Εξεδόθη και κυκλοφορεί η μελέτη του ΙΝΣΠΟΛ «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος»

apeleftherosi_eksofyllo-page-001Οι εκδόσεις manifesto εξέδωσαν την μελέτη του  Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ – conservatives.gr) με τίτλο «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους», των Σωτήρη Μητραλέξη (επιμ.), Άγγελου Χρυσόγελου, Χρήστου Χατζημιχαήλ και Γιώργου Κοκκόλη.
Κεντρική διάθεση του βιβλίου: βιβλιοπωλείο manifesto, Μαυροκορδάτου 2 και Ακαδημίας, Αθήνα. H τιμή λιανικής πώλησης είναι 12 Ευρώ.
10552385_776962398991703_4734118798220697809_n
Η ένταση της συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους παραμένει διαρκώς αμείωτη στον ελλαδικό δημόσιο λόγο, καθώς συνιστά ζήτημα πρόσφορο για πολέμους αξιών. Το ΙΝΣΠΟΛ παρουσιάζει το βιβλίο «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους», το οποίο βασίζεται στην έρευνά του για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, για τα προβλήματα που ανακύπτουν και την κριτική που ασκείται, καθώς και για τις δυνατότητες μελλοντικής μετεξέλιξης της παρούσης κατάστασης. Συγκεκριμένα, η έρευνα επικεντρώνεται (α) στο νομικό καθεστώς των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα, (β) στην παρουσία του ζητήματος στον ελλαδικό δημόσιο λόγο, (γ) στην διαμόρφωση των οικονομικών και φορολογικών σχέσεων εκκλησιών και κρατών στην Ευρώπη, και τέλος (δ) στον οργανωτικό κατακερματισμό της Εκκλησίας στην Ελλάδα σε πέντε διαφορετικές δικαιοδοσίες, κομβικό εκκλησιαστικό ζήτημα το οποίο επηρεάζει καθοριστικά τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, αν και συνήθως απουσιάζει από τις σχετικές συζητήσεις. Στο βιβλίο κατατίθεται πρόταση για την μελλοντική μετεξέλιξη των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους, μακριά από την ακρότητα ή την στασιμότητα που συνήθως χαρακτηρίζει κάθε μια από τις εκατέρωθεν «παρατάξεις» στον δημόσιο λόγο.

Σειρά ΙΝΣΠΟΛ των εκδόσεων manifesto, #1

Για τους συγγραφείς:Ο δρ Σωτήρης Μητραλέξης γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας της Freie Universitat Berlin μετά από σπουδές φιλολογίας και φιλοσοφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στην Freie Universitat Berlin. Έχει διατελέσει αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Βερολίνου και πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Φοιτητών Βερολίνου. Κατά το διάστημα 2007/08 διηύθυνε τον όμιλο μαθημάτων φιλοσοφίας και πολιτικής «Ασκήσεις Κριτικής Σκέψης» στο «λαϊκό πανεπιστήμιο» της Γερμανικής Σχολής Αθηνών. Υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία στα τεθωρακισμένα, στον Λαγό Διδυμοτείχου. Είναι συνεργάτης του περιοδικού πολιτικής και πολιτισμού Manifesto και αρθρογραφεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Έχει εκδώσει δύο συλλογές πολιτικών δοκιμίων (Πολιτική Αδολεσχία Ι, εκδ. Manifesto 2011 & Πολιτική Αδολεσχία ΙΙ, εκδ. Manifesto 2012). Κατά τα έτη της διδακτορικής του διατριβής υπήρξε υπότροφος του γερμανικού ιδρύματος ακαδημαϊκών ανταλλαγών (DAAD). Υπηρετεί αμισθί ως διευθύνων εταίρος του ΙΝΣΠΟΛ.Ο δρ Άγγελος Χρυσόγελος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και εργάζεται ως λέκτωρ ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Limerick στην Ιρλανδία. Είναι διδάκτωρ πολιτικών και κοινωνικών επιστημών του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο διεθνών σχέσεων και διπλωματίας από το Πανεπιστήμιο του Leiden της Ολλανδίας και πτυχίο πολιτικών επιστημών από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο παρελθόν έχει συνεργαστεί με το Ινστιτούτο Clingendael στην Χάγη, το Wilfried Martens Centre for European Studies στις Βρυξέλλες και το Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας. Τα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ανάλυση εξωτερικής πολιτικής, κόμματα και κομματικά συστήματα στην Ευρώπη, τον λαϊκισμό στην Ευρώπη και στον κόσμο και την ελληνική πολιτική.

