Μια κριτική κριτική στο Time Out του Στέλιου Ράμφου / Κ. Λερούνης

timeoutΚωνσταντίνος Λερούνης*    

Κυκλοφόρησε μέσα το καλοκαίρι του 2012 από την σειρά Μούσες των Εκδόσεων Αρμός, το σύντομο δοκίμιο του Στέλιου Ράμφου Time out. Πρόκειται για μία επικαιροποίηση, θα λέγαμε, του στοχασμού του ύστερου Ράμφου από τον ίδιο. Μου το πρότεινε καλός φίλος και έγκριτος νομικός ως επιτομή της νοοτροπίας που έχει φέρει την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Είναι ευνόητο ότι το εν λόγω πόνημα δεν συνιστά συστηματική πραγματεία όντας το ανάπτυγμα μίας παλιότερης ομιλίας του Στέλιου Ράμφου στο Μέγαρο Μουσικής. Επομένως κάθε κριτική θεώρηση ενέχει και αποδέχεται αυτή την δυσχέρεια, ζητώντας έμμεσα από τον αναγνώστη να  την ενσωματώσει στη δική του ματιά. Όμως η επιτυχία του έργου στα βιβλιοπωλεία, η ίδια η οξύτητα και ευρύτητά του, καθώς  και η καίρια θέση που έχει καταλάβει στις περί κρίσεως και σήψης συζητήσεις και την συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, μας ωθεί να επιχειρήσουμε μία πραγμάτευση ορισμένων σημείων τα οποία, κατά την ταπεινή μας κρίση, είναι οιονεί προβληματικά.

Κατ’ αρχάς δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς με την αρχική διαπιστώση ότι το είδος της εμπειρίας του χρόνου είναι ο αποφασιστικότερος ίσως παράγων στην ατομική και συλλογική μας ανέλιξη. Η πρόταση ’τα ασήκωτα βάρη του νέου Μνημονίου δεν πρόκειται να αποδώσουν αφ’ εαυτών’ (σελ. 11) στερείται οποιασδήποτε περαιτέρω διαύγασης που θα της επέτρεπε να αποσπάσει είτε την συγκατάνευση είτε την απόρριψή μας. Ποιά είναι, εν πάση περιπτώσει, η αναμενόμενη απόδοση των μέτρων αυτών; Πρόκειται για μία επιδιωκόμενη δημοσιονομική τακτοποίηση ή για μία απόπειρα τελεσφόρου αναδιάταξης και αναζύμωσης όλων εκείνων των στοιχείων που δυνητικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία διαφορετική προοπτική;

Η διαπίστωση ’Η κρίσι μας είναι κυρίως πνευματική και δευτερευόντως δημοσιονομική’ (σελ. 12) είναι επίσης προβληματική ˗αν και θα μπορούσε κανείς υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις να συμφωνήσει˗ καθ’ ότι τα αυτιά μας βοούν από τις πολύτροπες ιερεμιάδες, δικαιωμένες και μη, αυτόν τον μόνιμο πνευματικό συνέκδημο όσων συμμετέχουν στα κοινά. Ποιές είναι οι ειδοποιοί διαφορές της πνευματικής κρίσης σήμερα, επί Δηλιγιάννη, Σημίτη, Καραμανλή πρεσβυτέρου και ούτω καθ’ εξής;  Άλλωστε ο ίδιος ο όρος ‘πνευματικός’ στα νέα Ελληνικά είναι πρόξενος σύγχυσης εξαιτίας της πολυσημίας του. Αναφέρεται ο όρος πνευματικός και στις επαγγελματικές δεξιότητες φερ’ ειπείν, ή μάλλον υπονοείται η λεγόμενη κρίση αξιών; Και άραγε η δημοσιονομική αταξία της δεκαετίας του 1980, προκάλεσε ή προκλήθηκε από την ‘πνευματική κατάπτωση’;

