον διαθέσιμο χρόνο, διότι η Τουρκία, σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν περιμένει. 

 Κ.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο Ερντογάν της Μυθοπλασίας και της Πραγματικότητας

Το Μακεδονικό, ο Ν. Κοτζιάς και η ανάσχεση της λογικής

Η πρόσφατη παρέμβαση του Νίκου Κοτζιά με αφορμή το βέτο που άσκησε η Βουλγαρία στην ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ αποτελεί ένα μνημείο αλλεπάλληλων αντιφάσεων και παραβάσεων της απλής συλλογιστικής. Αν ο κ. Κοτζιάς ήταν ο οποιοσδήποτε ιδιώτης που απλά εκφράζει την άποψή του πάνω στις εθνικά προσδιορισμένες ζυμώσεις της νότιας Βαλκανικής, ίσως το εν λόγω κείμενο αντιμετωπιζόταν απλά με θυμηδία. η θητεία του ως Υπουργού Εξωτερικών όμως και, κυρίως, ο ρόλος του ως εμπνευστή της ατημέλητης Συμφωνίας των Πρεσπών καθιστά το νέο του κείμενο ξεκάθαρα προκλητικό.

Στην εμφανή προσπάθειά του να στοχεύσει την «ακροδεξιά» της Βουλγαρίας αλλά και τη δαμόκλειο σπάθη της Τουρκίας, δίχως όμως και να θίξει τον πατριωτισμό των Ελλήνων, ο εμβριθής κ. Κοτζιάς χρησιμοποιεί τον όρο «Σλαβομακεδόνες» για να χαρακτηρίσει τους Σλάβους της Βόρειας Μακεδονίας. Διερωτάται κανείς τότε γιατί η Συμφωνία των Πρεσπών μιλά για «Μακεδόνες» ή για «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας», εννοώντας τους, κατά Κοτζιά, «Σλαβομακεδόνες». Αν ο ίδιος ο συγγραφέας της Συμφωνίας δεν έχει το δημόσιο θάρρος να χρησιμοποιήσει τους όρους που ο ίδιος, όχι μόνο αποδέχτηκε, αλλά και οραματίστηκε – γιατί ας μην αυταπατώμεθα, η Ελλάδα στις Πρέσπες υπέγραψε την ύπαρξη σκέτων «Μακεδόνων» – δεν αποτελεί αυτό άμεση παραδοχή ανεκδιήγητου ιστορικού ατοπήματος και απαράδεκτης προχειρότητας με την οποία λύθηκε ένα εθνικό θέμα μείζονος σημασίας; 

Ανάλογη θυμηδία προκαλεί η αποστροφή του κ. Κοτζιά περί «πολυεθνικής Ισπανίας», την οποία προφανώς χρησιμοποιεί ως παράδειγμα αρμονικής εθνοτικής συνύπαρξης. Αν αναλογιστούμε την πράγματι…αγαστή συνύπαρξη Καταλανών (σήμερα) και Βάσκων (στο παρελθόν) με το ισπανικό κράτος, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τον κύριο υπουργό ότι τέτοια περίοδο ειρήνης και νηνεμίας δεν έχει ξαναδεί ο πλανήτης. Κάνοντας αναφορά στην Ισπανία άλλωστε, ο κ. Κοτζιάς δηλώνει ότι θαυμάζει την «πολυεθνική» Βόρεια Μακεδονία, όπου συνυπάρχουν Σλάβοι, Αλβανοί και Βλάχοι. Θεωρεί άρα πως σε τέτοιο στέρεο οικοδόμημα, ενσάρκωση της μεταμοντέρνας πολυπολιτισμικότητας, οι ακροδεξιές (ό,τι και αν σημαίνει αυτός ο καταχρηστικά χρησιμοποιούμενος όρος) αντιλήψεις δεν έχουν θέση. 

Ο κύριος υπουργός και καθηγητής όμως λησμόνησε να μας εξηγήσει γιατί έσπευσε να κατοχυρώσει τον «μακεδονικό» (παραδόξως, όχι «σλαβομακεδονικό») εθνικό προσδιορισμό στη γλώσσα και την εθνότητα των γειτόνων μας που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του αυτοπροσδιοριστικού αφηγήματος του σλαβικού στοιχείου της Βόρειας Μακεδονίας. Γιατί άραγε αδίκησε η Συμφωνία τους Αλβανούς και τους Βλάχους οι οποίοι βλέπουν την δική τους ταυτότητα να απουσιάζει από το όνομα του κράτους και τον αυτοπροσδιορισμό της κυρίαρχης εθνοτικής κοινότητας; Πού είναι οι αναφορές στην Αλβανία ή την «Βλαχία» στο όνομα της Βόρειας «Μακεδονίας», της οποίας η πλειοψηφία αφέθηκε ελεύθερη να μονοπωλεί τον χαρακτηρισμό «Μακεδόνες»; Αν ο κ. Κοτζιάς προσέβλεπε στην ενίσχυση του πολυεθνικού χαρακτήρα του κράτους των Σκοπίων, πώς συναίνεσε σε μία λύση που επέτεινε την ταύτιση μεταξύ κράτους και κυρίαρχης εθνότητας εις βάρος των εκεί μειονοτήτων, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσε τις βουλγαρικές φοβίες απέναντι σε προβλήματα που σχετίζονται με δικές τους μειονότητες; Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι θέλει πραγματικά ταλέντο για να συναφθεί μία συμφωνία με τόσες ταυτόχρονες «επιτυχίες». 

Κλείνοντας, ας προσέξουμε την επιδέξια συναισθηματικά φορτισμένη αναφορά του κ. Κοτζιά στους Έλληνες Μακεδονομάχους στο τέλος. Η οποία βέβαια ξενίζει την ώρα που ο κύριος υπουργός και καθηγητής μας θυμίζει πως «το “Μακεδονικό” ξεκίνησε ως μια ενδοσλαβική διαμάχη», εμμέσως χαρακτηρίζοντας την ελληνική εμπλοκή τότε (επομένως και τώρα;) περίπου περιττή και αχρείαστη. Πού να φανταζόταν βέβαια η «ενδοσλαβική διαμάχη» την καλή της τύχη να επιλυθεί τελικά από μια προσωπικότητα του…διαμετρήματος του κ. Κοτζιά.

Κ.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το Μακεδονικό, ο Ν. Κοτζιάς και η ανάσχεση της λογικής

Η Γαλλία στο Στόχαστρο

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 19/11/2020

Ο Τρέβορ Νόα είναι Νοτιοαφρικάνος κωμικός που παρουσιάζει ένα από τα δημοφιλέστερα πολιτικά-κωμικά σόου στην Αμερική. Προερχόμενος από μία χώρα με το γνωστό ρατσιστικό παρελθόν και εργαζόμενος σε άλλη με τα δικά της προβλήματα ρατσισμού, προκάλεσε ένα μίνι-διπλωματικό επεισόδιο το 2018 όταν είπε ότι η εθνική Γαλλίας που είχε κερδίσει το ποδοσφαιρικό Μουντιάλ, ήταν στην πραγματικότητα «εθνική Αφρικής». Ο Γάλλος πρέσβης στις ΗΠΑ του απάντησε ότι στην Γαλλία οι Γάλλοι πολίτες δεν χρειάζονται επιθετικούς προσδιορισμούς όπως στην Αμερική. Τον Νόα δεν τον πτόησε ούτε το γεγονός ότι οι ίδιοι οι παίκτες ξεκαθάρισαν πως είναι και αισθάνονται Γάλλοι και επανήλθε υποστηρίζοντας ότι μη-αναγνώριση της αφρικανικής ταυτότητάς τους αποτελεί ούτε λίγο ούτε πολύ συγκεκαλυμμένο ρατσισμό.

Αυτό το περιστατικό το θυμηθήκαμε παρακολουθώντας τον τρόπο κάλυψης των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων στην Γαλλία από τον αγγλόφωνο, και ιδιαίτερα  τον αμερικάνικο, κεντροαριστερό-φιλελεύθερο (αυτό που στην αμερικανική πολιτική διάλεκτο αποκαλείται liberal) τύπο. Πέραν της δικαιολογημένης προσπάθειας να μην παρουσιαστούν τα γεγονότα της Γαλλίας ως γενικευμένη «σύγκρουση πολιτισμών», παρατηρούμε την διαρκώς αναπτυσσόμενη αμφισβήτηση του γαλλικού ρεπουμπλικανικού μοντέλου ως πηγής, και άρα έμμεσης δικαιολόγησης, του μίσους που αισθάνονται κάποιοι Μουσουλμάνοι προς το γαλλικό κράτος. Το επιχείρημα που ακούγεται είναι ότι το γαλλικό μοντέλο αυστηρής κοσμικότητας (laicité) δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους Μουσουλμάνους που ζουν στην Γαλλία, θέτοντάς τους προ του διλήμματος ν’ απαρνηθούν ή όχι την θρησκεία τους, προκειμένου να αποτελέσουν μέλη της πολιτικής κοινότητας. Υπονοείται έτσι ότι το γαλλικό μοντέλο, αντί να βασίζεται, όπως ισχυρίζεται,  σε οικουμενικές αξίες, στην πραγματικότητα καταπιέζει και αποκλείει.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο Μακρόν έχει ανοίξει ταυτόχρονα δύο μέτωπα: όχι μόνο με τον ακραίο τζιχαντισμό, αλλά και με εκείνους στην Δύση που θεωρούν τον δεξιό λαϊκισμό και την αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα ως τις κύριες απειλές. Το παράδοξο έγκειται στο ότι αυτή η κριτική, που αναπτύσσεται από τα αριστερά, εμφανίζεται πλέον, σε αντίθεση με το παρελθόν, επικριτική προς τις αξίες του Διαφωτισμού, τις οποίες το γαλλικό κράτος ιστορικά πρεσβεύει. Όπως και το περιστατικό με την αφρικανική καταγωγή των Γάλλων ποδοσφαιριστών, πρόκειται για μία προβολή, αν όχι επιβολή, των όρων της εσωτερικής αμερικανικής συζήτησης στην γαλλική πραγματικότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ισότιμη συμμετοχή στο πολιτικό «έθνος», ανεξάρτητα από εθνοτικά ή θρησκευτικά χαρακτηριστικά, και η περιφρούρηση του ουδέτερου χαρακτήρα του κράτους ξαφνικά αποκαλούνται «ρατσισμός» και «νέο-αποικιοκρατία». Η εν λόγω στάση εξηγεί την δυσθυμία εκ μέρους της Γαλλίας για την χλιαρή διεθνή αντίδραση απέναντι στις τελευταίες επιθέσεις.   

Κλείνουμε με μία εκτίμηση για την επίπτωση της νέας έξαρσης της αντιπαλότητας Δύσης-Ισλαμισμού στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Την παρούσα συγκυρία έχει σπεύσει να εκμεταλλευθεί ο Ερντογάν, παίζοντας τον ρόλο του αυτόκλητου ηγέτη των Μουσουλμάνων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος υιοθετεί μεγάλο μέρος από την αγγλοσαξονικής έμπνευσης ρητορική της νέας αριστεράς περί «ρατσισμού» και «Ισλαμοφοβίας», η οποία ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή στο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ. Καθώς η Ελλάδα φαίνεται να έχει επενδύσει στην νίκη Μπάιντεν ενόψει νέων αντιπαραθέσεων με την Τουρκία, θα πρέπει να αναμένουμε από τον Τούρκο πρόεδρο να εντείνει την ψευδό-προοδευτική ρητορική του, προκειμένου να εκβιάσει μια επιεικέστερη στάση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Γαλλία στο Στόχαστρο

Μακρόν, Κοσμικότητα και Ισλάμ: Κάποιες Σκέψεις

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα δυναμική στον διεθνή διάλογο γύρω από τις πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Μακρόν να τιθασεύσει το ριζοσπαστικό Ισλάμ στην χώρα του. Ο Μακρόν είχε παρουσιαστεί την στιγμή της εκλογής του το 2017 ως αντίβαρο στον δεξιό λαϊκισμό, μέλος ενός άτυπου «φιλελεύθερου» συνασπισμού μαζί με τους Μέρκελ, Τρυντό και Ομπάμα. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η πολιτική του Μακρόν έχει πάρει μια φαινομενικά αναπάντεχη τροχιά και προκαλεί συζητήσεις μεταξύ των μέχρι πρότινος υποστηρικτών του.

Αυτή η αλλαγή παρατηρείται στον κατεστημένο σοσιαλ-φιλελεύθερο (liberal) τύπο των ΗΠΑ, όπου ιδιαίτερα τα τελευταία τέσσερα χρόνια η συζήτηση για το Ισλάμ αντανακλά αντιλήψεις και στάσεις έναντι του προέδρου Τραμπ. Για Αμερικάνους κεντροαριστερούς και φιλελεύθερους πολιτικούς, αναλυτές και δημοσιογράφους συνασπισμένους στο Δημοκρατικό Κόμμα, ο βασικός κίνδυνος είναι ο ρατσισμός και, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τους Μουσουλμάνους, η Ισλαμοφοβία του Τραμπ. Χρησιμοποιώντας αυτό το φίλτρο ανάλυσης, βλέπουν πλέον τον μέχρι πρότινος ευνοούμενό τους Μακρόν με μεγάλη επιφυλακτικότητα. 

Αυτή η επιφυλακτικότητα όμως δεν αποκαλύπτει μόνο τις εσωτερικές αντιφάσεις του ετερόκλητου διεθνούς «φιλελεύθερου» στρατοπέδου που σχηματίστηκε άρον-άρον το 2016 για να αποκρουστεί ο Τραμπ, αλλά και τα λογικά όρια του Διαφωτιστικού εγχειρήματος, κατά ειρωνικό τρόπο μάλιστα στην χώρα που το γέννησε. Ο Μακρόν χρησιμοποιεί την γλώσσα του Διαφωτισμού – ελευθερία, δικαιώματα των γυναικών – για να δικαιολογήσει την ανάγκη αυστηρότερου κρατικού ελέγχου επί του Ισλάμ. Στην βάση αυτών των αξιών καταδικάζει τις «αποσχιστικές τάσεις» του θρησκευτικού φανατισμού που κατακερματίζει την κοινωνία. Και δεν διστάζει να κατονομάσει μια συγκεκριμένη θρησκεία ως απειλή προς την ελεύθερη κοινωνία που το γαλλικό μοντέλο θρησκευτικής ουδετερότητας διαφυλάσσει.

Για άλλους σοσιαλ-φιλελεύθερους όμως, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Τραμπ, αυτή η πολιτική εμφανίζεται ως ανησυχητικά όμοια με την ακροδεξιά που υποτίθεται ότι καταπολεμάει. Η παρουσίαση του Ισλάμ ως απειλή προς τις φιλελεύθερες αξίες της Δύσης είναι μια ρητορική κίνηση άλλωστε που η ακροδεξιά έχει ήδη κάνει προ πολλού σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Βρετανία και η Σουηδία. Εδώ βλέπουμε την κεντροαριστερή κριτική να έρχεται κοντά – ίσως περισσότερο από όσο θα ήθελε η ίδια – προς την αντίληψη της ριζοσπαστικής αριστεράς ότι το πρόγραμμα του Διαφωτισμού είναι σε τελική ανάλυση και αυτό ένα σύστημα εξουσίας συναρθρωμένο με άλλες διαστάσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως η αποικιοκρατία. Ακόμα όμως και αν αποφεύγει αυτήν την ριζοσπαστική κριτική, η σοσιαλ-φιλελεύθερη στάση έναντι του Μακρόν φαίνεται να είναι ότι τα όρια του φιλελευθερισμού σταματούν εκεί που αρχίζει η κρατική επιβολή εις βάρος μειονοτήτων. 

Όμως το γαλλικό σύστημα της κοσμικότητας (laicité) δεν αφορά μόνο τους Μουσουλμάνους. Σε αντίθεση με την ατζέντα της ακροδεξιάς που ξεκάθαρα επιδιώκει διακρίσεις εις βάρος ενός κομματιού της κοινωνίας, η γαλλική κοσμικότητα επιβάλλεται με ίσους όρους σε όλες τις θρησκείες. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλές από τις φιλοδοξίες του Μακρόν, όπως στενότερος έλεγχος επί του διορισμού Μουσουλμάνων ιερέων, σκοντάφτουν στο στάδιο της υλοποίησης: αν ισχύσουν για το Ισλάμ, τότε θα πρέπει να ισχύσουν και για όλες τις θρησκείες στην Γαλλία, διαφορετικά θα κινδυνεύουν με απόρριψη από γαλλικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια ως διακρίσεις και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε όποια περίπτωση, η κοσμικότητα αφορά όλους τους Γάλλους και, παρά την ρητορική του Μακρόν, μέχρι τώρα κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί που να στοχοποιεί αποκλειστικά τους Μουσουλμάνους. Αυτό δημιουργεί δυο προβλήματα στην κεντροαριστερή κριτική προς τον Μακρόν.

Πρώτον, όπως είναι γνωστό, η γαλλική κοσμικότητα δεν θεσμοθετήθηκε για να αντιμετωπιστεί το Ισλάμ, το οποίο είναι μια πραγματικότητα στην Γαλλία μόλις τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Η κοσμικότητα δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα για να περιορίσει και καταπιέσει την ισχύ του Καθολικισμού. Το επιχείρημα επομένως ότι η «επιθετική κοσμικότητα» του γαλλικού συστήματος προκαλεί «ασφυξία» στους Μουσουλμάνους και άρα αποτελεί κάποιου είδους δικαιολογία για τις συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων ετών θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι υπό την κοσμικότητα «στενάζουν» και άλλες θρησκείες, οι οποίες δεν έχουν επιδείξει καμιά συγκρίσιμη με τους ριζοσπαστικούς Μουσουλμάνους τάση προς βία. 

Υπάρχει λοιπόν μια εσωτερική αντίφαση στο επιχείρημα ότι οι κοσμικές αξίες περιφρουρούνται μόνο μέσω περιορισμού του δημοσίου ρόλου της θρησκείας, όπως πολλοί φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πιστεύουν όταν η συζήτηση αφορά τις δικές τους χώρες, αλλά ταυτόχρονα ο φιλελευθερισμός απαιτεί σεβασμό της θρησκευτικής έκφρασης, όπως κάποιοι από αυτούς υπονοούν για να δικαιολογήσουν τις ισλαμικές αντιδράσεις στην Γαλλία. Αν η δημόσια παρουσία της θρησκείας απειλεί τις κοσμικές αξίες και λειτουργία του κράτους, τότε αυτό δεν μπορεί να ισχύει μόνο για κάποιες θρησκείες αλλά για όλες, πλειοψηφούσες και μειοψηφούσες. Αν πάλι η ανοχή της δημόσιας έκφρασης του θρησκευτικού συναισθήματος είναι προϋπόθεση για την ομαλότερη ένταξη μειονοτήτων και σεβασμό της διαφορετικότητας, αυτό αντιβαίνει λογικά στην αντίληψη ότι η θρησκεία απειλεί την ελευθερία της κοινωνίας. Με δεδομένες τις ιστορικές ρίζες του φιλελευθερισμού στο αίτημα προστασίας της θρησκευτικής λατρείας και συνείδησης από την κρατική επιβολή, βλέπουμε πώς η αντιθρησκευτικότητα είναι τελικά ένα άκρως αντι-φιλελεύθερο χαρακτηριστικό που οδηγεί τον φιλελευθερισμό στην ίδια του την αυτοαναίρεση. Μήπως τελικά ο, έστω και μετριοπαθώς, θρησκευτικός χαρακτήρας ενός κράτους εγγυάται την κοινωνική γαλήνη αρκεί να εξασφαλίζει έναν μίνιμουμ πλουραλισμό προς όφελος των μη-επικρατουσών θρησκειών;

Θα μπορούσε όμως κάποιος να διατυπώσει και μια αντίστροφη απάντηση στην σοσιαλ-φιλελεύθερη κριτική προς την γαλλική κοσμικότητα. Υπό μια έννοια Αμερικάνοι (αλλά και Βρετανοί) επικριτές του Μακρόν έχουν δίκιο δεδομένης της εμπειρίας των χωρών τους στην διαχείριση της θρησκευτικής διαφορετικότητας, παρά τις όποιες προκλήσεις που παραμένουν, σε σχέση με την Γαλλία. Ακόμα και για τον πιο προοδευτικό Αμερικάνο, ο δημόσιος ρόλος της θρησκείας είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος της ελευθερίας λατρείας και σεβασμού της θρησκευτικής διαφορετικότητας που αποτελεί το αξιακό θεμέλιο των ΗΠΑ. Κατ’ αντιστοιχία, οι Βρετανοί Μουσουλμάνοι πιθανότατα αισθάνονται πιο άνετα σε μια χώρα όπου ο ανώτατος άρχοντας αποκαλείται «υπερασπιστής της πίστης» (defender of the faith) σε σχέση με μια χώρα όπου το κράτος είναι επιδεικτικά και μαχητικά άθρησκο. 

Αυτά τα μοντέλα όμως δεν παύουν να αντανακλούν συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες της κάθε χώρας. Η επιβολή τους σε άλλες χώρες που για διάφορους λόγους έχουν ακολουθήσει άλλη πορεία δεν θα ήταν λιγότερο αυταρχική και ανελεύθερη από το να επιβάλει ένα κράτος στους πολίτες του τι και πώς θα πιστεύουν. Ιδιαίτερα η τάση, που έχει μεγεθυνθεί στις ημέρες μας από τον ρόλο του διαδικτύου, να προβάλλονται αμερικανικά ιδεολογικά σχήματα και πολιτικά επίδικα σε άλλες χώρες και έθνη είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Η αυτάρεσκη διαπίστωση Αμερικάνων σοσιαλ-φιλελεύθερων ότι «το γαλλικό μοντέλο έχει αποτύχει» όπως διαβάζουμε αυτές τις ημέρες δεν έχει καμιά αξία πέραν της ικανοποίησης αυτού που την εκφέρει. Για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, η Γαλλία έχει υιοθετήσει ένα σύστημα αυστηρής κοσμικότητας, του οποίου μάλιστα η συνεπής εφαρμογή έχει αποτελέσει, μαζί με το θεσμικό οικοδόμημα της Πέμπτης Δημοκρατίας, βασικό στοιχείο του ιστορικού συμβιβασμού που έχει επιτρέψει την απρόσκοπτη (για πρώτη φορά στην γαλλική ιστορία) λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος τα τελευταία 60 χρόνια. Με άλλα λόγια, η κοσμικότητα αποτελεί πλέον, μετά από αιώνες διαμάχης γύρω από αυτήν, ένα βασικό στοιχείο της γαλλικής εθνικής ταυτότητας προς το οποίο όλοι όσοι θέλουν να μετάσχουν σε αυτήν θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Για να είμαστε δίκαιοι, αυτές οι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού μεταξύ της «υπαρκτής» εκδοχής του στην Γαλλία και της σοσιαλ-φιλελεύθερης Αγγλοσαξονικής κριτικής σε μεγάλο βαθμό αποτελούν αντικατοπτρισμό αντίστοιχων διλημμάτων της συντηρητικής σκέψης. Ένας συντηρητικός δεν επιθυμεί την αποθρησκειοποίηση της δημόσιας σφαίρας και κοινωνίας, ιδιαίτερα αν αυτή δεν έρχεται οργανικά αλλά επιβάλλεται άνωθεν. Από την άλλη, ένας συντηρητικός κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης ελάχιστων κοινών κωδικών επικοινωνίας και αλληλοταύτισης σε μια κοινότητα με σκοπό την συνοχή και επιβίωσή της. Αυτό σημαίνει ότι ο συντηρητικός στέκεται επικριτικά απέναντι στην ώσμωση ακροδεξιάς και ακρο-φιλελεύθερης ρητορικής που καταδικάζει συλλήβδην όλες τις θρησκείες απλά γιατί είναι θρησκείες. Δεν μπορεί όμως και να μην αναδείξει την υποκρισία της σοσιαλ-φιλελεύθερης κριτικής η οποία περίπου λέει ότι ο περιορισμός της επικρατούσας θρησκείας είναι απαραίτητος στο όνομα της «προόδου», αλλά η πριμοδότηση της μειοψηφούσας θρησκείας επιβάλλεται στο όνομα της «διαφορετικότητας». Σε αυτό το σημείο τα όρια μεταξύ φιλελευθερισμού και «κοινοτισμού» όπως λέγεται στον γαλλικό δημόσιο διάλογο, δηλαδή κατακερματισμού της κοινωνίας σε πολιτιστικά ασύμβατες μειονότητες, γίνονται δυσδιάκριτα. Η φύση του ριζοσπαστικού Ισλάμ σήμερα έχει αποδείξει σε τελική ανάλυση τις αντιφάσεις και προβλήματα αυτής της στάσης.

