Πρόσωπο ή Άτομο; Μια Συντηρητική Οπτική στο Ζήτημα του Φύλου

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Εκατό χιλιάδες. Τόσοι υπολογίζονται (το πολύ) οι Έλληνες πολίτες με διαταραχή φύλου. Σύμφωνα με κάποιους επιστημονικούς υπολογισμούς, το ποσοστό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τέτοιου τύπου διαταραχές (και, εξ όσων μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από μια πρόχειρη έρευνα, η επιστήμη επιμένει στην χρήση του όρου «διαταραχή» ή «δυσφορία») ανέρχεται περίπου στο 1%. Ο νέος νόμος της κυβέρνησης για την ταυτότητα και αλλαγή φύλου επομένως αφορά δυνητικά έως περίπου 100.000 Έλληνες.

Ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτοί οι 100.000 συμπολίτες μας; Από πολύ μικρή ηλικία, η λειτουργία του μυαλού δεν ευθυγραμμίζεται με την λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Λόγω μιας βιολογικής-σωματικής δυσλειτουργίας, προκύπτουν σημαντικές ψυχολογικές διαταραχές. Ουσιαστικά, γυναίκες και άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε σώματα του αντίθετου φύλου. Το μυαλό και η ψυχή γίνονται έγκλειστοι στην φυλακή του σώματος.

Πόσοι από εμάς άραγε θα είχαν αντίρρηση σε μια ρύθμιση που θα αναγνώριζε το πρόβλημα που ένας μικρός, αλλά όχι ασήμαντος, αριθμός συμπολιτών μας αντιμετωπίζει, που θα παρείχε σε αυτούς τους ανθρώπους την δυνατότητα να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ μυαλού και σώματος και να ζήσουν μια ομαλή ζωή; Η απάντηση είναι εύκολη: Όλοι αυτοί που βλέπουν στον νέο νόμο και στην περιρρέουσα πολεμική όχι την στήριξη μιας κατηγορίας συμπολιτών μας, αλλά το ξεδίπλωμα μιας ατζέντας η οποία οικειοποιείται τις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, προκειμένου από ένα άθροισμα εξαιρέσεων να δημιουργήσει μια νέα εναλλακτική κανονικότητα.

Στον πυρήνα αυτής της ατζέντας βρίσκεται η έννοια του «δικαιώματος», το οποίο μετατρέπει την βιολογική εξαίρεση σε πολιτικό διεκδικούμενο με αξιώσεις γενίκευσης στην βάση της προσωπικής επιλογής. Η έννοια του δικαιώματος υπονοεί διεκδίκηση εκ μέρους του ατόμου έναντι της κοινωνίας, γιατί ένα δικαίωμα δεν υπάρχει γενικώς και αορίστως αλλά «ασκείται», δηλ. κατά κυριολεξία διατυπώνεται ως διεκδίκηση. Η δε ανώτερη αξιακή θέση του δικαιώματος προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό εκπορεύεται από την φύση του ατόμου, δηλ. από το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι-ως-άτομα είναι ίδιοι ως φορείς δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση της ταυτότητας φύλου, η κατανόηση της διαδικασίας αλλαγής με όρους «δικαιώματος» αλλάζει ουσιωδώς το περιεχόμενο της συζήτησης. Από την παραχώρηση ενός καθεστώτος εξαίρεσης στην βάση επιστημονικών δεδομένων και αυστηρών κριτηρίων (π.χ. ψυχολογική γνωμάτευση και ώριμη, ανεπηρέαστη έκφραση βούλησης από τον χρήστη της εξαίρεσης), περνάμε στην άσκηση του γενικευμένου για όλα τα άτομα δικαιώματος «επιλογής» μιας εκ διαφόρων διαθέσιμων «ταυτοτήτων». Από την αποδοχή της διαφορετικότητας στην βάση της αναγνώρισής της ως τέτοια, περνάμε στην αναβάπτιση της διαφορετικότητας σε δυνητική κανονικότητα που αρκεί να διατυπωθεί με όρους δικαιώματος για να επιβληθεί και πρακτικά ως τέτοια.

Η παρουσίαση των αντιδράσεων στον νόμο ως οπισθοδρομικές αντιρρήσεις από γραφικούς και αντιδραστικούς (κάποιες εκ των οποίων όντως ήταν) αποτελεί μια δοκιμασμένη μέθοδο αποφυγής κρίσιμων ερωτημάτων, θεωρητικών και πρακτικών. Οι εκφραστές της δικαιωματιστικής ατζέντας για παράδειγμα δεν εξηγούν την εσωτερική αντίφαση της ταυτόχρονης επίκλησης της επιστήμης και της βιολογίας από την μια μεριά, και της επιλογής και του δικαιώματος από την άλλη.

Υποστηρίζουν ότι το φύλο, όπως και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα της βιολογίας του κάθε ανθρωπίνου σώματος. Από την άλλη όμως, μιλούν για «κοινωνικές ταυτότητες» οι οποίες πρέπει να αναγνωρίζονται άμα τη επικλήσει τους. Αν όμως τα πάντα είναι υποκειμενική «ταυτότητα» και ατομική επιλογή, τότε ποια αξία έχει το βιολογικό-επιστημονικό επιχείρημα; Εφόσον το φύλο είναι ατομική, ταυτοτική, ιδεολογικοπολιτική επιλογή, οι όποιες αντιρρήσεις στον τρόπο κατανόησής του προφανώς δεν μπορούν να απορρίπτονται περιπαικτικά ως «αντιεπιστημονικές» και «σκοταδιστικές».

Οι υποστηρικτές των νέων αιτημάτων πρέπει να διαλέξουν: Ή ομιλούν εξ ονόματος συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά οι οποίοι δικαιούνται ξεχωριστής μεταχείρισης στην βάση αξιών δικαιοσύνης και αλληλεγγύης και των επιστημονικών πορισμάτων. Ή εκφράζουν πολιτικές και αξιακές διεκδικήσεις στην βάση της ρευστότητας της ατομικής ταυτότητας, κάτι που σημαίνει όμως ότι κάποιοι άλλοι (συχνά πολύ περισσότεροι) κάλλιστα μπορεί να έχουν τις ακριβώς αντίθετες, αλλά εξ ίσου βάσιμες, απόψεις στην βάση της δικής τους αυτοσυνειδησίας.

Εξ άλλου, το παιχνίδι του «δικαιώματος» μπορούν να το παίξουν και άλλοι. Ποιος προστατεύει π.χ. το «δικαίωμα» ενός παιδιού να ζει με γονείς διαφορετικού φύλου; Ποιος προστατεύει το «δικαίωμα» στην ψυχική ηρεμία ανθρώπων που νιώθουν άνετα στο φύλο τους, αλλά βομβαρδίζονται καθημερινά με την προτροπή να εξερευνήσουν την «ρευστότητα» των «έμφυλων» ταυτοτήτων; Δεν υπάρχουν τομείς άλλωστε όπου στην αντιπαράθεση μεταξύ του δικαιώματος επιλογής των λίγων και του δικαιώματος προστασίας των πολλών οι νόμοι έχουν πάρει το μέρος των τελευταίων (π.χ. κάπνισμα); Από πού προκύπτει ότι σε ζητήματα φύλου, οικογένειας και σεξουαλικότητας το δικαιωματιστικό επιχείρημα εξ ορισμού αφορά τους λίγους και όχι τους πολλούς;

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της αλλαγής φύλου, είναι ειρωνικό επίσης ότι πολλοί εκφραστές αυτής της ατζέντας διακηρύσσουν το μεγαλείο και την γοητεία του «διαφορετικού» και της «ρευστότητας», την στιγμή που το αίτημα αυτών των ανθρώπων είναι η ευθυγράμμιση της βιολογικής με την ψυχολογική και κοινωνική τους πραγματικότητα, δηλ. η απόκτηση επιτέλους μιας μονοδιάστατης κανονικότητας ανάλογης με αυτήν που η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απολαμβάνει. Στον πυρήνα του το αίτημα αφορά το ξεπέρασμα μιας διαταραχής, όχι την αναβάπτισή της σε «ταυτότητα» και «δικαίωμα» με αποτέλεσμα την γενίκευσή της.

