Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 17ης Δεκεμβρίου 2019

Η εκλογική νίκη του Μπόρις Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία παρουσιάστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του ξένου τύπου με τον, γνώριμο πια, συνδυασμό κινδυνολογίας και ηθικολογίας που συνοδεύει κάθε επιτυχία αυτού που ο δημόσιος διάλογος έχει ονομάσει «λαϊκισμό». Στην περίπτωση Τζόνσον, η εκλογική του νίκη παρουσιάστηκε ως ένα ακόμα βήμα προς την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Βρετανία, την διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Σκωτία), την ύφεση της οικονομίας και την ρήξη με την ΕΕ.

Χωρίς να υποβαθμίζονται οι συνέπειες του Μπρέξιτ, οφείλουμε να δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις με περισσότερη ψυχραιμία. Αυτό υπαγορεύει να αναγνωρίσουμε πχ ότι η ρητορική της καμπάνιας του Τζόνσον ήταν πολύ πιο μετριοπαθής από αυτήν του Leave στο δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Μπρέξιτ τότε ήταν μια πραγματική λαϊκιστική εξέγερση που συνάρθρωσε μια σειρά οικονομικών και ταυτοτικών (βλ. μετανάστευση) αντισυστημικών αιτημάτων. Η εκστρατεία του Τζόνσον φέτος δεν παρουσίασε το Μπρέξιτ ως ευκαιρία και ιδεώδες αλλά ως εκκρεμότητα με την οποία πρέπει να τελειώνουμε («get Brexit done»).

Οφείλουμε επίσης να δούμε πίσω από την ρητορική και τα αχτένιστα ξανθά μαλλιά για να αξιολογήσουμε τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της κυβέρνησης Τζόνσον. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι στους λίγους μήνες παραμονής του στην εξουσία, ο Τζόνσον επαναδιαπραγματεύτηκε την συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ κάνοντας παραχωρήσεις στο ζήτημα της Ιρλανδίας, με ελάχιστες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος και της χώρας του.

Ο υποτιθέμενος «λαϊκισμός» του Τζόνσον επομένως του επέτρεψε να περάσει μια συμφωνία που περιορίζει τα άμεσα κόστη του Μπρέξιτ, κάτι που προϊδεάζει και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν σκωπτικά τον κωμικό Μπόρις, χαιρέτισαν την νίκη του με ανακούφιση, αν όχι ενθουσιασμό που η Βρετανία απέκτησε σταθερή κυβέρνηση.

Αν κάποιος θέλει να βρει στις βρετανικές εκλογές μια πραγματική περίπτωση αντισυστημικού λαϊκισμού, αυτή δεν ήταν ο Τζόνσον αλλά ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, το πρόγραμμα του οποίου υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και αναδιανομή από τους «λίγους» στους «πολλούς». Κι όμως, το Μπρέξιτ και η απέχθεια προς τον Τζόνσον έκαναν ακόμα και τον Κόρμπυν να παρουσιάζεται από πολλά κατεστημένα διεθνή ΜΜΕ με συμπάθεια, ή εν πάση περιπτώσει ως μικρότερη απειλή από τον Τζόνσον.

Το ερώτημα τελικά είναι αν, πέραν από τον εντυπωσιασμό και την κινδυνολογία, η επιτυχία του Μπόρις Τζόνσον είναι απλά μια κλασική περίπτωση νίκης ενός συντηρητικού κόμματος που χρησιμοποίησε στρατηγικά τις αξίες του πατριωτισμού και της κοινωνικής ιεραρχίας για να υπερκεράσει τον ταξικό ριζοσπαστισμό των αντιπάλων του. Αν αυτό ισχύει, ίσως πρέπει πια να αναρωτηθούμε αν η εμμονή με τον «λαϊκισμό» στην διεθνή συζήτηση δεν εκφράζει τόσο ειλικρινείς φόβους για το μέλλον της δημοκρατίας, όσο δυσανεξία με την εκλογική επιτυχία και την ικανότητα κεντροδεξιών κομμάτων να απαντούν σε λαϊκές ανησυχίες.

Posted in Uncategorized

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα Ιωάννης Σ. Λάμπρου

πολυπολιτισμικότητα

 

Η έννοια της πολυπολιτισμικής  κοινωνίας έχει καταστεί κυρίαρχη τις  τελευταίες δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Η προσέγγιση πολλών συμπατριωτών μας στη συγκεκριμένη  έννοια είναι επιφανειακή περιορίζοντάς  της στην συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, θρησκείας και πολιτιστικού υπόβαθρου. Προσεγγίζεται, ίσως, με όρους εξερεύνησης του αγνώστου ή και περιπέτειας αγνοώντας τις βαθύτερες επιπτώσεις.

Επί παραδείγματι  πως θα γίνει η εξιστόρηση της 28ης Οκτωβρίου σε έναν μαθητή αλβανικής καταγωγής; Θα τονιστεί η συνέργεια των Τιράνων στην ιταλική εισβολή, η εργαλειοποίηση των Τσάμηδων  από την Ρώμη, η συνεργασία των τελευταίων  με τις  δυνάμεις κατοχής και τα εγκλήματα τους στην Θεσπρωτία, η τρίτη απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό, σε διάστημα είκοσι  ετών, και η καταπίεση της εκεί Ελληνικής Μειονότητας, από το αλβανικό κράτος μέχρι τις ημέρες μας;  Όλα τα παραπάνω αποτελούν ενιαίο σύνολο και η αποσιώπηση κάποιων στοιχείων  συνιστά ακρωτηριασμό της εθνικής μνήμης.