Μια συνεπής συντηρητική στάση επομένως θα ήταν ότι οι αξίες του Διαφωτισμού και του φιλελεύθερου-κοσμικού κράτους μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αν μη τι άλλο, γιατί αποτελούν προϊόν μακραίωνων ιστορικών διαδικασιών που πήραν διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές χώρες και επιβλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, και βέβαια όχι χωρίς αντιδράσεις και παλινδρομήσεις, σε διασύνδεση με άλλα στοιχεία εθνικής και θρησκευτικής ταύτισης. Αν δει επομένως και τις αξίες του Διαφωτισμού με τις κατά τόπους εκφράσεις τους ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας, ένας συντηρητικός θα μπορούσε να τις αποδεχτεί στο περιεχόμενό τους χωρίς αυτό να απαιτεί την αποσύνδεση από άλλες υπέρτερες αξίες που χαρακτηρίζουν μια συλλογικότητα – από τις οποίες άλλωστε σε μεγάλο βαθμό φιλελεύθερες αξίες έχουν εκπηγάσει και επηρεαστεί φιλοσοφικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ετερογένεια μοντέλων σχέσεων κράτους-θρησκείας στην Ευρώπη αντανακλά την εθνική και ιστορική της ποικιλοχρωμία και διαφορετικούς κατά τόπους συμβιβασμούς. Έτσι, το γαλλικό μοντέλο κοσμικότητας δεν είναι ένα γενικευμένο μοντέλο ή ιδανικό «προόδου» στο οποίο όλες οι άλλες κοινωνίες πρέπει να αποσκοπούν, δεν είναι όμως και κάτι που μπορεί να απορριφθεί απλά και μόνο επειδή μια μειονότητα, οσοδήποτε σημαντική αριθμητικά, δυσθυμεί την ώρα που και αυτό έχει προκύψει από μακρόσυρτες διαδικασίες στην γαλλική ιστορία. 

Με άλλα λόγια, ένας συντηρητικός μπορεί να στηρίζει τον Μακρόν στην διαμάχη του με τον ριζοσπαστικό Ισλαμισμό από την στιγμή που ο πυρήνας του μηνύματός του – ότι όσοι θέλουν να λάβουν μέρος στην πολιτική και κοινωνική ζωή μιας χώρας πρέπει να ασπάζονται έναν ελάχιστο πυρήνα αξιών και ιδεών που έχει επικρατήσει εκεί ιστορικά – είναι ξεκάθαρα συμβατός με τον συντηρητισμό. Το ότι αυτές οι αξίες στην Γαλλία τυχαίνει να είναι αυστηρά κοσμικού/φιλελεύθερου χαρακτήρα απλά αφορά την ιστορική πορεία αυτής της χώρας και δεν επιβάλλει αυτές τις αξίες ως κάποιο γενικό μέτρο προς το οποίο όλοι οι άλλοι πρέπει να προσαρμοστούν. Σε άλλες χώρες η θρησκευτικότητα του λαού και το θρησκευτικό αποτύπωμα στους θεσμούς μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερα, αυτό όμως δεν στερεί το δικαίωμα από αυτές τις χώρες να επιζητούν ό,τι και ο Μακρόν αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο προς το οποίο τα νέα μέλη της πολιτικής κοινότητας θα πρέπει να προσαρμοστούν. Αν υπάρχει άλλωστε ένα σημείο όπου συντηρητισμός και φιλελευθερισμός (στην ιστορικά συνεπή μορφή του) συναντώνται, είναι ακριβώς η αντίθεση στον κατακερματισμό και η διατήρηση ενός αξιακού κοινού παρονομαστή πάνω στον οποίο δομείται η ζωή μιας πολιτικής κοινότητας.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μακρόν, Κοσμικότητα και Ισλάμ: Κάποιες Σκέψεις

Ζήτημα Ανεπάρκειας του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Κριτικές φωνές, διαχρονικά αλλά και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, ακούγονται εκ μέρους της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, για την ολοένα και μεγαλύτερη συμπόρευση και ταύτιση με τις ΗΠΑ και τον δυτικό παράγοντα.

Όντως, η  μονοσήμαντη διαμόρφωση του εθνικού συμφέροντος μέσα από το πρίσμα των συμμαχικών προτεραιοτήτων συνεπάγεται την εξάλειψη της Αθήνας ως αυτόνομου γεωπολιτικού δρώντος και την απονομιμοποίηση κάθε σκέψης για συγκρότηση αυτοδύναμης ισχύος, εξέλιξη η οποία εξυπηρετεί τόσο ένα ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό ανίκανο για οτιδήποτε απαιτεί επιτελικό σχεδιασμό, όσο και μια κουρασμένη και γερασμένη κοινωνία εθισμένη σε πάσης φύσεως παροχές και απαράσκευη για μακροχρόνιους αγώνες.

Οι παραπάνω σκέψεις, όμως, δεν αποτέλεσαν έγνοια των Ελλήνων αριστερών. Ο εμμονικά  καταγγελτικός  λόγος για την δυτική μονομέρεια οδηγεί σε αδιέξοδο αν δεν συνοδεύεται από μια βιώσιμη εναλλακτική προοπτική.

Ποια είναι η εναλλακτική εφ’ όσον Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν υφίσταται αλλά ακόμα και αν υπήρχε τα κρατικά συμφέροντα θα επισκίαζαν τα αντίστοιχα ιδεολογικά με πολλές «σύντροφες» χώρες  να έβρισκαν έναν  διακανονισμό  με την Άγκυρα; Η θέση της αποδέσμευσης από το δυτικό πλέγμα συμμαχιών, παράλληλα, προκαλεί τον γέλωτα αν ληφθεί υπ’ όψιν τόσο ο Στρατηγικός Διάλογος με τις ΗΠΑ επί ΣΥΡΙΖΑ με τον κ. Τσίπρα μάλιστα να επαίρεται στον κήπο του Λευκού Οίκου για την υπέρβαση του ορίου του ΝΑΤΟ ( 2%) για τις αμυντικές δαπάνες εκ μέρους της Ελλάδος πιστοποιώντας τη συμμόρφωση της τελευταίας στις συμμαχικές επιθυμίες, όσο και η συμπόρευση της Αριστεράς στο σύνολό της με βασικές στοχοθεσίες της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών στην ευρύτερη περιοχή εξαιτίας διαχρονικών ιδεοληπτικών εμμονών σχετικά με την ιστορία και την ταυτότητα αυτής της χώρας με αποκορύφωμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι ψυχώσεις αυτές νομιμοποιούν ιδεολογικά τις στοχεύσεις των ΗΠΑ, οι οποίες – σε όχι λίγες περιπτώσεις – δεν ταυτίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα.

Οι προαναφερόμενες εμμονές της Αριστεράς, διαχρονική αναπηρία του χώρου αυτού, και η προσέγγιση των εννοιών «εθνικό συμφέρον» και «πατρίδα»  με ταξικούς όρους την καθιστούν ανίκανη να προσφέρει μια βιώσιμη εναλλακτική από την μονοσήμαντη προσκόλληση στη Δύση.

Αν  όντως η ελληνική Αριστερά ήθελε την αυτόνομη  πορεία του γεωστρατηγικού προσανατολισμού της χώρας  τότε θα πρωτοστατούσε στην κατακόρυφη άνοδο των εξοπλισμών σε αρκετά δις κάθε χρόνο για αγορά και παραγωγή πολεμικού υλικού.

Θα υπερασπιζόταν – και δεν θα υπονόμευε συστηματικά και συνειδητά – την στρατιωτική θητεία.

Θα παραιτείτο από συμπλέγματα για την συνέργεια αμυντικής βιομηχανίας και Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Θα κατανοούσε τον υπαρξιακό κίνδυνο από την πολιτική των ανοικτών συνόρων.

Θα ανεδείκνυε την ελληνική ιδιοπροσωπία και θα φιλοτεχνούσε τη γεωπολιτική ταυτότητα της χώρας γύρω από αυτήν εκμεταλλευόμενη τα ερείσματα του Ελληνισμού διεθνώς.

Όχι, όμως. Η Αριστερά – σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο – επιζητεί απαγκίστρωση ή χαλάρωση των δεσμών με τον δυτικό παράγοντα αλλά την ίδια ώρα αρνείται να αντιληφθεί τις συνέπειες από μια τέτοια ενέργεια  όντας ανίκανη να εμπνεύσει τις θυσίες που απαιτούνται για αυτόνομη παρουσία της χώρας στη διεθνή σκηνή. Το τελευταίο θα προϋπέθετε την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποία η Αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της πατρίδας αλλά και τη λειτουργία του διακρατικού συστήματος.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δημοκρατία της 17ης Οκτωβρίου 2020.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ζήτημα Ανεπάρκειας του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Καθολική Κινητοποίηση Ιωάννης Σ. Λάμπρου

sylallhtirio-makedonia
Οι στρατιωτικές προκλήσεις από την Άγκυρα είναι συνεχείς. Οι δε βασικές παραδοχές βάσει των οποίων δομήθηκε η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας (ισχύς διεθνούς δικαίου/διεθνών οργανισμών, ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας, αμυντική κάλυψη από συμμάχους και ΕΕ) τις τελευταίες δεκαετίες έχουν πλήρως διαψευστεί. Παραδοχές, οι οποίες έγιναν ασμένως αποδεκτές από την κοινωνία καθώς η συγκεκριμένη προσέγγιση νομιμοποιούσε ιδεολογικά την ανέξοδη επιλογή της μη επιδίωξης αυτοδύναμης ισχύος και το κόστος που αυτή συνεπαγόταν με αντάλλαγμα τον τρυφηλό βίο μιας παρασιτικής ευμάρειας.
Η συνειδητοποίηση της στρατιωτικής ισχύος ως του μόνου πραγματικού εγγυητή της ασφάλειας της χώρας μόνο αναιμικά φαίνεται να γίνεται αποδεκτή χωρίς να υποστασιοποιείται σε συγκεκριμένες πράξεις πέραν των ανέξοδων συναισθηματικών αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χάριν εκτόνωσης και μόνο. Η ελλαδική κοινωνία φαίνεται ότι αναζητά το λαχείο.  Στρατηγική συμμαχία με μια Μεγάλη Δύναμη, κοιτάσματα τρισεκατομμυρίων και ούτω καθεξής.  Οτιδήποτε θα απαλλάξει του συβαρίτες Ελλαδίτες από το να καταβάλουν το κόστος ανεξάρτητου εθνικού βίου γίνεται δεκτό…
Στο παραπάνω πλαίσιο καθίσταται υπαρξιακή ανάγκη η πλήρης κινητοποίηση της κοινωνίας. Η καθιέρωση, μόνιμης εισφοράς άμυνας, πέραν της υπάρχουσας φορολογίας και του τακτικού αμυντικού προϋπολογισμού, προορισμένη αποκλειστικά για αγορά οπλικών συστημάτων και ανάπτυξη εγχώριας έρευνας προσφέρει διέξοδο στην σημερινή οικονομική καχεξία. Το υπάρχον Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 130Α’, 1904) δεν αρκεί καθώς περιορίζεται στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, το προηγούμενο του κυπριακού Νόμου περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας, όπου τα έσοδα χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη άσχετων δημοσιονομικών αναγκών πρέπει να αποφευχθεί. Επίσης, τυχόν μισθολογικές απαιτήσεις των στελεχών των Ε.Δ. θα καλύπτονται από τον τακτικό προϋπολογισμό.
Η εισφορά δύναται να προέλθει ως πολύ μικρό ποσοστό (ενδεικτικά 0,50%) επί των τόκων καταθέσεων, επί των κερδών ιδιωτικών επιχειρήσεων και δημοσίων οργανισμών, επί των ενοικίων και αγοραπωλησιών ακινήτων, επί κάθε εμπορικής συναλλαγής, επί των μισθών ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων, επί των μερισμάτων και εταιρικών κερδών και τέλος, επί των συντάξεων. Λίγα από πολλούς. Το αποτέλεσμα θα είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια κάθε έτος. Ταυτόχρονα πρόνοιες για δωρεές και έκδοση κουπονιών για την Ομογένεια. Κινητοποίηση πανεθνική μη περιοριζόμενη σε λίγους δωρητές. Η επιβίωση της πατρίδας αφορά όλους, ίσως περισσότερο τους πολλούς από τους λίγους ισχυρούς χορηγούς.
Δεν γίνεται λόγος για κάποιο περίπλοκο νομικό σχήμα με διοικητική γραφειοκρατία μέσω του οποίου η εγγενής τάση των Ελλήνων πολιτικών για προσωπικό προσπορισμό και τακτοποίηση ημέτερων θα απαξιώσει, αλλά στην ουσία για έναν λογαριασμό εις τον οποίο θα κατευθύνονται τα προαναφερόμενα έσοδα και τη διαχείριση του οποίου θα αναλάβει ανώτατος δικαστικός και ανώτατοι υπάλληλοι του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Μη συμμόρφωση στις παραπάνω κρατήσεις θα συνεπάγεται επιβολή πολλαπλάσιου προστίμου της αξίας της εισφοράς.
Παρέλκει να τονιστεί η σημασία της διαφάνειας ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας θα πρέπει να προβεί σε δύο υπερβάσεις. Αφ’ ενός να εμπνεύσει επιπρόσθετες θυσίες στον ελληνικό λαό προβαίνοντας πρώτα το ίδιο σε αυτές, αφ’ ετέρου να αντισταθεί στη διεφθαρμένη φύση του να απαξιώνει την οποιαδήποτε εθνική προσπάθεια.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία στις 13 Αυγούστου 2020.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Καθολική Κινητοποίηση Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Η ακύρωση του διεθνούς δικαίου Ιωάννης Σ. Λάμπρου

international law

 

Μόνιμη επωδός του μεταπολιτευτικού πλαισίου άσκησης εξωτερικής πολιτικής η επίκληση τους διεθνούς δικαίου. Έννοια την οποία μονότονα επαναλαμβάνουν  διπλωμάτες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, μέλη του κοινοβουλίου. Παβλοφικά, ενστικτωδώς χωρίς, πολλές φορές, να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες των λόγων τους.

Το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα αντιλαμβάνεται την εν λόγω έννοια. Το διεθνές δίκαιο προσεγγίζεται ως εργαλείο ανατροπής των συσχετισμών ισχύος στη διεθνή πολιτική. Ένα εξιδανικευμένο πλαίσιο από το οποίο αποβάλλεται κάθε έννοια στρατιωτικής ισχύος. Ένας διαγωνισμός όπου το καλύτερο νομικό επιχείρημα κερδίζει…

Στην πραγματικότητα το διεθνές δίκαιο αποτυπώνει νομικά, νομιμοποιεί τον στρατιωτικό, οικονομικό, και πολιτικό καταμερισμό ισχύος μακριά από διακηρύξεις καθολικής ισότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ο.Η.Ε. η διαρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας του οποίου απηχεί τον συσχετισμό ισχύος (στρατιωτικής, οικονομικής) του τέλους του Β΄ΠΠ όπως επίσης και τα αιτήματα μεταρρύθμισής του από δυνητικά μόνιμα μέλη  (Ινδία,  Βραζιλία) εδράζονται, κατά κύριο λόγο, σε πληθυσμιακά, γεωγραφικά και οικονομικά κριτήρια. Η ισχύς, και μάλιστα στην αρχέγονή καταγωγική της προέλευση (στρατιωτική, πληθυσμιακή, γεωγραφική, οικονομική) δεν μπορεί να αγνοηθεί από το διεθνές δίκαιο αλλά επικυρώνεται από αυτό. Ακόμα, όμως, και στον βαθμό που η Αθήνα αναγνωρίζει τις δυνατότητες του τελευταίου, δεν υιοθετεί μια ενεργητική ερμηνεία του αλλά περιορίζεται σε μονότονες επικλήσεις –άνευ άλλων ενεργειών – των προνοιών του. Η Αθήνα διακηρύττει urbi et orbi την προσήλωσή της στη διεθνή νομιμότητα. Και όμως είναι έτοιμη να εισέλθει σε διάλογο με χώρα που την απειλεί με πόλεμο για άσκηση νόμιμου δικαιώματός της παραβιάζοντας υποχρεωτικό έναντι όλων κανόνα του διεθνούς δικαίου (jus cogens) όπως η απειλή χρήση βίας (άρθρο 2.4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών). Πως, επίσης,  αξιοποίησε η Αθήνα τις ευνοϊκές για αυτήν πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για το δίκαιο της θάλασσας μένοντας άπραγη στο κλείσιμο των κόλπων, την υιοθέτηση ευθειών γραμμών βάσης, τη συνορεύουσα ζώνη και τέλος, την επέκταση των χωρικών υδάτων; Τι χρήση έκανε η Ελλάς των διεθνοδικαιϊκών διατάξεων για την προστασία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού και παλαιότερα των Ελλήνων της Ίμβρου και Τενέδου; Το επιχείρημα δε – χρήση του οποίου γίνεται κατά κόρον σχετικά με τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις – ότι η Ελλάς επιφυλάσσεται να κάνει χρήση  εκείνου ή του άλλου δικαιώματος  διατηρώντας στο ακέραιο το τελευταίο – αγνοεί την πραγματικότητα. Η χρόνια μη εφαρμογή κανόνων του διεθνούς δικαίου – επέκταση χωρικών υδάτων επί παραδείγματι-  παγιώνει μια δική της πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αυτή διαθέτει «δικαιοπαραγωγική ικανότητα» όχι υπό την έννοια  ότι αποδίδεται άμεση κανονιστική δύναμη στην πραγματικότητα  αυτή –  την μη άσκηση κανόνων διεθνούς δικαίου εκ μέρους των Αθηνών και άρα οριστική στέρηση για την Αθήνα των ευμενών προνοιών του διεθνούς δικαίου – αλλά ότι η διαχρονική πρακτική της Αθήνας να απέχει από την εφαρμογή των κανόνων αυτών παγιώνει ένα πλαίσιο όπου αν και όταν επέλθει μεταβολή στην πολιτική της Ελλάδος τούτο να προσεγγίζεται με όρους ξαφνικής αλλαγής και διασάλευσης της επικρατούσας κατάστασης και άρα να αντιμετωπίζεται ως κίνηση αστάθειας και απρόβλεπτων εξελίξεων. Αν στα παραπάνω προστεθούν οι απειλές της Άγκυρας και η  αγορά πλωτών γεωτρύπανων και ερευνητικών πλοίων  από την τελευταία τότε η διαχρονική απραξία δεν διαγράφει μεν τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου, αλλά ουσιωδώς μεταβάλλει το πλαίσιο εφαρμογής τους…

Δημοσιεύθηκε με ελάχιστες λεκτικές διαφοροποιήσεις στην εφημερίδα Δημοκρατία στις 17 Ιουνίου 2020.

 

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ακύρωση του διεθνούς δικαίου Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Παζολίνι, Καποδίστριας και ένα τουΐτ

Η απάντηση στο ερώτημα αν ο Καποδίστριας κυβέρνησε δικτατορικά – μια συζήτηση που ανακινήθηκε πριν κάποιες εβδομάδες από την γνωστή δήλωση μέλους της Επιτροπής 2021 – είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά απλή και είχε δοθεί πριν από δεκαετίες από έναν Ιταλό αριστερό διανοούμενο.

Η αστική τάξη, υποστήριζε ο Ιταλός σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι, είναι γραφτό να αυτοκαταστραφεί διότι «έχει χάσει κάθε αίσθηση της ιερότητας». Δεν το είπε φυσικά για αυτόν που έκανε την αρχική δήλωση για τον Καποδίστρια, ούτε πολύ περισσότερο για το «τουίτ» (τοτεμική λέξη στην αντι-ηρωική εποχή μας) με το οποίο απάντησε η Επιτροπή στις αντιδράσεις για τον χαρακτηρισμό του Καποδίστρια περίπου ως «φασίστα» – διότι μη γελιόμαστε, στο λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα σήμερα αυτός ο όρος υπάρχει μόνο ως αντιδιαστολή προς την αδιαμφισβήτητη, και άρα καθαγιασμένη, «δημοκρατικότητα».

Το επίμαχο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι η αρχική, προκλητική για χάρη της πρόκλησης, δήλωση ενός ιστορικού, αλλά το «διευκρινιστικό τουίτ» της Επιτροπής που καταδεικνύει αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να απασχολήσει όσους πίστεψαν ότι με τα συγκαταβατικά επιχειρήματά τους δικαιολόγησαν τον «απολυταρχισμό» του Κυβερνήτη. Ωστόσο, μπορούμε και οφείλουμε να εστιάσουμε σε μία παράμετρο που χωρίζει την αστική (δεν θα πούμε «δεξιά», γιατί δεν το επιτρέπουν οι ίδιοι στον εαυτό τους) από την αριστερή ιδεολογία, σαν γρανιτένιο τείχος.