Η διαφορά μεταξύ συντηρητικών και (σοσιαλ)φιλελευθέρων είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά στην οπτική του ανθρώπου ως προσώπου ή ατόμου. Στην μια περίπτωση έχουμε ένα σύνολο εξατομικευμένων αλλά ίδιων μονάδων, όπου οι συνεχώς αναδυόμενες επιμέρους ατζέντες διατυπωμένες στην γλώσσα του δικαιώματος μετατρέπονται σε κανόνα και υποχρέωση για όλους. Στην άλλη περίπτωση έχουμε μια ένωση ιδιοπροσωπιών, η οποία αναγνωρίζει την μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Εκεί όπου οι (σοσιαλ)φιλελεύθεροι βλέπουν φορείς δικαιωμάτων των οποίων η «ταυτότητα» καθορίζεται από την τυχόν ιδιαιτερότητά τους (φύλου, σεξουαλική, εθνοτική κ.λπ.), οι συντηρητικοί βλέπουν συνανθρώπους που πέραν των όποιων βιολογικών χαρακτηριστικών τους φέρουν επίσης και πολλές άλλες ιδιότητες που ορίζονται από την συμμετοχή σε ένα ευρύτερο σύνολο: το μέλος του έθνους των Ελλήνων, ο πιστός της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ο.κ.

Μια συντηρητική πολιτική πρόταση λοιπόν θα μπορούσε να αποδεχτεί στο ζήτημα του φύλου την ανάγκη ρύθμισης και διευκόλυνσης της ζωής συνανθρώπων μας στην βάση επιστημονικών ευρημάτων, με αναλογικό και ισορροπημένο τρόπο. Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι ένας άνθρωπος, κατόπιν σοβαρής σκέψης και με σεβασμό στην πολυπλοκότητα του ανθρωπίνου σώματος και των κοινωνικών σχέσεων, θα μπορούσε να επανακαθορίσει μέρος της (βιολογικής και ψυχικής) ιδιοπροσωπίας του. Αυτό όμως δεν αποτελεί προϋπάρχον δικαίωμα που ενεργοποιείται, γίνεται αποδεκτό και τελικά γενικεύεται, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης που η κοινωνία παραχωρεί σε συγκεκριμένες ομάδες με σκοπό την ανανέωση της ενότητας και συνοχής της.

Φυσικά όμως η παραχώρηση αυτού του καθεστώτος εξαίρεσης περιορίζεται από πολύ συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» οι οποίες χαράσσονται εκεί όπου ο σεβασμός και η αλληλεγγύη προς την εξαίρεση και το πρόσωπο του συνανθρώπου επιδιώκεται να επαναδιατυπωθεί ως νέα κανονικότητα, αυτομάτως ικανοποιηθείσα απαίτηση, δικαίωμα επιλογής χωρίς προσεκτική εξέταση των συνεπειών, προθάλαμος απαξίωσης βασικών εκφάνσεων του ανθρωπίνου προσώπου προς όφελος «ρευστών» και «υβριδικών» ταυτοτήτων. Το περιεχόμενο και η αξιακή πλαισίωση του νέου νόμου για το φύλο σαφέστατα ξεπερνούν αυτές τις κόκκινες γραμμές και τις λογικές ανάγκες κάποιων χιλιάδων συμπολιτών μας με διαταραχή φύλου.

Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι πρόεδρος του ΙΝΣΠΟΛ.

Advertisements
Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , ,

Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο

πανεπιστήμιο

του Πάρη Μπίνου

Η ελευθερία είναι ένας από τους βασικούς σκοπούς μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ελευθερία στην επιλογή και ευκαιρίες για τους νέους. Το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης διέπεται σήμερα από τις παραπάνω κατευθύνσεις ή «τα τούβλα» της ιδεολογικής προκατάληψης χτίζουν τοίχους άρνησης της πραγματικότητας? Μήπως αυτό το κυρίαρχο ακόμα και σήμερα, «σιδηρούν παραπέτασμα» της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, μαζί με τους εκφραστές του, βυθίζει στο σκοτάδι και το ελληνικό πανεπιστήμιο?

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα τα κατάφερε και πάλι. Είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που αρνείται την πραγματικότητα, περιχαρακωμένη πίσω από τον τοίχο της ιδεολογικής προκατάληψης. Το «ηθικό πλεονέκτημα» των οικοδόμων της οπισθοδρόμησης, έχει μετατραπεί σε ένα βαθιά συντηρητικό και αντιμεταρρυθμιστικό «ιδεολογικό μειονέκτημα», που συμπαρασύρει το παρόν και το μέλλον της νέας γενιάς. Ακούγεται συχνά από τους «οικοδόμους της οπισθοδρόμησης», το επιχείρημα ότι στην ουσία δεν υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στο κόσμο. Όμως, άλλο η μη-επιτυχία και άλλο η ανυπαρξία. Ενδεικτικά, μόνο σε χώρες της Δ. Ευρώπης λειτουργούν περί τα 140 ιδιωτικά πανεπιστήμια (πηγή hca.gr), ενώ ακόμα και ο οργανισμός CEPES της UNESCO έχει αναλάβει την επέκταση της έρευνας για την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ακόμα και οι παλαιοί θιασώτες των σοσιαλιστικών συστημάτων στην Αν. Ευρώπη, σήμερα ασπάζονται την σημασία της ύπαρξης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Η εποχή που μια θέση θεωρούνταν εκ προοιμίου προοδευτική όταν απλά και μόνο εκφέρονταν από συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους τελείωσε. Σήμερα, ο πολίτης που υπερ-φορολογείται θέλει να κρίνει συγκεκριμένες θέσεις αντί ιδεολογημάτων, προτάσεις επί συγκεκριμένων προβλημάτων και κυρίως η εφαρμογή της πολιτικής στη καθημερινότητα είναι που χαρακτηρίζει το τί είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό. Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση, την οποία αρνούνται να αντικρίσουν οι «οικοδόμοι της οπισθοδρόμησης»? Γιατί χτίζουν γραφεία καθηγητών, πρυτάνεων και μειοψηφίες απολαμβάνουν μιας ιδιότυπης κρατικής ανοχής στις παρανομίες του κοινού ποινικού δικαίου στις οποίες αρέσκονται να επιδίδονται εντός των ελληνικών ιδρυμάτων? Γιατί καλλιεργείται ένα κλίμα φόβου στο ελληνικό πανεπιστήμιο?

Η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι αρνούνται τη κατάργηση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, διότι αυτό θα είναι άλλη μια παραδοχή της ιδεολογικής τους πτώχευσης. Μια πτώχευση που διέπει όλο το φάσμα της καθημερινότητας και απλά θα επιβεβαιωθεί και μέσα στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Τα τείχη που υψώνουν ακόμα και σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν δουν όλοι ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Γυμνός από ιδεολογικά επιχειρήματα, γυμνός και οπισθοδρομικός, ένας κανονικός δικτατορίσκος που κρατά όμηρο το ελληνικό πανεπιστήμιο και μαζί την ελληνική νεολαία που διωκόμενη στη πατρίδα της θριαμβεύει στο εξωτερικό.

