Η δημοκρατία ως διακύβευμα, το διακύβευμα ως κόστος / δρ Σωτήρης Μητραλέξης

n-DEMOCRACY-large570
Αυτές τις ημέρες, έχουμε το επαχθές προνόμιο να παρακολουθούμε την Ιστορία εν τη γενέσει της, και δη ως πρωταγωνιστές. Την ιστορία της Ελλάδας. την ιστορία της Ευρώπης. Και είναι επαχθές, διότι κανένα από τα σενάρια δεν είναι ευνοϊκό για εμάς…

First things first: στο δημοψήφισμα της Κυριακής, η Ελλάδα είχε να επιλέξει ανάμεσα σε μια «αιώνια κηδεία» και σε έναν «ξαφνικό θάνατο». Επέλεξε το δεύτερο, με ποσοστό 61,31% έναντι 38,69%, επιδεικνύοντας είτε μια δίψα για ελευθερία είτε μια παντελή άγνοια κινδύνου—ο χρόνος θα δείξει τί από τα δύο…

Τα τελευταία έξι χρόνια παρακολουθούμε στην Ελλάδα μια μετα-δημοκρατική διαδικασία μεταποίησης της εντολής της κάλπης σε κάτι άλλο. Ο Γιώργος Παπανδρέου εκλέγεται με το «λεφτά υπάρχουν», για να εισαγάγει ακολούθως την Ελλάδα στα «προγράμματα». Ο Αντώνης Σαμαράς, κατά δήλωσή του «αρχιτέκτονας του αντιμνημονιακού μετώπου», επαγγέλεται ριζική επαναδιαπραγμάτευση των όρων του μνημονίου και, μόλις πάρει την εξουσία, μετατρέπεται στον στυλοβάτη ενός καινοφανούς μνημονιακού πατριωτισμού. Ενδιαμέσως είχαμε άλλες δύο μη εκλεγμένες κυβερνήσεις εφαρμογής των προγραμμάτων. Το ερώτημα εδώ δεν είναι το κατά πόσον υπήρχε ή δεν υπήρχε εναλλακτική σε όλα αυτά, αλλά το κατά πόσον απηχούν την λογική (μα και την παλαιότερη πρακτική) της αντιπροσωπευτικής έστω δημοκρατίας. Όπως υποστήριξα σε προηγούμενο σημείωμα, σε ένα τέτοιο σκηνικό το δημοψήφισμα υλοποίησε, για πρώτη φορά, την δυνατότητα να εκφράσουν οι πολίτες άμεσα την θέση και βούλησή τους για την κεντρική στρατηγική επιλογή της χώρας τα τελευταία χρόνια. Ναι, το ερώτημα ήταν ασαφές στην διατύπωσή του, επιδεχόμενο διαφορετικές αναγνώσεις. Όμως, κατέστη de facto, στην πράξη, σαφές και συγκεκριμένο: αφορούσε δίλημμα πενταετές και πασίγνωστο. Το 61,31% του «όχι» και το 38,69% του «ναι», συνοδευόμενα από την πανθομολογούμενη επιθυμία για παραμονή στην ευρωπαϊκή οικογένεια, στοιχειοθετούν απάντηση εξίσου σαφή και συγκεκριμένη. Παρά τις αντιπολιτευτικές αντιρρήσεις για «υφαρπαγή ψήφου», «πραξικόπημα» και «εξαπάτηση», μιλάμε για την πρώτη φορά που το κεντρικό διακύβευμα ετέθη άμεσα στην λαϊκή βάσανο. Ο λαός που αποφάσισε φέρει βέβαια την ευθύνη, και το ενδεχόμενο κόστος, των επιλογών του—οσοδήποτε μεγάλο κι αν είναι αυτό το κόστος. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι οι κυβερνήσεις φυσικά και δεν είναι, και ούτε οφείλουν να είναι, «ουδέτερες» και «αντικειμενικές» στα δημοψηφίσματα: υπενθυμίζουμε το (μη συγκρίσιμο) δημοψήφισμα της Κύπρου το 2004 για το σχέδιο Ανάν, όπου ο πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος είχε ξεκάθαρη θέση υπέρ του «όχι», και κανείς δεν αμφισβήτησε το δικαίωμά του να την υποστηρίξει.