Η αστική ιδεολογία δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το «Zeitgeist» από τη «μυθολογία», τον πεπερασμένο Υλισμό από την άφθαρτη Μεταφυσική. Από την ώρα που ανασύρθηκε η αρχική δήλωση, διάφοροι θιγμένοι βάλθηκαν να μιλούν περιπαθώς για τις ιστορικές συνθήκες, ότι η Ελλάδα τότε ήταν περίπου συγκρίσιμη με το χάος μεταποικιακών αφρικανικών κρατών, δεν υπήρχαν θεσμοί, εκείνοι που σκότωσαν τον Κυβερνήτη κάθε άλλο παρά τυραννοκτόνοι ήταν, και λοιπά πολλά.

Ταυτόχρονα όμως το απαντητικό τουίτ της Επιτροπής εισερχόταν ήδη στο βασίλειο της λήθης, δηλώνοντας ότι δουλειά της για τα 200χρονα του ’21 είναι να αφήσει «να αναδειχθούν όλες οι απόψεις, όλες οι κριτικές». Φαντάζεται κανείς την ικανοποίηση του συντάκτη αυτής τη βαρύγδουπης δήλωσης για το πώς κατάφερε περίτεχνα να αφήσει χώρο για «αιρετικές» απόψεις όπως προστάζει η σύγχρονη κουλτούρα αποδόμησης των πάντων, χωρίς όμως να προσβάλλει τις ευαισθησίες και τις βεβαιότητες του «αστικού κόσμου» που υπερήφανα εκπροσωπεί η σημερινή κυβέρνηση. Δυστυχώς, η ανιαρή επανάληψη της ιδεολογίας του «απολύτως τίποτα» ακυρώνει τον ίδιο τον γύρο του θριάμβου.

Για να μην πελαγοδρομούμε: Ο Κοραής δεν συμπαθούσε τον Καποδίστρια. Ο Καποδίστριας δεν συμπαθούσε τη Φιλική Εταιρεία. Ο Στέφανος Κουμανούδης, ορθολογιστής διαφωτιστής του οποίου η προσωπικότητα και το έργο θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν το λάβαρο των σημερινών «μεταρρυθμιστών», υπεραμυνόταν της φυλετικής καθαρότητας του Ελληνισμού και τα είχε βάλει με τον Παπαρρηγόπουλο – εδραιωτή του σχήματος Αρχαιότητα / Βυζάντιο / Νέος Ελληνισμός – επειδή, με αφορμή μερικά επίμαχα αρχαιολογικά ευρήματα, ο δεύτερος δεν είχε πρόβλημα να αναγνωρίσει την επιρροή του σλαβικού στοιχείου στη διαμόρφωση του νεότερου Ελληνισμού.

Ας συγγράψουμε λοιπόν τόμους, ας οργανώσουμε συνέδρια, ας αναρτήσουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όλα με κριτικό νου. Όλα χρειάζονται και καλώς χρειάζονται. Η πολυφωνία όντως αποτελεί θέσφατο της σύγχρονης δημοκρατίας. Ας ξεκλειδώσουμε το μυστήριο του «Zeitgeist». Ποιος θα εκφράσει όμως τη μυθολογία, τη «Μεταφυσική» του έθνους; Καμία ομάδα καταστολής δεν θα εισβάλει σε κανένα συνεδριακό κέντρο. Γιατί όμως να εισβάλει το συνεδριακό κέντρο στο σπίτι όλων των Ελλήνων;

Ο Παζολίνι μάλλον δεν είχε πολυσκοτιστεί στην ζωή του ούτε για τον Κυβερνήτη ούτε για το ότι μισό αιώνα αργότερα από το απόφθεγμά του οι γείτονες θα εόρταζαν την επέτειο της ανεξαρτησίας τους. Ίσως όμως σήμερα να γελά από το Βασίλειο της Λίμπο βλέποντας μια ολόκληρη χώρα να πελαγοδρομεί σε αναζήτηση της ορθολογικής «αλήθειας», μια αναζήτηση που έξω από κάθε πλαίσιο αυτού που ονόμαζε ιερότητα μόνο σε διαρκές μαρτύριο μπορεί να καταλήξει.

Κ.

 

 

 

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παζολίνι, Καποδίστριας και ένα τουΐτ

Πανδημία και Εκκλησία του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ekklisia

Κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας αναδείχθηκε, για μια ακόμη φορά, η έμφυτη τάση πολλών οι οποίοι έχουν  πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο της χώρας, να στοχοποιούν την Εκκλησία, τόσο υπό την έννοια του πληρώματος των πιστών, όσο και υπό την θεσμική της υπόσταση. Αυτό διεφάνη σαφώς από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν στον δημόσιο διάλογο, μεσούσης της περιόδου περιοριστικών μέτρων, η κατά ομάδες καθημερινή μετακίνηση λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο από και προς τα κέντρα κράτησης, οι συναθροίσεις Ρομά και οι εκδηλώσεις του ΠΑΜΕ για την γιορτή της Πρωτομαγιάς. Έστω και αν όλες οι παραπάνω περιπτώσεις εμπεριείχαν στοιχεία που τις διαφοροποιούσαν μεταξύ τους, εντούτοις επρόκειτο για συναθροίσεις σε περίοδο περιοριστικών μέτρων.  Παράλληλα,  οι επικρίσεις για τη παρουσία στη Θεία Ευχαριστία ως εστία εξάπλωσης του κορωναïού  συνειδητά επεκτάθηκαν στη Θεία Μετάληψη φθάνοντας στο σημείο να απαιτείται ομολογία από την Ιεραρχία πως η Θεία Μετάληψη εμπεριέχει κίνδυνο για τη ζωή των πιστών.

Από την πλευρά της η Ιεραρχία προσπάθησε να συμπεριληφθεί η ατομική προσευχή ως λόγος μετακίνησης – κάτι που δεν προβλεπόταν με την ΚΥΑ των υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών Δ1α/Γ.Π οικ 20036/ 22-3-2020 (ΦΕΚ B΄ 986)  – αλλά το σχετικό αίτημα δεν έγινε δεκτό. Δεν έγινε περαιτέρω διερεύνηση για πιθανές άλλες ρυθμίσεις όπως η ατομική προσέλευση στην Εκκλησία μέσω τηλεφωνικού μηνύματος ή τέλεση της λειτουργίας σε εξωτερικούς χώρους. Η Ιεραρχία επέλεξε να μην το πράξει.

Με σειρά αποφάσεων και ιδιαίτερα με την εγκύκλιο της 7ης Απριλίου η Εκκλησία της Ελλάδος συμμορφώθηκε πλήρως με τις υποδείξεις της Πολιτείας. Οι ναοί παρέμειναν κλειστοί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τις 3 Μαΐου. Η περιφορά του Επιταφίου έλαβε χώρα εντός του ναού, ενώ ακόμα και η χρήση της καμπάνας αποθαρρύνθηκε κατά την έναρξη των ιερών Ακολουθιών αλλά επετράπη  («Δύνασθε, όμως, να κάμνητε χρήσιν αυτών…» – άρα δινόταν η δυνατότητα και να μην χτυπήσουν) – τη Μεγάλη Παρασκευή και στην τελετή της Αναστάσεως. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε απαγορευθεί η χρήση μεγάφωνων κατά τη διάρκεια των λειτουργιών.

Το δυσάρεστο είναι πως κάθε φορά κατά την οποία η Ιερά Σύνοδος συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις της Πολιτείας αυτό δεν γινόταν δεκτό με κατανόηση και ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία  λόγω της δύσκολης θέσης στην οποία περιερχόταν – εξαιτίας  των προβλημάτων που προκαλούνταν στις σχέσεις  μεταξύ των πιστών και της Ιεραρχίας  – με αφορμή τη συμμόρφωση αυτή. Απεναντίας,  μεγάλο μέρος του πολιτικού και δημοσιογραφικού προσωπικού της χώρας υποδεχόταν κάθε συμβιβαστική κίνηση της Εκκλησίας με   χαιρεκακία και αισθήματα ικανοποίησης για την δήθεν ταπείνωσή της τελευταίας. Kάθε συναινετική κίνηση της Εκκλησίας χαιρετίζοταν ως μια μικρή νίκη κατά του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας. Οι αντιδράσεις αυτές δεν προέρχονταν τόσο από την κυβέρνηση, οι λεκτικές αναφορές  της οποίας ήταν προσεκτικές απέναντι στην Ιεραρχία – αν και εκεί ακόμα μπορούσε να διακρίνει κανείς, σε μεμονωμένα άτομα, μια υπόρρητη ικανοποίηση επιβολής / αντίθεσης στον κλήρο – αλλά από τον ευρύτερο φιλελεύθερο (εντός και εκτός ΝΔ) χώρο όπως και από τον αντίστοιχο  αριστερό  εκπρόσωποι των οποίων δεν μπόρεσαν να μην παραδοθούν στην έλξη που ασκεί η επίκληση «προοδευτικής επιχειρηματολογίας» – σε κάθε υπόθεση που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκεται η Εκκλησία –  συνοδευόμενη τώρα με το κύρος της ιατρικής επιστήμης και όχι απλά με τις διαχρονικά κουραστικές  ιδεοληπτικές κραυγές τους.

Η εξήγηση για τη στάση αυτή είναι σύνθετη,  πέραν των πολιτικών σκοπιμοτήτων και της εξυπηρέτησης ιδεοληπτικών εμμονών. Συνδέεται άμεσα με μια ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και της πορείας του σύγχρονου ελλαδικού κράτους σύμφωνα με την οποία η Ορθοδοξία αποτελεί πρόσκομμα στον εκσυγχρονισμό της χώρας και στον κοινό βηματισμό με τις χώρες της Δύσης, αγνοώντας τα πετυχημένα παραδείγματα οικονομικού και διοικητικού εκσυγχρονισμού χωρών όπως η Ιαπωνία και η Κορέα οι οποίες ενσωμάτωσαν ταυτοτικά στοιχεία της παράδοσή τους στη διαδικασία αυτή.

Ταυτόχρονα, διαθέτει και ψυχολογικές προεκτάσεις.  Τίποτα δεν φαίνεται να έλκει περισσότερο πολλούς συμπατριώτες μας από τον τίτλο του «αγωνιστή», αυτού που αψηφά συμβατικότητες και «επαναστατεί» κατά του «συντηρητικού κατεστημένου» άρα και της «αντιδραστικής» Εκκλησίας.  Η  στάση των «αγωνιστών» αυτών, όμως, και τα όσα λένε συνιστούν πλέον το νέο κατεστημένο  και συνεπώς ομιλούν εκ του ασφαλούς χωρίς να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζαν αν όντως «τα έβαζαν» με τις κρατούσες απόψεις. Τρέφεται ο εγωισμός πολλών συμπατριωτών μας από τη  εικόνα του μαχητή που φιλοτεχνούν για τον εαυτό τους. Όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις στην ελλαδική κοινωνία, όμως, πρόκειται για άκαπνους στρατηγούς που αξιώνουν αγωνιστικές δάφνες για μάχες που δεν έδωσαν.

Συμπληρωματικά με τα παραπάνω, η στάση αυτή των πολεμίων μπορεί απλά να εξηγείται και με όρους ευκολίας. Το «θάρρος» πολλών νεοελλήνων και η πολλές φορές  χωρίς λόγο και αιτία «αγανάκτησή» τους κατευθύνεται σε έναν «αντίπαλο» που δεν μπορεί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Η Εκκλησία είναι ένας εύκολος στόχος. Δεν μπορεί  να μεταχειριστεί τα όπλα που είναι  εύκαιρα  και διαθέσιμα στους υβριστές της. Ούτε επίσης, έχει τη διάθεση και το χρόνο,  να ασχολείται  με την εκάστοτε attention whore-δημόσιο πρόσωπο του προοδευτισμού (αριστερού ή φιλελεύθερου).   Η προοπτική της είναι πιο ευρεία. Όποτε, όμως, σπάνια,  αντιδρά στις ύβρεις και την κακεντρέχεια φαίνεται πως το μίσος των υβριστών μεγαλώνει σε ένταση. Κάποιοι δεν επιθυμούν καν τον διάλογο. Απαιτούν να μην υπάρχει άμυνα στις επιθέσεις τους. Θέλουν η Εκκλησία να φυτοζωεί στο περιθώριο.

Η εικόνα συνεργασίας και συμπόρευσης Εκκλησίας και Πολιτείας στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων συνδυαζόμενη με την πειθαρχία που επέδειξε το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας ανέδειξε μιας εικόνα σύμπνοιας και κοινού μετώπου.

Παράλληλα, όμως, το συναινετικό πνεύμα που επέδειξε η Ιεραρχία στην κυβερνητική πολιτική περιορισμού της πανδημίας αντιδρώντας χλιαρά στις συνεχείς επιθέσεις των ΠΦ  [Προοδευτικών Φονταμενταλιστών] κάθε απόχρωσης  – και  σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με την εκλαμβανόμενη από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποστασιοποίηση σε σειρά εθνικών θεμάτων όπως το Σκοπιανό και τη συνεχή ροή λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο – έχει ως συνέπεια η απόσταση μεταξύ Ιεραρχίας και σημαντικού τμήματος των πιστών να διευρύνεται. Η μετριοπαθής στάση που έχει επιδείξει σε όλη τη θητεία του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος – αναγκαία σε ένα βαθμό μετά την δυναμική παρουσία του Μακαριστού Χριστόδουλου – φαίνεται πως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής  για μια κοινωνία με συνείδηση της παρακμής και εκμαυλισμού της ευρισκόμενη, απελπισμένα, σε αναζήτηση  οράματος και ηγεσίας.

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πανδημία και Εκκλησία του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Η Δημοκρατία στην Εποχή του Κορωνοϊού: Ποιος χάνει, ποιος κερδίζει

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου για την ηλεκτρονική έκδοση της Ναυτεμπορικής: https://www.naftemporiki.gr/story/1598213/i-dimokratia-stin-epoxi-tou-koronoiou 

Πώς θα επηρεάσει η πανδημία του κορωνοϊού την λειτουργία της δημοκρατίας στον Δυτικό κόσμο; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερο, με δεδομένο ότι ο κορωνοϊός εμφανίστηκε σε μια περίοδο όπου η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία αντιμετώπιζε ήδη πλήθος προκλήσεων, με κυριότερη την άνοδο του λαϊκισμού. Θα επιχειρήσουμε εδώ να εξερευνήσουμε κάποιες από τις προκλήσεις για την δημοκρατία που αναφύονται στην νέα εποχή της πανδημίας.

Η πρώτη πρόκληση είναι η αύξηση των εξουσιών του κράτους έναντι των πολιτών του. Από την επιβολή δρακόντειων lockdown μέχρι την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών καταγραφής κινήσεων και υγειονομικών δεδομένων, το κράτος αναμένεται να αποκτήσει έναν πρωτοφανή έλεγχο επί της ζωής των πολιτών του. Ίσως η κοντινότερη αναλογία που έχουμε για αυτό που έρχεται είναι η δραματική αύξηση των εξουσιών παρακολούθησης και ελέγχου μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Όπως και τότε, το κράτος αποκτά υπερεξουσίες με τους πολίτες σε μεγάλο βαθμό σύμφωνους, αν όχι ενθουσιασμένους, που αυτό προστρέχει στην προστασία τους.

Αυτό σημαίνει φυσικά ότι αναπόφευκτα νέα ερωτήματα θα δημιουργηθούν σχετικά με τα δικαιώματα και την ιδιωτικότητα των πολιτών, την χρήση από το κράτος των δεδομένων τους, και το αν κάποτε αυτές οι αρμοδιότητες θα ανασταλούν όταν η πανδημία περάσει. Η εμπειρία από το «κράτος ασφάλειας» που αναδύθηκε σε απάντηση του κινδύνου της τρομοκρατίας πριν από 20 χρόνια δείχνει βέβαια ότι, συνήθως, όταν το κράτος αποκτά νέες δυνατότητες ελέγχου δύσκολα τις απεμπολεί.

Η συγκέντρωση αυτών των νέων εξουσιών στα χέρια κυβερνήσεων αυταρχικών ή λαϊκιστικών φαντάζει εφιάλτης για το μέλλον της δημοκρατίας. Δεν πρέπει όμως να υποτιμούμε το πρόβλημα βλέποντάς το αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιπαλότητας λαϊκισμού-φιλελευθερισμού. Οι αποκαλύψεις Ασάνζ, Σνόουντεν κλπ έδειξαν ότι και κυβερνήσεις φιλελεύθερες και μετριοπαθείς στις ΗΠΑ και την Ευρώπη τα προηγούμενα 20 χρόνια κάλλιστα έκαναν χρήση των δυνατοτήτων που τους παρείχε η τεχνολογία για να παραβιάσουν την ιδιωτικότητα και τα δικαιώματα των πολιτών τους στο όνομα της «ασφάλειας».

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι πώς θα λαμβάνουν χώρα οι δημοκρατικές διαδικασίες από εδώ και πέρα σε εποχή κοινωνικής αποστασιοποίησης. Σε πρακτικό επίπεδο, ήδη βλέπουμε ότι η δημοκρατία χάνει σε μεγάλο βαθμό το νόημά της όταν υπουργοί και βουλευτές δεν προσέρχονται στο κοινοβούλιο, υποψήφιοι επικοινωνούν με τους ψηφοφόρους αποκλειστικά μέσω μαγνητοσκοπημένων μηνυμάτων, οι πολίτες δεν μπορούν να διαδηλώσουν κοκ.

Πόσο ουσιαστική άραγε μπορεί να είναι η δημοκρατία με την κοινοβουλευτική ζωή, τον δημόσιο διάλογο και την μαζική κινητοποίηση να λαμβάνουν χώρα διαμέσου τηλεδιάσκεψης; Σε εποχές όπου οι ψηφοφόροι ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένοι, αποστασιοποιημένοι ή κυνικοί έναντι της πολιτικής διαδικασίας, αυτή η μετατροπή της δημοκρατίας σε προϊόν αποκλειστικά της τηλεόρασης ή των σόσιαλ μήντια ενδεχομένως να επιφέρει το οριστικό της διαζύγιο με την καθημερινότητα και τις ανησυχίες των απλών ανθρώπων.

Αυτή η συζήτηση όμως δεν έχει μόνο θεωρητικές, αλλά και ξεκάθαρα πρακτικές συνέπειες. Ήδη λόγω της πανδημίας αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές στην Βρετανία, ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στην Γαλλία και οι προεδρικές εκλογές στην Πολωνία. Ποιο είναι το μέλλον των εκλογών στην εποχή του κορονωϊού;

Στην Πολωνία η αντιπολίτευση κατηγόρησε την εθνικιστική κυβέρνηση ότι η επιμονή της να διεξαχθούν οι προεδρικές εκλογές στην ώρα τους δημιουργούσε άνισες συνθήκες διεξαγωγής του προεκλογικού αγώνα, αφού ο πρόεδρος της χώρας εκ των πραγμάτων έχαιρε μεγάλης προβολής λόγω του ρόλου του στην διαχείριση της κρίσης ενώ όλοι οι ανθυποψήφιοί του έπρεπε να αναστείλουν τις εκστρατείες τους. Η περίπτωσης της Πολωνίας ίσως είναι έτσι προανάκρουσμα ανάλογων διλημμάτων σε άλλες χώρες.

Ποια θα είναι σε μια ανάλογη περίπτωση η νομιμοποίηση του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο αν ο πρόεδρος Τραμπ κινείται ελεύθερα χάρη στο αξίωμα και τις αρμοδιότητές του ενώ ο Τζο Μπάιντεν παραμένει αποκλεισμένος στο σπίτι του, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα; Ποιο θα είναι το κύρος των εκλογών γενικά όταν η ουσιαστική κατάργηση των προεκλογικών εκστρατειών όπως τις ξέραμε μέχρι τώρα στερεί από τις κατά τόπους αντιπολιτεύσεις κάθε ουσιαστική ευκαιρία επαφής με τους ψηφοφόρους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις κυβερνήσεις να θέτουν την ατζέντα, να κυριαρχούν στα ΜΜΕ κλπ;

Από την άλλη, είναι η αναβολή εκλογών μέχρι την επαναφορά σε κάποια απροσδιόριστη «ομαλότητα» ενδεδειγμένη λύση για την δημοκρατία; Η πρόσφατη νομοθεσία που πέρασε το ελεγχόμενο από τον Βίκτορ Ορμπάν κοινοβούλιο της Ουγγαρίας δείχνει ότι η πανδημία προσφέρει ευκαιρίες σε κυβερνήσεις με αυταρχικά ένστικτα να βάλουν την δημοκρατία στον πάγο. Αν η διεξαγωγή εκλογών υπό συνθήκες καραντίνας δίνει εκ των πραγμάτων πλεονέκτημα στην κατά τόπους εξουσία, δεν είναι η αναβολή τους ένα ακόμα πιο επικίνδυνο βήμα;

Τελευταίο ερώτημα είναι πώς θα αλλάξουν οι σχέσεις μεταξύ ψηφοφόρων και κομμάτων τώρα που οι κυβερνήσεις καλούνται να αναλάβουν το δίδυμο τιτάνιο έργο της αντιμετώπισης του ιού από την μια μεριά και της διαχείρισης μιας νέας οικονομικής ύφεσης από την άλλη. Μέχρι στιγμής οι ψηφοφόροι δείχνουν στις περισσότερες χώρες να στοιχίζονται πίσω από τις κυβερνήσεις και το πολιτικό τους σύστημα υπό τον φόβο του νέου αόρατου εχθρού. Θα διατηρηθεί αυτή η «περίοδος μέλιτος» που απολαμβάνουν τα περισσότερα κατεστημένα κόμματα στην Ευρώπη όταν η πρώτη περίοδος συναγερμού λήξει;

Τα προηγούμενα χρόνια οι περισσότεροι ερευνητές είχαν καταλήξει στο ότι στις περισσότερες χώρες η άνοδος του λαϊκισμού δεν οφειλόταν τόσο στην επιδείνωση οικονομικών δεικτών, όσο στην ανακίνηση σημαντικών αξιακών και ταυτοτικών ζητημάτων όπως η μετανάστευση και η εθνική κυριαρχία. Θεωρητικά η στροφή σε ζητήματα εξόχως πρακτικά και τεχνικά, όπου απαιτείται μεγάλος βαθμός επιστημονικής και διαχειριστικής επάρκειας, όπως η υγεία και η οικονομία φέρνει το «παιχνίδι» στο «γήπεδο» των παραδοσιακών κομμάτων. Η αύξηση της δημοτικότητας της Άνγκελα Μέρκελ στην Γερμανία και το χάος της διαχείρισης Τραμπ στις ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες ίσως αποτελούν προάγγελο μιας νέας πολιτικής ισορροπίας.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα όμως ίσως είναι παρακινδυνευμένο. Η μεν υγειονομική κρίση πιθανότατα θα διαρκέσει ακόμα 1-2 χρόνια, η δε οικονομική κρίση θα αφήσει σημάδια που θα εκταθούν, όπως μας έδειξε η προηγούμενη μεγάλη ύφεση του 2008-09, σε ορίζοντα δεκαετίας. Η πανδημία θέτει επί τάπητος αιτήματα για δικαιότερη οικονομική ανάπτυξη, διαγενεακή και διαταξική δικαιοσύνη, μεγαλύτερο σεβασμό στο περιβάλλον, αύξηση δημοσίων δαπανών για υγεία και υποδομές, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ένστικτα προστατευτισμού, προστασίας συνόρων και αύξησης της εθνικής κυριαρχίας έναντι εξωτερικών απειλών.

