Είναι ο συντηρητισμός ιδεολογία;

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής δημοσιεύει το μελέτημα του διευθύνοντος εταίρου του ΙΝΣΠΟΛ δρ Σωτήρη Μητραλέξη (βιογραφικό) με θέμα:

ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ;

Το μελέτημα είναι διαθέσιμο σε μορφή PDF:

17_15_c_SotmitralIdeol-page-001

 

ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ;

 δρ Σωτήρης Μητραλέξης

Περιέργως ή λιγότερο περιέργως, εσχάτως γίνεται πολύς λόγος για τον συντηρητισμό ως ιδεολογικό ρεύμα εντός της γενικότερης πολιτικής κατευθύνσεως που έχουμε μάθει να ονομάζουμε «Δεξιά» (καλύτερα: εντός της ευρύτερης παράταξης δεξιώτερα του πολιτικού κέντρου) ή και ως τον ιδεατό ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό αυτής της ευρύτερης πολιτικής κατεύθυνσης και, εξ απόψεως λαϊκής βάσης, παράταξης.

Οι ενδεχόμενες αιτίες γι’ αυτό, δηλαδή για την σχετική γενίκευση μιας αυτοπροσδιοριστικής πολιτικής αναφοράς στον συντηρητισμό (εντός ενός αρκετά μικρού κύκλου ακόμα, πάντως κύκλου, όχι απλού αθροίσματος ευαρίθμων ατόμων) θα μπορούσαν να είναι πολλές. Η πιο απαισιόδοξη εκδοχή θα όριζε την αναφορά σε «συντηρητισμό» ως εσωστρέφεια, αντίδραση, παρασυναγωγή, καπετανάτο, πίεση και απόδραση από μια κατά τεκμήριο οδωδυία, σεσηπυία, τυμπανιαία κομματική παράταξη παράγουσα χυδαιότητα με την οκά. Μια πιο αισιόδοξη εκδοχή θα διέβλεπε στην εμφάνιση παραλλαγών δεξιού αυτοπροσδιορισμού ένα, για πρώτη φορά, εγχείρημα αυτογνωσίας της ευρύτερης παράταξης/κατεύθυνσης δεξιώτερα του πολιτικού κέντρου.

Ενδεχόμενο εγχειρήματος αυτογνωσίας της Δεξιάς κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης απεκλείετο προγραμματικά: ιδεολογικώς ηττημένη και έχοντας παραδώσει τα πάντα στην Αριστερά, μέσω της ιδιοφυούς υφαρπαγής της Αριστεράς από τον Ανδρέα Παπανδρέου, τα κόμματα (διάβαζε: το κόμμα) που αξίωναν την κομματική εκπροσώπηση αυτής της πολιτικής παράταξης και κατεύθυνσης θα περιορίζονταν στην φεουδαρχική διαχείριση όσης εκλογικής πελατείας απέμεινε από το ΠΑΣΟΚ, θα δημιουργούσαν στελέχη διαχείρισης αυτής της κατάστασης σαφώς δευτεροκλασάτα σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ μέσω μηχανισμών παραγωγής πολιτικά αναιμικών ανθρώπων, θα επιχειρούσαν να κυβερνήσουν μιμούμενα τις μεθόδους, τους στόχους, αλλά και τον αμοραλισμό του ΠΑΣΟΚ. Όση εκλογική πελατεία δεν παρέμενε μόνο και μόνο για να αδράξει κυνικά τα πελατειακά oφέλη του όποιου κομματικού κράτους απέμενε στο οικείο κόμμα, παραμυθιαζόταν ότι με την στήριξη συγκεκριμένων κομματικών σχηματισμών διακονούσε, ή έστω διαφύλαττε, κάποιες αρχές, ιδέες και αξίες, δηλαδή μια συγκεκριμένη ιεράρχηση πολιτικών προτεραιοτήτων.