Παράλληλα, τονίζεται από τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η ανάγκη πλουραλιστικής κοινωνίας συγχέοντας συνειδητά  τους όρους «πλουραλισμός» – «πολυπολιτισμικότητα»  αποκρύβοντας ότι και στο πλαίσιο  μιας εθνικά ομοιογενούς κοινωνίας  μπορεί κάλλιστα να υφίσταται πλουραλισμός (πολυκομματισμός, πολιτιστικές τάσεις, διαφορετικές προσεγγίσει σε πληθώρα ζητημάτων). Μια εθνικά ομοιογενής, μονοπολιτισμική κοινωνία δεν αποκλείει τις διαφοροποιήσεις, ούτε επιβάλλει μια  τυραννική ομοείδεια σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Τουναντίον, εντός της  σφυρηλατούνται στενότεροι δεσμοί  μεταξύ των μελών της κοινωνίας,  τέτοιοι ώστε η παρούσα γενιά πιο πρόθυμα να αποδεχθεί θυσίες χάριν μελλοντικών γενεών στο πλαίσιο της διαγενεακής δικαιοσύνης, όπως ακριβώς ο παππούς και ο πατέρας για το εγγόνι και το παιδί του  αντίστοιχα. Αντίθετα, η πολυύμνητη πολυπολιτισμική κοινωνία καταλήγει  στη δημιουργία «παράλληλων κόσμων» στην καλύτερη περίπτωση περιορίζοντας την ενιαία νοηματοδότηση στον καταστατικό χάρτη της χώρας (συνταγματικός πατριωτισμός)  χωρίς ευρύτερες συνδηλώσεις ταυτότητας, και στην χειρότερη στην λειτουργία βάσει ποσοστώσεων (εθνοτικών, θρησκευτικών) όπως ο Λίβανος.

Παράλληλα, γίνεται ανηλεής  απόπειρα  επιβολής ενοχών και τύψεων στην ελλαδική κοινωνία και απαίτησης από την τελευταία να σηκώσει συνειδησιακά βάρη τέως αποικιοκρατικών χωρών. Η δε  συλλήβδην κατηγορία του «ρατσισμού» – «φασισμού», προς διασυρμό όσων πρεσβεύουν  αντίθετη άποψη  απονομιμοποιώντας τα τυχόν θεμιτά επιχειρημάτων που μπορεί να έχουν, αν και μπορεί να καταδεικνύει μερικές μεμονωμένες  περιπτώσεις, δεν στοιχειοθετεί  την ύπαρξη συγκροτημένου ρατσιστικού-φασιστικού φαινομένου  στην ελλαδική κοινωνία.

Αν  η ελλαδική κοινωνία καταλήξει  συνειδητά να αποδεχθεί το αναπότρεπτο της  έλευσης της πολυπολιτισμικής κοινωνίας  οφείλει να αποδεχθεί και την λογική της απόληξη, η οποία συνίσταται στην απουσία κυρίαρχου συνεκτικού πολιτιστικού άξονα. Οι διαφορετικές παραδόσεις θα είναι ισότιμες  και  ισόκυρες μεταξύ τους λαμβάνοντας ίση μεταχείριση από τη νομοθεσία της πολιτείας. Η έννοια δε της πολυπολιτισμικής συμβίωσης θα διαπερνά κάθε  πτυχή της κοινωνίας, από το  αν τα τοστ στα σχολικά κυλικεία θα περιέχουν χοιρινό μέχρι τον τρόπο με τον οποίο αναγιγνώσκουμε την ιστορία μας και συνεπώς  με ποιους όρους νοηματοδοτούμε την εθνική μας ταυτότητα. Επιπτώσεις απτές,  διαστατές τόσο στην καθημερινή πρακτική, όσο και στην ευρύτερη θέαση της πατρίδας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019.

 

 

Posted in Uncategorized

 

 

 

Posted in Uncategorized

Ο αγώνας κατά των αφαιρέσεων και η ανάδειξη ενός εθνικού σχεδίου. Η προβληματική της νεοελληνικής ιδιομορφίας στο βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, το Αόρατο Ρήγμα.

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

Πριν λίγα χρόνια εκδόθηκε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που βρέθηκε για εβδομάδες, στην κορυφαία θέση των πωλήσεων στην κατηγορία του δοκιμίου. Πρόκειται για το έργο του Αρίστου Δοξιάδη, Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης αλλά ανακινεί ζητήματα που όφειλαν να ανήκουν στην ημερήσια διάταξη κάθε σοβαρής συζήτησης για τον ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό. Ο λόγος είναι ότι ο Δοξιάδης θέτει ορισμένους καταστατικούς όρους ως προϋπόθεση σύλληψης του τρόπου λειτουργίας της ελλαδικής κοινωνίας που η σημασία τους υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση δεν είναι παρά μία αφορμή για να ξεδιπλώσει την προβληματική του· το βιβλίο άλλωστε, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στον πρόλογο, ξεκίνησε να συγγράφεται πολύ πριν από την κρίση.

Πέρα από τις καθ’ ύλην, οικονομολογικής υφής, παρατηρήσεις, η σημαντικότερη εισφορά του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται τα ζητήματα που θέτει. Στην αρχή του βιβλίου ο ορίζοντας που προσανατολίζει τον συγγραφέα εκφράζεται με γενικούς, οιωνεί γνωσιολογικούς, όρους. Το πρόβλημα που ο συγγραφέας θέτει στο εαυτό του είναι –με τα ίδια του τα λόγια– η ανάγκη του να καταλάβει «πώς ταιριάζουν οι εμπειρικές παρατηρήσεις» του «με τις αναλύσεις των θεωρητικών οικονομολόγων και με τον λόγο των πολιτικών παρατάξεων» (σελ. 11). Η γενικότητα των όρων δεν πρέπει να μας παραπέμψει στο κοινότοπο, αλλά θεμελιώδες ούτως ή άλλως, πρόβλημα της σχέσης μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας ή ιδεολογίας και πρακτικών. Στα όσα έπονται ο συγγραφέας στέκεται στο χάσμα ανάμεσα σε θεωρία και πραγματικότητα που έχει διανοιχθεί ειδικά στον τόπο μας. Τα στοιχεία της γενικής οικονομικής θεωρίας που θα αξιοποιηθούν στην εργασία τους καλούνται να συναρμοστούν με την παρατήρηση του συγκεκριμένου. Το βιβλίο του Δοξιάδη δεν κομίζει μόνον ένα διαφορετικό τρόπο πραγμάτευσης του υλικού του, αρθρώνει συγχρόνως κριτική κατέναντι των κυρίαρχων εξηγήσεων της κρίσης, γεγονός που εξ ανάγκης θα οδηγήσει σε διαφορετική πρόταση για την ανασυγκρότηση της ελλαδικής οικονομίας. Γνώμονας είναι πάντοτε ότι οι όροι θα ταιριάζουν, κατά την έκφραση του συγγραφέα, στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό (σ. 19).