Ο δίδυμος φιλελευθερισμός – οικονομικός και κοινωνικός – της παγκοσμιοποίησης κλονίζεται, και αυτό σημαίνει ότι τα κράτη θα πρέπει να μάθουν να παρέχουν περισσότερα στους πολίτες τους ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργούν μέσα σε ένα πιο ανταγωνιστικό και απρόβλεπτο διεθνές περιβάλλον. Ακόμα και αν τα παραδοσιακά κόμματα κερδίσουν τον «πόλεμο» της άμεσης διαχείρισης της πανδημίας, έχουν τις δυνατότητες και την φιλοδοξία να κερδίσουν την «ειρήνη» της νέας εποχής διαμορφώνοντας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τους πολίτες τους; Αν η απάντηση αποδειχτεί αρνητική, τότε τα πολιτικά συστήματα της Δύσης θα πρέπει να είναι έτοιμα για ακόμα μεγαλύτερη πολιτική ρευστότητα, κατακερματισμό και αστάθεια.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Δημοκρατία στην Εποχή του Κορωνοϊού: Ποιος χάνει, ποιος κερδίζει

Δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Αντιδράσεις προκάλεσε ο χαρακτηρισμός του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας από μέλος της επιτροπής 2021 για τον εορτασμό των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση ως ‘δικτάτορα’. Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι αποδοκιμασίες και το μέλος της επιτροπής υποχρεώθηκε σε επεξηγήσεις (αν και δεν ανασκεύασε πλήρως). Επιχειρούμε μια πρώτη αποτίμηση του ζητήματος εδώ.

Αν και οι αποδοκιμασίες του χαρακτηρισμού είναι εν μέρει δικαιολογημένες (με δεδομένες και παλαιότερες θέσεις του εν λόγω πανεπιστημιακού σε σειρά ζητημάτων), παρ’ όλα αυτά η έκφραση των αμφισβητήσεων απέδειξε για άλλη μια φορά την έλλειψη συγκρότησης του χώρου που χαρακτηρίζεται συνήθως ως ‘πατριωτικός’, ‘λαϊκός’ ή εν γένει ‘δεξιός’.

Η αγανάκτηση για τον χαρακτηρισμό του Καποδίστρια ως ‘δικτάτορα’ πήγαζε κυρίως από την πρόσληψή του από μεγάλη μερίδα του απλού κόσμου ως πατριώτη και βαθιά πιστού Έλληνα (που όντως ήταν). Αυτό όμως δεν απαντά στην κριτική στην θεσμική μορφή της κυβέρνησής του. Φαίνεται έτσι για άλλη μια φορά η αδυναμία του χώρου να κατανοήσει ότι διακυβέρνηση με βάση ιεραρχικές και συντηρητικές αξίες όπως η θρησκεία και η παράδοση απαιτεί και θεσμούς με ανάλογα ιεραρχική συμπεριφορά και αντίληψη.

Γιατί εκ των αντιδράσεων δεν κατέστη σαφές ποιο ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Ακόμα και αν το ζήτημα είναι οι άσχημες συνδηλώσεις του όρου ‘δικτάτορας’ (που είναι όντως εντελώς ανιστόρητος με βάση τα κρατούντα της τότε εποχής, όταν ελάχιστες χώρες στον κόσμο θα θεωρούνταν ‘δημοκρατίες’ με την σημερινή έννοια, έστω κατά προσέγγιση), προτείνεται κάποιος άλλος όρος του καθεστώτος Καποδίστρια; Και αν αρνούμαστε μετ’ επιτάσεως ότι ήταν δικτάτορας, εννοούμε στα σοβαρά ότι ήταν ‘δημοκράτης’;

Αυτή η έλλειψη στο λεξιλόγιο της μιας πλευράς (για να μιλήσουμε σχηματικά) της συζήτησης είναι εν τέλει το πρόβλημα, γιατί η άλλη πλευρά – αυτή του μέλους της επιτροπής – έχει πλήθος εννοιών να αποδώσει ακόμα και το πιο μικροσκοπικό τετραγωνικό χιλιοστό του πολιτικού φάσματος που προέκυψε από τα απανωτά στάδια της νεωτερικότητας: φιλελευθερισμός, κοινωνικός φιλελευθερισμός, ελευθεριασμός, σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κομμουνισμός, ριζοσπαστικό κέντρο, προοδευτικό κέντρο, η ανακάλυψη εννοιών και (αυτο)χαρακτηρισμών είναι αέναη.

Η πλεύρα που έσπευσε στην υποστήριξη του Καποδίστρια από την άλλη δεν φαίνεται να μπορεί να εκφράσει κάτι παραπάνω από ένα θυμικό, ένα ‘τι-δεν-είμαι’ χωρίς παραπέρα άρθρωση. Πράγμα που επιτρέπει άλλωστε στους αντιπάλους της να την ετεροκαθορίζουν κατά το δοκούν: ‘δικτάτορας’ ο ένας, ‘λαϊκιστής’ ο άλλος, ‘υπερπατριώτης’ ο τρίτος, όροι που χρησιμοποιούνται πότε σκωπτικά και πότε καταχρηστικά και στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα (πχ συλλαλητήρια για το Μακεδονικό) και σε ιστορικές συζητήσεις.

Η γοητεία του Καποδίστρια έγκειται στο ότι λειτούργησε εξαρχής και ταυτόχρονα ως αντίπαλος και των δυο ομάδων που έκτοτε εν πολλοίς καθορίζουν τις τύχες τις χώρας: τα αυτοφυή πελατειακά καπετανάτα από την μια μεριά και τους ‘διαφωτισμένους’ μεταπράττες των δυτικών μοδών από την άλλη. Το επίτευγμα αυτών των δυο ομάδων είναι ότι διαχρονικά εμφανίζονται ως άσπονδοι εχθροί, ενώ στην πραγματικότητα η δήθεν αντιπαλότητά τους τούς επιτρέπει να συγκυβερνούν σε έναν 200ετή ντε φάκτο ‘μεγάλο συνασπισμό’ κάτω από την μύτη του κόσμου.

Ο διακανονισμός τους άλλωστε φαίνεται και στο πώς έχουν θέσει από κοινού τους όρους του εορτασμού του 2021: δεν είναι το έθνος που θεωρείται δεδομένο και το κράτος αυτό που πρέπει να προσεγγίσουμε με κριτική διάθεση για όλες τις αποτυχίες του να υπηρετήσει το έθνος, αλλά η δημιουργία ενός τσάτρα-πάτρα κράτους για το οποίο πρέπει να είμαστε ευγνώμονες και το έθνος αυτό που αφήνεται (αν δεν ενθαρρύνεται) να μπει στην προκρούστεια κλίνη των culture wars στα σόσιαλ μήντια και την τηλεόραση.

Αυτό το οποίο μένει ανομολόγητο είναι ποια ήταν και πώς μεταφραζεται σήμερα η πολιτική ιδεολογία του Καποδίστρια. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Καποδίστριας (όπως και ο Μεταξάς) εξέφρασε την αντίληψη του αυταρχικού, συντηρητικού κράτους. Μια αντίληψη που ουσιαστικά λέει ότι το κράτος θα αντανακλά στον συμβολισμό και το πνεύμα του τις αξίες, την πίστη και το φρόνημα του λαού, αλλά η λειτουργία του θα είναι άτεγκτα, σχεδόν αμείλικτα, ορθολογιστική προκειμένου το έθνος να προοδεύσει.

Η πολιτεία του Καποδίστρια ξεπερνούσε έτσι το ψευδεπίγραφο δίλημμα ‘παράδοση ή εκσυγχρονισμός’ γύρω από το οποίο υποτίθεται ότι μάλωναν προύχοντες και φιλελεύθεροι. Άλλωστε και οι δυο αυτές ομάδες τελικά τα βρήκαν μια χαρά στην από κοινού προώθηση και επιβολή της εκλογικής δημοκρατίας ως θέσφατου και υπέρτατης αξίας της λειτουργίας του κράτους στην Ελλάδα εις βάρος όλων των άλλων θεσμικών λειτουργιών του.

Ένα βασικό δίδαγμα της επιστήμης της συγκριτικής πολιτικής είναι ότι η ακολουθία θεσμικής συγκρότησης και εκ-μαζοδημοκρατισμού εν πολλοίς καθορίζει, ακόμα και αιώνες μετά, αν ένα κράτος θα είναι στιβαρό ή αδύναμο. Αν το ένα προηγηθεί του άλλου ή εφαρμοστεί πριν ολοκληρωθεί, τότε δεν καταλήγεις σε φιλελεύθερη δημοκρατία μέσα σε ένα ευνομούμενο κράτος αλλά σε αδύναμο κράτος, πελατειασμό, υπανάπτυξη και πολιτική πόλωση, παθογένειες που διαιωνίζονται στο όνομα της ‘δημοκρατίας’.

Η διαφορά στην ακολουθία κράτους και δημοκρατίς είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά μεταξύ της Γαλλίας των Βουρβόνων, της Πρωσίας των Χοεντσόλερν ή της Αγγλίας των Τυδόρ – κράτη αυταρχικά, συγκεντρωτικά, ιεραρχικά που εκδημοκρατίστηκαν σταδιακά μετά από αιώνες συγκρότησης – και των αδύναμων σήμερα κρατών της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής – κράτη με αδύναμη κεντρική εξουσία, έρμαια δικτύων και προνεωτερικών σχέσεων εξάρτησης.

Όπως είχε γράψει κάποτε ο Fukuyama για τα σπαρασσόμενα από εμφυλίους κράτη της Αφρικής την δεκαετία του ’90: ‘the problem of some countries is not that they have violence, it’s that they don’t have enough of the right kind of violence’.

Επομένως ναι, δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δικτάτορας ο Καποδίστριας. Και λοιπόν;

Σωστές Ερωτήσεις, Λάθος Απαντήσεις

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 22ης Απριλίου 2020.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) είναι εξόχως προβληματική και περιπλέκει την παγκόσμια διαχείριση της πανδημίας. Για τον Τραμπ ο ΠΟΥ είναι ένας ιδανικός «μπαμπούλας» πάνω στον οποίο μπορεί να προβάλλει τις εμμονές που τον έφεραν στην εξουσία: δυσπιστία έναντι διεθνών οργανισμών, απόδοση όλων των προβλημάτων σε ξένες συνωμοσίες, συνεχής αναζήτηση εξωτερικών εχθρών κοκ.

Τι έχει κάνει όμως ο ΠΟΥ για να αξίζει τέτοια άκριτη υποστήριξη; Την ώρα που οι γειτονικές στην Κίνα χώρες και επικράτειες – Νότια Κορέα, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Ταϊβάν – λάμβαναν άμεσα μέτρα με το που έγινε γνωστό ότι μία νέα αναπνευστική ασθένεια εμφανίστηκε στην Γουχάν, ο ΠΟΥ αναπαρήγαγε την προπαγάνδα του Πεκίνου ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις μετάδοσης του ιού από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σήμερα ο ΠΟΥ συγχαίρει την Κίνα για την «αποτελεσματική αντιμετώπιση» της επιδημίας παρότι οι περισσότεροι παρατηρητές συμφωνούν ότι τα στοιχεία που δίνει το Πεκίνο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από την άλλη ο ΠΟΥ δεν κάνει ουδεμία αναφορά στην Ταϊβάν, αν και είναι μακράν η πιο επιτυχημένη χώρα στην αντιμετώπιση του ιού, προκειμένου να μη δυσαρεστήσει την Κίνα.

Αν μη τι άλλο, η πανδημία θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για την ουσιαστική μεταρρύθμιση του διεθνούς καθεστώτος συνεργασίας στον τομέα της υγείας, μέσω της δημιουργίας ενός πραγματικά τεχνοκρατικού και ανεξάρτητου παγκόσμιου κέντρου επιτήρησης και ελέγχου επιδημιών. Αντίθετα, οι άκομψες κινήσεις του Τραμπ παρέχουν άλλοθι για τους απολογητές της «παγκόσμιας θεσμικής τάξης», προκειμένου να συντηρούν ένα ιδιαίτερο καθεστώς ασυλίας των διεθνών οργανισμών, ακόμα και όταν αυτοί έχουν πάψει να λειτουργούν σωστά ή έχουν γίνει φερέφωνα αυταρχικών καθεστώτων.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον ΠΟΥ. Από την οικονομική διαφθορά και την αποτρόπαια κουλτούρα σεξουαλικής παρενόχλησης, χρόνιες κακοπάθειες των αποστολών του ΟΗΕ σε φτωχές χώρες, στην παράλυση του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η παγκόσμια θεσμική τάξη είναι πια σκιά του παλιού εαυτού της, θύμα της γεωπολιτικής υποχώρησης της Δύσης και του οπορτουνισμού των ανερχόμενων μη-Δυτικών δυνάμεων, οι οποίες αποδείχτηκαν ανεύθυνοι διαχειριστές της κληρονομιάς του μεταπολεμικού διεθνούς θεσμικού οικοδομήματος. Στην περίπτωση του ΠΟΥ, αυτή η θεσμική αποσάθρωση τελικά κοστίζει ανθρώπινες ζωές.

Ο εθνικιστικός λόγος του Τραμπ σίγουρα δεν αποτελεί λύση. Ωστόσο, η υποκρισία και η ηθικιστική αγανάκτηση των αντιπάλων του, που σπεύδουν σχεδόν παβλοφικά να υπερασπιστούν ο,τιδήποτε μπαίνει στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου, ενδέχεται να προξενήσουν μακροπρόθεσμα μεγαλύτερο κακό.. Όπως δείχνει το παράδειγμα του ΠΟΥ, ο μόνος τρόπος για να αποφύγει η παγκόσμια θεσμική τάξη την απαξίωσή της στην μετά την πανδημία εποχή είναι οι γενναίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η κριτική του Τραμπ θα γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σωστές Ερωτήσεις, Λάθος Απαντήσεις

O Ιός της Πολιτικοποίησης

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 1ης Απριλίου 2020

Η είδηση ότι ο βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον προσβλήθηκε από κορονοϊό «χαιρετίστηκε» με σαρκαστικό τόνο από πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης ως κάποιου είδους μεταφυσική τιμωρία για την πολιτική «ανοσίας αγέλης» που αρχικά φάνηκε να ακολουθεί η Βρετανία. Ήταν όμως μόνο το τελευταίο δείγμα του πόσο πολιτικά χρωματισμένη είναι – δυστυχώς – η κάλυψη των πολιτικών αντιμετώπισης του κορονοϊού στην διεθνή συζήτηση.

Η πλειοψηφία του δυτικού Τύπου επιμένει να καλύπτει την κρίση του κορονοϊού σαν προέκταση των διαιρετικών γραμμών των περασμένων ετών. Κυριαρχεί έτσι η εντύπωση ότι οι «λαϊκιστές» παίζουν με την υγεία των πολιτών τους, ενώ αντίθετα «σοβαροί», «φιλοευρωπαίοι» ή «αντιλαϊκιστές» ηγέτες (ό,τι κι αν σημαίνουν αυτοί οι όροι) έχουν καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης και έχουν πάρει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

Σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η αντίληψη δεν είναι λανθασμένη. Η στάση των Τραμπ και Μπολσονάρο για παράδειγμα δημιουργεί πολλές ανησυχίες, όχι τόσο γιατί οι δυο ηγέτες δεν λαμβάνουν μέτρα όσο επειδή χρησιμοποιούν μία αντιεπιστημονική και πολωτική ρητορική προσπαθώντας να μετατρέψουν τον ιό σε νέα διαιρετική τομή μέσα στις κοινωνίες τους.

Από την άλλη, αξίζει να αντιπαραθέσουμε τις πολιτικές δύο ευρωπαϊκών χωρών, της Πολωνίας και της Σουηδίας. Η Πολωνία έλαβε μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων και των συνόρων πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες. Ξεπέρασε το (ανάλογης ευαισθησίας με την Ελλάδα) ζήτημα του εκκλησιασμού επιβάλλοντας όριο πέντε πιστών στις λειτουργίες. Το lockdown περιλαμβάνει ακόμα και ειδική ψηφιακή εφαρμογή που δίνει συμβουλές στους πολίτες, καθώς και μια διαδικτυακή πλατφόρμα με βιντεοπαιχνίδια για τα παιδιά που μένουν σπίτι.

Από την μεριά της, η Σουηδία είναι η πραγματική εξαίρεση στον δυτικό κόσμο. Μπαρ, εστιατόρια και γυμναστήρια παραμένουν ανοιχτά και τρένα εξακολουθούν να μεταφέρουν κόσμο στα χιονοδρομικά κέντρα ενώ το υπουργείο υγείας καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα επιλέγονται οι ασθενείς που θα έχουν πρόσβαση σε ΜΕΘ όταν ξεκινήσει η νοσηλευτική κρίση. Στην Σουηδία η «ανοσία αγέλης» δεν είναι απλά υπόθεση εργασίας, όπως στην Βρετανία, αλλά επίσημη κρατική πολιτική.

Παραβλέπεται ωστόσο πως η σουηδική κυβέρνηση είναι ένας κεντροαριστερός και σε καμιά περίπτωση «λαϊκιστικός» συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, ενώ το κυβερνών κόμμα της Πολωνίας είναι εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό. Μάλιστα, οι ελάχιστες αναφορές στη δεύτερη από τον συνήθως εχθρικά διακείμενο διεθνή Τύπο σχετίζονται κυρίως με τα παράπονα της πολωνικής κυβέρνησης προς την ΕΕ για απουσία αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών – μια κατηγορία που όπως έδειξε η πρόσφατη σύνοδος της Ευρωζώνης δεν είναι αβάσιμη.

Βλέπουμε επομένως ότι η πολιτικοποίηση της διεθνούς συζήτησης δεν είναι καθόλου χρήσιμη, όχι μόνο γιατί συντηρεί πολιτικά στερεότυπα και ειδησεογραφικές ανακρίβειες, αλλά ακόμα χειρότερα επειδή αποσπά την προσοχή από ουσιωδέστερα ερωτήματα που θα πρέπει να συνεχίσουν να μας απασχολούν και μετά την πανδημία. Ελάχιστα σχολιάζεται, για παράδειγμα, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Δύσης στην αντιμετώπιση της επικείμενης απειλής, παρότι όλες οι χώρες είχαν πλεονέκτημα τριών ολόκληρων μηνών σε σχέση με την Ασία, ή ότι το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας αποδεικνύεται τρομερά εύθραυστο ύστερα από δεκαετίες μειωμένης χρηματοδότησης και οικονομικής κρίσης, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Η πανδημία αντανακλά την συνολική κρίση διακυβέρνησης των δυτικών πολιτικών συστημάτων. Η εμμονή με την πολιτική απόχρωση της εκάστοτε κυβέρνησης στην φάση διαχείρισης της κρίσης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συγκαλύπτει μακροχρόνια ελλείμματα και παραλείψεις για τα οποία όλες οι πολιτικές ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, θα πρέπει σύντομα να δώσουν εξηγήσεις.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο O Ιός της Πολιτικοποίησης

Το «δόγμα της ακινησίας» του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Στο πλαίσιο ανάλυσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συναντάται συχνά η φράση «το δόγμα της ακινησίας», επισήμανση από ακαδημαϊκούς, διπλωμάτες και δημοσιογράφους που υποδηλώνει την δήθεν απροθυμία των Αθηνών να προσέλθει σε διάλογο με την Άγκυρα για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών.
Η χρήση του όρου υπονοεί μια μονολιθική προσέγγιση, μια άκαμπτη άρνηση και παντελή έλλειψη διάθεσης συνομιλίας με την Τουρκία επιρρίπτοντας εμμέσως την ευθύνη για το αδιέξοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στην έλλειψη βούλησης εκ μέρους της Ελλάδος να συζητήσει με τη γείτονα. Ωσάν να μην υφίστανται δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών και να μην έχουν υπάρξει δεκάδες γύροι διερευνητικών συνομιλιών τα τελευταία χρόνια. Ως αιτία του αδιεξόδου δεν λογίζεται η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας και η έκνομη συμπεριφορά της με αποκορύφωμα την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου για κήρυξη πολέμου σε περίπτωση κατά την οποία η Αθήνα ασκήσει το νόμιμο (μονομερές) δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. αλλά η υποτιθέμενη άκαμπτη στάση των Αθηνών για διάλογο. Πως αλήθεια η Αθήνα που αξιώνει σεβασμό του διεθνούς δικαίου και επαναλαμβάνει μονότονα πως τάσσεται υπέρ της διεθνούς νομιμότητας προσέρχεται σε διάλογο με γείτονα χώρα της οποίας η προαναφερόμενη απειλή πολέμου συνιστά παραβίαση υποχρεωτικού έναντι όλων κανόνα του διεθνούς δικαίου (jus cogens) όπως η ειρηνική επίλυση των διαφορών και η απαγόρευση χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας (άρθρο 2.4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών); Πως συμβιβάζεται η τήρηση της διεθνούς νομιμότητας που ευαγγελίζεται η Αθήνα με την συναίνεση της τελευταίας, από το casus belli του τουρκικού κοινοβουλίου και εντεύθεν, στην υπονόμευση των αρχών του διεθνούς δικαίου μέσω της συμμετοχής της στον ελληνοτουρκικό διάλογο;
Η ακινησία και η απολυτότητα αυτής της υποτιθέμενης προσέγγισης μη διαλόγου αντιπαραβάλλεται απέναντι στη ρεαλιστική και ευέλικτη θέση δυναμικών διπλωματικών πρωτοβουλιών, γενναίων αποφάσεων που σπάνε στερεότυπα, έρχονται σε ρήξη με το αρτηριοσκληρωτικό κατεστημένο(;), ενδύονται τον μανδύα της προοδευτικότητας, της τόλμης και άλλα χαριτωμένα. Παράλληλα, η σπουδή αυτή για διάλογο άνευ προϋποθέσεων – γιατί η σπουδή αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις θέλει να ακυρώσει – λογίζεται ως η μόνη ορθολογική πορεία δράσης για την αποφυγή των εντάσεων και συνεπώς του πολέμου. Συμπέρασμα εκβιαστικό: η μη άμεση εκκίνηση διαλόγου με την Τουρκία συνεπάγεται αργά ή γρήγορα πολεμική ρήξη. Παράλληλα, όσοι επιδεικνύουν την παραπάνω σπουδή οφείλουν να γνωρίζουν πως η Άγκυρα θα απαιτήσει, για όσο διαρκεί ο διάλογος, να σταματήσει κάθε κίνηση εκμετάλλευσης στο Αιγαίο που θα μπορούσε να υπονομεύσει την προσπάθεια διαβούλευσης. Ανάλογες πρόνοιες υπήρξαν στο Πρακτικό της Βέρνης το 1976 και στη συμφωνία του Νταβός το 1988. Συνέπεια τούτου θα είναι η ουδετεροποίηση ολόκληρου του Αιγαίου εμπεδώνοντας στα μάτια τρίτων την ισότητα δικαιωμάτων, Ελλάδος και Τουρκίας, σε αυτό.
Τούτη δε η σπουδή για διάλογο (άνευ προϋποθέσεων) προέχεται κατά κόρον από εκπροσώπους του πολιτικού προσωπικού της χώρας που χειρίστηκαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές για δεκαετίες και όμως δεν στάθηκε εφικτό, αν και μεσολάβησαν πλείστες διαδικασίες διαλόγου να εξευρεθεί λύση. Τονίζουν δε το αναπόδραστο της συνεχούς επιδείνωσης όσο περνάει ο χρόνος λησμονώντας ότι ο χρόνος είναι ουδέτερο στοιχείο και η αξία του έγκειται στον τρόπο χρήσης του. Αυτοί οι οποίοι επί δεκαετίες υπονόμευσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας με ουσιαστικές υποχωρήσεις και ελλιπή πολεμική προπαρασκευή και έθισαν τον ελληνικό λαό με σωρεία ψευδαισθήσεων (ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, προστασία από ΕΕ και ΝΑΤΟ, παντοδυναμία διεθνούς δικαίου), κάνουν τώρα υποδείξεις με την έπαρση μιας αυθεντίας που τόσο κόστισε στη χώρα.
Ο διάλογος με την Τουρκία για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών (επιταγή άλλωστε της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας) οφείλει να ακολουθήσει μια σειρά προϋποθέσεων: κλείσιμο κόλπων, υιοθέτηση ευθειών γραμμών βάσης, απαίτηση άρσης με απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου του casus belli εφόσον η Αθήνα τάσσεται –έτσι ισχυρίζεται – με τη διεθνή νομιμότητα, επέκταση χωρικής θάλασσας στα 12 ν.μ., κατάθεση συντεταγμένων ΑΟΖ στον ΟΗΕ (οι σχετικές πρόνοιες του νόμου 4001 δεν αρκούν). Τέλος, καθορισμός εκ των προτέρων συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος μετά το πέρας του οποίου το θέμα των θαλασσίων ζωνών θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να τεθούν ανεξάρτητα από την απάντηση της Άγκυρας σε αυτές.
Καταλήγοντας, θα πρέπει, να γίνει κατανοητό, από ηγεσία και κοινωνία, αφ’ ενός το μέγεθος των θυσιών παρελθουσών γενεών για να διατηρεί η χώρα τη σημερινή της επικράτεια ώστε ο όποιος διάλογος για το εδαφικό καθεστώς να γίνεται υπό τις πλέον ασφαλείς και αυστηρές προϋποθέσεις. Αφ΄ ετέρου να καταστεί συνείδηση η τουρκική στοχοθεσία συνολικής απομείωσης της ελληνικής παρουσίας στο Αιγαίο αποκόπτοντας την Αθήνα από την Ανατολική Μεσόγειο (και την Κυπριακή Δημοκρατία) περιορίζοντάς το ελλαδικό κράτος σε μια στενή χερσαία λωρίδα της χερσονήσου του Αίμου.