Μπορεί η μεταβατική περίοδος που διανύουμε, καθώς και ο σημαντικός παράγων του ποιός βρίσκεται τώρα στην εξουσία και άρα διαθέτει ομού τα γένια και τα χτένια, να μην καθιστά τόσο πανθομολογούμενο όσο θα έπρεπε ότι ο ευρύτερος χώρος περνά οξύτατη κρίση η οποία βρίσκεται μόνον στην αρχή της. Ακόμα και ο κατακερματισμός του διαπνέεται από μιαν έκδηλη αμηχανία, ενώ το κάποτε μεγάλο δεξιό κόμμα αδυνατεί να μιμηθεί σωστά το ΠΑΣΟΚ ακόμα και στην εξαΰλωσή του, στην σταδιακή αλλά αποφασιστική επιστροφή του στο μη είναι. Ως εκ τούτων, η όλο και ευρύτερη κυκλοφορία ενός πολιτικού αυτοπροσδιορισμού που μέχρι πρότινος ήταν κακόφημος (αφού η «Αριστερά» και η «Δεξιά» λειτουργούσαν μεταπολιτευτικά ως ηθικοί όροι, με την πρώτη να σημαίνει «το καλό» και την δεύτερη, ουσιαστικά, «το κακό» – με αποτέλεσμα ένας επώνυμος συντηρητισμός να είναι «το κάκιστο») θα μπορούσε, αν γινόταν και αν γίνει σωστά, να επαγγελθεί την όντως εκπροσώπηση μιας ευρύτατης πολιτικής κατεύθυνσης η οποία μένει ουσιαστικά, και πέραν κάποιων πελατειακών εκδουλεύσεων, ανεκπροσώπητη. Και το να εκπροσωπούνται πραγματικά αμφότερες οι ευρύτερες πολιτικές κατευθύνσεις/παρατάξεις «Δεξιά» και «Αριστερά» είναι προϋπόθεση εύρυθμης λειτουργίας μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας—άρα, ενδιαφέρει τους πάντες. Επίσης, ο ιδεολογικός κατακερματισμός της Δεξιάς, και δη σε κατ’ αρχήν μικρούς χώρους, μοιάζει με τον ιδεολογικό κατακερματισμό της Αριστεράς στην Μεταπολίτευση, ο οποίος όμως συνοδευόταν από την ιδεολογική ηγεμονία της—γενικώς και ειδικώς κατακερματισμένης—Αριστεράς. Φυσικά, υπάρχουν ένα σωρό λόγοι για τους οποίους το να γίνει κάτι τέτοιο «σωστά» είναι η μικρότερη δυνατή πιθανότητα.

Ο πρώτος λόγος είναι η απάντηση στο ερώτημα αν είναι ο συντηρητισμός «ιδεολογία» και τί περιεχομένου «ιδεολογία» είναι αυτή. Άρα πρέπει πρώτα να απαντηθεί το τί εννοούμε με τον «συντηρητισμό» και τί εννοούμε με την «ιδεολογία».

Πρώτον: όταν αναφερόμαστε σε «συντηρητισμό», δεν αναφερόμαστε στην εισαγωγή, μετάφραση και μίμηση δομημένων ιδεολογικών και πολιτικών συστημάτων από την αλλοδαπή, φερόντων την επωνυμία του συντηρητισμού (όπως π.χ. η μακρά πολιτική παράδοση του conservatism στην Μεγάλη Βρεττανία). Φυσικά και είναι ζητούμενο να υφίσταται γόνιμος διάλογος με όλα τα διεθνώς συγγενή πολιτικά ρεύματα, καθώς και διαπίστωση πολιτικών συγγενειών ή και γόνιμη αφομοίωση επιμέρους στοιχείων, μα το όλο αίτημα ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού συνίσταται ακριβώς στην αποταγή του μιμητισμού ως ιδεολογικοπολιτικής συνταγής και στην κοπιώδη αναζήτηση πολιτικού προτάγματος που να αντικατοπτρίζει τους εδώ ιστορικούς εθισμούς, την εδώ ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Το αιτούμενο ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού δεν μπορεί να συνίσταται στην πολιτική μεταγραφή ενός Burke, ενός Oakeshott ή ενός Scruton—οσοδήποτε ενδιαφέροντες, γόνιμοι, άξιοι μελέτης κι αν είναι οι προαναφερθέντες—στα καθ’ ημάς (ή, ακόμα ασυμβατότερα, του αμερικανικού ρεπουμπλικανισμού): σίγουρα περιλαμβάνει την ενδελεχή εποπτεία της σκέψης των προαναφερθέντων και τον γόνιμο διάλογο με αυτήν, μα εξίσου σίγουρα αποκλείει την εισαγωγή μασημένων ιδεολογικών συνταγών που, με την προσθήκη ολίγου συναισθηματικού φολκλόρ, θα παρουσιάζονται εδώ ως… ιθαγενής, ελληνικός συντηρητισμός. Για το σχεδίασμα του περιγράμματος ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο καλός αναγνώστης ας ανατρέξει στο κείμενο «για τον νέο ελληνικό συντηρητισμό», το δημοσιευμένο τον Νοέμβριο του 2014 και υπογεγραμμένο από 58 νέους στην αρχή και 100 στη συνέχεια. Αντί μιμήσεως, το ζητούμενο είναι η ψηλάφηση του πραγματικού και ιθαγενούς περιεχομένου ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού.