Τα σχετικά με την αντιπαλότητα πολίτη και κράτους στη νεώτερη Ελλάδα είναι πλέον κοινά σημεία εστίασης χωρίς αυτό όμως να θεραπεύει τον εξίσου προβληματικό τους χαρακτήρα, αφού επιστημολογικά  προϋποθέτουν αβασάνιστα όχι μόνο την  συγκρότηση κράτους αλλά και την θέσμιση της κρατικής πρακτικής στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Ειδάλλως το σχήμα αντιπαλότητας παραμένει κενό νοήματος, δίχως ουσιαστική λειτουργία, επιτάσσοντας αδήριτα την επανατοποθέτηση του όλου ζητήματος της σχέσης κράτους και πολίτη με εντελώς διαφορετικούς όρους. Το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη κατέδειξε πειστικώτατα πόσο εν τέλει αφελές είναι να αναφερόμαστε στο Ελληνικό κράτος ως να επρόκειτο για το Γαλλικό ή το Βρετανικό, καθ’ ότι βασικές διαδικασίες που θεμελιώνουν την νεωτερικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο ουδέποτε έλαβαν χώρα στην Ελλάδα. Αναφέρομαι, αλλά όχι μόνον, στην πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου, την δημιουργία μίας συμπαγούς αστικής τάξης με ισχυρά ιδεολογικά εφαλτήρια, τον μη-προσωποληπτικό χαρακτήρα της κρατικής λειτουργίας, την απροσωποληψία της εργασίας. Επιπροσθέτως, η αναδρομική μετονομασία του υπηκόου (μέχρι το 1975) σε πολίτη φανερώνει ότι οι όροι θα μπορούσαν να έχουν τεθεί λυσιτελέστερα.

Το βασικότερο όμως ζήτημα παραμένει το σημείο εκκίνησης και θεμέλιο του ράμφειου πονήματος. Η ράμφεια μεθοδολογία θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: προσλαμβάνει τον κοινό τόπο ˗με την αμιγώς τεχνική έννοια του όρου χωρίς αξιολογικές προσμίξεις˗ ότι ο Έλληνας είναι ράθυμος και αναβλητικός ˗άσχετο αν η ίδια η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία μας κατατάσσει στους πρώτους σε εργατοώρες˗. Αυτή την αληθοφανή πρόταση την ανάγει σε ερμηνευτικό υπερ˗ιστορικό εργαλείο παράγοντας ένα μεταφυσικό ιδεότυπο, ο οποίος εκ φύσεως και λειτουργίας ανθίσταται σε κοινωνιολογικούς και ιστορικούς προσδιορισμούς: ο Έλληνας είναι υπερ˗ιστορικά και εις το διηνεκές ράθυμος και αναβλητικός. Με βάση αυτόν τον ιδεότυπο,  διερωτάται κανείς: άραγε ο υπερ-δραστήριος Έλληνας αστός των αρχών του 20ου αι. ήταν ράθυμος; Ο Έλληνας γεωργός πριν την δεκαετία του ’80 ήταν ράθυμος; Το αναβλητικός το αφήνω ασχολίαστο καθ’ ότι δεν θα μπορούσε να είναι αναβλητικός μία μικρή αναβολή και θα μπορούσε να χάσει την σοδειά.    Έπειτα ο ΣΡ προχωρεί στην γενεαλογική ανάλυση αυτού του ιδεοτύπου.

Σε αυτή την  βάση, η κρίση των τελευταίων είκοσι ετών ερμηνεύεται ως κρίση εμπιστοσύνης η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την αναδίπλωση στην χώρα του οικείου, την παραίτηση από το μέλλον. Έπειτα με ένα αυθαίρετο συλλογιστικό άλμα η έλλειψη εμπιστοσύνης σχετίζεται με την εμπειρία του χρόνου σε ένα γενικό επίπεδο  ’αφού στο πρόσωπο του αγνώστου άλλου μας τρομάζει το μέλλον’ (σελ. 14), η οποία με κάποιο μυστηριώδη και ασαφή, για τις γλίσχρες πνευματικές δυνάμεις του γράφοντος, τρόπο ευθύνεται για τον ασύδοτο κομματισμό και συνδικαλισμό. Μου φαίνεται εύλογη η υπόθεση ότι ο Στέλιος Ράμφος χρησιμοποιεί τους όρους ’πίστη’ και ’εμπιστοσύνη’ με την σημασία που τους προσδίδει ο Anthony Giddens στο οποίο και πρέπει να αντιτείνουμε ότι  μία τέτοια αντίληψή τους φαίνεται να έχει θέση στο λειτουργικό πλαίσιο του Τρίτου Δρόμου ως πρόταση, και στη συνάφεια του ανακλαστικού, αυτοπαθητικού- αναστοχαστικού μοντερνισμού ως διαπίστωση. Οι όροι αυτοί είχαν χρησιμοποιηθεί ως αντηρείδες του εκτρωματικού μπλαιρικού οικοδομήματος το οποίο κατέρρευσε παταγωδώς εν μία νυκτί. Η κατάρρευσή του μόνο άσχετη δεν είναι με την αδυναμία αναγωγής της πίστης και της εμπιστοσύνης σε ρυθμιστικές αρχές στα πλαίσια της νεοφιλεύθερης πολιτικής και οικονομικής πρακτικής.  Ο γράφων επιμένει να θεωρεί ως σαφώς εναργέστερη και ρεαλιστικότερη την, κατά τα άλλα ομολογουμένως έωλη, θεώρηση παλιότερων Γερμανών κοινωνιολόγων (την οποία με διάκριση μετέγγισε στα καθ’ ημάς ο Ε. Λεμπέσης) ότι η ματαιωθείσα αξίωση υπεροχής των κοινωνικών ομάδων μετατρέπεται σε καταστροφικότητα. Θα είχε τω όντι ωφεληθεί τα μάλα η αντίληψη του κου Ράμφου για τον κομματισμό και τον συνδικαλισμό αν είχε κατά νου, έστω, την εναργή ανάλυση του Ελευθερίου Λεμπέση για την ορμέμφυτη αξίωση υπεροχής που εμπνέει και διαμορφώνει τον αγώνα των κοινωνικών ομάδων. Ελάχιστη λοιπόν σχέση με κάποιο υποτιθέμενο κλείσιμο στο μέλλον.