Πλέον των 35.000 Ελλήνων βρίσκονται για σπουδές εκτός Ελλάδος, χωρίς να συνυπολογίσουμε όσους πληρώνουν προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε ιδρύματα του εξωτερικού, μιας και στην Ελλάδα ποινικοποιούνται κάθε είδους δίδακτρα. Αρνούνται το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ενώ την ίδια ώρα αναγνωρίζουν, μετά από επιβολή προστίμων της ΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων κολεγίων. Γνωρίζουν πως με απόφαση του ΣτΕ 2287/2001 και με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος, επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών ανώτερων σχολών με απόφαση του Υπ. Παιδείας. Άλλωστε, με το ΠΔ 38/2010 και τους Ν. 3696/2008, Ν. 3919/2011, Ν. 3328/2005, Ν. 3845/2010, την απόφαση του ΣτΕ 853/2010 η Ελλάδα αναγνωρίζει τα Κολέγια που λειτουργούν σε συνεργασία με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έστω και μόνο σε επίπεδο αναγνώρισης επαγγελματικών και όχι ακαδημαϊκών δικαιωμάτων.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερή η υποκρισία της εφαρμοζόμενης πολιτικής και το μέγεθος του πολιτικού τσαρλατανισμού των «οικοδόμων της οπισθοδρόμησης». Έφτιαξαν μια πραγματικότητα χωρίς ίχνος λογικής. Αναγνωρίζουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μέσω ΔΟΑΤΑΠ, των αποφοίτων ξένων ιδρυμάτων, ενώ απαγορεύουν εντός χώρας την λειτουργία τους. Έτσι, απόφοιτος των κολεγίων μπορεί να λάβει εκτός Ελλάδος ακόμα και διδακτορικό τίτλο από το Harvard ή να γίνει καθηγητής του Yale, αλλά στην Ελλάδα να θεωρείται απόφοιτος λυκείου…Αυτή τη πραγματικότητα έχει αντιληφθεί ο μέσος πολίτης. Σε έρευνα της εταιρείας «διαΝΕΟσις» (Φεβρουάριος 2016), η πλειονότητα των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων σε ποσοστό που αγγίζει το 60%. Τα αποτελέσματα φανερώνουν πως η κοινωνία έχει αντιληφθεί πια το μέγεθος του λαϊκισμού των αρνητών της προόδου.

Είναι οι ίδιοι που αρνούνται την αυτονομία των πανεπιστημίων, αρνούνται την στροφή των ιδρυμάτων προς αναζήτηση νέων πηγών εσόδων. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για τα έτη 2011-2015, ο επιχειρηματικός τομέας αναδεικνύεται 2η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα με το εξαιρετικό ποσό των 534 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, οι πηγές της ΕΕ έρχονται μόλις στην 3η θέση. Τα στοιχεία μιλούν. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και υπεράνω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Γιατί να μην στηριχθεί το ελληνικό πανεπιστήμιο στον υπάρχοντα επιχειρηματικό τομέα, λαμβάνοντας στήριξη για την εξαιρετικά υψηλού επιπέδου έρευνα που μπορεί να παράγει βασιζόμενο στο εξαιρετικό δυναμικό του?

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Κολεγίων περί τα 6 εκατ. ευρώ υπολογίζεται η δαπάνη για ίδρυση και λειτουργία ενός μικρού ιδιωτικού ανώτατου ιδρύματος, το οποίο θα δώσει επιπλέον επιλογές στον Έλληνα νέο και θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας στο ερευνητικό προσωπικό της χώρας. Πολλοί φορείς και του εξωτερικού και του εσωτερικού, μπορούν να αναλάβουν μια τέτοια προσπάθεια με το κόστος αυτό. Το σίγουρο είναι όμως, ότι κανένας σοβαρός φορέας δεν θα δώσει χρήματα στο ελληνικό ΑΕΙ των καταλήψεων, της αναξιοκρατίας, της αδιαφάνειας, της οικογενειοκρατίας και της οικοδόμησης τοίχων που απομονώνουν και περιχαρακώνουν τα ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα και τις ιδεολογίες της οπισθοδρόμησης. Στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο έρμαιο των «τούβλων» της περιχαράκωσης και της ιδεοληψίας. Η συνταγματική απαγόρευση, απομεινάρι της χουντικής περιόδου είναι καιρός να κατεδαφιστεί. Ένα εκσυγχρονισμένοκαι ανταγωνιστικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τα πολύ λίγα πιθανά ιδιωτικά πανεπιστήμια, αντιθέτως έχει να κερδίσει. Πρώτα και κυρίως για λόγους επιλογής, για λόγους ελευθερίας, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να γίνει πλέον πραγματικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί τη κατάλληλη στιγμή, για να σπάσουν οι τοίχοι της οπισθοδρόμησης στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ο Πάρης Μπίνος, MA MS PhD, είναι Διδάκτορας Τμήματος Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής, Παν. Μακεδονίας & Διδάσκων ιδιωτικού πανεπιστημίου εξωτερικού.

Πρώτη ανάρτηση, Liberal.gr, http://www.liberal.gr/arthro/156260/apopsi/arthra/akoma-ena-toublo-ston-toicho.html

 

Posted in Πάρης Μπίνος | Tagged , , , , , ,

Αναζητώντας ένα αφήγημα εθνογένεσης

images 22-8-2017

του Δρ. Κωνσταντίνου Σαμπάνη

Η απήχηση και η επακόλουθη έντονη συζήτηση σε διάφορα διαδικτυακά fora η οποία προκλήθηκε από το δημοσιευθέν στο Nature άρθρο σχετικά με την γενετική συσχέτιση μεταξύ Μυκηναίων και Μινωιτών και την πληθυσμιακή συνέχεια του ελληνικού χώρου κατέδειξε ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον μέρους της ελληνικής κοινωνίας για τα περί των ιστορικών καταβολών της, ενδιαφέρον ζωηρό και ειλικρινές μεν, εντούτοις ενίοτε επιστημονικά ανερμάτιστο και ως εκ τούτου ανήκον στην σφαίρα της παρα- και ψευδοεπιστήμης η οποία άλλωστε εμφανίζει μια ιδιαίτερη άνθιση τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μέσω “εθνικόφρονων” ή νεοπαγανιστικών εκδόσεων. Περιττό να ειπωθεί ότι η επιστημονική εγκυρότητα αυτών των εκδόσεων είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Αντιθέτα, το εν λόγω άρθρο στο Nature αποτελεί, προφανώς, μια επιστημονικά έγκυρη δημοσίευση και όπως συμβαίνει πάντα με τα πορίσματα μιας επιστημονικής έρευνας αυτά (πρέπει να) λαμβάνονται μεν σοβαρά υπ’ όψιν αλλά υπόκεινται στην ανάλογη κριτική για να επαληθευτούν, να απορριφθούν ή να εξελιχθούν. Δηλαδή, δεν πρόκειται ούτε για κάτι που μπορούμε να αγνοήσουμε, ούτε να θεωρήσουμε θέσφατο και τελικό συμπέρασμα. Ήδη άλλωστε υπήρξαν κριτικές ότι το πληθυσμιακό δείγμα είναι αρκετά μικρό για να έχουμε ασφαλή τελικά συμπεράσματα, επομένως οφείλουμε να αναμένουμε περαιτέρω ανάλογες έρευνες.