Ο δρ Χρήστος Χατζημιχαήλ γεννήθηκε το 1981 στην Αλεξανδρούπολη και συμμετέχει από το 2013 ως επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Αθηνών στην Εθνική Ψηφιακή Υποδομή για την Έρευνα στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (DARIAH-GR). Είναι διδάκτωρ κλασσικής φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (άριστα ομοφώνως) και κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων από το Pembroke College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (MSt in Classical Armenian) και το King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (MA in Digital Humanities). Έχει διατελέσει υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) τόσο κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών όσο και κατά την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, καθώς και του Συμβουλίου Ερεύνης Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Καναδά (SSHRC). Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ειδικός επιστήμων στην Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ/ΓΕΣ). Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο τέκνων. Υπηρετεί αμισθί ως πρόεδρος του ΙΝΣΠΟΛ.

Ο Γιώργος Κοκκόλης γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα και είναι αντιδήμαρχος παιδείας και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στον δήμο Ραφήνας-Πικερμίου. Προηγουμένως εργαζόταν ως πολιτικός συντάκτης σε ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην ιστορία του εθνικισμού από το London School of Economics and Political Science αφ’ ότου αποφοίτησε με άριστα από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι εκπρόσωπος στην Ελλάδα του cafebabel.com, του πρώτου πανευρωπαϊκού νεανικού περιοδικού. Για την δράση του έχει τιμηθεί με το βραβείο Καρλομάγνος.

 

Πρόλογος

 

Η ένταση της συζήτησης για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους παραμένει διαρκώς αμείωτη στον ελλαδικό δημόσιο λόγο, καθώς συνιστά ζήτημα πρόσφορο για πολέμους αξιών. Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ – conservatives.gr) παρουσιάζει εδώ την μελέτη «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους», η οποία βασίζεται στην έρευνά του για τις σχέσεις Εκκλησίας–Κράτους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, για τα προβλήματα που ανακύπτουν και την κριτική που ασκείται, καθώς και για τις δυνατότητες μελλοντικής μετεξέλιξης της παρούσης καταστάσεως. Συγκεκριμένα, η έρευνα επικεντρώνεται (α) στο νομικό καθεστώς των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα και στην Κύπρο, (β) στην παρουσία του ζητήματος στον ελλαδικό δημόσιο λόγο, (γ) στην διαμόρφωση των οικονομικών και φορολογικών σχέσεων εκκλησιών και κρατών στην Ευρώπη, και τέλος (δ) στον οργανωτικό κατακερματισμό της Εκκλησίας στην Ελλάδα σε πέντε διαφορετικές δικαιοδοσίες, κομβικό εκκλησιαστικό ζήτημα το οποίο επηρεάζει καθοριστικά τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, αν και συνήθως απουσιάζει από τις σχετικές συζητήσεις. Στην μελέτη κατατίθεται πρόταση για την μελλοντική μετεξέλιξη των σχέσεων Εκκλησίας–Κράτους, μακριά από την ακρότητα ή την στασιμότητα που συνήθως χαρακτηρίζει κάθε μια από τις εκατέρωθεν «παρατάξεις» στον δημόσιο λόγο. Σε μια τέτοια προοπτική, το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος στην Ελλάδα σήμερα.