Αναφέρεται ο ΣΡ στην εμμονή του Έλληνα να αποκτήσει δικό του σπίτι ώστε να ακυρώσει, να κυρτώσει, τρόπον τινά, τον χρόνο σε μία μορφή κυκλικότητας σε αντίθεση με τον Βορειοευρωπαίο ο οποίος ενοικιάζει. Δύο ενστάσεις, ενδεικτικές  και άλλων αντιρρήσεων στο πραγματολογικό επίπεδο. Πρώτον, η εμμονή του Έλληνα να αποκτήσει ιδιόκτητη κατοικία καθόλου δεν οφείλεται στην όποια σχέση του με τον χρόνο, αλλά μάλλον στη ρευστή οικονομική κατάσταση της οποίας οι ποικίλες ανωμαλίες οφείλονται στην ανεπιτυχή απόπειρα προσαρμογής στον δυτικό καπιταλιστικό υπόδειγμα (paradigm). Δεύτερον, οφείλω να αμφισβητήσω ως πραγματολογικά και αιτιακά ανακριβή την διαπίστωση του ΣΡ ότι ο Βορειοευρωπαίος δεν επιθυμεί να αποκτήσει ιδιόκτητη κατοικία. Έχοντας ζήσει στη Μ. Βρετανία και λιγότερο στην Γερμανία, γνωρίζω ότι στη Βρετανία θεωρείται ανοησία να διαθέτει  κανείς ικανό κεφάλαιο και να μην επενδύει στην αγορά πρώτης κατοικίας. Στην Γερμανία ακόμη και η υποψία οικονομικής κρίσης έχει ανυψώσει, για αρκετούς Γερμανούς, την αγορά πρώτης κατοικίας σε βασική προτεραιότητα, κάτι που μέχρι πρόσφατα ομολογουμένως δεν συνέβαινε. Τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτησίας στην Ελλάδα οφείλονται μάλλον στην παραμονή των τέκνων στην πατρική κατοικία, στην επιλογή να σπουδάσουν στην πόλη μόνιμης διαμονής κτλ. φαινόμενα δηλαδή απότοκα της οικονομικής δυστοκίας που κατατρύχει το ελληνικό κρατίδιο και σε καμία περίπτωση συναρτώμενα με την κατά Ράμφο ελλειμματική μας σχέση με τον χρόνο και άλλα οιονεί μεταφυσικά νεφελώματα.  Φαίνεται επιπλέον ότι ο ΣΡ συγχέει και συναιρεί συστηματικά την κυκλικότητα του χρόνου με το ψυχολογικό τέλμα, την στασιμότητα, την άρνηση του ατόμου ή των κοινωνιών να ωριμάσουν. Η κυκλικότητα του χρόνου, όπως πολύ καλά γνωρίζει ο ΣΡ και με αξιοθαύμαστο τρόπο έχει αναπτύξει σε προηγούμενα έργα του, έχει μία εξαίρετη φιλοσοφική γενεαλογία από του προσωκρατικούς μέχρι τον Νίτσε και τον 20ο αι. Δεν συνεπάγεται ούτε απάθεια ούτε στασιμότητα με την τρέχουσα έννοια. Σε αυτό ακριβώς το τέλμα  φαίνεται να αναφέρεται ο ΣΡ, αλλά επιζητεί να το εκφράσει με οντολογικούς όρους ώστε ακριβώς να αρνηθεί την επίδραση ψυχολογικών και θεσμικών παραγόντων. Επιχειρείται δηλαδή μία εναργής ανθρωπολογική ανάλυση του σύγχρονου Έλληνα δίχως να υπάρχει η αναγκαία διευκρίνηση των επιστημολογικών προϋποθέσεων της. Αντίθετα, ξενίζει ιδιαίτερα η υπερ-ιστορική –ή ενδεχομένως και αντι-ιστορική- προοπτική που υιοθετείται.