Ασφαλώς η επιστήμη διαφέρει από τα αφηγήματα τα οποία εξιστορούν την εμφάνιση και την πορεία ενός λαού και τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται στην σφαίρα της μυθολογίας και αναφέρονται σε χρόνους μη-ιστορικούς, δηλαδή μη καταγεγραμμένους σε γραπτά κείμενα. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους, οι εθνογενετικοί μύθοι είναι αυτό ακριβώς που προδίδει η ονομασία τους, δηλαδή μυθολογία, ένα διήγημα το οποίο εξελίσσεται σε ενοποιητικό αφήγημα το οποίο συντελεί στην εδραίωση του εθνικού συνανήκειν. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτών των αφηγημάτων σημαίνει ότι αυτά συχνά κείνται πέραν της όποιας ιστορικής αληθείας (ασχετώς του αν μεταφορικά απηχούν κάποια γεγονότα), εξ ου και η σύνδεση με το θείο (π.χ. ο εβραϊκός Γιαχβέ) ή με ένα μυθικό ον όπως είναι η μορφή της τροφοδότριας λύκαινας στην ρωμαϊκή ή την τουρκική μυθολογία.

Η ελληνική παράδοση υπήρξε περισσότερο πλουραλιστική με αποτέλεσμα  την απουσία ενός ισχυρού συμβολικού ενοποιητικού αφηγήματος. Τέτοια αφηγήματα μπορεί να υπήρχαν στην γενεολογία των διαφόρων ελληνικών φύλων ή πιο συλλογικά τα ομηρικά έπη να είχαν μια παρόμοια λειτουργία, ενώ στην ελληνορθόδοξη παράδοση υπάρχουν ανάλογα μοτίβα (η Υπέρμαχος Στρατηγός, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κτλ.). Απουσιάζει ωστόσο ένα ισχυρό κεντρικό αφήγημα.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους, κατά την γνώμη μου, για τους οποίους η (νεο)ελληνική κοινή γνώμη στρέφεται σε επιστημονικές και παραεπιστημονικές θεωρίες. Ο άλλος είναι η αρχαιολατρεία / αρχαιοπληξία και η απόλυτη προτεραιότητα η οποία δίνεται στην αρχαιότητα έναντι άλλων περιόδων της ελληνικής ιστορίας. Σε συνδυασμό,αυτά τα αίτια έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εμμονική θεώρηση σχετικά με τις απαρχές του ελληνικού έθνους όπου έμφαση δίνεται στην αυτοχθονία, την γενετική συνοχή (κοινώς την φυλετική καθαρότητα) και την παλαιότητα του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Η διατύπωση, για παράδειγμα, ότι η ελληνική είναι η αρχαιότερη γλώσσα της υφηλίου δεν ακούγεται ως παράλογη πεποίθηση στα αυτιά πολλών συμπατριωτών μας.

Η έρευνα του Nature λοιπόν κολακεύει τα ώτα μας και αυτό δεν είναι αναγκαστικά κάτι κακό. Τουναντίον, εάν όντως στοιχειοθετείται και βιολογικά η συνέχεια του ελληνικού πληθυσμού από την αρχαιότητα, θεωρίες τύπου Falmerayer και η γενικότερη δυτικότροφη εντύπωση περί “άριου” αρχαίου πολιτισμού καθώς και η διαρκώς αμφισβητούμενη (και από Έλληνες διανοητές) συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να αντικρουστούν επιστημονικά, δίνοντας μια ιστορική αυτοπεποίθηση στον Νεοέλληνα του οποίου η (καλώς ή κακώς ούτως) διαμορφωθείσα ταυτότητα τίθεται υπό αίρεσιν.

Το προβληματικό στοιχείο στην πρόσληψη τέτοιων ερευνών προκύπτει όταν τα πορίσματά της ξεχειλώνουν για να χωρέσουν σε ένα εθνικό αφήγημα που θέλει να θεωρείται επιστημονικά εδρασμένο αλλά εν τέλει τείνει προς την μυθολογία ή έστω την αυθαιρεσία και την υπερβολή. Τέτοια είναι η περίπτωση της όλης παραφιλολογίας περί “Πελασγών”, ενός εθνολογικού όρου ασαφούς ήδη από την αρχαιότητα για τους οποίους όμως έχουν γραφεί βιβλία με αναγνωσιμότητα υψηλότερη έγκυρων ακαδημαϊκών εκδόσεων, φαινόμενο στο οποίο σε έναν βαθμό έχω αναφερθεί σε αυτήν την ανακοίνωση.

Το ερώτημα λοιπόν που μας απασχολεί και για το οποίο επιθυμούμε ως εθνική κοινωνία να δώσουμε μια απάντηση που, παράλληλα με την ενασχόληση με το “υπαρξιακό” ζήτημα της εθνογένεσης, θα τονώνει τα αισθήματά μας είναι το “πόθεν και πότε οι Έλληνες” (έκφραση δανεισμένη από τον τίτλο του εξαιρετικού, παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις,έργου του αρχαιολόγου Θ. Γιαννόπουλου), δηλ. ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων και οι απαρχές της ιστορίας μας.

Στην σύντομη αυτή ανάρτηση δεν σκοπεύουμε (και δεν δυνάμεθα) να παραθέσουμε τις σχετικές επιστημονικές (ιστορικές, αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και βιολογικές) θεωρίες που σχετίζονται με την προέλευση των Ελλήνων και την δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού έθνους. Δεδομένο είναι όμως, ότι αναφερόμενοι σε “Έλληνες” πρέπει να ορίσουμε τι αντιλαμβανόμαστε με το εθνώνυμο που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Ήδη από την αρχαιότητα γίνονται αναφορές στην διαφορετική καταγωγή Ιώνων και Δωριέων, όπου οι πρώτοι θεωρούνται εξελληνισθέντες Πελασγοί και οι δεύτεροι οι “κατεξοχήν” Έλληνες[1] ενώ και η ελληνική γενεολογία φαίνεται να έχει ετερογενείς καταβολές (όπως διαπιστώνει για παράδειγμα η Finkelberg).

Αυτός οπροβληματισμός περί του τι ορίζουμε ως “ελληνικό”είναι έκδηλος στο ζήτημα της γλώσσας. Στις περιπτώσεις ετυμολόγησης, οι γλωσσολόγοι ονομάζουν“ελληνικές” τις λέξεις που είναι Ινδο-ευρωπαϊκής προέλευσης και ανήκουν σε έναν κοινό κλάδο (στην Πρωτοελληνική από την οποία προέκυψαν μεαγενέστερα οι διάφορες διάλεκτοι) και “προ-ελληνικές” τις λέξεις που δεν ανήκουν σε αυτόν τον κλάδο, αλλά στο γλωσσικό υπόστρωμα που προϋπήρχε, κατά την κυρίαρχη εκδοχή, του ερχομού των “Άριων” Ελλήνων. Είναι δύσκολο να πούμε εάν αυτό το υπόστρωμα αποτελείτο από μία ή περισσότερες γλώσσες Ινδο-ευρωπαϊκές ή μη. Ενδεχομένως η εικόνα να ήταν περίπλοκη και να είχαμε ένα γλωσσολογικό και πολιτιστικό μωσαϊκό όπου πολλαπλές ζυμώσεις και αλληλοεπιδράσεις ελάμβαναν χώρα, δεδομένης και της γεωγραφικής δομής του Αρχιπελάγους. Γεγονός είναι σε κάθε περίπτωση ότι λέξεις και τοπωνύμια με τα επιθήματα -σσ- / -ττ- και -νθ- (π.χ. κυπάρισσος, Λυκαβηττός, Κόρινθος, λαβύρινθος, Παρνασσός) ανήκουν σε αυτό το “προελληνικό” υπόστρωμα και επομένως η παρουσία τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι πρίν της ελεύσεως των Ελλήνων ο ελληνικός χώρος εκατοικείτο από έναν λαό ή και περισσότερους λαούς διαφορετικής καταγωγής.