Δεύτερον: όταν μιλάμε για «ιδεολογία», δυστυχώς δεν μιλάμε απλώς για ένα σύνολο αρχών, ιδεών και αξιών, για μιαν ιεράρχηση πολιτικών προτεραιοτήτων. Τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα από αυτό. Ο όρος «ιδεολογία» γίνεται συνήθως κατανοητός στην Ελλάδα με τον τρόπο που τον εισάγει η Αριστερά, δηλαδή ως ένα κατ’  αρχήν αρραγές και πλήρες σύστημα συγκεκριμένων και διατυπωμένων ιδεών που περιλαμβάνουν την πάντοτε συγκεκριμένη διάγνωση της κατάστασης και των προβλημάτων, την ενδελεχή θεωρία ερμηνείας τους, τις αυτονόητες και δεδομένες λύσεις τους, καθώς και μιαν εσχατολογία ως προς την βεβαιότητα της επικράτησης του κλειστού αυτού συστήματος ιδεών. Δηλαδή η πολιτική ιδεολογία θεωρείται τελικά ως μια «θεωρία για τα πάντα», που εκτείνεται από την πολιτική σε παν το επιστητό, όπως π.χ. στην επιστήμη (όπως στην περίπτωση του ιστορικού υλισμού). Η αναζήτηση της «πολιτικής αλήθειας» συνίσταται στην ανάλυση, στον υπομνηματισμό και στην συνέχιση της ήδη δεδομένης ιδεολογίας, διότι αυτή περιέχει ήδη, ούτε λίγο ούτε πολύ, την αλήθεια. Με αυτό το κριτήριο, ο συντηρητισμός σίγουρα δεν είναι «ιδεολογία», και αν καταλήξει «ιδεολογία» παύει να είναι συντηρητισμός. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι όταν η βάση της ευρύτερης παράταξης δεξιώτερα του κέντρου, του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, διατυπώνει το αίτημα για «ιδεολογία» και τον καημό για την απουσία της, δεν αναφέρεται βέβαια στον περιγραφέντα ορισμό της αλλά ακριβώς σε μιαν ιεράρχηση πολιτικών προτεραιοτήτων, κάτι που τυγχάνει πολύ διαφορετικό και σημαντικά ευρύτερο.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι ενώ η Αριστερά—σε όλην την ποικιλία της—και ο φιλελευθερισμός είναι «ιδεολογίες» με τον τρόπο που το προσεγγίσαμε παραπάνω, ο συντηρητισμός είναι το αντίθετό τους. Την ώρα που η Αριστερά και ο φιλελευθερισμός πασχίζουν να θεσμίσουν τις κοινωνίες «από τα πάνω», με βάση ένα σύστημα συγκεκριμένων ιδεών που είναι «ορθές» (δηλαδή, το σύστημα ιδεών είναι ορθότερο από την κοινωνία στην οποία «πρέπει» να εφαρμοστούν), το θεμελιώδες αίτημα του συντηρητισμού είναι να αναγνωρίζει και την πραγματικότητα και την προτεραιότητα της κοινωνίας στην οποία αναφέρεται, όχι να την υποκαταστήσει με άνωθεν συνταγές οι οποίες είναι «ορθότερες» από την πραγματική πραγματικότητα που τον γέννησε. Φυσικά και η κοινωνία αλλάζει και εξελίσσεται, φυσικά και συγκεκριμένες ιδέες εφαρμόζονται κατά την διακονία αυτής της εξέλιξης και αλλαγής, αλλά η προτεραιότητα έγκειται στην πραγματική παρουσία αυτής της κοινωνίας έτσι όπως την γνωρίζουμε, όχι στις αλάθητες ιδέες που θα την διορθώσουν και θα την εξυψώσουν στο δέον γενέσθαι.

Συνεπώς, το ακριβές περιεχόμενο ενός πολιτικού συντηρητισμού αδυνατεί να είναι στατικό και δεδομένο: δεν μπορεί παρά να είναι δυναμικό και εξελισσόμενο. Διότι αποτελεί μια συνεχή άσκηση στην διάκριση του τί, σε μια κοινωνία, σε μια πολιτεία και σε όποια κατάσταση, είναι άξιο διατήρησης/συντήρησης,  δηλαδή τί είναι ουσιώδες και φέρον την δυναμική ταυτότητα, τί είναι αυτό που ανθεί και φέρει κι άλλο, και τί είναι απλώς συμβεβηκός και απορρίψιμο, άρα ενδεχομένως και απορριπτέο, τί συνιστά παρέκκλιση από την φυσική συνέχεια και εξέλιξη των πραγμάτων. Ο πολιτικός συντηρητισμός δεν μπορεί παρά να είναι μια συνεχής άσκηση στην διάκριση του τί είναι «το μωρό» και τί τα «απόνερα της μπανιέρας», για να αναφερθούμε στην γνωστή αγγλοσαξωνική παροιμία.