Προκειμένου να υφίσταται εποπτεία του τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, ξεκινάμε ερευνώντας τις οικονομικές διαστάσεις των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους: την φορολόγηση και χρηματοδότηση της εκκλησίας από το κράτος στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (Άγγελος Χρυσόγελος). Σε αυτό το σκέλος της έρευνάς μας επιχειρείται να τεθεί το ζήτημα της χρηματοδότησης της Εκκλησίας στην Ελλάδα σε ένα ευρύτερο συγκριτικό πλαίσιο. Αναλύονται τα ισχύοντα σχετικά με τον τρόπο χρηματοδότησης των εκκλησιών στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Η ανάλυση δείχνει ότι τα διάφορα εθνικά νομοθετικά πλαίσια μπορούν να ταξινομηθούν σε τρία διαφορετικά μοντέλα χρηματοδοτικής σχέσης κράτους-θρησκείας: (α) Πλήρης οικονομική ανεξαρτησία της εκκλησίας από το κράτος. (β) Απευθείας κρατική χρηματοδότηση προς θρησκευτικές ομάδες. Και ένα ενδιάμεσο μοντέλο, κατά το οποίο (γ) οι εκκλησίες κάνουν χρήση κρατικών μηχανισμών (π.χ. του φορολογικού συστήματος) για την συλλογή των συνεισφορών των πιστών. Αυτά τα μοντέλα αντανακλούν διαφορετικές ιστορικές πορείες στην σχέση κρατών και εκκλησιών στην Ευρώπη, καθώς και διαφορετικές εκκλησιαστικές και πολιτιστικές συνθήκες. Η ελλαδική πρακτική απ’ ευθείας χρηματοδότησης της Εκκλησίας από το κράτος δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πρωτοτυπία της χώρας μας, καθώς αυτό είναι ένα μοντέλο που συναντάται ακόμα και σε χώρες σε προχωρημένο στάδιο εκκοσμίκευσης. Η προσεκτική συγκριτική μελέτη αναδεικνύει ως βασικό ζήτημα όχι την χρηματοδότηση της επικρατούσας εκκλησίας από το κράτος στην Ελλάδα καθ’ εαυτήν, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτό το μοντέλο εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και επέτεινε την καχεξία και το αίσθημα εξάρτησης της Εκκλησίας. Η ερευνητική εργασία καταλήγει με παραδειγματικές νύξεις ενός εναλλακτικού μοντέλου χρηματοδότησης της Εκκλησίας στην Ελλάδα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κουλτούρα λογοδοσίας και δυναμισμού την ίδια την Εκκλησία και να αυξήσει το αίσθημα συμμετοχής των πιστών στο έργο της, χωρίς όμως να χαλαρώνουν οι θεσμικοί δεσμοί με το κράτος. Πέραν τούτων, ένα γενικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η εικόνα που επικρατεί στην Ελλάδα σχετικά με τις (οικονομικές) σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους στην Ευρώπη είναι εντελώς αναντίστοιχη με τις πραγματικές σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους στην Ευρώπη, οδηγώντας σε μια εκτεταμένη παραπληροφόρηση που αποκτά από κάποιο σημείο διάδοσης και έπειτα την δική της δυναμική επιβολής.