Αν και είναι δόκιμο να κάνουμε την διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Προ-Ελλήνων γλωσσολογικά και πολιτιστικά, είναι ωστόσο εύλογο να ονομάζουμε μια ελληνικότατη λέξη όπως είναι η ‘θάλασσα’ (η οποία δεν έχει ΙΕ ετυμολόγηση) “προελληνική” δηλαδή μη-ελληνική; Και εδώ διαφαίνεται ο προβληματισμός περί του τι θεωρούμε ελληνικό. Η εμφάνιση και η διαμόρφωση της ελληνικότητας δεν μπορεί να ειδωθεί παρά ως η διαδικασία όπου εντός ενός ιστορικού και γεωγραφικού πλαισίου επιτελέστηκε η ελληνική εθνογένεση ως σύζευξη λαών, πολιτισμών, γλωσσών και παραδόσεων που συνυπήρξαν, ειρηνικά ή βίαια, στον χώρο του Αιγαίου.

Πέρα λοιπόν από τις διάφορες, ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους, επιστημονικές θεωρήσεις περί της καταγωγής και προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού, αυτό που χρειάζεται ένα αφήγημα εθνογένεσης είναι να εμπνέει έναν λαό. Η ελληνική περίπτωση, ιδιάζουσα λόγω του χρονικού βάθους και των ποικίλων διαδρομών της ιστορίας μας, μπορεί και οφείλει να συνδεθεί με την διαδρομή όσων έζησαν και μοιράστηκαν κοινή μοίρα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ώστε η ελληνική εθνογένεση να αποκοπεί από εμμονικούς μαξιμαλισμούς απόλυτης καθαρότητας, αυτοχθονίας και χρονολογικής υπερβολής και να λάβει τις διαστάσεις τις οποίες όντως έχει. Εάν απαλλαγούμε από αυτήν την ημιμάθεια, η ίδια η ιστορία θα μας οδηγήσει στην δημιουργία ενός αφηγήματος αιγαιακής και μεσογειακής υπερηφάνειας η οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για την κατανόηση της ιστορίας αλλά και για την ορθή αντιμετώπιση σύγχρονων διλημμάτων και γεωστρατηγικών προκλήσεων.

Dr. Phil. Κωνσταντίνος Σαμπάνης, γλωσσολόγος, απόφοιτος του Salzburg Universität, μεταδιδακτορικός ερευνητής του  Πανεπιστημίου Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών.

[1] Το γνωστό απόσπασμα στον Ηρόδοτο (1.56): «ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα»

 

Posted in Κωνσταντίνος Σαμπάνης | Tagged , , , , , , , , , , ,

Σκέψεις περί σημαιοφόρων

σημαιοφόρος

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου 

Αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης ( Προεδρικό Διάταγμα 79/2017) να ορίζονται οι μαθητές της ΣΤ΄ Δημοτικού σημαιοφόροι, παραστάτες και οι υπεύθυνοι κατάθεσης στεφάνων στις εθνικές εορτές με κλήρωση ανεξάρτητα από τη βαθμολογία του κάθε μαθητή. Ορίζονται – μέσω κλήρωσης – δύο σημαιοφόροι, ο ένας μέχρι την 31η Ιανουαρίου και ο δεύτερος από την επόμενη 1η Φεβρουαρίου μέχρι το τέλος του διδακτικού  έτους.  Σε περίπτωση δύο τμημάτων ΣΤ΄ Δημοτικού, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας καθορίζεται ο τρόπος επιλογής των μαθητών.

Μέχρι σήμερα οι δύο σημαιοφόροι, ένας για το διάστημα μέχρι την 31 Ιανουαρίου και ο έτερος από την επομένη έως το τέλος της σχολικής χρονιάς, ορίζονταν με βάση τον γενικό μέσο όρο τους στο προηγούμενο σχολικό έτος. Σε περίπτωση ισοβαθμίας γινόταν κλήρωση. Παράλληλα, οι δέκα παραστάτες, πέντε για την πρώτη περίοδο και πέντε για τη δεύτερη περίοδο, επιλέγονταν, όπως και οι δύο σημαιοφόροι, βάσει βαθμολογίας.

Από τη στιγμή κατά την οποία οι μαθητές, κατά τη διάρκεια της παρέλασης, φέρουν τη σημαία και όχι ο δάσκαλος ή ο διευθυντής/διευθύντρια του σχολείου, πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο βάσει του οποίου θα καθορίζεται ο σημαιοφόρος. Υπέρ της κλήρωσης συνηγορεί το επιχείρημα ότι εφ’ όσον πρόκειται για εθνική εορτή, τότε όλοι οι μαθητές, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη του έθνους, έχουν το ίδιο δικαίωμα να φέρουν τη σημαία και άρα για να κατοχυρωθεί το ίσο αυτό δικαίωμα πρέπει να προκριθεί η λύση της κλήρωσης. Όλοι οι μαθητές, ανεξαιρέτως, τιμούν τους νεκρούς και του αγώνες του Έθνους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Συνεπώς, όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν τις ίδιες πιθανότητες να φέρουν τη σημαία. Βάσει αυτής της λογικής αρκεί  ο μαθητής να ανήκει  στο ελληνικό έθνος για να κατοχυρώσει το δικαίωμα του να γίνει σημαιοφόρος. Αποδοχή του παραπάνω επιχειρήματος, φυσικά, ως του αποκλειστικού κριτηρίου συνεπάγεται  τον αποκλεισμό αλλοδαπών μαθητών από τη διαδικασία επιλογής. Από την άλλη πλευρά, η ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών στην εθνική εορτή μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς να δίνεται σε όλους το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Όλοι συμμετέχουν στην παρέλαση και στις εκδηλώσεις στο σχολείο. Το να φέρει, όμως, κάποιος/α μαθητής/τρια τη σημαία είναι κάτι παραπάνω από τη συμμετοχή στις εορταστικές εκδηλώσεις και για αυτό θα πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο, η βαθμολογία, κριτήριο υποκειμενικό αλλά σαφώς πιο αντικειμενικό από τη διαγωγή, γενικά και αόριστα, του εκάστοτε μαθητή. Σαφώς η ηθική επιβράβευση για ένα καλό μαθητή δεν περιορίζεται μόνο στο να φέρει τη σημαία στην παρέλαση. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί και άλλες ανταμοιβές, φερ’ ειπείν βιβλία. Δεν παύει, όμως, να συνιστά την πλέον τιμητική γιατί γίνεται ορατή και εκτός σχολείου, δεν περιορίζεται μόνο στο σχολείο. Ο σημαιοφόρος παρελαύνει φέροντας τη σημαία στο κέντρο της πόλης έτσι ώστε όλοι, φυσικά και οι υπερήφανοι συγγενείς του εκάστοτε μαθητή, τον/την βλέπουν. Μεγαλύτερη επιβράβευση από αυτό δεν υπάρχει για ένα μαθητή.