Είναι απορίας άξιο από που πηγάζει η σχεδόν ενστικτώδης αποστροφή του ΣΡ στην ελληνική υποστασιοποίηση του θρησκευτικού φαινομένου. Καταλογίζει ο ΣΡ στον Η(η)συχασμό την ελληνική ραθυμία και μύρια όσα δεινά, ούτε νύξη όμως για εκείνους τους ιμάντες πολιτισμικής μετάδοσης που θα εγκαθίδρυαν αυτή την παντοδυναμία του Η(η)συχασμού. Επιπλέον, θα έπρεπε να υποθέσουμε και μία πολύ επιλεκτική υιοθέτηση του πνεύματος του ησυχασμού, με δεδομένο τον διάχυτο ηδονισμό στην νεώτερη Ελλάδα, ο οποίος μάλιστα υπερβαίνει τις ταξικές διαφοροποιήσεις και διαχέεται σε κάθε μορφή κοινωνικού βίου. Εδώ είναι προσήκον να προτάξουμε ένα ανασκευαστικό επιχείρημα εκ του αντιθέτου. Διερωτάται κανείς τί συμβαίνει σε χώρες στις οποίες όχι μόνο ο ησυχασμός, αλλά και κάθε ουσιαστική θρησκευτική καταγωγικότητα έχει εκριζωθεί. Είναι δύσκολο να λησμονήσει κανείς, σε αυτή την συνάφεια, την πλήρη αποικιακοποίηση του πλανήτη και τις απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες συνέβαλε. Σε αυτή την συνάφεια, πώς θα μπορούσε να λησμονήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο η Θεία Πρόνοια αποτελεί απλό παραπλήρωμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, καθ’ υπόδειγμα Προτεσταντικώτατο, στην πρωτο-αποικιακή νοβέλλα Ροβινσώνας Κρούσος σε αντίθεση με το όψιμο και θεολογικά και τεχνικά αρτιώτερο έργο του ίδιου συγγραφέα Μώλ Φλάντερς. Αυτή η νοβέλλα αποτελεί επιτομή και συνάμα παρωδία -με την τεχνική έννοια του όρου- της αποικιοκρατικής ιδεολογίας και πράγματι, δεν υπάρχει ίχνος Η(η)συχασμού.

Σε τελική ανάλυση, ακόμη και αν ο ΣΡ είχε απόλυτο δίκιο θα έπρεπε να παρατηρήσουμε το εξής: η αντίληψη του χρόνου δεν είναι αφ’ εαυτή και καθ’ εαυτή προβληματική. Άλλωστε στα πλαίσια μίας διαφοροποιημένης οργάνωσης του ατομικού και κοινωνικού βίου είναι αμφίβολο αν η σχέση μας με τον χρόνο θα ήταν προβληματική. Κατά παραχώρησιν και μόνον θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι καθίσταται προβληματική μόνον όταν επιχειρούμε το, ούτως ή άλλως, ανέφικτο εγχείρημα να καρπωθούμε τα πλεονεκτήματα, δηλαδή και την ευμάρεια, των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Όταν το νεωτερικό προκείμενο του υπερκαταναλωτισμού μας επιβάλλεται ως φυσικό και ούτως αναντίλεκτο πρότυπο οργάνωσης της ατομικής και κοινωνικής δράσης. Όταν δηλαδή, γνωρίζοντας ότι η ένταξή μας στη μελανή οπή του νεωτερικού παραδείγματος είναι αναπόφευκτη, γελοιωδώς επιχειρούμε να πιθηκίσουμε μία, ούτως ή άλλως, ανέφικτη μορφή νεωτερικότητας δίχως καν να επιχειρούμε μία κάποια προσαρμογή στα καθ’ ημάς.