 

Πρώτη δημοσίευση  στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Μαρτίου 2020

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το «δόγμα της ακινησίας» του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνοι Μας

‘Αρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στα Νέα της 3ης Μαρτίου 2020 με θέμα την μεταναστευτική κρίση

Βασική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα τα τελευταία 20 χρόνια, είναι η «διεθνοποίηση» των διμερών προβλημάτων με την Τουρκία. Αυτή η αρχή εφαρμόστηκε αρχικά με επιφυλακτικότητα, για να οδηγήσει σταδιακά, και την τελευταία δεκαετία ολοένα και πιο έντονα, στην υπέρμετρη αισιοδοξία ότι η Ελλάδα θα μπορούσε ακόμα και να αντικαταστήσει την Τουρκία ως προνομιακό εταίρο της Δύσης στην περιοχή.

Αυτό βέβαια είχε να κάνει λιγότερο με τις πράξεις της Ελλάδας – που τα τελευταία δέκα χρόνια έχει υποστεί καθίζηση σε όλους τους δείκτες ισχύος της – και πιο πολύ με το ότι ο Ερντογάν ακολουθούσε στρατηγική έντασης με την Δύση. Σε όποια περίπτωση, η Ελλάδα μέχρι πριν ένα μήνα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι η Τουρκία είναι «διεθνώς απομονωμένη», αν και η στήριξη που βρήκαμε σε ζητήματα όπως οι γεωτρήσεις ή το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν μηδαμινή.

Αν όμως υπήρχαν ακόμα ελπίδες ότι η «διεθνοποίηση» των διμερών μας προβλημάτων μπορεί να συνετίσει τον Ερντογάν, αυτές κατέρρευσαν τις τελευταίες ημέρες, όπου η αντίδραση των εταίρων στον εκβιασμό της Τουρκίας στο μεταναστευτικό ήταν απογοητευτική. Στην συνάντηση του ΝΑΤΟ για την Συρία το κύριο μέλημα των συμμάχων ήταν να στηρίξουν την Τουρκία έναντι της Ρωσίας στο Ιντλίμπ αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στις υποχρεώσεις της στο μεταναστευτικό. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι ΗΠΑ εξετάζουν τώρα την παροχή πυραυλικών συστημάτων στην Τουρκία για να αντιμετωπίσει την ρωσική υπεροπλία στην Συρία.

Οι πιο θλιβερές δηλώσεις όμως ήρθαν –  από πού αλλού; – από την Γερμανία, όπου η υπουργός άμυνας Κραμπ-Κάρενμπαουερ και ο πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Μπούντεσταγκ Νόρμπερτ Ρέτγκεν κατηγόρησαν ως υποκινητή της νέας κρίσης την…Ρωσία! Ο Ρέτγκεν μάλιστα αποκάλεσε τον εκβιασμό Ερντογάν «μια κραυγή αγωνίας η οποία υποδηλώνει ότι η Τουρκία θέλει να εγκαταλείψει την Ρωσία και να επιστρέψει στην Δύση»!

Ποιος είναι άρα «απομονωμένος»; Η Τουρκία, που εμπαίζει ατιμώρητη την Δύση; Ή η Ελλάδα, που τα τελευταία χρόνια έχει κάνει την εξωτερική της πολιτική παράρτημα των στρατηγικών, διπλωματικών και ενεργειακών προτεραιοτήτων τρίτων με μηδενικό αντίκρισμα; Και έχοντας ακυρώσει μάλιστα κάθε εναλλακτική – ας θυμηθούμε την δημόσια ρήξη με την Ρωσία μετά την συμφωνία των Πρεσπών, από την οποία οι ελληνορωσικές σχέσεις ακόμα δεν έχουν συνέλθει.

Κάποιος θα αντέτεινε ότι η Ελλάδα δεν είχε εξαρχής επιλογές. Αυτό δεν δικαιολογεί όμως την μαλθακότητα και τον εφησυχασμό. Mε την Τουρκία και την Ρωσία ξανά σε φάση αντιπαλότητας σε Λιβύη και Συρία, ήταν λογικό ο Ερντογάν να εκβιάσει την Δύση με δέλεαρ την εγκατάλειψη της συμμαχίας με την Ρωσία. Καθώς ο κύριος μοχλός πίεσης που έχει είναι το μεταναστευτικό, η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι πλήρως προετοιμασμένη για την διαχείρισή του ως στρατηγικής απειλής. Αντί αυτού είδαμε τις εικόνες διάλυσης σε Λέσβο και Χίο αρχικά και στον Έβρο σήμερα.

Το δίδαγμα αυτής της αποτυχίας δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται συμμαχίες. Αυτές είναι απαραίτητες, αλλά στον σημερινό κόσμο της υποχώρησης της Δύσης και του αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, «συμμαχίες» σημαίνει πολυσχιδής και αντισυμβατική διπλωματία, κυνική εκμετάλλευση των ανασφαλειών παραδοσιακών συμμάχων, και ανάπτυξη νέων σχέσεων ακόμα και σε περιοχές όπου η Ελλάδα δεν είχε ιστορικά ενεργή παρουσία.

Ακόμα και αν αυτά γίνουν στο εξωτερικό όμως, δεν μπορούν ποτέ να είναι υποκατάστατο για όσα πρέπει να γίνουν στο εσωτερικό: συνολική αλλαγή νοοτροπίας, θεσμικής λειτουργίας και παραγωγικού προτύπου. Εδώ που βρισκόμαστε, οτιδήποτε λιγότερο από μια εκ βάθρων αλλαγή στις σχέσεις κράτους-κοινωνίας, και κυρίως στην νοοτροπία με την οποία και οι δυο αυτοί πόλοι λειτουργούν, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόνοι Μας

Πώς να είσαι ένας μη-φιλελεύθερος αντι-σοσιαλιστής συντηρητικός. Roger Scruton

κατάλογος

 

Μετάφραση: Δημήτρης Βερδελής

Επιμέλεια-διορθώσεις: Ομάδα συνεργατών του ΙΝΣΠΟΛ.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καλό φίλο Δημήτρη Βερδελή για την όμορφη αυτή πρωτοβουλία και στον Λ.Κ. για την υπομονή και τον χρόνο που αφιέρωσε στην επιμέλεια του κειμένου.

 

Οι μεταπολεμικοί διανοούμενοι έχουν κληρονομήσει δύο σημαντικά συστήματα πολιτικής σκέψης με τα οποία ικανοποιούν τη λαγνεία τους για το δόγμα: φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός. Το γεγονός ότι, ακόμα και στην Ανατολική Ευρώπη, η «παγκόσμια σύγκρουση» που κράτησε για εβδομήντα χρόνια ειδώθηκε συχνά σε σχέση με την αντίθεση μεταξύ αυτών των συστημάτων μαρτυρεί την ανθεκτικότητα αυτής της νοοτροπίας διχοτόμησης.    Και επειδή πρόκειται για συστήματα, συχνά υποτίθεται ότι διαθέτουν οργανική ενότητα – ότι δεν μπορείτε να ασπαστείτε κάποιο μέρος ενός από αυτά χωρίς να το ασπαστείτε ολόκληρο. Αλλά ας πούμε εξαρχής ότι από την άποψη των σημερινών μας δεινών, τίποτα δεν είναι πιο προφανές για αυτά τα συστήματα από το γεγονός ότι είναι, ως προς τις προϋποθέσεις τους, ουσιαστικά τα ίδια.

Το κάθε σύστημα προτείνει μια περιγραφή της κατάστασής μας και μια ιδανική λύση για αυτήν, με όρους κοσμικούς, αφηρημένους, καθολικούς που διέπονται από την αρχή της πολιτικής ισότητας. Το κάθε ένα βλέπει τον κόσμο με «αποϊεροποιημένους» όρους, με όρους που, στην πραγματικότητα, δεν αντιστοιχούν σε μια διαρκή κοινή ανθρώπινη εμπειρία, αλλά μόνο στα ψυχρά, αποστεωμένα ερμηνευτικά παραδείγματα που στοιχειώνουν τους εγκεφάλους των διανοουμένων. Και τα δύο είναι αφηρημένα, ακόμη και όταν ισχυρίζονται ότι δίνουν μια θέαση της ανθρώπινης ιστορίας. Η ανθρώπινη ιστορία, όπως και η φιλοσοφία, αποσπάται από τη συγκεκριμένη συνθήκη του ανθρώπινου παράγοντα και, μάλιστα, στην περίπτωση του μαρξισμού,  φτάνει στο σημείο να αρνείται την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης  πράξης , προτιμώντας να βλέπει τον κόσμο ως συρροή απρόσωπων δυνάμεων. Οι ιδέες με τις οποίες οι άνθρωποι ζουν και βρίσκουν την τοπική τους ταυτότητα – ιδέες πίστης, χώρας ή έθνους, θρησκείας και χρέους – όλα αυτά είναι, για τον σοσιαλιστή, απλή ιδεολογία, και για τον φιλελεύθερο, θέματα «ιδιωτικής» επιλογής, σεβαστά από το κράτος μόνο επειδή δεν μπορούν να έχουν πραγματική σημασία στο κράτος.

Μόνο σε λίγα μέρη στην Ευρώπη και την Αμερική μπορεί κάποιος να αυτό-αποκαλείται συντηρητικός και να περιμένει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Επομένως, το πρώτο καθήκον του συντηρητισμού είναι να δημιουργήσει μια γλώσσα στην οποία ο όρος «συντηρητικός» δεν θα είναι πλέον υβριστικός. Αυτό το καθήκον είναι μέρος ενός άλλου, και μεγαλύτερου εγχειρήματος: του  εξαγνισμού της γλώσσας από την ύπουλη συνθηματοποίηση που την κατέλαβε . Δεν πρόκειται για απλό εγχείρημα  . Πράγματι, συνιστά, κατά μία έννοια, το σύνολο της πολιτικής.

Όπως οι κομμουνιστές συνειδητοποίησαν από την αρχή, ο έλεγχος της γλώσσας είναι ο έλεγχος της σκέψης – όχι της πραγματικής σκέψης, αλλά των δυνατοτήτων της σκέψης.

Οι γονείς μας σκέφτονταν με όρους θεμελιακών διχοτομιών, εν μέρει εξαιτίας των επιτυχημένων προσπαθειών των κομμουνιστών, οι οποίες ευνοήθηκαν από ένα παγκόσμιο πόλεμο τον οποίο οι κομμουνιστές επιτάχυναν.  Αριστερά-δεξιά, κομμουνιστής-φασίστας, σοσιαλιστής-καπιταλιστής και ούτω καθεξής. Αυτοί ήταν οι «όροι συζήτησης» που κληρονομήσαμε. Στο βαθμό που δεν είσαι «στην Αριστερά», υπονοούσαν, τότε σε αυτό το βαθμό είσαι «στην Δεξιά». Στον βαθμό που δεν είσαι κομμουνιστής, τότε τόσο πλησιέστερα βρίσκεσαι στο φασισμό. Εάν δεν είσαι σοσιαλιστής, τότε είσαι συνήγορος του «καπιταλισμού», ως οικονομικού και πολιτικού  συστήματος .

Αν υπάρχει μια βασική διχοτομία που μας φέρνει αντιμέτωπους  αυτή τη στιγμή, είναι μεταξύ ημών – των κληρονόμων  των σωζομένων τμημάτων του Δυτικού Πολιτισμού  και της δυτικής πολιτικής σκέψης – και των κομιστών των διχοτομιών. Δεν υπάρχει τέτοια αντίθεση όπως αυτή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, ή μεταξύ κομμουνισμού και φασισμού. Υπάρχει απλώς μια αιώνια συμμαχία μεταξύ εκείνων που σκέφτονται  με όρους διχοτομιών και ετικετών – αν και πρόκειται για μια «συμμαχία των φαύλων», οι οποίοι  είναι πάντα έτοιμοι να παραβιάσουν τους όρους που τους δεσμεύουν -. Είναι το νέο στυλ της πολιτικής, η επιστήμη που έχει αντικαταστήσει στην πραγματικότητα την «πολιτική» όπως ήταν πάντοτε γνωστή. Είναι ένας κόσμος «δυνάμεων» και «κινημάτων «. Ο κόσμος με τη μορφή που γίνεται αντιληπτός από αυτά τα παιδαριώδη μυαλά βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση αναταραχής και σύγκρουσης, προχωρώντας τώρα προς την αριστερά, τώρα προς τα δεξιά, σύμφωνα με τις πρόχειρες προβλέψεις  του τάδε ή του δείνα θεωρητικού του κοινωνικού πεπρωμένου του ανθρώπου. Πάνω απ ‘όλα, το διχοτομικό μυαλό έχει ανάγκη από ένα σύστημα. Επιδιώκει μια  θεωρητική αποτύπωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης του ανθρώπου, από την οποία να προκύπτει ένα δόγμα που θα απαντά σε κάθε ουσιώδη περίσταση.

Κάθε ένα από αυτά τα δύο συστήματα  είναι επίσης παγκόσμιο. Ο διεθνής σοσιαλισμός είναι το δηλωμένο ιδανικό των περισσότερων σοσιαλιστών. Ένας διεθνής φιλελευθερισμός είναι η άδηλη τάση των φιλελεύθερων.  Κανένα από τα δύο συστήματα δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι άνθρωποι ζουν, όχι με καθολικές προσδοκίες αλλά με τοπικούς δεσμούς,  όχι από μια «αλληλεγγύη» που εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο από τη μια άκρη στην άλλη, αλλά από υποχρεώσεις που κατανοούνται με όρους που διακρίνουν τους ανθρώπους από τους περισσότερους από τους συνανθρώπους τους – με όρους όπως η εθνική ιστορία, η θρησκεία, η γλώσσα και τα έθιμα που παρέχουν νομιμοποιητική βάση. Τέλος – και η σημασία αυτού δεν πρέπει ποτέ να υποτιμηθεί – τόσο ο σοσιαλισμός όσο και ο φιλελευθερισμός είναι, σε τελευταία ανάλυση, εξισωτικοί. Και οι δύο υποθέτουν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι από κάθε άποψη που σχετίζεται με   το πολιτικό τους πλεονέκτημα. Για τον σοσιαλιστή, οι άνθρωποι είναι ίσοι στις ανάγκες τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα τους παρέχονται για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Για τον φιλελεύθερο, είναι ίσοι στα δικαιώματά τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα επηρεάζουν την κοινωνική και πολιτική τους θέση.

Πρέπει να πω αμέσως ότι έχω περισσότερη συμπάθεια για τη φιλελεύθερη παρά για τη σοσιαλιστική θέση. Διότι βασίζεται σε μια φιλοσοφία που δεν σέβεται μόνο την πραγματικότητα του ανθρώπινου παράγοντα, αλλά προσπαθεί επίσης να συμβιβάσει την πολιτική μας ύπαρξη με τις στοιχειώδεις ελευθερίες που απειλούνται συνεχώς από αυτήν. Αλλά -όποια και αν είναι η αξία του ως φιλοσοφικό σύστημα- ο φιλελευθερισμός παραμένει, για μένα, απλά και  μόνο αυτό ένα σταθερό διορθωτικό της  συγκεκριμένης  πραγματικότητας, αλλά δεν συνιστά  μια πραγματικότητα από μόνη της. Πρόκειται για μια σκιά του φωτός της λογικής, της οποίας η ύπαρξη εξαρτάται από το τεράστιο  σώμα που εμποδίζει αυτό το φως, το σώμα της συγκεκριμένης πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου.

Αυτή η συγκεκριμένη πολιτική ύπαρξη αψηφά τα τέσσερα αξιώματα του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Δεν είναι κοσμική, αλλά πνευματική, ούτε αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη, όχι παγκόσμια αλλά ιδιαίτερη, και όχι ισότιμη αλλά γεμάτη από ποικιλότητα, ανισότητα, προνόμια και εξουσία. Και έτσι πρέπει να είναι. Λέω ότι είναι πνευματική, γιατί πιστεύω ότι ο κόσμος όπως τον καταλαβαίνει ο άνθρωπος – ο κόσμος της ζωής (Lebenswelt) – του δίνεται με όρους που φέρουν το ανεξίτηλο αποτύπωμα υποχρεώσεων που ξεπερνούν την κατανόησή του. Γεννιέται σε έναν κόσμο που τον καλεί να κάνει θυσίες, και ο οποίος του υπόσχεται ασαφή ανταμοιβή. Αυτός ο κόσμος είναι συγκεκριμένος-δεν μπορεί να περιγραφεί στην αφηρημένη ανιστορική γλώσσα του σοσιαλιστή ή φιλελεύθερου θεωρητικού χωρίς να αφαιρεθεί το δέρμα της σημασίας που τον καθιστά αντιληπτό. Ο κόσμος του σοσιαλιστή και ο κόσμος του φιλελεύθερου είναι σαν τους νεκρούς σκελετούς, από τους οποίους έχει αφαιρεθεί το ζωντανό δέρμα. Αλλά αυτός ο πραγματικός, ζωντανός, κοινωνικός κόσμος είναι ένα ιδιαίτερο πράγμα, ένα ζωτικό πράγμα και πρέπει, εάν πρόκειται να ανθίσει, να κατανείμει τη ζωή του με διαφορετικό και άνισο τρόπο στα διάφορα μέρη του. Η αφηρημένη ισότητα του σοσιαλιστή και του φιλελεύθερου δεν έχει θέση σε αυτόν τον κόσμο και θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο με την διεκδικητική επιβολή ελέγχων τόσο τεράστιων που θα αυτοκαταστρέφονταν.

Προκειμένου να δικαιολογήσει και μάλιστα να κερδίσει τον πόλεμό του με την πραγματικότητα, ο διανοητικός νους έχει αναπτύξει μια εκμηδενιστική γλώσσα για να τον περιγράψει. Όλες οι πολιτικές πραγματικότητες περιγράφονται ανιστορικά, σαν να μπορούσαν να εγκαθιδρυθούν  οπουδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Έτσι, το συγκεκριμένα  πολωνικό φαινόμενο της «Αλληλεγγύης» συμπιέζεται στις αφηρημένες μορφές που υπαγορεύονται από τη θεωρία της «φιλελεύθερης δημοκρατίας». Θεωρείται ακόμη και ως ένα είδος σοσιαλισμού, ειδικά από γάλλους διανοούμενους για τους οποίους τίποτα δεν είναι καλό αν δεν μπορούν να του αποδώσουν σοσιαλιστικό όνομα. Το παράδειγμα είναι ασήμαντο. Αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, πρέπει να αναζητήσουμε μια γλώσσα που να είναι σχολαστική σε ο, τι αφορά τον ανθρώπινο κόσμο.

Μια γενικότητα, ωστόσο, είναι χρήσιμη για μας, ακριβώς επειδή, πίσω από αυτήν, κρύβονται χιλιάδες ιδιαιτερότητες. Αναφέρομαι στην ιδέα της νομιμότητας. Πρέπει να επαινέσουμε ιδιαιτέρως τους φιλελευθέρους διότι προσπάθησαν να παράσχουν μια εναλλακτική ιδέα νομιμότητας – με την οποία θα αμφισβητούσαν τα ιστορικά δικαιώματα που θα απαλείφονταν  από τον θρίαμβο του συστήματος τους. Η πρώτη και η τελική καταδίκη του κομμουνισμού είναι ότι απέρριψε ολόκληρη την ιδέα της νομιμότητας με ένα σκοτεινό και ηχηρό γέλιο. Το μέλημά μου δεν είναι να διαφωνήσω με τους φιλελεύθερους, μερικές από τις ιδέες των οποίων πρέπει τελικά να ενσωματωθούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία νόμιμης διακυβέρνησης. Θα ήθελα μόνο να προτείνω μια μη-φιλελεύθερη εναλλακτική, που θα είναι απαλλαγμένη από το μόλυσμα της θεωρίας.