Παράλληλα, μπορεί να υπάρχουν αυτοί που  δεν επιθυμούν η σημαία να είναι δώρο κλήρωσης αλλά ούτε και βραβείο για μια μαθητική επίδοση. Αλλά τότε πως οι μαθητές, άνευ σημαίας,  θα τιμούν τους προγόνους και τους αγώνες του Έθνους; Με κάθε σχολείο να έχει τη δική του ξεχωριστή σημαία; Δεν αρκεί. Χρειάζεται η εθνική σημαία.

Εδώ μπορούν να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Το πρόβλημα, φυσικά, που γεννάται είναι κατά πόσο η βαθμολογία  αντικατοπτρίζει πιστά την επίδοση κάθε μαθητή στην τάξη ή εξισωτικές νοοτροπίες της ήσσονος προσπάθειας έχουν καταστεί νόμος με αποτέλεσμα η αριστεία πλέον να είναι ο κανόνας και αυτό όχι για λόγους ανόδου του επιπέδου γνώσεων των μαθητών… Παράλληλα, κατά πόσο το αίτημα για αριστεία  συνιστά διαιώνιση της υπάρχουσας κατάστασης οικονομικών ανισοτήτων, όπου οικογένειες με μεγαλύτερο εισόδημα μπορούν να προσφέρουν σημαντική βοήθεια στα παιδιά τους σε σχέση με οικογένειες που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα,  ή εμπεριέχει μέσα του και την προοπτική ώστε η διαφορά στο εισόδημα να μην αποτελεί παράγοντα, καθοριστικό τουλάχιστον, στην εξέλιξη του κάθε μαθητή; Είναι εύκολο κάποιοι να μιλάνε, γενικά και αόριστα, για αριστεία ωσάν αυτή να μην έχει εξασφαλιστεί, σε αρκετές περιπτώσεις τουλάχιστον, χάρη στην οικονομική επιφάνεια των οικογενειών τους.

Από την άλλη, προκαλεί δυσπιστία το επιχείρημα, εκ μέρους κυβερνητικών κύκλων, υπέρ της κλήρωσης σύμφωνα με το οποίο οι μαθητές εξισώνονται ώστε όλοι να έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Η παρούσα κυβέρνηση δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες για τα εθνικά σύμβολα. Η ακολουθούμενη προσέγγιση στα σχολικά βιβλία ιστορίας το πιστοποιεί. Παράλληλα, η μη συμμετοχή πλέον των σημαιοφόρων (άρα και της σημαίας)  και των παραστατών  στις επίσημες δοξολογίες εθνικών επετείων στους Ιερούς Ναούς μπορεί να κατανοηθεί, χωρίς υπερβολή, ως ένα πρώτο, μικρό βήμα  απομάκρυνσης   εθνικών συμβόλων και Εκκλησίας. Προάγγελος, ίσως, για αυτά που θα ακολουθήσουν.

Ίσως να υπάρχει εξίσωση αλλά υπό άλλη έννοια. Εξίσωση μέσω της εξομοίωσης της μετριότητας συνέπεια της έλλειψης κινήτρου, της επιβράβευσης, είτε υλικής, είτε ηθικής όπως η σημαία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το υπάρχον σύστημα διδασκαλίας και βαθμολόγησης δεν έχει προβλήματα και ότι δεν πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε οι δάσκαλοι να βγάζουν τον καλύτερο εαυτό των παιδιών, σε επίπεδο γνώσης και συμπεριφοράς, μακριά από μια επιφανειακή βαθμοθηρία αλλά, παράλληλα, να τους ενσταλάζουν την θέληση για συνεχή βελτίωση για το καλό των ίδιων των μαθητών, της κοινωνίας  και της πατρίδα μας. Αλλά όσο ο κόπος, η προσπάθεια, η θέληση για διάκριση έρχονται αντιμέτωπα με φονταμενταλιστικές νοοτροπίες ισοπέδωσης κάθε αξίας προς εμπέδωση μιας διεστραμμένης έννοιας της ισότητας τότε η ημέρα που θα έχουμε σχολεία με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά θα αργήσει να έρθει.

Τέλος, ένα σχόλιο αναφορικά με μια άλλη διάταξη στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα 79. Σύμφωνα με το άρθρο 3.2γ  του συγκεκριμένου Προεδρικού Διατάγματος  (αριθμός φύλλου 109, τεύχος πρώτο, 1-8-2017, σελ. 1838) ως εορταστική εκδήλωση που συμμετέχουν νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία αναφέρεται η 17η Νοεμβρίου «… για την επέτειο του Πολυτεχνείου, τον αντιδικτατορικό αγώνα και την Εθνική Αντίσταση». Η τελευταία, όμως, χρονικά και ιστορικά, ανήκει στην 28η Οκτωβρίου και στον Β΄ΠΠ. Με ποιο κριτήριο, άλλο από το ιδεολογικό,  η Εθνική Αντίσταση (όλες οι αντιστασιακές ομάδες, μεγάλες και μικρές) αφαιρείται από το ιστορικό πλαίσιο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τοποθετείται πλάι στον αντιδικτατορικό αγώνα και το Πολυτεχνείο; Θα μπορούσε η Εθνική Αντίσταση να μνημονεύεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της 28ης Οκτωβρίου και να προσθέσει ο νομοθέτης, στην επέτειο της 17ης Νοεμβρίου,  εκτός του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα, και την περίοδο 1949-1967 ως περίοδο ελλειμματικής δημοκρατίας (σαφώς προτιμότερης, πάντως, από τη σταλινική λαϊκή δημοκρατία υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη) η οποία και οδήγησε στην επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος και να συνδεθεί με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, Κύπρος η οποία και κατέβαλλε το μέγιστο των τιμημάτων για την δημιουργία δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα. Συνιστά αυθαιρεσία να μετατοπίζεται η χρονική σειρά ιστορικών γεγονότων λόγω ιδεολογικής νομιμοφροσύνης.

ΥΓ: Είμαι υπόχρεος στην Α.Π. για τις οξυδερκείς και εύστοχες παρατηρήσεις της.

 

 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Ιωάννης Σ. Λάμπρου | Tagged , , , , , , , , , , , ,

Fake news και εκκλησιαστικές τροπολογίες

του Σωτήρη Μητραλέξη

Βασική αρχή κάθε θέματος είναι ότι πάντοτε φταίει ο παπάς. Κρούσμα fake news παρουσιάστηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», όπου σε άρθρο της (Ο Αθως, ο ΕΝΦΙΑ και τα Θρησκευτικά) η κα. Ξένια Κουναλάκη ενημέρωσε τους αναγνώστες της εφημερίδας πως προωθείται φοροαπαλλαγή για κάτι που είναι… ήδη φοροαπηλλαγμένο (χωρίς να διερωτηθεί πώς στο καλό γίνεται αυτό!), θέμα που με κάποιον περίεργο τρόπο κατάφερε να το συνδέσει με το μάθημα των θρησκευτικών και με διάφορες χαριτωμενιές («Φυσικά, είναι αστείο να στηλιτεύει κανείς την πελατειακή σχέση πολιτικού προσωπικού και Εκκλησίας στη χώρα μας. Είναι σαν να διαμαρτύρεται για τη ζέστη στην Ελλάδα. Μοιάζει με φυσικό φαινόμενο.» – «Η Καθημερινή», 29/07/2017).