Στην συνέχεια εισάγουμε τον αναγνώστη στο νομικό καθεστώς των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους, στις νομικές διαστάσεις των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα και στην Κύπρο (Γιώργος Κοκκόλης). Μετά από μια σύντομη ιστορική αναδρομή, η οποία αναδεικνύει κάποιες αιτιώδεις πτυχές του ζητήματος, θα παρουσιάσουμε το πώς ρυθμίζεται νομικά η ίδια η θέση της Εκκλησίας στον ελληνικό δημόσιο χώρο αφ’ ενός και το πώς έχει θεσμισθεί να συσχετίζεται το ελληνικό κράτος μαζί της αφ’ ετέρου. Διαπιστώνουμε εδώ ως θέσμιο αυτό που σε έτερο σκέλος της έρευνας έχει διαπιστωθεί ως σύγχυση: ότι οι σχέσεις (και το ενδεχόμενο αίτημα χωρισμού) Εκκλησίας-Κράτους είναι ένα ζήτημα ουσιαστικά διαφορετικό από τις σχέσεις (και το ενδεχόμενο αίτημα χωρισμού) Εκκλησίας-Κοινωνίας. Ολοκληρώνοντας την εισαγωγική εποπτεία των νομικών διαστάσεως των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα, θα προχωρήσουμε στην νύξη μιας αντιπρότασης: διαπιστώνουμε πως υφίσταται ήδη κράτος στο οποίο υπάρχει πλήρης χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, χωρίς όμως να λαμβάνει χώρα χωρισμός Εκκλησίας-Κοινωνίας. Αυτό το κράτος είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, όπου ναι μεν υφίσταται πλήρης νομικός χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (δηλαδή: η Εκκλησία δεν δύναται να αναλάβει σε ουσιαστικό βαθμό την άσκηση εξουσιών που κανονικά ανήκουν στο κράτος, είτε σε μικρο- είτε σε μακρο-επίπεδο), ενώ ταυτόχρονα οι σχέσεις Εκκλησίας-Κοινωνίας είναι τουλάχιστον τόσο στενές, αν όχι στενότερες, απ’ ότι στην Ελλάδα. Φυσικά, εμπλέκεται το ζήτημα της οικονομικής αυτοτέλειας της Εκκλησίας, η οποία υφίσταται στην Κύπρο αλλά δεν υφίσταται στην Ελλάδα—ζήτημα για το οποίο δεν τολμούμε να προτείνουμε λύση στο πλαίσιο της παρούσης σύντομης έρευνας, αν μη τι άλλο διότι δεν επαρκούν για κάτι τέτοιο τα δημοσίως διαθέσιμα στην Ελλάδα στοιχεία, με τα οποία κανείς θα μπορούσε να κοστολογήσει αντιπρόταση. Μολαταύτα, το γεγονός παραμένει: είναι απολύτως εφικτό το να μην υφίσταται διαπλοκή των αρμοδιοτήτων Εκκλησίας-Κράτους, χωρίς όμως να επέρχεται ή να μεθοδεύεται χωρισμός Εκκλησίας-Κοινωνίας. Παράδειγμα, η Κύπρος.

Έχοντας πλέον μιαν εποπτεία των πραγματικών δεδομένων του ζητήματος, εξετάζουμε το πώς αποτυπώνεται το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους—και το αίτημα χωρισμού, όταν διατυπώνεται—στον ελλαδικό δημόσιο λόγο (Χρήστος Χατζημιχαήλ). Για το σκοπό αυτό παρουσιάζονται κατ’ αρχάς οι επίσημες θέσεις των πολιτικών φορέων και, έπειτα, κατατίθεται απόπειρα ενδεικτικής αποτύπωσης και ανάλυσης του σχετικού διαλόγου που λαμβάνει χώρα στο διαδίκτυο και στον τύπο. Να σημειωθεί προκαταβολικά εδώ ότι, αφ’ ης στιγμής ως ζητούμενο του κεφαλαίου ορίζεται η παρουσίαση του (δια)λόγου, αναπόφευκτα το βάρος της έρευνας πέφτει πάνω στον εκπεφρασμένο λόγο και, κατά συνέπεια, στους φορείς και στα μέσα που τον έχουν παραγάγει. Το συμπέρασμα που εξάγεται από την μελέτη του δημοσίου λόγου σχετικά με το ζήτημα είναι ότι, συνήθως, όταν εκφράζεται αίτημα «χωρισμού» Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα (νύξεις, προβλήματα, καταγγελίες, προτάσεις, λύσεις), εκφράζεται περισσότερο μια επιθυμία χωρισμού Εκκλησίας-Κοινωνίας και πλήρους περιθωριοποίησης της εκκλησιαστικής πίστης του λαού από τον δημόσιο χώρο, παρά μια νομοθετική διαστολή των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Εκκλησίας και του Κράτους, αυτό που θα ήταν δηλαδή ο χωρισμός. Άρα, διαπιστώνουμε έναν πληθωρισμό αναφορών στο ενδεχόμενο χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, οι οποίες όμως πολύ σπάνια είναι «εντός θέματος» είτε ως προς τις διαπιστώσεις τους είτε ως προς τις αντιπροτάσεις τους, προτιμώντας αντ’ αυτών έναν καταγγελτικό λόγο σχετιζόμενο μάλλον με την παρουσία της πίστης στη δημόσια σφαίρα παρά με το ενδεχόμενο θεσμικού διαχωρισμού. Έτσι, η φράση «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» λειτουργεί περισσότερο ως ένα παρελκυστικό σύνθημα για πολώσεις σε παραταξιακούς πολέμους αξιών παρά ως συγκεκριμένο και με ακρίβεια καθορισμένο πολιτικό και θεσμικό αιτούμενο.