Εκείνο που είναι σημαντικό στην περίπτωση μας είναι ο διαφορετικός διανοητικός προσανατολισμός του συγγραφέα, ο οποίος για να το πούμε σχηματικά έγκειται στην κατ’αρχάς αποκοπή του από κανονιστικές προθέσεις που έρχονται έξωθεν στην ελλαδική κοινωνία και στην προσπάθεια του διαγνώσει την ιδιαίτερη ορθολογικότητα που τη διαπερνά. Με άλλα λόγια, η βασική πρόθεση του έργου του είναι η διατύπωση μιας συνεκτικής πρότασης για την αξιοποίηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και δυναμικών, ιδεολογιών και νοοτροπιών προς την κατεύθυνση της ανατίμησης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Στα εισαγωγικά μας σχόλια τονίστηκε η διάσταση του διανοητικού προσανατολισμού του συγγραφέα. Είναι και αυτή που θέλουμε να αναδείξουμε στο σύντομο αυτό σημείωμα. Εύλογα μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι ο προσανατολισμός αποτυπώνεται κυρίως στη μέθοδο· δηλαδή, στον τρόπο πραγμάτευσης του υλικού. Ο Δοξιάδης συντάσσεται με μία συγκεκριμένη ερευνητική παράδοση, αναφερόμενος ρητά στη νεοθεσμική προσέγγιση. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να προβούμε εδώ σε λεπτομερή ανάλυση της θεωρητικής αυτής μεθόδου. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει –και με πολύ γενικούς όρους– η νεοθεσμική θεωρία, δεν συνιστά παρά έναν άλλον όρο για μία πολυπαραγοντική ανάλυση, στην οποία εμπεριέχονται και οι άτυπες πρακτικές, δίχως μία εξ υπαρχής δοσμένη ιεράρχηση των παραγόντων αυτών. Σε γενικές γραμμές η νεοθεσμική προσέγγιση προσπαθεί να συνθέσει την οικονομική ανάλυση με την ανάλυση των θεσμών και ιδιαίτερα την αλληλεπίδραση των οικονομικών συμπεριφορών και θεσμών ως προς την οικονομική επίδοση της κάθε εθνικής οικονομίας. Οι θεσμοί αποτελούν τους επίσημους κανόνες που την ορίζουν αλλά στην περίπτωση της νεοθεσμικής ανάλυσης περιλαμβάνονται σε αυτούς και οι άτυποι κανόνες που διέπουν τις κοινωνικές συμπεριφορές. Σημαντική διάσταση της ερευνητικής μεθόδου είναι, επίσης, η έμφαση που αποδίδει στο συγκεκριμένο ατομικό, στους συγκεκριμένους δρώντες και όχι στην όλη κοινωνία. Η εικόνα της τελευταίας θα προκύψει μετά τη μελέτη των ατομικών δρώντων. Συνεπώς, η νεοθεσμική παράδοση εντάσσεται στην θεωρητική παράδοση του μεθοδολογικού ατομισμού, ο οποίος αρνείται τον μεθοδολογικό ολισμό που ξεκινά από την εκ των προτέρων σύλληψη του γενικού για να φωτίσει τα επιμέρους. Εδώ, δηλαδή, η πορεία είναι αντίστροφη, καθώς δίδεται έμφαση στις συγκεκριμένες πρακτικές των συγκεκριμένων οικονομικών δρώντων για να προχωρήσει κατόπιν στις θεωρητικές γενικεύσεις. Έπειτα από τα παραπάνω δεν είναι συμπτωματική η αποστροφή του συγγραφέα προς τις αφαιρέσεις των υψιπετών γενικών θεωρήσεων που, το κυριότερο, εφαρμόζονται άκριτα στην ελλαδική περίπτωση. Ο συγγραφέας αποδύεται σε έναν διμέτωπο, τρόπον τινά, θεωρητικό αγώνα ο οποίος έχει πολιτικές απολήξεις. Ήδη από τη αρχή του βιβλίου του κάνει λόγο για τις τεχνοκρατικές αλλά και για τις αριστερές αφαιρέσεις (σελ. 20-26). Ο σκοπός του δεν είναι αυστηρά θεωρητικός. Μέριμνά του είναι να τις εντοπίσει, σχηματικά σίγουρα αλλά με διανοητική εντιμότητα, να αναδείξει τις ιδεολογικές τους χρήσεις και τις παρεπόμενες ψευδαισθητικές τους λειτουργίες –ιδίως στον δημόσιο διάλογο.