Στο θέμα μας, σύμφωνα με το άρθρο της κας Κουναλάκη, μέχρι σήμερα οι κτήσεις μονών του Αγίου Όρους εκτός Αγίου Όρους κατέβαλαν φορολογικές υποχρεώσεις σχετιζόμενες με την ιδιοκτησία του ακινήτου, όμως χάρη σε αυτήν την τροπολογία, εάν περνούσε, θα φοροαπαλλάσσονταν.

Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα είναι περίπου η αντίστροφη!

Γενικώς, τα ισχύοντα μέχρι στιγμής:

Αν και δεν είναι άμεσα σχετικό με το θέμα μας, σημειώνουμε ότι οι ευκτήριοι οίκοι (δηλαδή οι ίδιες οι εκκλησίες) κάθε γνωστής θρησκείας και δόγματος δεν έχουν υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ (όπως άλλωστε μια σειρά από άλλα πρόσωπα, π.χ. σπίτια προξένων, ιδιωτικοί φορείς που δεν εντάσσονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση μορφωτικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, αθλητικού, θρησκευτικού, φιλανθρωπικού και κοινωφελούς σκοπού ή παραχωρούνται δωρεάν στο Δημόσιο και άλλα — νόμος 4223/2013 άρθρο 3). Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως (και καλώς ισχύει, θα ήταν απολύτως ανεφάρμοστο αν οι ίδιοι οι ναοί ως χώροι, ενίοτε του 11ου ή του 14ου αιώνος, είχαν υποχρέωση ΕΝΦΙΑ — και ακριβώς έτσι γίνεται σε σωρεία άλλων κρατών). Το θέμα μας όμως εδώ δεν είναι οι ευκτήριοι οίκοι, αλλά άλλου τύπου ιδιοκτησίες.

Καλώς και ούτως ή άλλως, μέσα στο ίδιο το Άγιον Όρος, τη χερσόνησο, δεν υπάρχει ΕΝΦΙΑ, κάτι που όντως σχετίζεται με το συνταγματικό καθεστώς του.

Κακώς, ο νόμος 4223/2013 άρθρο 3 δίδει φοροαπαλλαγή και σε κτήσεις τον Μονών του Αγίου Όρους εκτός αυτού, ανεξαρτήτως του εάν είναι ευκτήριοι οίκοι: αν, επί παραδείγματι, η τάδε μονή έχει το δείνα ακίνητο στο Άστρος Κυνουρίας, το οποίο νοικιάζει σε σούπερ-μάρκετ και λαμβάνει το κέρδος/μίσθωμα, το ακίνητο αυτού του σούπερ-μάρκετ απαλλάσσεται από υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ! Αυτό, όμως, ίσχυε και πριν την υπό συζήτηση τροπολογία. Περιγράφει την κατάσταση έως σήμερα.

Θυμίζουμε ότι τα παραπάνω ισχύουν μόνο για τις Μονές του Αγίου Όρους, όχι για την Εκκλησία της Ελλάδος που αθροιστικά πληρώνει πάνω από 10.000.000 ευρώ ετησίως ΕΝΦΙΑ ούτε για την Εκκλησία της Κρήτης ή τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.

Ποια είναι, λοιπόν, η ιστορία με την τροπολογία; Ο νόμος 4223/2013 για τον ΕΝΦΙΑ και συγκεκριμένα το άρθρο 3 ορίζει ως εξαιρετέες «τις υποκείμενες στο ειδικό συνταγματικό καθεστώς Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, κείμενα εντός ή εκτός αυτού»: διευκρινίζει δηλαδή πως, καλώς ή κακώς, αναφέρεται σε ό,τι ανήκει στις Μονές του Αγίου Όρους, ακόμη κι εκτός αυτού.  Παρόμοια πρόνοια όμως δεν υπήρχε στους νόμους-«προγόνους» του ΕΝΦΙΑ, 3634/2008 (ΕΤΑΚ-«χαράτσι») και 3642/2010 (Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας), που αναφέρουν απλώς «το Άγιον Όρος» — παρά τη μικρή διαφορά της διατύπωσης, στην ερμηνεία/πράξη ίσχυε το ίδιο καθεστώς όπως αποτυπώνεται καθαρότερα στον νόμο ΕΝΦΙΑ του 2013, δηλαδή (κακώς) απαλλάσσονταν από ΕΝΦΙΑ και τα (μη θρησκευτικής χρήσεως) ακίνητα των Μονών ακόμα και εκτός Όρους.

Τι γίνεται λοιπόν;

Σύμφωνα με πληροφορίες, εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα εκτός Αγίου Όρους, άσχετα με το Όρος, έχουν προσφύγει στο ΣτΕ, ζητώντας κι εκείνα απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ επί τη βάσει της ίσης μεταχείρισης (4 και 13 του Συντάγματος): «αφού οι μη-εκκλησιαστικές κτήσεις εκτός Αγίου Όρους ακόμα και εάν δεν χρησιμοποιούνται για θρησκευτικό σκοπό, δεν πληρώνουν, εμείς γιατί να πληρώνουμε;» Διότι ναι μεν το ιδιαίτερο, φορολογικό και άλλο, καθεστώς του Αγίου Όρους είναι κατοχυρωμένο συνταγματικά με το άρθρο 105 του Συντάγματος, αυτό όμως αφορά το γεωγραφικώς κατανοημένο Άγιο Όρος: ό,τι βρίσκεται μετά στην Ουρανούπολη και την Ιερισσό. Για τα εκτός τα ανήκοντα… εντός, δεν ισχύουν αυτονόητα οι προβλέψεις του 105.

Οπότε, σύμφωνα με τη λογική της προσφυγής, όταν το άρθρο 105 Συντάγματος που μιλά για ιδιαίτερο καθεστώς του «Αγίου Όρους», καθώς και οι νόμοι του 2008 και του 2010 όταν αναφέρονται στο «Άγιον Όρος», εννοούν… την χερσόνησο του Αγίου Όρους, όχι ό,τι ανήκει στις Μονές του, ακόμα και εάν κείται εκτός αυτού. Εάν ο νομοθέτης επεκτείνει την απαλλαγή και για τα ακίνητα εκτός αυτού και ακόμα και εάν δεν έχουν θρησκευτική χρήση, τότε το προνόμιο δεν απορρέει από το άρθρο 105 Συντάγματος — σύμφωνα με την προσφυγή — οπότε οφείλει να επεκτείνεται και στα λοιπά εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα άσχετα με το Όρος, κατά την άποψη, πάντοτε, του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου που προσέφυγε στο ΣτΕ.

Παράλληλα, άλλες πηγές μεταφέρουν ότι η τοπική ΔΟΥ απειλεί τις Αγιορειτικές Μονές με αναδρομική επιβολή ΕΤΑΚ και ΦΜΑΠ που κακώς «ξέχασε» και δεν τους επέβαλε, αφού οι νόμοι του 2008 και του 2010 δεν εξαιρούν σαφώς και ειδικώς και τις εκτός Αγίου Όρους κτήσεις των Μονών του, εξαίρεση που θεωρείτο μέχρι σήμερα ως η αυτονόητη ανάγνωση.