Ασχέτως με την αξιολόγηση του αποτελέσματος ως θετικού ή αρνητικού από τον καθέναν από εμάς, το αποτέλεσμα είναι πραγματικά εντυπωσιακό για μια σειρά λόγων. Για μια ολόκληρη εβδομάδα, σχεδόν όλοι οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα περισσότερα κόμματα καθώς και σχεδόν όλες οι εφημερίδες μαζί με συντεταγμένους φορείς, προωθούσαν νυχθημερόν και βιαίως το «ναι», συνεπικουρούμενοι από τις δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων. Οι οποίοι απείλησαν ακόμα και με εκδίωξη από την Ε.Ε., όχι μόνο την ευρωζώνη—απειλή πασιφανώς ανεδαφική, σε αντίθεση με το ουδόλως ανεδαφικό Grexit. Οι τοποθετήσεις υπέρ του «όχι» νομπελιστών της οικονομίας (π.χ. Stiglitz, Krugman) ή πολύ βαριών υπογραφών πνευματικών ανθρώπων της Ευρώπης στην Guardian πέρασαν κάτω από τα ραντάρ, και κοινωνήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Μολαταύτα, και παρά την ασύλληπτη πίεση που δημιουργούσε το γεγονός πως είχαμε κλειστές τράπεζες, το «όχι» έλαβε 61,31%, με το «ναι» να περιορίζεται σε ποσοστό που στις εποχές του δικομματισμού θα αντιστοιχούσε απλώς σε ηττώμενο κόμμα, όχι σε αποτέλεσμα πολωμένου διλημματικού δημοψηφίσματος. Διαπιστώνουμε εκ των πραγμάτων μια φοβερή αναντιστοιχία ανάμεσα στην βούληση των πολιτών και στην βούληση όσων ελέγχουν τον δημόσιο λόγο. Εάν μας ενδιαφέρει η δημοκρατία, τότε το δημοψήφισμα φανέρωσε το συντελεσμένο έλλειμμά της στον δημόσιο λόγο.

Το ερώτημα για το εάν μας ενδιαφέρει η δημοκρατία δεν είναι ρητορικό. Από διαφόρους κύκλους, ιδίως ευρωπαϊκούς, προκρίνεται εμφανώς η «τεχνοκρατική» επιλογή παράκαμψης της λαϊκής βούλησης ή της άμεσης εκλογής αντιπροσώπων—επιλογή που ούτως ή άλλως γίνεται συστηματικά πράξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνδυασμένο αυτό με διάφορα γεγονότα και δηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων εξ ευρωπαϊκών χειλέων, αφήνουν ένα ερμηνευτικό κενό στην επίκληση των «αρχών και αξιών της Ευρώπης» από τις μειοψηφικές πλατείες του «ναι». Διότι το σοβιετικό ανέκδοτο «όταν ο λαός διαφωνεί με την κεντρική επιτροπή, αλλάζουμε τον λαό» τείνει ειδικά μετά τις δηλώσεις Σουλτς να καταστεί ευρωπαϊκό: «όταν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις διαφωνούν με τις Βρυξέλλες, αλλάζουμε τις εκλεγμένες κυβερνήσεις». Εξ ου και η κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως ένα «ναι» στην Ευρώπη και στις καταστατικές της αρχές, δηλαδή ως ένα «όχι» στις Βρυξέλλες, στις μετα-δημοκρατικές παρακάμψεις αλλά και στην εμμονική άρνηση αναδιάρθρωσης του χρέους. (Για την ενδεχόμενη στρατηγική από εδώ και μπρος, ας ανατρέξει ο αναγνώστης στην πρόταση του Jeffrey D. Sachs στο Project Syndicate.)

Παράλληλα όμως η δημοκρατία, η δημοκρατική επιλογή από το εκλογικό σώμα, ενδεχομένως να έχει κόστος στην ευημερία: «ξαφνικό θάνατο». Κόστος βαρύ, με κλειστές τράπεζες, μη καταβολή μισθού, δραστική μείωση της αγοραστικής δύναμης (ενδεχόμενα τα οποία συζητάμε καθημερινά και περιμένουμε εδώ και πέντε χρόνια, δεν αποτελούν έκπληξη). Ελπίζουμε να υπάρχει συναίσθηση αυτού του γεγονότος στους εκλογείς του «όχι», να μην νομίζουν πως αυτό ήταν η οδός για περισσότερη ευημερία—πάντως ο υπουργός Βαρουφάκης ξεκίνησε την θητεία του με την φράση «είμαστε υπέρ του λιτού βίου», ενώ το σύνθημα της «αξιοπρέπειας» συνεπάγεται σαφώς και τις θυσίες που αυτή απαιτεί.