Η τεχνοκρατική αφαίρεση ταυτίζεται στην ουσία της με το νεοκλασικό υπόδειγμα. Οι θεράποντες της διανοητικής αυτής παράδοσης προχώρησαν σε διαδοχικές αφαιρέσεις αποβάλλοντας κατ’ αρχάς από την ανάλυση τους τις τάξεις, όπως και κάθε κοινωνικό προσδιορισμό· εξοβέλισαν την ύλη από τα προϊόντα διακρίνοντας μονάχα μείξεις αφηρημένων συντελεστών, και, τέλος, παρέκαμψαν την κρατική εντοπιότητα, δηλαδή το εθνικό κράτος, ωσάν αυτό να είχε καταργηθεί. Τα ιδεώδη τους υποκατέστησαν την πραγματικότητα –θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Απέναντι σε αυτές τις αφαιρέσεις ο Δοξιάδης κρατάει το νήμα των κοινωνικών προσδιορισμών και τη θέση των υποκειμένων στον καταμερισμό της εργασίας, προσδίδει στα προϊόντα την υλικότητά τους, σκέπτεται γύρω από τις διαδικασίες παραγωγής τους, όπως και γύρω από τις συνέπειές τους στον χώρο των νοοτροπιών και της ιδεολογίας. Τέλος, επαναφέρει την έννοια της εθνικής οικονομίας που αντιστοιχεί σε μία διαστατή πραγματικότητα και η οποία αλληλεπιδρά με άλλες οικονομίες υπενθυμίζοντάς μας συγχρόνως ότι η Ευρώπη «δεν είναι πολιτικό υποκείμενο. Είναι ένα σύνολο από εθνικές κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια, ψηφοφόρους, καθώς και από υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχουν αυστηρά ορισμένες αρμοδιότητες» (σ. 234).

Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές αφαιρέσεις εκφράστηκαν, και συνεχίζουν να εκφράζονται, μέσα από τρία βασικά θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα. Καταγωγικά, στην κλασική μαρξιστική εκδοχή τους, τοποθετούσαν στο επίκεντρο τη βασική αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία βλέποντας μόνον την ταξική αντίθεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκρατία και εργατική τάξη. Η ανάδυση της ευρωπαϊκής, πολύμορφης μεσαίας τάξης καθώς και το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους, της εργοδοσίας και της εργατικής τάξης έθεσε στο πολιτικό περιθώριο την παραπάνω διαίρεση. Μεταπολεμικά αναδείχθηκε εξ αριστερών μία νέα διαίρεση· αυτή ανάμεσα στην ανεπτυγμένη μητρόπολη και την εξαρτημένη περιφέρεια, για να περάσουμε στα τελευταία χρόνια στην αντίθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τους εργαζόμενους, τους πραγματικούς παραγωγούς. Οι αριστερές αφαιρέσεις, εν συνόλω θεωρούμενες, παρακάμπτουν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ιδιαίτερα πολωμένη ταξικά, ενώ συγχρόνως την χαρακτηρίζει η «πολυσθένεια» των υποκειμένων (όρο που ο Δοξιάδης αντλεί από τον Κ. Τσουκαλά). Ακόμη περισσότερο, δεν αναλύονται οι σχέσεις παραγωγής και ιδιοποίησης στην Ελλάδα κι ως εκ τούτου δεν διαμορφώνεται ένα αντίστοιχο πολιτικό σχέδιο.

Οι κριτικές ενστάσεις του Δοξιάδη έναντι των αφαιρέσεων είτε τεχνοκρατικής, είτε αριστερής κοπής δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Αποτελούν στόχους τις κριτικής του είτε σε ιδιαίτερες υποενότητες, είτε σε παρεκβάσεις καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο συχνά διαλογική την υφή του έργου του.

Ο Α. Δ. δίνει έμφαση στον όρο νεοθεσμική προσέγγιση αλλά η μεθοδολογική καινοτομία της εργασίας του εδράζεται αλλού. Καταφάσκει στην έννοια της ελληνικής ιδιομορφίας την οποία δεν ανάγει στον απόλυτο βαθμό που θα την έκανε ευεπίφορη στην απλώς ιδεολογική της αξιοποίηση – άλλωστε ο ίδιος ο Δοξιάδης κάνει λόγο για την ιδιομορφία του καπιταλισμού σε κάθε χώρα. Η ελληνική ιδιομορφία τίθεται στην προοπτική ενός συγκεκριμένου πλαισίου που προϋποθέτει, και παραπέμπει, στη συγκριτική ανάλυση. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε (η υπογράμμιση του ιδίου) από τις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα κι όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες» (σελ. 37). Με την παρατήρησή του αυτή αναγνωρίζεται ότι η έννοια της ιδιομορφίας δεν τίθεται στο κενό. Η ιδιαιτερότητα προκύπτει από τη σύγκριση με τις «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες». Στο ερώτημα γιατί να επιλεγούν οι δυτικές κοινωνίες ως μέτρο σύγκρισης δίνεται και η απάντηση ότι θέλουμε να συγκλίνουμε με αυτές στο επίπεδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Από τη σύγκριση αυτή θα ανακύψει και η εννοιολογία αφού εννοιολογικές μορφές που προέκυψαν από τη μελέτη των δυτικών κοινωνιών θα συγκριθούν με εννοιολογικές μορφές που αναδεικνύονται από τη μελέτη της ελλαδικής συνθήκης. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η ελλαδική ιδιαιτερότητα της οικονομικής και κοινωνικής μας οργάνωσης. Από την άλλη πλευρά, διαμορφώνεται μία ένταση στο εσωτερικό της λογικής του. Αν κάθε χώρα έχει τον δικό της ιδιόμορφο καπιταλισμό, τότε σε τι συνίσταται η κατασκευή της έννοιας «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες»; Σε ποιο ιδεότυπο αναφέρεται; Θα μπορούσε να ενταχθεί κάθε χώρα σε αυτόν τον ιδεότυπο; Απαντούμε εμείς· φυσικά και όχι. Η «ιδιομορφία» έχει νόημα ως όρος όταν τα χαρακτηριστικά μιας χώρας είναι τέτοια που αποκλίνουν σε κρίσιμες όψεις της έννοιας «ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία». Και η Ελλάδα προδήλως ανήκει σε αυτές –δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι αποκλίσεις της είναι τέτοιας έκτασης όσο οι αποκλίσεις άλλων χωρών. Αλλά το πρόβλημα δεν τίθεται μόνο με αφηρημένους όρους· η προϊούσα ενσωμάτωση της Ελλάδας στον διεθνή καπιταλισμό το έθεσε με οξύτητα στην ιστορική διαχρονία. Η ενσωμάτωση στην ανάλυσή των άτυπων, αλλά όχι λιγότερο θεσμισμένων, πρακτικών, αυτών που δεν έχουν θέση στο δημόσιο λόγο τον οδηγεί σε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τις θεωρητικές ορθοδοξίες και τούτο γιατί αναδεικνύει όψεις του κοινωνικού βίου που καλούν σε θεματοποίηση και εννοιολογική εκλέπτυνση. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την ανάταξη της οικονομίας: «Έχουμε επιλογές και πρακτικές των οικογενειών και των ατόμων, που είναι άτυπες νόρμες που θα μπορούσαν να είναι πηγές ανάπτυξης αν η δημόσια πολιτική τις αναγνώριζε και τις αξιοποιούσε. Το “μυστικό του κεφαλαίου” στον επιτυχημένο δυτικό καπιταλισμό, όπως γράφει ο De Soto, είναι ότι οι νομοθέτες “ανακάλυψαν” το νόμο που υπάρχει μέσα στις κοινωνικές πρακτικές, δεν τον κατασκεύασαν μέσα στη γυάλα. Αντίθετα, στον Τρίτο κόσμο συχνά η νομοθεσία έρχεται εισαγόμενη από τις δυτικότροπες ελίτ που δεν βλέπουν καθαρά τι συμβαίνει στη δική τους οικονομία» (σ. 175). Αυτή όμως η προβληματική δεν έχει την καταγωγή της στη νεοθεσμική θεωρία αλλά συνοδεύει το ελλαδικό κράτος σχεδόν από τη σύστασή του –έστω κι αν λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, με ποικίλα περιεχόμενα και άλλες στοχεύσεις.

