Για την επερχόμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο, σημείωμα πρώτο / Σωτήρης Μητραλέξης

Η επερχόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που θα λάβει χώρα στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016, θα αποτελέσει εξ ορισμού, εκ της ίδια της συγκλήσεώς της, ένα ιστορικό γεγονός για τις ορθόδοξες εκκλησίες. Προσεγγίζοντάς την όμως έχει νόημα να κατατεθεί μια διασάφηση του τί θα είναι αυτή η σύνοδος, και κυρίως του τί δεν θα είναι.

Η κυρίως σημασία της έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι αυτή θα λάβει χώρα, δηλαδή ακριβώς στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στην σύγχρονη εποχή θα συνέλθουν οι ορθόδοξοι σε διευρυμένη, μεγάλη σύνοδο, και όχι απλώς σε διασκέψεις προκαθημένων–για πρώτη φορά μετά τον κατακερματισμό της ορθοδοξίας σε ως επί το πλείστον εθνικές εκκλησίες, για πρώτη φορά μετά την δημιουργία του οξύτατου προβλήματος της ορθόδοξης διασποράς. Η σύνοδος αυτή νοείται ως η αρχή σε μια διαδικασία τακτικώτερης συνοδικής σύγκλησης των ορθοδόξων, ελπίζουμε δηλαδή να αποτελέσει το πρώτο γεγονός μιας ευρύτερης διαδικασίας τακτικώτερων ορθοδόξων συνόδων.

Πρώτα απ’ όλα: τί ενδέχεται να αποφασιστεί σε αυτήν την Σύνοδο; Τα ζητήματα που θα την απασχολήσουν έχουν διαμορφωθεί μέσα από πέντε δεκαετίες συζητήσεως και εργασίας προσυνοδικών επιτροπών, στις οποίες συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των ορθοδόξων εκκλησιών. Δεν υπάρχει εκ των πραγμάτων, εκ του κανονισμού της Συνόδου, κανένα ενδεχόμενο εισχώρησης θεματολογίας «από το πουθενά» ή κάτι τέτοιο. Όχι μόνο η θεματολογία της Συνόδου, αλλά και τα ίδια τα προσυνοδικά κείμενα που θα αποτελέσουν την βάση των αποφάσεων της Συνόδου και θα κατατεθούν σε αυτήν αποτελούν αποτέλεσμα σύγκλισης, συνεννόησης, συνδιαμόρφωσης, ομοφωνίας.

Ακριβώς λόγω αυτής της προτεραιότητας της σύγκλισης, συνεννόησης, συνδιαμόρφωσης και ομοφωνίας, ακόμα και ο κατάλογος των δέκα ήδη προσυμφωνημένων θεματικών ομάδων προς συζήτηση μειώθηκε στα έξι (συντομογραφικά, α. Η αποστολή της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, β. Διασπορά, γ. Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού, δ. Κωλύματα γάμου, ε. Νηστεία, στ. Σχέσεις της ορθοδόξου εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο). Δηλαδή, οποιοδήποτε θέμα δεν πληρούσε την προτεραιότητα της ομοφωνίας αποκλείσθηκε από το να συζητηθεί στην Σύνοδο, ενώ πολλά από τα προς κατάθεση κείμενα επαναδιατυπώνουν ήδη γνωστές και αποδεκτές πραγματικότητες εντός της εκκλησίας. (Παρ’ όλα ταύτα, αμφιλογίες και εκ των υστέρων διαφωνίες παρουσιάζονται σήμερα ακόμα και επί των ήδη συμφωνημένων κειμένων/προσχεδίων, για λόγους εν μέρει δυσνόητους). Εκ των πραγμάτων και εκ των διαδοχικών αποκλεισμών, κανένα αμφιλεγόμενο ζήτημα δεν κατέληξε στην διάταξη των θεμάτων της Συνόδου, με απόψεις περί του αντιθέτου να συνιστούν κυρίως ένα κυνήγι εντυπώσεων. Ο περιορισμένος αριθμός ημερών του συνεδρίου συνεπάγεται ότι τα τελικά κείμενα θα μοιάζουν πολύ με τα κατατεθειμένα προς συζήτηση–σε αντίθεση, επί παραδείγματι, με την ρωμαιοκαθολική δεύτερη βατικανή Σύνοδο, όπου η εκτεινόμενη σε αριθμό ετών συζήτηση οδήγησε σε ριζική αλλαγή πολλών εκ των αρχικά κατατεθειμένων σχεδιασμάτων.