Αναφέρεται επανειλημμένα ο ΣΡ στην ανάγκη ενός ανοίγματος στο μέλλον. Στα πολύ στενά όρια μίας βιβλιοκριτικής οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η σημερινή πολιτικοοικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο είναι κυρίως αποτέλεσμα ενός εξαιρετικά ριζικού ανοίγματος στο μέλλον, θεμελιωμένο σε μία εφαρμογή μίας απλοϊκής και κρετινίστικης εκδοχής της μεταφυσικής πίστης στην ευθύγραμμη και ανοδική πορεία της ιστορίας στο πεδίο του οικονομικού γίγνεσθαι, η οποία ιστορική πορεία βλακωδώς φέρεται έχει χαρακτήρα αναπόφευκτης κίνησης. Για να το εξηγήσουμε απλά. Με διάφορους τρόπους οι αγορές αύξησαν το άνοιγμά τους, την έκθεσή τους στο μέλλοντα χρόνο, συναντήθηκαν με τον άγνωστο ’άλλον’ ˗των αγορών εννοείται˗ και του έδειξαν ’πίστη’ και ’εμπιστοσύνη’, παράγοντας κατ’ ουσίαν επισφαλή και ανασφάλιστα παράγωγα παραγώγων και επενδύοντας στις μελλοντικές διακυμάνσεις της αγοράς εγγείου ιδιοκτησίας ενάντια σε κάθε προηγούμενη ιστορική εμπειρία που καταδεικνύει ότι κάθε άνοδος έχει όρια και τέλος. Μάλιστα η ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου επιμηκύνθηκε τεχνηέντως με την χρήση του οπλοστασίου των χαμηλών επιτοκίων και των ποσοτικών χαλαρώσεων, το οποίο συνήθως χρησιμοποιείται για να ανατραπεί η ύφεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και αυτή η επίδειξη ‘πίστης’ είναι ένα ακραιφνώς ριζικό άνοιγμα ˗έστω αδυσώπητα και υβριστικά χρησιμοθηρικό˗ στον μέλλοντα χρόνο, καθώς και χαρακτηριστική επιφάνεια της κοσμοεικόνας του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού και της ύστερης νεωτερικότητας. Όπως επίσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λεγόμενη οικονομική κρίση όχι μόνον απλή ανωμαλία δεν συνιστά, αλλά πηγάζει από μία θεμελιώδη αλλοίωση της ιστορικής οπτικής και καθιστά επισφαλή την επιβίωση των κοινωνιών.

Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς αν η προσχώρηση του ΣΡ στο ιδεολογικό υπόδειγμα που εύστοχα ο Σαίντ ονόμασε οριενταλιστικό είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής ή κάποιας αθόρυβης εμφιλοχώρησης ή διαπίδυσης στοιχείων της δυτικής οριενταλιστικής ιδεολογίας και ανασύνθεσής τους στα πλαίσια της ράμφειας παραγωγής. Η εικόνα της ράθυμης Ανατολής αποτελεί το πεντόσταγμα της οριενταλιστικής ιδεολογίας του 19ου αι. Δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι δεν υφίσταται  ραθυμία και αναβλητικότητα στην σύγχρονη Ελλάδα.  Είναι όμως βέβαιο ότι ο ΣΡ με τους περί ραθυμίας λόγους του, αναπαράγει πιστά τα περί Ανατολής ιδεολογήματα του 19ου αι. ενώ με τον υπεριστορικό ορισμό του τύπου του Νέου Έλληνα μεταθέτει την, αδιαμφισβήτητα υπαρκτή, ετερότητα Ανατολής και Δύσης από το πεδίο της ιστορίας στο πεδίο της μεταφυσικής.

Το καίριο έργο του διαπρεπούς και προσφιλεστάτου στοχαστή Στέλιου Ράμφου αποτελεί έναυσμα γόνιμου προβληματισμού για τις αιτίες της σημερινής κρίσης˗ σήψης. Στη φιλοσοφική του ανάλυση επιμένει να χρησιμοποιεί τους μεγάλους καμβάδες προκειμένου να φτάσει στις αιτίες των πραγμάτων, εγχείρημα τολμηρό όσο και επικίνδυνο. Όμως η διείσδυση και η τόλμη  της υψιπετούς του σκέψης του δεν μπορούν να αναιρέσουν και να αναστείλουν τις ιδικές μας ενστάσεις.

*Κωνσταντίνος Λερούνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία, Αγγλική και Λατινική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Reading (Μεγάλη Βρετανία). Συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα, άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, έχει επίσης ο ίδιος επιμεληθεί συλλογικούς τόμους και στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται περί τις είκοσι εισηγήσεις σε διεθνή συνέδρια.

Advertisements