Η εκ μέρους του Δοξιάδη διακηρυγμένη (μερική) ελευθερία έναντι της μεθόδου του επιτρέπει μιαν ορισμένη ευελιξία στην απόπειρα σύλληψης του προς έρευνα αντικειμένου. «Αντικείμενο» εδώ είναι οι βαρύνουσας σημασίας όψεις των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών εν σχέσει προς την κρίση και η απόπειρα διατύπωσης προτάσεων για την εν καιρώ υπέρβασή της. Υπό την έννοια αυτή πέραν της μεθόδου και της ιδιαίτερης ματιάς του συγγραφέα σημασία έχει η δοκιμασία τους στο συγκεκριμένο. Είναι η τελευταία που προσδιορίζει και τη λεπταισθησία της κρίσης ενός εκάστου. Εύλογο είναι βέβαια ότι δεν γίνεται εδώ να λάβει χώρα μία λεπτομερή ανάλυση των αναλύσεων του στα επιμέρους. Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι η μικρή επιχείρηση και οι συνεταιρισμοί, ο τουρισμός και η ναυτιλία, η γεωργία και η παιδεία, η διοίκηση, η εκπαίδευση και οι συνοδές νοοτροπίες αναλύονται και πάντοτε συγκρίνονται με αντίστοιχες των ανεπτυγμένων χωρών, όχι για να κριθούν και καταδικασθούν, αλλά για να αναφανούν οι ιδιαίτερες λειτουργίες τους, καθώς και να υποδειχθούν τρόποι αξιοποίησης τους. Το ελλαδικό κράτος ακολουθεί έναν άλλον δρόμο και τούτο κατοπτρίζεται κυρίως στη νομοθεσία μέσα από την οποία εκφράζονται οι δημόσιες πολιτικές του. Προσπαθεί να ρυθμίσει την κοινωνία καταρτίζοντας (πιθανόν και μεταφράζοντας θα σχολιάζαμε εμείς) νόμους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα καθ’ημάς, δίχως καμία μελέτη των επιπτώσεων που θα έχουν. Όμως «το πρόβλημα με τους ανεφάρμοστους νόμους είναι ότι κάνουν ζημιά και όταν εφαρμόζονται και όταν δεν εφαρμόζονται» (σ. 82). Όταν με τη σειρά του ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται γύρω από τις κατ’ όνομα προτεραιότητες που θέτουν οι νόμοι – κι αφού έχουν τεθεί εκτός του ορίζοντά μας οι καθημερινές μας εμπειρίες οι οποίες παραμένουν δίχως νοηματοδότηση, ανερμήνευτες – ή γύρω από γενικούς και αφηρημένους ιδεολογικούς προσανατολισμούς, η γενικευμένη υποκρισία είναι το αποτέλεσμα. Η εμβάθυνση στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα δεν είναι η μόνη εισφορά του έργου. Το έργο του Δοξιάδη ερεθίζει τη σκέψη ακόμη περισσότερο όταν είτε εξηγεί είτε ερμηνεύει τις καθημερινές πρακτικές και νοοτροπίες της κοινωνίας μας. Οι οικογενειακές στρατηγικές, η προσοδοθηρία, ο καιροσκοπισμός εξηγούνται και διακριβώνεται η ορθολογική λειτουργία τους στο πλαίσιο του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η βασική αιτία της ελλαδικής κρίσης, που δεν εξοβελίζει τις υπόλοιπες αλλά αναδεικνύεται σε καθοριστική, βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε διεθνώς εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες (σελ. 196). Η σημασία της διάκρισης εκκινεί από τη σπουδαιότητα του εμπορικού ελλείμματος για κάθε εθνική οικονομία. Πρόκειται για το αόρατο ρήγμα μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων που αναπτύσσεται κυρίως στο 16ο κεφάλαιο αλλά ακολουθεί την ανάλυση του Δοξιάδη σε πλήθος πεδία (ενδεικτικά και μόνον: εν σχέσει προς την υφή των μεγάλων επιχειρήσεων, σελ. 65 κ.εξ., 92-94, εν σχέσει προς το υφιστάμενο νομοθετημένο πλαίσιο σελ. 87, σχετικά με τον χαρακτήρα της μεσαίας τάξης, σελ. 103-107, κ.α.), τέμνοντας την κυρίαρχη αφήγηση του βιβλίου, ενώ λανθάνει μονίμως όπου γίνεται λόγος για ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της οικονομίας. Η σταδιακή διόγκωσή του χάσματος συνυφάνθηκε με τη σταδιακή κατακυριάρχηση των πρακτικών των εισαγωγών και της κατανάλωσης έναντι των εξαγωγών. Οι κοινωνικές πρακτικές συνυφάνθηκαν με τις αντίστοιχες νοοτροπίες για να οδηγήσουν με τη σειρά τους στις ποικίλες αποκρυσταλλώσεις κοινωνικών τάσεων που αγκάλιασαν το σύνολο κοινωνικό σώμα. Εδώ όμως βρισκόμαστε συγχρόνως ενώπιον ενός θεμελιώδους πολιτικού προβλήματος: από «τη στιγμή που παγιώθηκε το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης στο εθνικό εισόδημα, ήταν πολύ δύσκολο, από πολιτική άποψη, να μειωθεί το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, γιατί το έλλειμμα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το βιοτικό επίπεδο της εκλογική βάσης των κομμάτων» (σ. 189). Ανεξάρτητα λοιπόν από τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές διαιρέσεις και κομματικές εκπροσωπήσεις τους ο ελληνικός καπιταλισμός «χαρακτηρίζεται από τη συμβίωση των μεγάλων προμηθευτών του Δημοσίου και του μικροκαπιταλισμού. Και οι δύο αυτοί τρόποι παραγωγής απειλούνται από τον καπιταλισμό της συσσώρευσης παραγωγικών πόρων και της καινοτομίας. Γι’αυτό, και παρ’όλες τις αντιθέσεις τους, είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες μια συμμαχία που δεσπόζει στο πολιτικό σύστημα της χώρας, και μια σιωπηρή συναίνεση για το τι επιτρέπεται και τι διώκεται σ’αυτή τη χώρα. Η συμμαχία αυτή όριζε την ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού, αυτή που έφτασε σε αδιέξοδο το 2009» (σ. 70).