Η έκδοση δικαστικής απόφασης εκκρεμεί. Τρέχουν, λοιπόν, με την τροπολογία οι βουλευτές να συμπληρώσουν εκ των υστέρων διευκρίνηση στους προηγούμενους νόμους του 2008 και του 2010, ώστε να προλάβουν το (θεωρητικά υπαρκτό, ασχέτως αν είναι πιθανό) ενδεχόμενο να κρίνει το ΣτΕ πως ναι, όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα παντού πρέπει για λόγους θρησκευτικής ισότητας να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ και ότι η απαλλαγή των Μονών του Αγίου Όρους για τα ακίνητά του εκτός της χερσονήσου του δεν θεμελιώνεται στο 105 Συντάγματος, με επιχείρημα ότι δεν περιείχαν τέτοια απαλλαγή δεν προέβλεπαν οι νόμοι του 2008 και του 2010. Στόχος της τροπολογίας είναι να προβλέπεται παντού στην φορολογική νομοθεσία ότι ο νομοθέτης δεν εννοεί με τον όρο «Άγιον Όρος» την αθωνική χερσόνησο, αλλά, όπως αποσαφηνίζει ο νόμος του 2013, τις Μονές του και ό,τι τους ανήκει εντός ή εκτός αυτού.

Η τροπολογία, παράλληλα, ενδεχομένως να είχε ως στόχο και να μην συμβεί κάποιο «ατύχημα» στο ΣτΕ και καταλήξουν τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της επικράτειας (π.χ., της Εκκλησίας της Ελλάδος) να κραδαίνουν απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ που αυτή τη στιγμή πληρώνουν!

Οπότε, με την τροπολογία όχι μόνο δεν θα υπήρχε καινούργια ζημιά που θα προκληθεί στο δημόσιο, όπως κατά αλλόκοτη φαντασία γράφει η κα Κουναλάκη, αφού καλώς ή κακώς τα εκτός Όρους ακίνητα του Όρους (αλλά όχι γενικώς τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα!) ήδη απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ ακόμα και για μη θρησκευτικής χρήσης ακίνητα, αλλά η τροπολογία πήγαινε να προλάβει το ενδεχόμενο…. συνολικής απαλλαγής των φορέων της Εκκλησίας (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου) από τον ΕΝΦΙΑ!

Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι (ίσως και λόγω της από αρκετές πλευρές δημοσιογραφικής πίεσης στον ΣΥΡΙΖΑ για την τροπολογία;) η τροπολογία τελικά δεν πέρασε, ναυάγησε (αν και ενδέχεται να επιστρέψει σε νέα προσπάθεια): με αποτέλεσμα να είναι, θεωρητικά, έκθετο το Δημόσιο στον παραπάνω (όχι και πολύ πιθανό, είναι η αλήθεια) περιγραφόμενο κίνδυνο.

Όμως, η πραγματικότητα μοιάζει να είναι κάπως πιο περίπλοκη, και δεν γνωρίζω εάν θα είχε νόημα να ερωτηθούν διευκρινιστικά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές βουλευτές, αφού έχουν γράψει μια ό,τι να ‘ναι αιτιολογική έκθεση και Κύριος οίδε τι θα ήξεραν να απαντήσουν. Διότι τα προβλήματα της ερμηνείας, που κυκλοφόρησε ευρύτατα στη δημόσια σφαίρα διαφαίνονται ακόμα και από μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου της τροπολογίας και της εισηγητικής εκθέσεως, άνευ άλλων πληροφοριών: αφού «οι διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή» εάν τυχόν είχαν εκδοθεί πράξεις καταλογισμού φόρου και αφού «βάσει των ισχυουσών ρυθμιστικών διατάξεων» οι Μονές και τα εκτός Όρους ανήκοντα σε αυτές απαλλάσσονταν ήδη από τον ΕΝΦΙΑ, δεν αναρωτήθηκε κανείς τι στο καλό νομοθετεί τελικά αυτή η τροπολογία, πριν το συμπέρασμα ότι αναδρομικά νομοθετεί νέες, επιπρόσθετες φοροαπαλλαγές;

Το ζήτημα της συγκεκριμένης «διευκρινιστικής» τροπολογίας (που δεν είναι η απαλλαγή ΕΝΦΙΑ για τις εκτός Όρους κτήσεις του Όρους, αφού προηγείται αυτής -νόμος 4223/2013- και συνιστά διακριτό θέμα) θα αφορούσε μόνο μια μικρή ομάδα περίεργων, που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, εάν δεν εμφανιζόταν ως ενδεικτική μιας γενικότερης τάσης για έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης όλων των θεμάτων σχέσεων εκκλησίας-κράτους, στα οποία το fact checking δεν καταλαμβάνει την απόλυτη προτεραιότητα, εάν μπορεί να εξαχθεί χωρίς αυτό το συμπέρασμα ότι «φταίει ο παπάς». Όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα, κατά το «λύκος, λύκος», αυτό διασφαλίζει μόνον ένα πράγμα: ότι δεν θα υπάρξουν ευήκοα ώτα όταν όντως θα φταίει.

*Πρώτη εκδοχή δημοσιεύθηκε στο Unfollow.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Σωτήρης Μητραλέξης | Tagged , , , , , , , , , , ,

Παρουσίαση βιβλίου / Μεσαιωνικές Διεθνείς Σχέσεις, Τρίτη 18 Ιουλίου 19:30

Το ΙΝΣΠΟΛ παρουσιάζει το βιβλίο του Μάριου Νοβακόπουλου,

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Βυζαντινό και Δυτικό Σύστημα, 1054-1180

Με τον συγγραφέα θα συζητήσει ο Σωτήρης Μητραλέξης, ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester & επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη.

Τρίτη 18 Ιουλίου, 19.30 στο Βιβλιοπωλείο Εν Πλω,

Εμπορικό Κέντρο ATRIUM, Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ, προαιρετική συμβολή 2 ευρώ

Facebook event

Σύνοψη

Η ανά χείρας μελέτη αναλύει συγκριτικά και παράλληλα τα δύο πολιτικά και πολιτισμικά μισά της μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, το σύστημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας και το αντίστοιχο το λατινικού-φραγκογερμανικού κόσμου, με επίκεντρο την Παποσύνη και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Την παρουσίαση της εσωτερικής δομής και ιδεολογίας τους ακολουθεί η εξιστόρηση των διμερών επαφών την περίοδο των πρώτων Σταυροφοριών, συγκεκριμένα από το Σχίσμα (1054) μέχρι το θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1180). Τέλος γίνονται στρατηγικές παρατηρήσεις επί της περιόδου, αποπειράται η ερμηνεία των συστημάτων και γεγονότων βάσει της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, μεταξύ άλλων και της ιδέας περί συγκρούσεως των πολιτισμών.

Posted in Uncategorized

Clergy Wages in Greece – and their Correlation to Church Assets

Το ΙΝΣΠΟΛ κοινοποιεί την μελέτη του Σωτήρη Μητραλέξη (Sotiris Mitralexis) «Clergy Wages in Greece – and their Correlation to Church Assets: Overview, Facts, and Prospects for Future Developments» (Jean Monnet Papers on Political Economy 17/2017), η οποία βασίζεται στην δημοσίευση του ΙΝΣΠΟΛ «Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα και η συνάρτησή της με την εκκλησιαστική περιουσία«.

Η μελέτη είναι διαθέσιμη σε μορφή PDF:

The issue of church-state relations in Greece and of an eventual fuller separation of church and state resurfaces regularly in Greece’s public discourse; every time this is the case, the issue of clergy wages, which are currently provided by the state i.e. the public sector, is raised as a focal point in this discussion. In spite of the subject’s eminent position in the public sphere, concrete facts concerning its details and their complexity emerge rather rarely, if at all. This working paper attempts to remedy this by providing the existing framework, its history and development, as well as an overview of the legal archipelago on which it stands and of its correlation with the equally issue of church assets. Finally, two different proposals concerning possible future developments on the subject are provided.

Posted in Σωτήρης Μητραλέξης, έρευνες_δημοσιεύσεις | Tagged , , , ,