Μεταξύ των πολυάριθμων διχοτομιών που έχουν κονιορτοποιήσει τη σύγχρονη ευφυία, -εξαιτίας, υποθέτω  του Weber-  η διχοτομία μεταξύ νομιμοποίησης και νομιμότητας, μεταξύ «παραδοσιακών» και «νομικά-ορθολογικών» τρόπων εξουσίας, είναι η πιο επιζήμια. Μόνο αν ο νόμος  παρερμηνευθεί ως σύστημα αφαίρεσης, η νομιμότητα μπορεί να θεωρηθεί ως μια εναλλακτική λύση – και όχι ως μια συγκεκριμένη πραγματοποίηση – της νομιμοποίησης. Αλλά ο αφηρημένος νόμος στερείται, για τον λόγο αυτό, διαρκούς δύναμης.

Η νομιμοποίηση είναι, απλά, το δικαίωμα άσκησης της πολιτικής διοίκησης. Και αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την άσκηση του νόμου. Τι αποδίδει αυτό το δικαίωμα σε έναν λαό; Κάποιοι θα έλεγαν η «επιλογή» τους. Αλλά αυτή η ιδέα παραβλέπει το γεγονός ότι έχουμε μόνο τα πιο πρωτόγονα εργαλεία με τα οποία μετριούνται οι επιλογές, και αυτές οι επιλογές αφορούν μόνο τα πιο τυχαία πράγματα. Εκτός αυτού, τι οδηγεί τους ανθρώπους να δεχτούν την «επιλογή» την οποία τους επιβάλλουν οι συνάνθρωποί τους , αν όχι μια  προϋπάρχουσα αίσθηση ότι συνενώνονται μεταξύ τους σε μια νομιμoποιημένη τάξη;

Το καθήκον του συντηρητικού είναι να βρει συγκεκριμένα τους λόγους της πολιτικής ύπαρξης και να εργαστεί για την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης σε έναν κόσμο που έχει σαρωθεί από τις πνευματικές αφαιρέσεις. Το τελικό μοντέλο μας για μια νομιμοποιημένη τάξη είναι αυτό που δίνεται ιστορικά, σε ανθρώπους που ενώνονται με την αίσθηση ενός κοινού πεπρωμένου, ενός κοινού πολιτισμού και μιας κοινής πηγής των αξιών που διέπουν τη ζωή τους.

Η φιλελεύθερη διανόηση στη Δύση, όπως και η παλιά κομμουνιστική διανόηση στην Ανατολή, αρνείται επίμονα να δεχτεί τον δεδομένο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έχει κάνει τη ζωή, και συγκεκριμένα την πολιτική ζωή, ένα είδος διανοητικού πειράματος. Βλέπει τη δυστυχία του ανθρώπου  και ρωτάει, «τι έχει πάει στραβά»; Και ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο ένα αφηρημένο ιδανικό της δικαιοσύνης θα γίνει πραγματικότητα. Ψάχνει παντού για την ενιαία λύση που θα επιλύσει τις συγκρούσεις και θα αποκαταστήσει την αρμονία παντού, είτε στον Βόρειο Πόλο είτε στον Ισημερινό. Από εκεί προέρχεται και η πλήρης αδυναμία του φιλελευθερισμού να δώσει λύση σε όσους πλήττονται από την εκνομία του ολοκληρωτισμού. Ο φιλελεύθερος ξεκινά από την ίδια υπόθεση με τον  οπαδό του ολοκληρωτισμού, δηλαδή ότι η πολιτική είναι ένα μέσο  και ο σκοπός είναι η ισότητα – όχι, στα αλήθεια η υλική ισότητα, αλλά η ηθική ισότητα, η ισότητα των «δικαιωμάτων». το απαραίτητο αποτέλεσμα αυτού του φιλελεύθερου ιδεώδους, αφού η δημοκρατία είναι η τελική πραγματοποίηση της πολιτικής ισότητας. Για τους φιλελεύθερους, ο μόνος τρόπος να αντιταχθούμε στον ολοκληρωτισμό είναι ο αργός, σταθερός εκδημοκρατισμός της κοινωνικής τάξης.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την επίκληση αυτής της ιδέας; Αλλά παραγνωρίζει το ένα, αναπόφευκτο γεγονός. Δεν βλέπω την δική μου ζωή όπως ο φιλελεύθερος επιθυμεί να δει την πολιτική ζωή. Δεν βλέπω τη δική μου ζωή ως πείραμα. Ούτε μπορώ να θεωρήσω τις υποχρεώσεις μου ως δημιουργημένες εξ ολοκλήρου από τις ελεύθερες, υπεύθυνες ενέργειές μου. Εγώ γεννήθηκα σε μια κατάσταση που δεν δημιούργησα και είμαι βεβαρημένος από την γέννησή μου με υποχρεώσεις που δεν είναι δικές μου επινοήσεις. Το βασικό μου χρέος προς τον κόσμο δεν είναι η δικαιοσύνη αλλά η ευσέβεια, και μόνο όταν αναγνωρίζω αυτό το γεγονός μπορώ να είμαι πραγματικά ο εαυτός μου. Μόνο σε σχέση με τη δεδομένη κατάστασή μου μπορώ να διαμορφώσω εκείνες τις αξίες και τις κοινωνικές αντιλήψεις που μου δίνουν δύναμη, επιτέλους, να πειραματιστώ με την ελευθερία.

Κάθε γνήσια περιγραφή του αισθήματος που έχουμε για τη νομιμότητα πρέπει να ξεκινά από την αναγνώριση ότι ο σεβασμός προηγείται της δικαιοσύνης, τόσο στη ζωή μας όσο και στη σκέψη μας, και μέχρι να προσκολληθούμε σε ένα μέρος και τους ανθρώπους και να αρχίσουμε να τους θεωρούμε ως ‘’δικούς μας’’, οι ισχυρισμοί της δικαιοσύνης και η δεισιδαιμονία της ισότητας δεν έχουν νόημα για μας. Αλλά αυτή η προσήλωση στον τόπο και στους ανθρώπους δεν είναι επιλεγμένη, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φιλελεύθερου στοχασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε είναι σχεδιασμένη στο πειραματικό πνεύμα που είναι τόσο σημαντικό για το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Μας δίνεται, στην ίδια την υφή της κοινωνικής ύπαρξής μας. Γεννιόμαστε με υποχρεώσεις της οικογένειας και με  εμπειρία του εαυτού μας ως τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου. Το να μην αναγνωρίσουμε την προτεραιότητα αυτής της εμπειρίας είναι σαν να παραδεχόμαστε την  βασική προϋπόθεση της ολοκληρωτικής σκέψης, δηλαδή ότι η πολιτική ύπαρξη δεν είναι παρά ένα μακροπρόθεσμο πείραμα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη άποψη, ακόμα δημοφιλής μεταξύ των αριστερών διανοουμένων στη Δύση, ότι το σοβιετικό σύστημα ήταν «ο σοσιαλισμός που πήγε στραβά». Αυτή η σκέψη εκφράζει ακριβώς τον σημαντικότερο πολιτικό κίνδυνο της εποχής μας, που είναι η πεποίθηση ότι η πολιτική ενέχει μια επιλογή ανάμεσα τα συστήματα, τα οποία αποτελούν μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού, έτσι ώστε ένα σύστημα μπορεί να «πάει στραβά» ενώ ένα άλλο «πηγαίνει καλά». Η αλήθεια είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι λάθος, ακριβώς επειδή πιστεύει ότι μπορεί να πάει καλά – ακριβώς επειδή βλέπει την πολιτική σαν μέσο για ένα σκοπό. Η πολιτική είναι ένας τρόπος κοινωνικής ύπαρξης, της οποίας το υπόβαθρο είναι οι δεδομένες υποχρεώσεις από τις οποίες διαμορφώνονται οι κοινωνικές μας ταυτότητες. Η πολιτική είναι μια μορφή σχέσεων που δεν αποτελεί μέσο για ένα τέλος, αλλά ένα αυτοσκοπό. Βασίζεται στις αντιλήψεις μας για το δίκαιο και οι αντιλήψεις μας για το δίκαιο ενοικούν στην αίσθηση ότι διαμορφωνόμαστε από την κληρονομιά μας.

Ως εκ τούτου, αν θέλουμε να ανακαλύψουμε ξανά τις ρίζες της πολιτικής τάξης, πρέπει να προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε τις ακούσιες υποχρεώσεις που μας προσδίδουν την πολιτική μας ταυτότητα και οι οποίες καθορίζουν ότι είναι αδύνατον ένας Πολωνός  να κυβερνηθεί από τη Μόσχα και ότι ένας κάτοικος των Νήσων Φώκλαντ, δεν μπορεί να κυβερνάται νόμιμα από το Μπουένος Άιρες.

Αξίζει να σταματήσουμε να αναφέρουμε μια άλλη και ανταγωνιστική γενίκευση   που ήταν χρήσιμη στον αριστερό φιλελεύθερο διανοούμενο στην εποχή μας, στην προσπάθειά του να εξαλείψει το παρελθόν και να βρει μια βάση για πολιτική υποχρέωση που προσβλέπει μόνο προς το παρόν και το μέλλον. Αυτή είναι η ιδέα του «λαού», ως πηγή της νόμιμης τάξης. Η ιδέα συνδυάζεται συνήθως με τη φαντασίωση ότι ο διανοούμενος έχει κάποια ιδιόμορφη ικανότητα  να ακούει και να εκφράζει τη «φωνή του λαού». Αυτή η αυταπάτη, η οποία έχει παραμείνει αναλλοίωτη από τις ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης, εκφράζει την διανοητική επιδίωξη  να επανασυνδεθεί με την κοινωνική τάξη από την οποία ο δικός του τρόπος σκέψης τον τράβηξε τόσο τραγικά. Θέλει να λυτρώσει τον εαυτό του από την «εξωτερική του θέση». Δυστυχώς, όμως, καταφέρνει να ενώσει τον εαυτό του όχι με την κοινωνία, αλλά μόνο με μια άλλη διανοητική αφαίρεση  – «τον λαό» – που σχεδιάστηκε σύμφωνα με άψογες θεωρητικές προδιαγραφές, ακριβώς για να καλύψει με ένα πέπλο την απαράδεκτη πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. «Ο λαός δεν υπάρχει». Ακόμη και αν υπήρχε, δεν θα εξουσίαζε τίποτα, δεδομένου ότι δεν θα είχε συγκεκριμένη βάση για την οικοδόμηση της νομιμότητάς του. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του λαού. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό κανενός. Η αλήθεια, ωστόσο, προσπαθεί να  ειπωθεί  και μπορεί να βρει έκφραση, τώρα στα χείλη του ενός,  κάποια άλλη στιγμή στα χείλη κάποιου άλλου.

Σε αντίθεση με τον «λαό», το έθνος δεν είναι αφαίρεση. Είναι μια δεδομένη ιστορική πραγματικότητα. Γίνεται συγκεκριμένη και άμεση στη γλώσσα, το έθιμο, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Περιέχει μέσα του την υπόρρητη δήλωση μιας νομιμοποιημένης τάξης. Αυτό, νομίζω, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε, ακόμη και αυτοί – και αυτό περιλαμβάνει και τους περισσότερους από εμάς τώρα – που διστάζουν να υιοθετήσουν τον μονοκόμματο εθνικισμό που προέκυψε από το συνέδριο της Βιέννης και που αρχικά επέβαλε την ειρήνη, αλλά στην συνέχεια κατέστρεψε την ήπειρό μας.

Αλλά σίγουρα, θα πείτε, δεν υπάρχει άλλη πηγή νομιμότητας – η οποία  να μην απαιτεί την υποστήριξη αυτών των ευσεβών υποχρεώσεων που φαίνεται να μας δεσμεύουν τόσο πολύ επί τη βάσει τόσων λίγων; Δεν μπορούμε να βρούμε νομιμοποίηση στη δημοκρατία, που θα αντικαταστήσει μια μέρα την έκκληση προς την ευσέβεια; Αυτή είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Αλλά δύο πράγματα πρέπει να ειπωθούν ως απάντηση σε αυτό. Πρώτον, η «δημοκρατία» είναι ένας αμφιλεγόμενος όρος και κανείς δεν γνωρίζει τί στο καλό σημαίνει ή πώς να την εξασφαλίσει. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι να επιλυθούν όλα τα παράδοξα της κοινωνικής επιλογής πριν διαμορφώσουμε τις πολιτικές δεσμεύσεις μας;

Δεύτερον, αυτό που εκτιμούν οι πολίτες στη δημοκρατία δεν είναι μια περιοδική συλλογική επιλογή – γιατί τί είναι τόσο αξιοθαύμαστο στο γεγονός ότι η άγνοια της πλειοψηφίας κάθε φορά επιλέγει να καθοδηγείται από ένα νέο κόμμα, προς στόχους που δεν καταλαβαίνει καλύτερα από ό, στόχους του προηγούμενου;  Εκτιμώνται ορισμένες πολιτικές αρετές, τις οποίες σωστά συνδέουμε με τη βρετανική και αμερικανική δημοκρατία, αλλά που υπήρχαν πριν από τη δημοκρατία και θα μπορούσαν να εδραιωθούν αλλού χωρίς τη βοήθειά της. Αυτές οι αρετές είναι οι εξής:

(i) Περιορισμένη εξουσία: κανείς δεν μπορεί να ασκεί απεριόριστη εξουσία όταν τα σχέδιά του μπορούν να σβήσουν με μια εκλογή.

(ii) Συνταγματική κυβέρνηση: όμως ποιο είναι το στήριγμα του συντάγματος;

(iii) Δικαιολόγηση μέσω της συναίνεσης.

(iv) Την ύπαρξη αυτόνομων θεσμών και την  ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι   που τους καθιστά δυνατούς.

(v) Κράτος δικαίου: με άλλα λόγια, η δυνατότητα ελέγχου νομιμότητας κάθε πράξης, ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη ενός υπαλλήλου – ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη στο όνομα της κυριαρχικής εξουσίας.

(vi) Νόμιμη αντιπολίτευση: με άλλα λόγια, το δικαίωμα να σχηματίζονται κόμματα, να δημιουργούνται πολιτικοί σχηματισμοί και να δημοσιεύονται απόψεις που αντιτίθενται στην κυβέρνηση. Και το δικαίωμα να διεκδικούμε  ανοιχτά για εξουσία.

Οι πολιτικοί θεωρητικοί είναι φυσικά εξοικειωμένοι με αυτά τα θέματα και εδώ   δεν είναι το μέρος για να τα συζητήσουμε λεπτομερώς. Αλλά αξίζει να συνοψίσουμε την εισαγωγή τους. Συνολικά, αυτά τα έξι χαρακτηριστικά της κυβέρνησης σημαίνουν όχι τη δημοκρατία, αλλά τον συνταγματικό περιορισμό. Για να το θέσουμε πιο ευθέως, υποδηλώνουν το χωρισμό του κράτους (που είναι ο τόπος της νόμιμης εξουσίας) από εκείνους που κατέχουν την εξουσία μέσω του κράτους. Όσοι ασκούν την εξουσία μπορούν να κριθούν με βάση τα ίδια τα αξιώματα που κατέχουν. Αυτό είναι σίγουρα ένα ουσιαστικό μέρος της αληθινής πολιτικής τάξης. Είναι επίσης ένα αναπόσπαστο κομμάτι μιας πλήρως επεξεργασμένης νομιμοποιημένης τάξης. Πράγματι, μπορούμε να δούμε τη νομιμοποίηση στο σύγχρονο κράτος ως αποτελούμενο από δύο μέρη: μια ρίζα, η οποία είναι η ευσεβής προσήλωση που προσελκύει τους ανθρώπους σε μια ενιαία πολιτική οντότητα. και ένα δέντρο που εξελίσσεται από τη ρίζα αυτή, η οποία είναι το κυρίαρχο κράτος, το οποίο είναι διατεταγμένο σύμφωνα με τις αρχές που έχω υποστηρίξει. Σε αυτή την κατάσταση, η εξουσία γίνεται αντικείμενο κατοχής υπό συνθήκες που την περιορίζουν και με τρόπο που την καθιστά υποκείμενη λογοδοσίας σε όσους μπορεί να υποφέρουν από την άσκησή της. Αυτό το κράτος δείχνει την πραγματική άνθηση μιας «κοινωνίας των πολιτών» – μιας δημόσιας ζωής που είναι ανοιχτή, αξιοπρεπής και εμποτισμένη με μια ενστικτώδη νομιμοποίηση. Αυτή η νομιμοποίηση μεγαλώνει και εκφράζει τη νομιμοποίηση που είναι συσσωρευμένη στη ρίζα της. Είναι αυτό το ανώτερο, ορατό τμήμα της πολιτικής νομιμότητας που καταστρέφεται τόσο προφανώς από τα πολιτικά δόγματα της εποχής μας. Αλλά η καταστροφή της είναι δυνατή, όχι τόσο από την εξάλειψη της δημοκρατίας, όσο και από την κατάπνιξη της αυθόρμητης πηγής του νόμιμου αισθήματος από το οποίο τροφοδοτείται.

Η δημοκρατία έχει βέβαια την δυνατότητα να υποστυλώσει τις έξι πολιτικές αρετές που ανέφερα. Αλλά μπορεί επίσης να τα καταστρέψει. Γιατί όλες αυτές εξαρτώνται  από το ένα πράγμα που δεν μπορεί να προσφέρει η δημοκρατία και το οποίο υπαινίσσεται το ερώτημα που έχω προσθέσει στον υπ’ αριθμόν (ii): αυθεντία -εξουσία . Τι προτρέπει τους ανθρώπους να αποδεχθούν και να δεσμεύονται από τα αποτελέσματα μιας δημοκρατικής εκλογής ή από τον ισχύοντα νόμο ή από τους περιορισμούς που ενσωματώνονται σε ένα αξίωμα; Τι εν ολίγοις, δημιουργεί το «δημόσιο πνεύμα» που έχει εξαφανιστεί από τα θεσμικά όργανα κυβέρνησης σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ευρώπης; Σίγουρα είναι ο σεβασμός – για τα θεσμικά όργανα, για τις διαδικασίες, για τις εξουσίες και τα προνόμια που πραγματικά απολαμβάνουν. Ο σεβασμός αυτός προκύπτει από την αίσθηση ότι αυτές οι εξουσίες, τα προνόμια και οι διαδικασίες αντανακλούν κάτι που είναι πραγματικά «δικό μας», κάτι που μεγαλώνει από τον κοινωνικό δεσμό που καθορίζει την κατάστασή μας. Εδώ βρίσκεται η εξουσία του πραγματικού: ότι φαίνεται ότι περιέχει μέσα του τα κατάλοιπα της αφοσίωσης και πίστης που καθορίζει τη θέση μου.

Τι είναι τώρα αληθινή νομιμότητα; Έχω ήδη υπαινιχθεί τη διάκριση μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου νόμου και υπονόησα ότι μόνο αυτός μπορεί να γεμίσει πραγματικά το κενό της νομιμοποίησης που βρίσκεται σήμερα μπροστά μας. Η παράδοση του κοινού δικαίου  αποτελεί παράδειγμα της καλύτερης μορφής του συγκεκριμένου νόμου. Οι δικαστές δημιουργούν αυτό το δίκαιο ως απόκριση στα συγκεκριμένα προβλήματα που έρχονται ενώπιον τους και στο πλαίσιο του οποίου οι αρχές αναδύονται με πολύ αργούς ρυθμούς και από την στιγμή της ανάδυσής τους υπόκεινται στην σκληρή δοκιμασία του πραγματικού. Κάθε νόμος που αποτελεί το αποτέλεσμα σοβαρών δικαστικών συλλογισμών, θεμελιωμένος  σε προηγούμενα και αρχές, φέρει τη σφραγίδα μιας ιστορικής τάξης. Διατηρεί την ικανότητά του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των ανθρώπινων συγκρούσεων και αποτελεί μια πραγματική προσπάθεια επίλυσης αυτών, αντί να υπαγορεύει μια διανοητικά ικανοποιητική λύση η οποία μπορεί να είναι μη αποδεκτή στα μέρη. Αυτός ο τύπος νόμου περικλείει την πραγματική πηγή της νομικής εξουσίας, η οποία είναι η πεποίθηση του ενάγοντος ότι θα αποδοθεί  δικαιοσύνη όχι αφηρημένα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της περίπτωσης του, και οι οποίες ίσως είναι μάλιστα μοναδικές του. Για να υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία υπό οποιαδήποτε μορφή, πρέπει να υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία. Και όταν υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία, υπάρχει οτιδήποτε έχει ποτέ επιδιωχθεί κάτω από το λάβαρο των «δικαιωμάτων του ανθρώπου». Γιατί σε αυτό το σημείο υπάρχει η διαβεβαίωση ότι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από τη δύναμη που επιδιώκει να την σβήσει.

Υπάρχουν δύο σημαντικές απειλές για συγκεκριμένο δίκαιο. Το ένα είναι η κατάργηση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Αυτό επιτεύχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, προς το συμφέρον μιας «αφηρημένης» δικαιοσύνης – μιας «ισότητας» της ανταμοιβής – η οποία πρέπει αναπόφευκτα να έρχεται σε σύγκρουση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η δεύτερη απειλή είναι ο πολλαπλασιασμός των γραπτών νομοθετημάτων , του νόμου μέσω διαταγμάτων: πρόκειται για δίκαιο το οποίο δημιουργείται ξανά  και ξανά σύμφωνα με τι απαιτήσεις των ανεπεξέργαστων ιδεών των πολιτικών και των συμβούλων τους. Όλοι αυτοί οι νόμοι είναι ανεπανόρθωτα  ελαττωματικοί : το Κομμουνιστικό Κόμμα στήριξε ολόκληρη την διεκδίκηση νομιμότητας στη δημιουργία τέτοιων νόμων,  εκριζώνοντας παράλληλα το μοναδικό όργανο, την νομική ανεξαρτησία – που θα μπορούσε να τους κάνει πραγματικούς νόμους και όχι στρατιωτικές διαταγές.