Το βιβλίο αυτό προβάλλει την αξίωση για μία ευρύτερη επίδραση καθώς δεν είναι γραμμένο κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα, δίχως να στερείται ακαδημαϊκής θεμελίωσης· το αντίθετο. Οι προσανατολισμοί που θέτει δύνανται να μπολιάσουν όχι μόνον την οικονομική ανάλυση αλλά και την πολιτική κοινωνιολογία ή ακόμη και την κοινωνιολογία του νεοελληνικού πολιτισμού. Συνιστά όχι μία ολοκληρωμένη απάντηση στα προβλήματα που θέτει αλλά χαράσσει τον δρόμο για μία διαφορότροπη και ουσιαστική σύλληψη της νεοελληνικής κοινωνίας και την αντίστοιχη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδής της και χάραξης δημόσιων πολιτικών.

Ο ρηχός, δηλαδή ο απροϋπόθετος, φιλελευθερισμός ειρωνεύεται την αντίληψη περί ελληνικής ιδιαιτερότητας: «Η απελευθέρωση της αγοράς που λειτούργησε σε όλο τον κόσμο δεν ταιριάζει στις ιδιομορφίες μας… Γενικώς για κάθε λύση έχουμε μία ιδιαιτερότητα… Κι έτσι κινδυνεύουμε να πάθουμε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Μια ιδιαιτερότητα που δεν χωρά στην Ευρώπη» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Το πολιτισμικό Grexit», Καθημερινή 9/2/2013). Σίγουρα ο λόγος περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να λειτουργήσει με τον τρόπο που περιγράφεται στο παραπάνω απόσπασμα – όπως κάθε λόγος μπορεί να χρησιμεύσει σε ποικίλες προοπτικές και για να νομιμοποιήσει ποικίλα συμφέροντα. Αλλά μόνον στο πλαίσιο ενός λόγου περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να αναπτυχθεί μία προβληματική γόνιμη, μακριά από πάσης φύσεως ριζοσπαστισμούς, που θα προσπαθεί να ανατιμήσει την παρουσία του Έθνους στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δίχως να συντρίψει τις κοινωνικές δομές και βελτιώνοντας ή πρακτικές όπως αυτές έχουν φθάσει σε εμάς ίσαμε σήμερα. Νύξη εμπεριέχουν τα λόγια του Δοξιάδη: «Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση κεφαλαίου» (σελ. 44).

Στα παραπάνω δόθηκε έμφαση στη θεμελιώδη κατά την εκτίμησή μας όψη του έργου του. Δεν είναι η μόνη, και πλήθος εμπειρικού χαρακτήρα παρατηρήσεις το διαπερνούν. Ευελπιστούμε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού να προβάλλουμε ορισμένες θέσεις με άξονα τα όσα ο ίδιος γράφει για τη δημόσια διοίκηση και θέτοντας τις σε σχέση προς το ζήτημα του «ποιος φταίει», εισφέροντας ορισμένες κριτικές ενστάσεις, με την ελπίδα να είναι γόνιμες.

Ο Αρίστος Δοξιάδης αυτοκατανοείται ως κεντροαριστερός. Από τους συμμετέχοντες στην κίνηση των 58, έχει αναφερθεί στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός «ριζοσπαστικού κέντρου». Σε αντίθεση με την αυτοκατανόησή του κυρίου Δοξιάδη, όσο διάβαζα το βιβλίο του αισθάνθηκα ότι τα όσα γράφει συνταιριάζουν με ένα απόσπασμα του Έντμουντ Μπέρκ από τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία – δηλωτικό της απόστασής του Α. Δ. από κάθε είδους ριζοσπαστισμό:

«Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του».

