Η παραλυτική επίδραση του συναισθηματισμού / Ιωάννης Σ. Λάμπρου

λαθρομετανάστεςΣτόχος του άρθρου είναι να καταδειχθεί η κυρίαρχη θέση του συναισθήματος στον δημόσιο διάλογο αναφορικά με το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης. Αν και το ζήτημα της παρουσίας αλλοδαπών κυριαρχείται  τις τελευταίες εβδομάδες από την ροή προσφύγων, εν τούτοις η συντριπτική πλειονότητα των αλλοδαπών, οι οποίοι εισήλθαν, παράνομα, στην πατρίδα μας δεν προέρχεται από εμπόλεμες ζώνες.

Το  συναίσθημα αποτελεί  αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, γίνεται ύπουλη εργαλειοποίηση του για να μειωθούν οι αντιστάσεις των συμπατριωτών μας στην βίαιη μετάλλαξη της ελλαδικής κοινωνίας. Να υποκατασταθεί, πλήρως, η σκέψη από το συναίσθημα και το ορμέμφυτο, ωσάν ο άνθρωπος να μην διαφέρει από το ζώο. Η  ουσία του ζητήματος, δηλαδή η παράνομη είσοδος όσων αλλοδαπών δεν είναι πρόσφυγες, αγνοείται. Η υποκατάσταση της ουσίας του θέματος από σπαραξικάρδιες προσεγγίσεις παραλύουν την κρίση, αποκλείουν τη δυνατότητα σκέψης και συγκροτημένης  επιχειρηματολογίας.

Το ζήτημα της λαθρομεταναστεύσεως μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο. Το συναίσθημα, η εικόνα, ο αυθορμητισμός λαμβάνουν προτεραιότητα απέναντι στα γεγονότα, στα στατιστικά στοιχεία, τα συγκροτημένα επιχειρήματα. Αυτό έρχεται σε απόλυτη σύμπνοια με τη σημερινή εποχή τηλεοπτικής αποχαύνωσης, εις την οποία ο συμπατριώτης μας δεν αρέσκεται να παρακολουθεί συζητήσεις με επιχειρήματα, αλλά προτιμά έντονα συναισθηματικά περιστατικά όπου βάση δίνεται όχι στο επιχείρημα, αλλά στο στιγμιαίο και εντυπωσιακό κάθε φορά. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις κατανόησης από τον ίδιο…

Το ζήτημα συναισθηματοποιείται, άρα ακυρώνεται ό όποιος πολιτικός διάλογος. Γίνεται χρήση της συμπόνιας και του οίκτου προς επιβολή πολυπολιτισμικών ιδεοληψιών.  Ο πόλεμος είναι ολοκληρωτικός γιατί δεν περιλαμβάνει επιχειρήματα, αλλά εμπλέκει ανθρώπινα συναισθήματα στην υπηρεσία επιβολής της συγκεκριμένης άποψης.

Η υπεράσπιση της λαθρομεταναστεύσεως γίνεται στο όνομα του ανθρωπισμού. Άρα εκπίπτει η ανθρώπινη ιδιότητα από αυτούς οι οποίοι διαφωνούν. Βρίσκονται εκτός ανθρωπότητας, και άρα κάθε επίθεση εναντίον τους είναι επιβεβλημένη.

Το γενικότερο πλαίσιο της ελλαδικής  κοινωνίας ενθαρρύνει μια τέτοια προσέγγιση.  Παρατηρείται μια μαλθακότητα, χαλάρωση της πειθαρχίας με ταυτόχρονη έμφαση στη διασκέδαση και στη φιλοσοφία του να «περνάμε καλά» πέρα από κάθε δεσμό, υποχρεώσεις, καθήκοντα και ιδανικά. Τα πιο πάνω είναι, ευκρινώς, ορατά στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο, όπου καταβάλλεται προσπάθεια να μην υπάρχει πίεση στα «παιδιά» με παράλληλη απουσία κάθε είδους πειθαρχίας. Στο στρατό όπου η θητεία, απονομιμοποιημένη και απαξιωμένη ως έννοια, οφείλει να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη και ανεπαίσθητη. Στην οικογένεια,  με την απελευθέρωση από τα  «ασφυκτικά δεσμά» και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται ο γάμος. Στη δικαιοσύνη, όπου η επιβολή αυστηρών ποινών για παραβάσεις του νόμου μετριάζονται από την ανθρώπινη μεταχείριση του ενόχου όσο σοβαρό και να είναι το διαπραχθέν έγκλημα.