Ο φιλελευθερισμός ανέκαθεν εκτιμούσε τη σημασία της νομιμότητας. Αλλά η φιλελεύθερη νομιμότητα είναι μια αφηρημένη νομιμότητα που ασχολείται με την προώθηση μιας καθαρώς φιλοσοφικής ιδέας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τι αξία έχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς τη δικαστική διαδικασία που θα τα υποστηρίξει; Και εκτός από το γεγονός ότι, στηρίζοντας την πίστη του σε αυτή την απατηλή αφαίρεση, δεν μπορεί κανείς να δώσει στον εχθρό του άλλο ένα προπύργιο κατά της αναγνώρισης της παρανομίας του;  Δεν είναι δυνατόν να πει ότι υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα – μόνο διαφορετικά δικαιώματα; (Το δικαίωμα εργασίας, για παράδειγμα, ή το δικαίωμα συμμετοχής στην ιδιοκτησία των μέσων  παραγωγής.) Αν στρέψουμε το βλέμμα μας  πίσω στη Γαλλική Επανάσταση, βλέπει κανείς πόσο εύκολο είναι να γίνει το δόγμα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ένα όργανο της πιο τρομακτικής τυραννίας. Αρκεί να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Ιακωβίνοι – να καταργήσουν τη δικαστική εξουσία και να την αντικαταστήσουν με «λαϊκά δικαστήρια». Κατόπιν, οτιδήποτε μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε, στο όνομα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ως εκ τούτου, ως απάντηση στον φιλελευθερισμό είναι απαραίτητο να εργαστούμε για την αποκατάσταση των συγκεκριμένων συνθηκών της δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος νόμος που υποστηρίζω είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που θα επιδοκίμαζε  ένας σοσιαλιστής ή  ένας φιλελεύθερος. Διατηρεί τις ανισότητες, επιδαψιλεύει προνόμια, δικαιολογεί την εξουσία. Αυτό όμως είναι και η δύναμή του. Γιατί πάντα θα υπάρχουν ανισότητες: πάντα θα υπάρχει προνόμιο και εξουσία. Αυτά δεν είναι παρά τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε πραγματικής πολιτικής τάξης. Δεδομένου ότι υπάρχουν ανισότητες, προνόμια και εξουσίες, είναι σωστό να συνυπάρχουν με το νόμο που μπορεί να τα δικαιολογεί. Αλλιώς καταλύονται αδικαιολόγητα και επίσης ανεξέλεγκτα.

 

*O Roger Vernon Scruton (1944-2020) ήταν Άγγλος φιλόσοφος και συγγραφέας.

Μεταξύ άλλων δικτυακών τόπων το παραπάνω κείμενο στην αγγλική διαθέσιμο εδώ,  https://isi.org/intercollegiatereview/howtobeanonliberalantisocialistconservative/?fbclid=IwAR0X_4Y2bNBeFZA4YryHNm7pFiDMtSYHtQcSCP2UaNYc70Q3twsVYU89As

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πώς να είσαι ένας μη-φιλελεύθερος αντι-σοσιαλιστής συντηρητικός. Roger Scruton

Άλλος ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα, ‘Αλλος στην Ευρώπη: συνέντευξη του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στην Καθημερινή της Κυριακής, 16/2/2020

Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κρίση της δημοκρατίας; Ως μια υπαρξιακή απειλή ή ως ένα χρήσιμο εργαλείο υγιούς επανεκκίνησης, τουλάχιστον δυνητικά; 
Όταν ένα σύστημα νοσεί η κρίση αποτελεί έκκληση να προσαρμοστεί αυτό σε νέα λαϊκά αιτήματα. Υπό αυτήν την έννοια, η σημερινή κρίση της δημοκρατίας έχει την θετική διάσταση ότι θέτει το αίτημα της αλλαγής στο τραπέζι. Πέραν αυτής της συνειδητοποίησης όμως, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς πρέπει να γίνει ή τι θα ικανοποιούσε τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. 
Υπάρχει η άποψη ότι τα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας είναι συστημικού χαρακτήρα. Αφορούν πχ την θεμελιώδη αδυναμία του έθνους-κράτους, μέσα στα όρια του οποίου λειτουργεί η δημοκρατία, να διαχειριστεί προβλήματα υπερεθνικού χαρακτήρα. Ή τον ρόλο των ΜΜΕ και του διαδικτύου, που συντελεί στον κατακερματισμό της δημόσιας σφαίρας και τον αναχωρητισμό των πολιτών από την πολιτική διαδικασία. Ο λαϊκισμός αποτελεί σύμπτωμα όλων αυτών των διαδικασιών, δεν προτείνει όμως συγκεκριμένες λύσεις. Το πιθανότερο σενάριο επομένως είναι η διατήρηση αυτής της λανθάνουσας αίσθησης κρίσης της δημοκρατίας με παροδικές εξάρσεις με διάφορες αφορμές (πχ οικονομικές ή μεταναστευτικές κρίσεις).

 

Λαϊκισμός. Πώς έχει επιδράσει τα τελευταία χρόνια στα συστήματα των δυτικών χωρών; Έχει ταβάνι;

Η βασική επίπτωση του λαϊκισμού είναι ο κατακερματισμός, η πολιτική αστάθεια και η αδυναμία σχηματισμού ισχυρών κυβερνήσεων. Πλέον στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονται τρία ή και περισσότερα κόμματα για να σχηματιστούν κυβερνήσεις, βλέπουμε νέους και περίεργους συνδυασμούς όπως ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Πρασίνων στην Αυστρία, ενώ έχουμε παρατεταμένες περιόδους πολιτικού κενού όπως στην Ισπανία. Πλέον στις περισσότερες χώρες με ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις κυβερνούν κόμματα με ισχυρά λαϊκιστικά ή εθνοσυντηρητικά χαρακτηριστικά, όπως η Βρετανία, η Πολωνία και η Ουγγαρία. Η σύνθεση και το ιδεολογικό προφίλ της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί την εξαίρεση πανευρωπαϊκά. 

Σχετικά με το αν ο λαϊκισμός έχει ‘ταβάνι’: αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες κάθε χώρας. Είναι πιθανό κάπου να δούμε υποχώρηση του λαϊκισμού, αλλού ενίσχυσή του. Αυτό που πιστεύω είναι μη-αναστρέψιμο είναι η πολυδιάσπαση, η πολυκομματικότητα και οι ασταθείς κυβερνήσεις. Αυτό είναι πια μια μόνιμη κατάσταση που κάνει την λήψη αποφάσεων στην ΕΕ μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση.
 
Για την Ελλάδα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι είναι η ευρωπαϊκή χώρα η οποία πρώτη ήρθε αντιμέτωπη με την έξαρση του λαϊκισμού και τις επιπτώσεις του. Ποιο κενό ήρθε να καλύψει η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ποια είναι η «παρακαταθήκη» της για την ελληνική δημοκρατία;
Όσο περνάει ο καιρός σχηματίζω την άποψη ότι ο ελληνικός ‘αντιμνημονιακός’ λαϊκισμός ήταν ένα φαινόμενο που ναι μεν συνέπεσε αλλά ήταν θεμελιωδώς διαφορετικός από ό,τι συνέβη αλλού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με εξαίρεση ίσως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Λόγω της έντασης της οικονομικής κρίσης, ο δικός μας λαϊκισμός είχε κυρίως ένα αριστερό πρόσημο και στηριζόταν σε οικονομικά-υλικά αιτήματα. Αντίθετα στο εξωτερικό είδαμε σχεδόν παντού κυρίως δεξιόστροφους λαϊκισμούς με έμφαση σε ζητήματα μετανάστευσης και εθνικής κυριαρχίας.
 
Θα φανεί παράξενο, αλλά ίσως τελικά ο ελληνικός λαϊκισμός της κρίσης ήταν ένα λιγότερο δραματικό και περισσότερο παροδικό φαινόμενο σε σχέση με αυτά που ζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήταν ένας λαϊκισμός που, μέσα από παλινδρομήσεις και περιπέτειες, απορρόφησε την λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς τελικά να ανατραπούν ούτε η θέση της χώρας στην ΕΕ ούτε το πολίτευμά της. Σε σχέση πχ με την Βρετανία που έφυγε από την ΕΕ ή την Ουγγαρία που έχει διολισθήσει σε ένα ημι-αυταρχικό πολίτευμα, η Ελλάδα διατήρησε τις σταθερές της . 
 
Αντί λοιπόν να βλέπουμε την Ελλάδα ως την πρώτη χώρα που ‘πέρασε λαϊκισμό’ , θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η Ελλάδα ακόμα δεν έχει γνωρίσει έναν λαϊκισμό πραγματικά ανάλογο με ό,τι συνέβη στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, που θα αφορά πχ την μετανάστευση, τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας, ή την αλλαγή στον τρόπο ζωής και την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης που επιφέρει το άνοιγμα της οικονομίας σε επενδύσεις και διεθνείς πιέσεις. Υπό μια έννοια, η πραγματική λαϊκιστική έκρηξη ακόμα εκκρεμεί στην Ελλάδα. 
 
Γίνεται λόγος σήμερα για την ελληνική «επιστροφή στην κανονικότητα»; Ποια είναι η γνώμη σας; Σε κάθε περίπτωση, θα λέγατε ότι η Ελλάδα κινείται σήμερα κόντρα στο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη; 
Το σύνθημα της ‘κανονικότητας’ έχει ένα διττό νόημα. Από την μια μεριά υπονοεί την επιστροφή σε μια πιο ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημόσιας συζήτησης, χωρίς τις υπερβολές και την πόλωση της προηγούμενης περιόδου. Αυτό είναι κάτι που ήταν όντως αίτημα της κοινωνίας και το οποίο η νέα κυβέρνηση υπήρετει όσο οι συνθήκες της το επιτρέπουν. 
 
Το άλλο νόημα της ‘κανονικότητας’ που υπονοείται είναι η επιστροφή στις προ κρίσης πολιτικές και αξίες. Αν όμως κάποιοι ευελπιστούν στην επιστροφή στο οικονομικό και κοινωνικό φιλελεύθερο κονσένσους των πρώτων δυο μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών, φοβάμαι ότι οι εξελίξεις τους έχουν ξεπεράσει. Η οικονομική κρίση, η άνοδος της Κίνας, η μετανάστευση και οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες είναι όλες εξελίξεις που συντείνουν σε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους, προστασία των συνόρων, γενικά σε μια επαναφορά της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής έναντι της αγοράς και του εθνικού έναντι του υπερεθνικού.
 
Δεν γίνεται επομένως να συζητούμε πια για τον Τραμπ και το Μπρέξιτ σαν να είναι παροδικά φαινόμενα ή αποτελέσματα εκλογικών ‘ατυχημάτων’. Είναι γεγονότα που ήδη παράγουν αποτελέσματα στα οποία άλλωστε βλέπουμε και την νέα ηγεσία της ΕΕ να αντιδρά, με την συζήτηση περί ‘Ευρωπαίων βιομηχανικών πρωταθλητών’, ‘ψηφιακής κυριαρχίας’ και ‘γεωπολιτικής Ευρώπης’. Πλέον όλες οι μεγάλες δυνάμεις ενσωματώνουν τα λαϊκά αιτήματα για κυριαρχία, σύνορα και ρύθμιση στις εξωτερικές, οικονομικές και τεχνολογικές πολιτικές τους. Αν υπάρχει πια ‘κανονικότητα’ στην διεθνή πολιτική, εκεί πρέπει να την αναζητήσουμε
 
Νομίζω, ή τουλάχιστον ελπίζω, ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ πιο συνειδητοποιημένη και καταλαβαίνει ότι οι σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια. Αυτή που εμφανίζεται πλήρως ασύγχρονη με τις διεθνείς εξελίξεις είναι η διανόηση σε πανεπιστήμια, ΜΜΕ και δεξαμενές σκέψης που παραμένει στην πλειοψηφία της προσκολημένη σε μια νοσταλγία για μια εποχή φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Άλλος ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα, ‘Αλλος στην Ευρώπη: συνέντευξη του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στην Καθημερινή της Κυριακής, 16/2/2020

Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 17ης Δεκεμβρίου 2019

Η εκλογική νίκη του Μπόρις Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία παρουσιάστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του ξένου τύπου με τον, γνώριμο πια, συνδυασμό κινδυνολογίας και ηθικολογίας που συνοδεύει κάθε επιτυχία αυτού που ο δημόσιος διάλογος έχει ονομάσει «λαϊκισμό». Στην περίπτωση Τζόνσον, η εκλογική του νίκη παρουσιάστηκε ως ένα ακόμα βήμα προς την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Βρετανία, την διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Σκωτία), την ύφεση της οικονομίας και την ρήξη με την ΕΕ.

Χωρίς να υποβαθμίζονται οι συνέπειες του Μπρέξιτ, οφείλουμε να δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις με περισσότερη ψυχραιμία. Αυτό υπαγορεύει να αναγνωρίσουμε πχ ότι η ρητορική της καμπάνιας του Τζόνσον ήταν πολύ πιο μετριοπαθής από αυτήν του Leave στο δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Μπρέξιτ τότε ήταν μια πραγματική λαϊκιστική εξέγερση που συνάρθρωσε μια σειρά οικονομικών και ταυτοτικών (βλ. μετανάστευση) αντισυστημικών αιτημάτων. Η εκστρατεία του Τζόνσον φέτος δεν παρουσίασε το Μπρέξιτ ως ευκαιρία και ιδεώδες αλλά ως εκκρεμότητα με την οποία πρέπει να τελειώνουμε («get Brexit done»).

Οφείλουμε επίσης να δούμε πίσω από την ρητορική και τα αχτένιστα ξανθά μαλλιά για να αξιολογήσουμε τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της κυβέρνησης Τζόνσον. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι στους λίγους μήνες παραμονής του στην εξουσία, ο Τζόνσον επαναδιαπραγματεύτηκε την συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ κάνοντας παραχωρήσεις στο ζήτημα της Ιρλανδίας, με ελάχιστες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος και της χώρας του.

Ο υποτιθέμενος «λαϊκισμός» του Τζόνσον επομένως του επέτρεψε να περάσει μια συμφωνία που περιορίζει τα άμεσα κόστη του Μπρέξιτ, κάτι που προϊδεάζει και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν σκωπτικά τον κωμικό Μπόρις, χαιρέτισαν την νίκη του με ανακούφιση, αν όχι ενθουσιασμό που η Βρετανία απέκτησε σταθερή κυβέρνηση.

Αν κάποιος θέλει να βρει στις βρετανικές εκλογές μια πραγματική περίπτωση αντισυστημικού λαϊκισμού, αυτή δεν ήταν ο Τζόνσον αλλά ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, το πρόγραμμα του οποίου υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και αναδιανομή από τους «λίγους» στους «πολλούς». Κι όμως, το Μπρέξιτ και η απέχθεια προς τον Τζόνσον έκαναν ακόμα και τον Κόρμπυν να παρουσιάζεται από πολλά κατεστημένα διεθνή ΜΜΕ με συμπάθεια, ή εν πάση περιπτώσει ως μικρότερη απειλή από τον Τζόνσον.

Το ερώτημα τελικά είναι αν, πέραν από τον εντυπωσιασμό και την κινδυνολογία, η επιτυχία του Μπόρις Τζόνσον είναι απλά μια κλασική περίπτωση νίκης ενός συντηρητικού κόμματος που χρησιμοποίησε στρατηγικά τις αξίες του πατριωτισμού και της κοινωνικής ιεραρχίας για να υπερκεράσει τον ταξικό ριζοσπαστισμό των αντιπάλων του. Αν αυτό ισχύει, ίσως πρέπει πια να αναρωτηθούμε αν η εμμονή με τον «λαϊκισμό» στην διεθνή συζήτηση δεν εκφράζει τόσο ειλικρινείς φόβους για το μέλλον της δημοκρατίας, όσο δυσανεξία με την εκλογική επιτυχία και την ικανότητα κεντροδεξιών κομμάτων να απαντούν σε λαϊκές ανησυχίες.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα Ιωάννης Σ. Λάμπρου

πολυπολιτισμικότητα

 

Η έννοια της πολυπολιτισμικής  κοινωνίας έχει καταστεί κυρίαρχη τις  τελευταίες δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Η προσέγγιση πολλών συμπατριωτών μας στη συγκεκριμένη  έννοια είναι επιφανειακή περιορίζοντάς  της στην συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, θρησκείας και πολιτιστικού υπόβαθρου. Προσεγγίζεται, ίσως, με όρους εξερεύνησης του αγνώστου ή και περιπέτειας αγνοώντας τις βαθύτερες επιπτώσεις.

Επί παραδείγματι  πως θα γίνει η εξιστόρηση της 28ης Οκτωβρίου σε έναν μαθητή αλβανικής καταγωγής; Θα τονιστεί η συνέργεια των Τιράνων στην ιταλική εισβολή, η εργαλειοποίηση των Τσάμηδων  από την Ρώμη, η συνεργασία των τελευταίων  με τις  δυνάμεις κατοχής και τα εγκλήματα τους στην Θεσπρωτία, η τρίτη απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό, σε διάστημα είκοσι  ετών, και η καταπίεση της εκεί Ελληνικής Μειονότητας, από το αλβανικό κράτος μέχρι τις ημέρες μας;  Όλα τα παραπάνω αποτελούν ενιαίο σύνολο και η αποσιώπηση κάποιων στοιχείων  συνιστά ακρωτηριασμό της εθνικής μνήμης.

Παράλληλα, τονίζεται από τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η ανάγκη πλουραλιστικής κοινωνίας συγχέοντας συνειδητά  τους όρους «πλουραλισμός» – «πολυπολιτισμικότητα»  αποκρύβοντας ότι και στο πλαίσιο  μιας εθνικά ομοιογενούς κοινωνίας  μπορεί κάλλιστα να υφίσταται πλουραλισμός (πολυκομματισμός, πολιτιστικές τάσεις, διαφορετικές προσεγγίσει σε πληθώρα ζητημάτων). Μια εθνικά ομοιογενής, μονοπολιτισμική κοινωνία δεν αποκλείει τις διαφοροποιήσεις, ούτε επιβάλλει μια  τυραννική ομοείδεια σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Τουναντίον, εντός της  σφυρηλατούνται στενότεροι δεσμοί  μεταξύ των μελών της κοινωνίας,  τέτοιοι ώστε η παρούσα γενιά πιο πρόθυμα να αποδεχθεί θυσίες χάριν μελλοντικών γενεών στο πλαίσιο της διαγενεακής δικαιοσύνης, όπως ακριβώς ο παππούς και ο πατέρας για το εγγόνι και το παιδί του  αντίστοιχα. Αντίθετα, η πολυύμνητη πολυπολιτισμική κοινωνία καταλήγει  στη δημιουργία «παράλληλων κόσμων» στην καλύτερη περίπτωση περιορίζοντας την ενιαία νοηματοδότηση στον καταστατικό χάρτη της χώρας (συνταγματικός πατριωτισμός)  χωρίς ευρύτερες συνδηλώσεις ταυτότητας, και στην χειρότερη στην λειτουργία βάσει ποσοστώσεων (εθνοτικών, θρησκευτικών) όπως ο Λίβανος.

Παράλληλα, γίνεται ανηλεής  απόπειρα  επιβολής ενοχών και τύψεων στην ελλαδική κοινωνία και απαίτησης από την τελευταία να σηκώσει συνειδησιακά βάρη τέως αποικιοκρατικών χωρών. Η δε  συλλήβδην κατηγορία του «ρατσισμού» – «φασισμού», προς διασυρμό όσων πρεσβεύουν  αντίθετη άποψη  απονομιμοποιώντας τα τυχόν θεμιτά επιχειρημάτων που μπορεί να έχουν, αν και μπορεί να καταδεικνύει μερικές μεμονωμένες  περιπτώσεις, δεν στοιχειοθετεί  την ύπαρξη συγκροτημένου ρατσιστικού-φασιστικού φαινομένου  στην ελλαδική κοινωνία.

Αν  η ελλαδική κοινωνία καταλήξει  συνειδητά να αποδεχθεί το αναπότρεπτο της  έλευσης της πολυπολιτισμικής κοινωνίας  οφείλει να αποδεχθεί και την λογική της απόληξη, η οποία συνίσταται στην απουσία κυρίαρχου συνεκτικού πολιτιστικού άξονα. Οι διαφορετικές παραδόσεις θα είναι ισότιμες  και  ισόκυρες μεταξύ τους λαμβάνοντας ίση μεταχείριση από τη νομοθεσία της πολιτείας. Η έννοια δε της πολυπολιτισμικής συμβίωσης θα διαπερνά κάθε  πτυχή της κοινωνίας, από το  αν τα τοστ στα σχολικά κυλικεία θα περιέχουν χοιρινό μέχρι τον τρόπο με τον οποίο αναγιγνώσκουμε την ιστορία μας και συνεπώς  με ποιους όρους νοηματοδοτούμε την εθνική μας ταυτότητα. Επιπτώσεις απτές,  διαστατές τόσο στην καθημερινή πρακτική, όσο και στην ευρύτερη θέαση της πατρίδας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019.

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα Ιωάννης Σ. Λάμπρου

 

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο

Ο αγώνας κατά των αφαιρέσεων και η ανάδειξη ενός εθνικού σχεδίου. Η προβληματική της νεοελληνικής ιδιομορφίας στο βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, το Αόρατο Ρήγμα.

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

Πριν λίγα χρόνια εκδόθηκε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που βρέθηκε για εβδομάδες, στην κορυφαία θέση των πωλήσεων στην κατηγορία του δοκιμίου. Πρόκειται για το έργο του Αρίστου Δοξιάδη, Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης αλλά ανακινεί ζητήματα που όφειλαν να ανήκουν στην ημερήσια διάταξη κάθε σοβαρής συζήτησης για τον ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό. Ο λόγος είναι ότι ο Δοξιάδης θέτει ορισμένους καταστατικούς όρους ως προϋπόθεση σύλληψης του τρόπου λειτουργίας της ελλαδικής κοινωνίας που η σημασία τους υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση δεν είναι παρά μία αφορμή για να ξεδιπλώσει την προβληματική του· το βιβλίο άλλωστε, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στον πρόλογο, ξεκίνησε να συγγράφεται πολύ πριν από την κρίση.

Πέρα από τις καθ’ ύλην, οικονομολογικής υφής, παρατηρήσεις, η σημαντικότερη εισφορά του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται τα ζητήματα που θέτει. Στην αρχή του βιβλίου ο ορίζοντας που προσανατολίζει τον συγγραφέα εκφράζεται με γενικούς, οιωνεί γνωσιολογικούς, όρους. Το πρόβλημα που ο συγγραφέας θέτει στο εαυτό του είναι –με τα ίδια του τα λόγια– η ανάγκη του να καταλάβει «πώς ταιριάζουν οι εμπειρικές παρατηρήσεις» του «με τις αναλύσεις των θεωρητικών οικονομολόγων και με τον λόγο των πολιτικών παρατάξεων» (σελ. 11). Η γενικότητα των όρων δεν πρέπει να μας παραπέμψει στο κοινότοπο, αλλά θεμελιώδες ούτως ή άλλως, πρόβλημα της σχέσης μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας ή ιδεολογίας και πρακτικών. Στα όσα έπονται ο συγγραφέας στέκεται στο χάσμα ανάμεσα σε θεωρία και πραγματικότητα που έχει διανοιχθεί ειδικά στον τόπο μας. Τα στοιχεία της γενικής οικονομικής θεωρίας που θα αξιοποιηθούν στην εργασία τους καλούνται να συναρμοστούν με την παρατήρηση του συγκεκριμένου. Το βιβλίο του Δοξιάδη δεν κομίζει μόνον ένα διαφορετικό τρόπο πραγμάτευσης του υλικού του, αρθρώνει συγχρόνως κριτική κατέναντι των κυρίαρχων εξηγήσεων της κρίσης, γεγονός που εξ ανάγκης θα οδηγήσει σε διαφορετική πρόταση για την ανασυγκρότηση της ελλαδικής οικονομίας. Γνώμονας είναι πάντοτε ότι οι όροι θα ταιριάζουν, κατά την έκφραση του συγγραφέα, στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό (σ. 19).