(Έντμουντ Μπέρκ (Edmund Burke), Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία, μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010, σ. 207).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, εδώ]

 

Posted in Λεωνίδας Σταματελόπουλος | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Μετά τη Γερμανία, τι;

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 5ης Ιουλίου 2019

Ο διορισμός της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη θέση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημιουργεί την εντύπωση γερμανικής νίκης και άλλης μια διαπραγματευτικής επιτυχίας της καγκελαρίου Μέρκελ. Όμως η διαδικασία μέσω της οποίας η ΕΕ κατέληξε στην λύση φον ντερ Λάιεν είναι περισσότερο ενδεικτική της μειούμενης γερμανικής επιρροής σε μια ολοένα και πιο κατακερματισμένη ΕΕ και εν όψει της αποχώρησης Μέρκελ από την εξουσία.

Η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με την κυκλωτική κίνηση ενός ετερόκλητου συνασπισμού. Σε πρώτη φάση η Μέρκελ υποστήριξε, χωρίς ενθουσιασμό, τον υποψήφιο της κεντροδεξιάς Μάνφρεντ Βέμπερ, στη λογική ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ο πιο αποτελεσματικός μοχλός γερμανικής επιρροής στην ΕΕ. Όμως οι απώλειες του ΕΛΚ στις Ευρωεκλογές και το χαμηλό κύρος του Βέμπερ επέτρεψαν στους κεντρώους και αριστερούς αντιπάλους του, υπό την ηγεσία του Εμανουέλ Μακρόν, να τορπιλίσουν την υποψηφιότητά του.

Η πρώτη γραμμή υποχώρησης της Μέρκελ ήταν ο «συμβιβασμός της Οσάκα», όπου στο περιθώριο της συνόδου G20 αποδέχτηκε τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών Φρανς Τίμερμανς για πρόεδρο της Επιτροπής. Αυτή της η επιλογή όμως συνάντησε τις αντιρρήσεις του ίδιου του ΕΛΚ, σε μια πρωτοφανή αμφισβήτηση του κύρους της Μέρκελ μέσα στην ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, και τελικά ενταφιάστηκε από το βέτο μιας λαϊκιστικής συμμαχίας των χωρών του Βίσεγκραντ και της Ιταλίας, που δεν ήθελαν έναν κεντροαριστερό στην θέση του προέδρου της Επιτροπής.

Η Γερμανία βρέθηκε επομένως αντιμέτωπη με την συντονισμένη αμφισβήτηση από τη φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερά από τη μια και την ευρωσκεπτικιστική δεξιά από την άλλη. Το ότι τελικά η Μέρκελ μπόρεσε να «περάσει» μια γερμανική υποψηφιότητα ως ύστατη λύση του αδιεξόδου μοιάζει με παρηγοριά αν κάποιος δει και τις άλλες παραμέτρους του συμβιβασμού.

H μεν Γαλλία κέρδισε την εκλογή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, επιτυγχάνοντας την πολιτικοποίηση ενός θεσμού που η Γερμανία με ζήλο προστάτευε από πολιτικές παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρήσει τον τεχνοκρατικό της χαρακτήρα. Η φον ντερ Λάιεν από την άλλη θα είναι μια αδύναμη πρόεδρος που ήδη έχει αποδεχτεί ότι θα δώσει σημαντικά χαρτοφυλάκια στην Ιταλία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έμειναν εκτός του διαμοιρασμού των ηγετικών θέσεων των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η νέα μετα-γερμανική ισορροπία φαίνεται ότι θα αντανακλά έναν παράδοξο συμβιβασμό μεταξύ των οπαδών της εμβάθυνσης της Ευρωζώνης και των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ, υπό την ηγεσία του Μακρόν, και των δεξιών και λαϊκιστών υποστηρικτών της αποκέντρωσης σε ζητήματα κοινής αγοράς, ανταγωνιστικότητας και μετανάστευσης. Παρά τη ρευστότητα, αυτή η διελκυστίνδα μεταξύ «περισσότερης Ευρώπης» και «περισσότερου έθνους-κράτους» δημιουργεί ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για την επόμενη ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει τους εθνικούς στόχους μέσα στην ΕΕ, αρκεί να υπάρχει φαντασία και διάθεση για πρωτοβουλίες.

Posted in Uncategorized

Είναι θέμα επιλογής, Ιωάννης Σ.Λάμπρου

athens-gay-pride-1520519956

 

Με αφορμή τις εκδηλώσεις της ομοφυλοφιλικής κοινότητας τις τελευταίες ημέρες, κατατίθενται ορισμένες σκέψεις.

Επαναλαμβάνεται μονότονα το επιχείρημα, εκ μέρους των ομοφυλόφιλων συμπολιτών μας, ότι η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές στην προσωπική τους ζωή. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν κάνουν καμιά τέτοια επιλογή. Απαιτούν τη νομική κατοχύρωση της ιδιαίτερης ταυτότητας σεξουαλικού προσανατολισμού τους αλλά, ταυτόχρονα, αξιώνουν να αποκτήσουν ευνοϊκές ρυθμίσεις που απορρέουν από τον γάμο μεταξύ ετεροφύλων καθώς και αναγνώριση «δικαιώματος» υιοθεσίας παιδιών. Μια αξίωση που δεν έχει τη γενεαλογική καταβολή του ανθρώπινου δικαιώματος όπως η ανεξιθρησκία και η ελευθερία του λόγου, αλλά αυθαίρετα ενδύεται τον μανδύα του δικαιώματος προς εκμετάλλευση των θετικών συμβολισμών και συνδηλώσεων της έννοιας. Αναφορικά δε με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις τις οποίες η Πολιτεία προνοεί για το ανδρόγυνο, αυτές παραχωρούνται για τη διαμόρφωση του κατάλληλου πλαισίου δημιουργίας οικογένειας. Είναι ζωτικό, υπαρξιακό συμφέρον της κοινωνίας να διασφαλίζει τους όρους επιβίωσης και διαιώνισής της. Αποτελεί δε συνταγματική επιταγή, σύμφωνα με το άρθρο 21.1. Γι’ αυτόν τον λόγο γίνεται «διάκριση» υπέρ των ετεροφύλων. Είναι ζήτημα στοιχειώδους λογικής, ανθρώπινης φυσιολογίας και επιβίωσης κάθε κοινωνίας.