Το ενδιαφέρον ως προς την διχοστασία για την «Ευρώπη» είναι ότι σε άλλες χώρες (π.χ. Σερβία ή Μολδαβία) η εναντίωση σε φαινόμενα εκτεταμένης διαφθοράς και διαπλοκής, ολιγαρχίας και πατρωνίας, αδύναμων θεσμών κλπ. συνεπάγεται την συμπαράταξη με την Ευρώπη, η οποία παρουσιάζεται ως αντι-παράδειγμα. Στην Ελλάδα, το πρόσημο έχει δικαίως αντιστραφεί, αφού ό,τι θα ονομάζαμε «σύστημα», είτε είναι οι ολίγοι της ολιγαρχίας είτε οι διαπλεκόμενοι της διαπλοκής, ομνύει στο όνομα της Ευρώπης. Καλώς ή κακώς, κατά παρεξήγηση ή όχι, στην Ελλάδα είναι πρωτίστως η παράγκα που «μένει Ευρώπη». Με αποτέλεσμα η αντίθεση στην μεταπολιτευτική διάταξη (επί παραδείγματι, σε όσους ανέδειξαν τους διορισμούς σε ολυμπιακό άθλημα) να δύναται να παρελκύσει την συμπαράταξη με την Ευρώπη—κάτι που επίσης αποτυπώθηκε έμμεσα στο συντριπτικό «όχι». Παράδειγμα γλαφυρό: στο newsletter της Νέας Δημοκρατίας την 1η Ιουλίου, ο γραμματέας στρατηγικού σχεδιασμού και προγράμματος Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης ενημερώνει τον πολίτη επί λέξει ότι «εθνική αξιοπρέπεια σημαίνει ΝΑΙ σε πόρους ΕΣΠΑ και στις αγροτικές επιδοτήσεις»… Εθνικό όραμα, η επιβίωση με δανεικά και επιδοτήσεις. Πώς να μην προκύψει μετά δημοψηφισματικός ήπιος ευρωσκεπτικισμός κατ’ ελάχιστον;

Το μόνο σίγουρο με το «όχι» είναι ότι, και στην καλύτερη περίπτωση ακόμα, θα ζήσουμε φοβερές δυσκολίες ως χώρα και ως πολίτες. Δυσκολίες αδιανόητες την τελευταία πενταετία. Πρέπει όμως να καταστεί σαφές ότι στο ενδεχόμενο του «ναι» δεν θα αντιμετωπίζαμε μια παραδείσια κατάσταση—και δεν αναφέρομαι καν στο γεγονός ότι θα συνεχιζόταν η «αιώνια κηδεία» μας. Ακόμα και με το πιο ηχηρό «ναι», οι τράπεζες δεν θα άνοιγαν αμέσως, και πιθανότατα όχι χωρίς κούρεμα καταθέσεων. Όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα με capital controls, αυτά θα παρέμεναν και στην περίπτωση του «ναι» για κάποια χρόνια, ενώ το βιοτικό επίπεδο σαφώς θα έπεφτε σημαντικά. Όταν και εφ’ όσον θα είχαμε συμφωνία, όταν και εφ’ όσον θα λαμβάναμε την επόμενη δόση δισεκατομμυρίων για την επιβίωσή μας, αυτό θα αποτελούσε απλώς μια παράταση μέχρι το επόμενο σημείο κρίσης. Όντως, τώρα με το «όχι» βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο άσχημα θα γίνουν τα πράγματα, κάτι που εξαρτάται εν πολλοίς από την πολιτική βούληση των ευρωπαίων. Σε κάθε περίπτωση όμως, ένα καθαρό «ναι» δεν θα μας μετέφερε αυτομάτως στην προηγούμενη κατάσταση, σαν να μη συνέβη τίποτα—ούτε σε μία κατάσταση μεσοπρόθεσμα βιώσιμη. Για τις φοβερές δυσκολίες που νομοτελειακά θα μας συμβούν, θα βρεθεί σίγουρα κάποιος να πει «αν είχατε ψηφίσει ναι, τίποτα από αυτά δεν θα είχε συμβεί». Θα είναι ψέμμα.

Την τελευταία εβδομάδα του δημοψηφίσματος η διαίρεση ανάμεσα στο «ναι» και στο «όχι» τους επηρέασε όλους. Ακόμα και πολιτικές παρέες με ιδεολογική συνοχή διχοτομήθηκαν, με τους μισούς να στηρίζουν «ναι» και τους μισούς «όχι». Το ερώτημα που φυσικά προκύπτει είναι: ποιές είναι οι πραγματικές πολιτικές και ιδεολογικές διαιρέσεις; Αυτές που υπήρχαν πριν το δημοψήφισμα ή αυτές που αποκαλύφθηκαν με αυτήν την αφορμή, ενώνοντας κάποιους και χωρίζοντας κάποιους άλλους; Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, όπως και στο ερώτημα για τη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού από τούδε και στο εξής, θα την φανερώσει η πάροδος του χρόνου.

Συνοψίζοντας: ό,τι και να έβγαζε αυτή η κάλπη, η επόμενη μέρα θα είναι εξαιρετικά δύσκολη από πλευράς βιοτικής μέριμνας. Το ερώτημα για την ελληνική οικονομία δεν θα αφορά το κατά πόσον είναι υγιής, αλλά το κατά πόσον είναι υπαρκτή. Θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε πολλά από αυτά που συζητούσαμε τα τελευταία χρόνια ως σενάρια τρόμου. Το δημοψήφισμα όμως ήταν μια ιστορική στιγμή για την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης: από την Δευτέρα, το επαχθές των αυριανών κακουχιών μας θα συμπορεύεται με την αξίωση από κοινού συγγραφής της Ιστορίας.

logo huffington post

Advertisements

About inspol

Γεννήτρια πολιτικής σκέψης, αιτία πολιτικής πράξης. conservatives.gr
This entry was posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις. Bookmark the permalink.