Εκείνο που είναι σημαντικό στην περίπτωση μας είναι ο διαφορετικός διανοητικός προσανατολισμός του συγγραφέα, ο οποίος για να το πούμε σχηματικά έγκειται στην κατ’αρχάς αποκοπή του από κανονιστικές προθέσεις που έρχονται έξωθεν στην ελλαδική κοινωνία και στην προσπάθεια του διαγνώσει την ιδιαίτερη ορθολογικότητα που τη διαπερνά. Με άλλα λόγια, η βασική πρόθεση του έργου του είναι η διατύπωση μιας συνεκτικής πρότασης για την αξιοποίηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και δυναμικών, ιδεολογιών και νοοτροπιών προς την κατεύθυνση της ανατίμησης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Στα εισαγωγικά μας σχόλια τονίστηκε η διάσταση του διανοητικού προσανατολισμού του συγγραφέα. Είναι και αυτή που θέλουμε να αναδείξουμε στο σύντομο αυτό σημείωμα. Εύλογα μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι ο προσανατολισμός αποτυπώνεται κυρίως στη μέθοδο· δηλαδή, στον τρόπο πραγμάτευσης του υλικού. Ο Δοξιάδης συντάσσεται με μία συγκεκριμένη ερευνητική παράδοση, αναφερόμενος ρητά στη νεοθεσμική προσέγγιση. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να προβούμε εδώ σε λεπτομερή ανάλυση της θεωρητικής αυτής μεθόδου. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει –και με πολύ γενικούς όρους– η νεοθεσμική θεωρία, δεν συνιστά παρά έναν άλλον όρο για μία πολυπαραγοντική ανάλυση, στην οποία εμπεριέχονται και οι άτυπες πρακτικές, δίχως μία εξ υπαρχής δοσμένη ιεράρχηση των παραγόντων αυτών. Σε γενικές γραμμές η νεοθεσμική προσέγγιση προσπαθεί να συνθέσει την οικονομική ανάλυση με την ανάλυση των θεσμών και ιδιαίτερα την αλληλεπίδραση των οικονομικών συμπεριφορών και θεσμών ως προς την οικονομική επίδοση της κάθε εθνικής οικονομίας. Οι θεσμοί αποτελούν τους επίσημους κανόνες που την ορίζουν αλλά στην περίπτωση της νεοθεσμικής ανάλυσης περιλαμβάνονται σε αυτούς και οι άτυποι κανόνες που διέπουν τις κοινωνικές συμπεριφορές. Σημαντική διάσταση της ερευνητικής μεθόδου είναι, επίσης, η έμφαση που αποδίδει στο συγκεκριμένο ατομικό, στους συγκεκριμένους δρώντες και όχι στην όλη κοινωνία. Η εικόνα της τελευταίας θα προκύψει μετά τη μελέτη των ατομικών δρώντων. Συνεπώς, η νεοθεσμική παράδοση εντάσσεται στην θεωρητική παράδοση του μεθοδολογικού ατομισμού, ο οποίος αρνείται τον μεθοδολογικό ολισμό που ξεκινά από την εκ των προτέρων σύλληψη του γενικού για να φωτίσει τα επιμέρους. Εδώ, δηλαδή, η πορεία είναι αντίστροφη, καθώς δίδεται έμφαση στις συγκεκριμένες πρακτικές των συγκεκριμένων οικονομικών δρώντων για να προχωρήσει κατόπιν στις θεωρητικές γενικεύσεις. Έπειτα από τα παραπάνω δεν είναι συμπτωματική η αποστροφή του συγγραφέα προς τις αφαιρέσεις των υψιπετών γενικών θεωρήσεων που, το κυριότερο, εφαρμόζονται άκριτα στην ελλαδική περίπτωση. Ο συγγραφέας αποδύεται σε έναν διμέτωπο, τρόπον τινά, θεωρητικό αγώνα ο οποίος έχει πολιτικές απολήξεις. Ήδη από τη αρχή του βιβλίου του κάνει λόγο για τις τεχνοκρατικές αλλά και για τις αριστερές αφαιρέσεις (σελ. 20-26). Ο σκοπός του δεν είναι αυστηρά θεωρητικός. Μέριμνά του είναι να τις εντοπίσει, σχηματικά σίγουρα αλλά με διανοητική εντιμότητα, να αναδείξει τις ιδεολογικές τους χρήσεις και τις παρεπόμενες ψευδαισθητικές τους λειτουργίες –ιδίως στον δημόσιο διάλογο.

Η τεχνοκρατική αφαίρεση ταυτίζεται στην ουσία της με το νεοκλασικό υπόδειγμα. Οι θεράποντες της διανοητικής αυτής παράδοσης προχώρησαν σε διαδοχικές αφαιρέσεις αποβάλλοντας κατ’ αρχάς από την ανάλυση τους τις τάξεις, όπως και κάθε κοινωνικό προσδιορισμό· εξοβέλισαν την ύλη από τα προϊόντα διακρίνοντας μονάχα μείξεις αφηρημένων συντελεστών, και, τέλος, παρέκαμψαν την κρατική εντοπιότητα, δηλαδή το εθνικό κράτος, ωσάν αυτό να είχε καταργηθεί. Τα ιδεώδη τους υποκατέστησαν την πραγματικότητα –θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Απέναντι σε αυτές τις αφαιρέσεις ο Δοξιάδης κρατάει το νήμα των κοινωνικών προσδιορισμών και τη θέση των υποκειμένων στον καταμερισμό της εργασίας, προσδίδει στα προϊόντα την υλικότητά τους, σκέπτεται γύρω από τις διαδικασίες παραγωγής τους, όπως και γύρω από τις συνέπειές τους στον χώρο των νοοτροπιών και της ιδεολογίας. Τέλος, επαναφέρει την έννοια της εθνικής οικονομίας που αντιστοιχεί σε μία διαστατή πραγματικότητα και η οποία αλληλεπιδρά με άλλες οικονομίες υπενθυμίζοντάς μας συγχρόνως ότι η Ευρώπη «δεν είναι πολιτικό υποκείμενο. Είναι ένα σύνολο από εθνικές κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια, ψηφοφόρους, καθώς και από υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχουν αυστηρά ορισμένες αρμοδιότητες» (σ. 234).

Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές αφαιρέσεις εκφράστηκαν, και συνεχίζουν να εκφράζονται, μέσα από τρία βασικά θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα. Καταγωγικά, στην κλασική μαρξιστική εκδοχή τους, τοποθετούσαν στο επίκεντρο τη βασική αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία βλέποντας μόνον την ταξική αντίθεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκρατία και εργατική τάξη. Η ανάδυση της ευρωπαϊκής, πολύμορφης μεσαίας τάξης καθώς και το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους, της εργοδοσίας και της εργατικής τάξης έθεσε στο πολιτικό περιθώριο την παραπάνω διαίρεση. Μεταπολεμικά αναδείχθηκε εξ αριστερών μία νέα διαίρεση· αυτή ανάμεσα στην ανεπτυγμένη μητρόπολη και την εξαρτημένη περιφέρεια, για να περάσουμε στα τελευταία χρόνια στην αντίθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τους εργαζόμενους, τους πραγματικούς παραγωγούς. Οι αριστερές αφαιρέσεις, εν συνόλω θεωρούμενες, παρακάμπτουν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ιδιαίτερα πολωμένη ταξικά, ενώ συγχρόνως την χαρακτηρίζει η «πολυσθένεια» των υποκειμένων (όρο που ο Δοξιάδης αντλεί από τον Κ. Τσουκαλά). Ακόμη περισσότερο, δεν αναλύονται οι σχέσεις παραγωγής και ιδιοποίησης στην Ελλάδα κι ως εκ τούτου δεν διαμορφώνεται ένα αντίστοιχο πολιτικό σχέδιο.

Οι κριτικές ενστάσεις του Δοξιάδη έναντι των αφαιρέσεων είτε τεχνοκρατικής, είτε αριστερής κοπής δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Αποτελούν στόχους τις κριτικής του είτε σε ιδιαίτερες υποενότητες, είτε σε παρεκβάσεις καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο συχνά διαλογική την υφή του έργου του.

Ο Α. Δ. δίνει έμφαση στον όρο νεοθεσμική προσέγγιση αλλά η μεθοδολογική καινοτομία της εργασίας του εδράζεται αλλού. Καταφάσκει στην έννοια της ελληνικής ιδιομορφίας την οποία δεν ανάγει στον απόλυτο βαθμό που θα την έκανε ευεπίφορη στην απλώς ιδεολογική της αξιοποίηση – άλλωστε ο ίδιος ο Δοξιάδης κάνει λόγο για την ιδιομορφία του καπιταλισμού σε κάθε χώρα. Η ελληνική ιδιομορφία τίθεται στην προοπτική ενός συγκεκριμένου πλαισίου που προϋποθέτει, και παραπέμπει, στη συγκριτική ανάλυση. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε (η υπογράμμιση του ιδίου) από τις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα κι όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες» (σελ. 37). Με την παρατήρησή του αυτή αναγνωρίζεται ότι η έννοια της ιδιομορφίας δεν τίθεται στο κενό. Η ιδιαιτερότητα προκύπτει από τη σύγκριση με τις «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες». Στο ερώτημα γιατί να επιλεγούν οι δυτικές κοινωνίες ως μέτρο σύγκρισης δίνεται και η απάντηση ότι θέλουμε να συγκλίνουμε με αυτές στο επίπεδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Από τη σύγκριση αυτή θα ανακύψει και η εννοιολογία αφού εννοιολογικές μορφές που προέκυψαν από τη μελέτη των δυτικών κοινωνιών θα συγκριθούν με εννοιολογικές μορφές που αναδεικνύονται από τη μελέτη της ελλαδικής συνθήκης. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η ελλαδική ιδιαιτερότητα της οικονομικής και κοινωνικής μας οργάνωσης. Από την άλλη πλευρά, διαμορφώνεται μία ένταση στο εσωτερικό της λογικής του. Αν κάθε χώρα έχει τον δικό της ιδιόμορφο καπιταλισμό, τότε σε τι συνίσταται η κατασκευή της έννοιας «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες»; Σε ποιο ιδεότυπο αναφέρεται; Θα μπορούσε να ενταχθεί κάθε χώρα σε αυτόν τον ιδεότυπο; Απαντούμε εμείς· φυσικά και όχι. Η «ιδιομορφία» έχει νόημα ως όρος όταν τα χαρακτηριστικά μιας χώρας είναι τέτοια που αποκλίνουν σε κρίσιμες όψεις της έννοιας «ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία». Και η Ελλάδα προδήλως ανήκει σε αυτές –δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι αποκλίσεις της είναι τέτοιας έκτασης όσο οι αποκλίσεις άλλων χωρών. Αλλά το πρόβλημα δεν τίθεται μόνο με αφηρημένους όρους· η προϊούσα ενσωμάτωση της Ελλάδας στον διεθνή καπιταλισμό το έθεσε με οξύτητα στην ιστορική διαχρονία. Η ενσωμάτωση στην ανάλυσή των άτυπων, αλλά όχι λιγότερο θεσμισμένων, πρακτικών, αυτών που δεν έχουν θέση στο δημόσιο λόγο τον οδηγεί σε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τις θεωρητικές ορθοδοξίες και τούτο γιατί αναδεικνύει όψεις του κοινωνικού βίου που καλούν σε θεματοποίηση και εννοιολογική εκλέπτυνση. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την ανάταξη της οικονομίας: «Έχουμε επιλογές και πρακτικές των οικογενειών και των ατόμων, που είναι άτυπες νόρμες που θα μπορούσαν να είναι πηγές ανάπτυξης αν η δημόσια πολιτική τις αναγνώριζε και τις αξιοποιούσε. Το “μυστικό του κεφαλαίου” στον επιτυχημένο δυτικό καπιταλισμό, όπως γράφει ο De Soto, είναι ότι οι νομοθέτες “ανακάλυψαν” το νόμο που υπάρχει μέσα στις κοινωνικές πρακτικές, δεν τον κατασκεύασαν μέσα στη γυάλα. Αντίθετα, στον Τρίτο κόσμο συχνά η νομοθεσία έρχεται εισαγόμενη από τις δυτικότροπες ελίτ που δεν βλέπουν καθαρά τι συμβαίνει στη δική τους οικονομία» (σ. 175). Αυτή όμως η προβληματική δεν έχει την καταγωγή της στη νεοθεσμική θεωρία αλλά συνοδεύει το ελλαδικό κράτος σχεδόν από τη σύστασή του –έστω κι αν λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, με ποικίλα περιεχόμενα και άλλες στοχεύσεις.

Η εκ μέρους του Δοξιάδη διακηρυγμένη (μερική) ελευθερία έναντι της μεθόδου του επιτρέπει μιαν ορισμένη ευελιξία στην απόπειρα σύλληψης του προς έρευνα αντικειμένου. «Αντικείμενο» εδώ είναι οι βαρύνουσας σημασίας όψεις των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών εν σχέσει προς την κρίση και η απόπειρα διατύπωσης προτάσεων για την εν καιρώ υπέρβασή της. Υπό την έννοια αυτή πέραν της μεθόδου και της ιδιαίτερης ματιάς του συγγραφέα σημασία έχει η δοκιμασία τους στο συγκεκριμένο. Είναι η τελευταία που προσδιορίζει και τη λεπταισθησία της κρίσης ενός εκάστου. Εύλογο είναι βέβαια ότι δεν γίνεται εδώ να λάβει χώρα μία λεπτομερή ανάλυση των αναλύσεων του στα επιμέρους. Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι η μικρή επιχείρηση και οι συνεταιρισμοί, ο τουρισμός και η ναυτιλία, η γεωργία και η παιδεία, η διοίκηση, η εκπαίδευση και οι συνοδές νοοτροπίες αναλύονται και πάντοτε συγκρίνονται με αντίστοιχες των ανεπτυγμένων χωρών, όχι για να κριθούν και καταδικασθούν, αλλά για να αναφανούν οι ιδιαίτερες λειτουργίες τους, καθώς και να υποδειχθούν τρόποι αξιοποίησης τους. Το ελλαδικό κράτος ακολουθεί έναν άλλον δρόμο και τούτο κατοπτρίζεται κυρίως στη νομοθεσία μέσα από την οποία εκφράζονται οι δημόσιες πολιτικές του. Προσπαθεί να ρυθμίσει την κοινωνία καταρτίζοντας (πιθανόν και μεταφράζοντας θα σχολιάζαμε εμείς) νόμους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα καθ’ημάς, δίχως καμία μελέτη των επιπτώσεων που θα έχουν. Όμως «το πρόβλημα με τους ανεφάρμοστους νόμους είναι ότι κάνουν ζημιά και όταν εφαρμόζονται και όταν δεν εφαρμόζονται» (σ. 82). Όταν με τη σειρά του ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται γύρω από τις κατ’ όνομα προτεραιότητες που θέτουν οι νόμοι – κι αφού έχουν τεθεί εκτός του ορίζοντά μας οι καθημερινές μας εμπειρίες οι οποίες παραμένουν δίχως νοηματοδότηση, ανερμήνευτες – ή γύρω από γενικούς και αφηρημένους ιδεολογικούς προσανατολισμούς, η γενικευμένη υποκρισία είναι το αποτέλεσμα. Η εμβάθυνση στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα δεν είναι η μόνη εισφορά του έργου. Το έργο του Δοξιάδη ερεθίζει τη σκέψη ακόμη περισσότερο όταν είτε εξηγεί είτε ερμηνεύει τις καθημερινές πρακτικές και νοοτροπίες της κοινωνίας μας. Οι οικογενειακές στρατηγικές, η προσοδοθηρία, ο καιροσκοπισμός εξηγούνται και διακριβώνεται η ορθολογική λειτουργία τους στο πλαίσιο του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η βασική αιτία της ελλαδικής κρίσης, που δεν εξοβελίζει τις υπόλοιπες αλλά αναδεικνύεται σε καθοριστική, βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε διεθνώς εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες (σελ. 196). Η σημασία της διάκρισης εκκινεί από τη σπουδαιότητα του εμπορικού ελλείμματος για κάθε εθνική οικονομία. Πρόκειται για το αόρατο ρήγμα μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων που αναπτύσσεται κυρίως στο 16ο κεφάλαιο αλλά ακολουθεί την ανάλυση του Δοξιάδη σε πλήθος πεδία (ενδεικτικά και μόνον: εν σχέσει προς την υφή των μεγάλων επιχειρήσεων, σελ. 65 κ.εξ., 92-94, εν σχέσει προς το υφιστάμενο νομοθετημένο πλαίσιο σελ. 87, σχετικά με τον χαρακτήρα της μεσαίας τάξης, σελ. 103-107, κ.α.), τέμνοντας την κυρίαρχη αφήγηση του βιβλίου, ενώ λανθάνει μονίμως όπου γίνεται λόγος για ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της οικονομίας. Η σταδιακή διόγκωσή του χάσματος συνυφάνθηκε με τη σταδιακή κατακυριάρχηση των πρακτικών των εισαγωγών και της κατανάλωσης έναντι των εξαγωγών. Οι κοινωνικές πρακτικές συνυφάνθηκαν με τις αντίστοιχες νοοτροπίες για να οδηγήσουν με τη σειρά τους στις ποικίλες αποκρυσταλλώσεις κοινωνικών τάσεων που αγκάλιασαν το σύνολο κοινωνικό σώμα. Εδώ όμως βρισκόμαστε συγχρόνως ενώπιον ενός θεμελιώδους πολιτικού προβλήματος: από «τη στιγμή που παγιώθηκε το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης στο εθνικό εισόδημα, ήταν πολύ δύσκολο, από πολιτική άποψη, να μειωθεί το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, γιατί το έλλειμμα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το βιοτικό επίπεδο της εκλογική βάσης των κομμάτων» (σ. 189). Ανεξάρτητα λοιπόν από τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές διαιρέσεις και κομματικές εκπροσωπήσεις τους ο ελληνικός καπιταλισμός «χαρακτηρίζεται από τη συμβίωση των μεγάλων προμηθευτών του Δημοσίου και του μικροκαπιταλισμού. Και οι δύο αυτοί τρόποι παραγωγής απειλούνται από τον καπιταλισμό της συσσώρευσης παραγωγικών πόρων και της καινοτομίας. Γι’αυτό, και παρ’όλες τις αντιθέσεις τους, είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες μια συμμαχία που δεσπόζει στο πολιτικό σύστημα της χώρας, και μια σιωπηρή συναίνεση για το τι επιτρέπεται και τι διώκεται σ’αυτή τη χώρα. Η συμμαχία αυτή όριζε την ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού, αυτή που έφτασε σε αδιέξοδο το 2009» (σ. 70).

Το βιβλίο αυτό προβάλλει την αξίωση για μία ευρύτερη επίδραση καθώς δεν είναι γραμμένο κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα, δίχως να στερείται ακαδημαϊκής θεμελίωσης· το αντίθετο. Οι προσανατολισμοί που θέτει δύνανται να μπολιάσουν όχι μόνον την οικονομική ανάλυση αλλά και την πολιτική κοινωνιολογία ή ακόμη και την κοινωνιολογία του νεοελληνικού πολιτισμού. Συνιστά όχι μία ολοκληρωμένη απάντηση στα προβλήματα που θέτει αλλά χαράσσει τον δρόμο για μία διαφορότροπη και ουσιαστική σύλληψη της νεοελληνικής κοινωνίας και την αντίστοιχη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδής της και χάραξης δημόσιων πολιτικών.

Ο ρηχός, δηλαδή ο απροϋπόθετος, φιλελευθερισμός ειρωνεύεται την αντίληψη περί ελληνικής ιδιαιτερότητας: «Η απελευθέρωση της αγοράς που λειτούργησε σε όλο τον κόσμο δεν ταιριάζει στις ιδιομορφίες μας… Γενικώς για κάθε λύση έχουμε μία ιδιαιτερότητα… Κι έτσι κινδυνεύουμε να πάθουμε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Μια ιδιαιτερότητα που δεν χωρά στην Ευρώπη» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Το πολιτισμικό Grexit», Καθημερινή 9/2/2013). Σίγουρα ο λόγος περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να λειτουργήσει με τον τρόπο που περιγράφεται στο παραπάνω απόσπασμα – όπως κάθε λόγος μπορεί να χρησιμεύσει σε ποικίλες προοπτικές και για να νομιμοποιήσει ποικίλα συμφέροντα. Αλλά μόνον στο πλαίσιο ενός λόγου περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να αναπτυχθεί μία προβληματική γόνιμη, μακριά από πάσης φύσεως ριζοσπαστισμούς, που θα προσπαθεί να ανατιμήσει την παρουσία του Έθνους στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δίχως να συντρίψει τις κοινωνικές δομές και βελτιώνοντας ή πρακτικές όπως αυτές έχουν φθάσει σε εμάς ίσαμε σήμερα. Νύξη εμπεριέχουν τα λόγια του Δοξιάδη: «Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση κεφαλαίου» (σελ. 44).

Στα παραπάνω δόθηκε έμφαση στη θεμελιώδη κατά την εκτίμησή μας όψη του έργου του. Δεν είναι η μόνη, και πλήθος εμπειρικού χαρακτήρα παρατηρήσεις το διαπερνούν. Ευελπιστούμε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού να προβάλλουμε ορισμένες θέσεις με άξονα τα όσα ο ίδιος γράφει για τη δημόσια διοίκηση και θέτοντας τις σε σχέση προς το ζήτημα του «ποιος φταίει», εισφέροντας ορισμένες κριτικές ενστάσεις, με την ελπίδα να είναι γόνιμες.

Ο Αρίστος Δοξιάδης αυτοκατανοείται ως κεντροαριστερός. Από τους συμμετέχοντες στην κίνηση των 58, έχει αναφερθεί στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός «ριζοσπαστικού κέντρου». Σε αντίθεση με την αυτοκατανόησή του κυρίου Δοξιάδη, όσο διάβαζα το βιβλίο του αισθάνθηκα ότι τα όσα γράφει συνταιριάζουν με ένα απόσπασμα του Έντμουντ Μπέρκ από τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία – δηλωτικό της απόστασής του Α. Δ. από κάθε είδους ριζοσπαστισμό:

«Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του».

(Έντμουντ Μπέρκ (Edmund Burke), Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία, μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010, σ. 207).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, εδώ]

 

Posted in Λεωνίδας Σταματελόπουλος | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο αγώνας κατά των αφαιρέσεων και η ανάδειξη ενός εθνικού σχεδίου. Η προβληματική της νεοελληνικής ιδιομορφίας στο βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, το Αόρατο Ρήγμα.