Αν όντως οι ομοφυλόφιλοι έκαναν μια επιλογή, θα έπρεπε συνειδητά να παραιτηθούν από αξιώσεις γάμου και τέκνων. Επιλογή σημαίνει να αποφασίζει κάποιος ποιο είναι το καλύτερο, καταλληλότερο γι’ αυτόν γνωρίζοντας πως σε κάθε τέτοια διαδικασία χάνει, παραιτείται από κάτι για να λάβει κάτι άλλο, το οποίο θεωρεί σημαντικότερο. Η επιλογή συνίσταται στο κέρδος αυτού που αποκτά κάποιος εις βάρος αυτού που θα αποκτούσε αν επέλεγε διαφορετικά. Η διαδικασία της επιλογής έγκειται στη σχετική αξία που προσδίδουμε στις εναλλακτικές λύσεις που έχουμε μπροστά μας. Αν οι ομοφυλόφιλοι συμπολίτες μας ήθελαν να ακολουθήσουν τη λογική απόληξη του επιχειρήματός τους περί επιλογής, συνειδητά όφειλαν να αποδεχθούν ότι δεν μπορούν να τα διεκδικούν όλα. Όφειλαν να επιλέξουν. Αλλά δεν το κάνουν. Τα θέλουν όλα: νομική κατοχύρωση της σεξουαλικής τους ιδιαιτερότητας, αλλά ταυτόχρονα γάμο και υιοθεσία παιδιών. Διασφάλιση προστατευτικού καθεστώτος αλλά και διεκδίκηση συμβατικού ετεροφυλόφιλου βίου…

Αναφορικά δε με το επιχείρημα ότι το gay pride δεν συνιστά μια γιορτή να είναι κάποιος/α ομοφυλόφιλος αλλά το δικαίωμα να υπάρχει ως τέτοιος/α χωρίς τον φόβο διώξεων και άσκησης βίας, η σχετική νομοθεσία προσφέρει επαρκή προστασία. Απεναντίας η εργαλειακή χρήση γενικών εννοιών με τις οποίες κανείς δεν διαφωνεί, όπως «αξιοπρέπεια», «ισότητα» και «σεβασμός», νοηματοδοτείται εκ νέου ώστε να ορίζονται μόνο στο πλαίσιο αποδοχής των αιτημάτων και αξιώσεων της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Η γλώσσα και το συναίσθημα γίνονται όργανα επιβολής.

Οι Έλληνες ομοφυλόφιλοι πρέπει να συμβιβαστούν με αυτό που είναι και να μην αναζητούν ρόλους και ταυτότητες που δεν συνάδουν με τις επιλογές τους. Η κοινωνία πρέπει να σεβαστεί τις επιλογές τους, αλλά και οι ίδιοι τις συνέπειες των επιλογών αυτών. Μόνο όταν οι ομοφυλόφιλοι συμπατριώτες μας αποκτήσουν πλήρη συνείδηση τού ποιοι είναι θα βρουν την ηρεμία μέσα τους, θα ησυχάσουν με τον εαυτό τους, με το σώμα τους και τους γύρω τους.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019.

Posted in Uncategorized

ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Το Ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε. Εξελίξεις και προοπτικές.

 

depositphotos_98103942-stock-photo-european-union-and-greece-the

 

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής και το ΑΡΔΗΝ διοργανώνουν, την Τετάρτη 5 Ιουνίου και ώρα 17:00, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4 ( πλησίον πλατείας Συντάγματος), 6ος όροφος, εκδήλωση με θέμα: «Το ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε.: Εξελίξεις και προοπτικές». Θα μιλήσουν: Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας, επικεφαλής ΑΡΔΗΝ και Κωνσταντίνος Λάβδας, Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Ομάδων Συμφερόντων του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Με αφορμή τις επίκαιρες ευρωπαϊκές εκλογές μπορούν να τεθούν μία σειρά από ερωτήματα που υπερβαίνουν την επικαιρότητα και οφείλουν να τίθενται παραμόνιμα στη δημόσια σφαίρα:

Ποιες εκδοχές συνένωσης των ευρωπαϊκών κρατών υφίστανται; Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδιαγεγραμμένη; Κι αν ναι προς ποια κατεύθυνση; Τα λεγόμενα «ακροδεξιά» κόμματα επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την μεταρρύθμισή της προς μία άλλη κατεύθυνση; Τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του ελληνικού έθνους δύνανται να πραγματωθούν στο πλαίσιο μίας πολιτικά ενοποιημένης Ε.Ε.; Η πραγματικότητα της εθνικής ανεξαρτησίας συνιστά μία αναπαλλοτρίωτη πραγματικότητα; Κι αν ναι, μπορεί να συμβαδίσει με την πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε.; Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μία ένωση ισοτίμων εθνών-κρατών ή διέπεται από μίαν ορισμένη ιεραρχία στο εσωτερικό της; Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα»  στο εσωτερικό της συνιστά ανυπέρβλητο χαρακτηριστικό;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που, δίχως να προοικονομούν τις ομιλίες των εκλεκτών προσκεκλημένων, δύνανται είτε να τεθούν ρητά είτε να λανθάνουν στον λόγο τους. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι να αναδειχθεί ένας λόγος στη δημόσια σφαίρα που, αντί να συνθηματολογεί, προκρίνει  την μία ή την άλλη επιλογή σε ένα πλαίσιο όπου η πορεία της σκέψης ενδιαφέρει περισσότερο κι από αυτά τα ίδια τα συμπεράσματά της.

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει.

 

 

Posted in Uncategorized