Στο τελευταίο κομμάτι της έρευνάς μας εξετάζουμε τον διοικητικό κατακερματισμό της Εκκλησίας στην Ελλάδα—και, δια της αντιστροφής των προϋποθέσεων του προβλήματος, το ενδεχόμενο απελευθέρωσης της Εκκλησίας από το Κράτος στην Ελλάδα σήμερα. Θα αναφερθούμε σε μία πτυχή του όλου ζητήματος, η οποία συνήθως αγνοείται στις όποιες συζητήσεις λαμβάνουν χώρα για τις σχέσεις—ή τον χωρισμό—Εκκλησίας και Κράτους. Η μελέτη μας καταδεικνύει πως ίσως αυτή αποτελεί εν τέλει την σημαντικότερη πτυχή της όλης προβληματικής περί εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα, η επανεξέταση και πιθανή επίλυση της οποίας αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την ίδια την ενασχόληση με το ευρύτερο ζήτημα. Πρόκειται για το ζήτημα του διοικητικού κατακερματισμού της ορθόδοξης εκκλησίας στην Ελλάδα, για το ζήτημα της ίδιας της φύσεως της ορθόδοξης εκκλησίας στην χώρα. Ίσως θεωρήσει ο αναγνώστης ότι το ζήτημα του διοικητικού κατακερματισμού της εκκλησίας στην Ελλάδα είναι ενδο-εκκλησιαστικό ζήτημα, ουσιαστικά άσχετο με το ερώτημα των σχέσεων ή του χωρισμού της εκκλησίας και του κράτους. Όμως, μια τέτοια εκτίμηση θα παραθεωρούσε θεμελιώδεις πλευρές του ζητήματος. Όταν εξετάζουμε το ζήτημα των σχέσεων εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα, είναι μάλλον προφανές το τι εννοούμε αναφερόμενοι στο «κράτος». Δεν είναι το ίδιο εύκολο να καθορισθεί ο δεύτερος όρος αυτής της σχέσης, η «εκκλησία» στην Ελλάδα—και εδώ δεν αναφερόμαστε μόνο στην πληθώρα των νομικών προσώπων, στα περίπου 10.000 διαφορετικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που συναπαρτίζουν την νομική μορφή της εκκλησίας, αλλά στην εκκλησία καθ’ εαυτήν ως διοικητικό και εκκλησιαστικό οργανισμό. Η αποσαφήνιση αυτών των θεμάτων επαναπλαισιώνει το ερώτημα για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους με τρόπο που δεν συνηθίζεται στην δημόσια διαχείριση του ζητήματος, και διανοίγει μια προοπτική ριζικά διαφορετική και από την διατήρηση της παρούσης καταστάσεως και από τον «χωρισμό» όπως αυτός εννοείται στην τρέχουσα εμπαθή δημοσιολογία: την προοπτική της απελευθέρωσης της Εκκλησίας από το Κράτος στην Ελλάδα σήμερα. Μια προοπτική η οποία λύνει προβλήματα αντί να τα δημιουργεί, εξυγιαίνει καταστάσεις αντί να τις καταστρέφει.

Ελπίζουμε η παρούσα μελέτη, και ως προς την παρουσίαση του ζητήματος και ως προς την αντιπρόταση που επιχειρεί, να αποδειχθεί γόνιμη στο πλαίσιο του εξελισσόμενου δημοσίου διαλόγου. Πάντως αξιώνει να αποτελέσει σημείο αναφοράς στην σχετική συζήτηση, ως επιχειρούσα μια προσέγγιση που δεν είχε κατατεθεί μέχρι στιγμής, παρά την εκπλήσσουσα πληθώρα εκπεφρασμένων απόψεων για το θέμα. Ας αποτελέσει, τουλάχιστον, μια βάση συζήτησης∙ και μόνον αυτό θα ικανοποιούσε την στόχευση του μόχθου της.

 

δρ Σωτήρης Μητραλέξης

Advertisements