Έτσι, ο πολιτικός συντηρητισμός διαμορφώνει μία υποκείμενη σε περαιτέρω διαμόρφωση ιεράρχηση πολιτικών προτεραιοτήτων, και είναι το κάθε φορά περιεχόμενο αυτών των προτεραιοτήτων που τον διαστέλλουν από άλλα πολιτικά ρεύματα. Αυτές είναι οι «αρχές», οι «ιδέες» και οι «αξίες» του, οι απορρέουσες από την διάκριση του ποιό είναι «το μωρό» και ποιά «τα απόνερα», την διάκριση του τί διακονεί την δυναμικώς εξελισσόμενη ιδιοπροσωπία (που είναι η προϋπόθεση κάθε σχέσης μεταξύ ετεροτήτων, επί παραδείγματι εθνικών ετεροτήτων) και τί την αλλοτρίωση. Δηλαδή, τί συνιστά πραγματικά εξέλιξη και πρόοδο και τί γελοιοποίηση και παραμόρφωσή της. Το συμπέρασμα αυτής της διάκρισης, το δυναμικό και εξελισσόμενο, μπορεί φυσικά να διατυπωθεί—να κατατεθεί η μαρτυρία του. Αν όμως αυτές οι «ιδέες», οι «αρχές» και οι «αξίες» κωδικοποιηθούν σε ένα δεδομένο και στατικό «ιδεολογικό σετ», τότε αυτομάτως ο συντηρητισμός εκπίπτει σε ιδεολογία στανικής εφαρμογής έτοιμων συνταγών σε μια κοινωνία που ενδεχομένως να μην έχει καμία διάθεση να αφομοιώσει το μόσχευμα. Τότε δεν μιλάμε πλέον για αρχές, ιδέες και αξίες της κοινωνίας, έστω και στα σπλάχνα της κρυμμένων, αλλά του ιδεολόγου. Όταν ο λαός διαφωνεί με την «κεντρική επιτροπή», ο ιδεολόγος (π.χ. ο αριστερός ή ο φιλελεύθερος) προτιμά να αλλάξει τον… λαό, ενώ ο συντηρητικός αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με την «κεντρική επιτροπή»…

Δεν γνωρίζουμε αν η παραπάνω προσέγγιση του πολιτικού συντηρητισμού είναι η «σωστή». Γνωρίζουμε όμως ότι τα όσα κυκλοφορούν στον δημόσιο λόγο, στην τρέχουσα πρωτοφανέρωτη μερική γενίκευση της έννοιας «συντηρητισμός», μάλλον απέχουν από τα παραπάνω. Η ελληνική Δεξιά, εντός και εκτός κομμάτων, έχει το κακό συνήθειο να «τρώει λέξεις»: τις παίρνει, τις μασάει και τις εξευτελίζει, τις βγάζει στο πεζοδρόμιο, τους αφαιρεί κάθε γόνιμο νοηματικό περιεχόμενο, τις πετάει σαν στυμμένες λεμονόκουπες όταν έχουν υπηρετήσει τον σκοπό τους, την συνεπή συνέχιση του πελατειακού κράτους και της κομματικής φεουδαρχίας. Έτσι εξευτελίστηκε το κατ’  εξοχήν δέον γενέσθαι, η «επανίδρυση του κράτους». Έτσι εξευτελίστηκε η συνεπέστατη διάγνωση της λύσης του προβλήματός μας, το διαυγές σημαίνον της «νέας μεταπολίτευσης» (που από διαυγές και ζωηφόρο κατέληξε ελώδες και συνώνυμο της πολιτικής αγυρτείας). Έτσι εξευτελίζεται διαρκώς και η έννοια της «πατρίδας», που από απαγορευμένη λέξη επί εκσυγχρονισμού κατέληξε φουστανάκι για κάθε ιδεολογικό και πολιτικό σώμα. Είναι πάρα πολύ πιθανόν να καταλήξει έτσι και το σημαίνον «πολιτικός συντηρητισμός», είτε εκπορνευθεί με ευθύνη των εχόντων τα γένια και τα χτένια είτε εκπορνευθεί με ευθύνη των αουτσάηντερς. Σε κάθε περίπτωση, ο καθείς οφείλει—στο μέτρο των δυνάμεών του—να υπηρετήσει την σαφήνεια και την διαύγεια των σημαινόντων, μπας και συνεννοηθούμε πολιτικά—εξ ου και το ενθάδε κείμενο κείμενο.

Τούτων λεχθέντων, καταλήγουμε στο ότι ο ελληνικός πολιτικός συντηρητισμός δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι «ιδεολογία». Περιέργως πώς, ακριβώς γι’  αυτόν τον λόγο θα μπορούσε να καλύπτει το μόνιμο αίτημα της λαϊκής βάσης της ευρύτερης παράταξης δεξιώτερα του κέντρου για ιδεολογία: για αρχές, αξίες, ιδέες, για συγκεκριμένη ιεράρχηση πολιτικών προτεραιοτήτων._

Advertisements