Πανταχού παρούσα μια διαρκής, ψευδοεπαναστατική απαίτηση για απελευθέρωση από εξουσία θρησκείας, δασκάλου, γονέα, αξιολόγησης, ιεραρχίας. Όλα για την πρόοδο και την άνεση …  Εντός αυτού του πλαισίου δημιουργείται μια κοινωνία μαλθακή, μια κοινωνία από πλαστελίνη εις την οποία το συναίσθημα κυριαρχεί, όχι οι υποχρεώσεις και το καθήκον απέναντι στην  κοινωνία, στην οικογένεια, στην πατρίδα. Ανεκτικότητα, καλή καρδιά, εύκολη συγχώρεση, αμέτρητη επιείκεια και πολύ συναίσθημα…

Αναγκαία η διάκριση. Πιο συγκεκριμένα, η υποχρέωση διάσωσης  των αλλοδαπών, οι οποίοι φτάνουν δια θαλάσσης στην Ελλάδα, καθώς και παροχής τροφής και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως είναι δεδομένη. Οποιοδήποτε περιστατικό κακομεταχειρίσεως πρέπει να ελέγχεται και να τιμωρείται αν η καταγγελία αποδεικνύεται αληθής. Αυτό επιβάλλει το πνεύμα του πολιτισμού του οποίου είμαστε  κληρονόμοι, η χριστιανική μας πίστη και τα βιώματα του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Οι πράξεις διασώσεως τιμούν το όνομα της χώρας και αποτελούν πηγή περηφάνιας, έστω και ασυναίσθητα, για όλους τους Έλληνες. Κάπου εκεί, όμως, πρέπει να μπει μια τελεία.

Άλλο η διάσωση συνανθρώπων μας  και άλλο η συναισθηματική χρήση αυτών των εικόνων για την παραμονή και μετέπειτα νομιμοποίηση τους. Ως κοινωνία είμαστε ανίκανοι να κάνουμε την απλή διάκριση μεταξύ διάσωσης και παραμονής. Η συμπεριφορά μας χαρακτηρίζεται από μια υπερβολή, έναν ανόητο συναισθηματισμό κενό περιεχομένου. Ανίκανοι να επιδείξουμε ωριμότητα, συμπεριφερόμαστε σαν νευρόσπαστα, ενεργούμενα των συναισθημάτων μας και μόνον.

Σπαραξικάρδιες ιστορίες, όπως η πρόθεση διασωστών να βαφτίσουν παιδιά αλλοδαπών που έσωσαν από τη θάλασσα, προσφέρουν μια συναισθηματική εκτόνωση των συμπατριωτών μας, αποδεικνύοντας ότι είναι άνθρωποι, προσωποποίηση του ελληνικού φιλότιμου και άλλα συναφή… Μέσα σε μια ζοφερή ατμόσφαιρα χρεωκοπίας, διασυρμού της χώρας, περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας, βρίσκουμε παρηγοριά στην ανθρωπιά και στο φιλότιμο μας. Την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι διαφημίζουμε την ανικανότητα και την αδυναμία να φυλάξουμε τα σύνορα μας σαν αρετή που  άλλοι λαοί δεν έχουν.

Η ανθρωπιά μας πρέπει να σταματάει στη διάσωση. Οτιδήποτε πέρα από αυτό, το οποίο, άμεσα ή έμμεσα, ενισχύει την παρουσία των  αλλοδαπών στην πατρίδα μας ή γεννά ελπίδες σε αυτούς,  πρέπει να αποφεύγεται. Οτιδήποτε και να γίνει έπειτα, όσο χρονικό διάστημα και να παραμείνουν στην Ελλάδα, θα πρέπει να τους γίνει σαφές ότι από τη στιγμή κατά την οποία ήρθαν στην Ελλάδα παράνομα δεν θα λάβουν, ποτέ, την ελληνική υπηκοότητα και, ποτέ, δεν θα αποτελέσουν μέρος αυτής της κοινωνίας. Η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας από τους αλλοδαπούς και η διακήρυξη αυτή προς το εξωτερικό αποτελεί πράξη στοιχειώδους εθνικού αυτοσεβασμού και προϋπόθεση για μια υπεύθυνη μεταναστευτική πολιτική.

*Του Ιωάννου Σ. Λάμπρου, Πολιτικού Επιστήμονος. Παράλληλα με την δημοσίευση στο ΙΝΣΠΟΛ δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία, στο φύλλο της 12-13 Σεπτεμβρίου 2015.

Advertisements