Παρά το γεγονός όμως ότι αυτή η Σύνοδος δεν ενδέχεται–από την ίδια την θεματολογία της–να αποφασίσει κάτι το κοσμογονικό, αυτό δεν περιστέλλει την σημασία της. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, είναι η ίδια η σύγκλησή της που αποτελεί ιστορικό γεγονός και διάνοιξη της δυνατότητας μελλοντικών συνόδων για αποφάσεις επί θεμάτων που ταλανίζουν πολύ εντονώτερα και βαθύτερα την ορθόδοξη εκκλησία.

Έχουν εκφραστεί απορίες και διαφωνίες για δύο χαρακτηριστικά της επερχομένης συνόδου: αφ’ ενός για την αντιπροσώπευση κάθε αυτοκέφαλης εκκλησίας με συγκεκριμένο αριθμό επισκόπων αντί για την σύγκληση όλων των επί γης επισκόπων, και αφ’ ετέρου για το γεγονός ότι η μονάδα φέρουσα ψήφο θα είναι η κάθε αυτοκέφαλη εκκλησία, και όχι τα πρόσωπα των επισκόπων.

Για το πρώτο, έχουν ήδη κατατεθεί τεκμήρια που αποδεικνύουν πως η σύγκληση και παρουσία όλων των επί γης επισκόπων ουδέποτε απετέλεσε την πρακτική των Οικουμενικών Συνόδων της πρώτης χιλιετίας, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπου σαφώς διατυπώθηκε η λογική της αντιπροσώπευσης. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην πως αυτή η αντιπροσωπευτική διάταξη είναι ιδανική, ή ότι δεν θα ήταν ευχής έργον η σύγκληση όλων των επί γης επισκόπων σε σύνοδο εάν αυτό ήταν εφικτό, ή ότι η επιλεκτική και αντιπροσωπευτική παρουσία των επισκόπων στις άλλοτε συνόδους δεν ήταν και αποτέλεσμα των προβλημάτων και των λαθών της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας. Σημαίνει όμως ότι ο ισχυρισμός πως η παράδοση των ιστορικών ορθοδόξων συνόδων είναι η παρουσία όλων των επί γης επισκόπων και ότι η αντιπροσωπευτική παρουσία των αυτοκεφάλων εκκλησιών στην επερχόμενη σύνοδο αποτελεί ριζική καινοτομία είναι απλώς ψευδής, απλώς μη ανταποκρινόμενος στα ιστορικώς ισχύοντα. Πέραν τούτου, οφείλει κανείς να λάβει επιπροσθέτως υπ’ όψιν του την τεράστια αριθμητική υπεροχή του Πατριαρχείου Μόσχας, μιας αυτοκεφάλου εκκλησίας με πολλαχώς διατυπωμένη την αξίωση οικουμενικού πρωτείου για ποσοτικούς και εξουσιαστικούς λόγους και σαφή την εθνική της αυτοκατανόηση–παράγων που θα είχε πολύ συγκεκριμένες πανορθόδοξες συνέπειες σε περίπτωση αριθμητικού κριτηρίου στην σύγκληση των επισκόπων (είτε με την πρακτικά αδύνατη σύγκληση όλων των επισκόπων, είτε με την πληθυσμιακή ποσόστωση στο μέγεθος των αντιπροσωπειών).

Για τη δε δεύτερη αντίρρηση οφείλει να ληφθεί υπ’ όψιν το ποιες ήταν οι ρεαλιστικές εναλλακτικές σχεδιασμού σε αυτήν την ιστορική προσπάθεια συγκλίσεως πανορθόδοξης μεγάλης συνόδου, και το εάν αυτές ήταν καλύτερες ή χειρότερες. Μολαταύτα, το γεγονός παραμένει πως τυπολογικά, μια οσοδήποτε μεγάλη σύνοδος όπου την ψήφο φέρουν οι αυτοκέφαλες εκκλησίες και όχι τα συμμετέχοντα πρόσωπα αποτελεί κατ’ ουσίαν διευρυμένη σύνοδο προκαθημένων–χωρίς αυτό να μειώνει την σημασία της, για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως.

Σε όλα αυτά βλέπει κανείς τον παραλογισμό των όποιων αντιδράσεων εμφανίζονται ακόμα και για το γεγονός της ίδιας της συγκλήσεως της συνόδου, λες και αυτή ενδέχεται να εισαγάγει οτιδήποτε δεν έχει ήδη εξαντλητικά εξετασθεί από τις συμμετέχουσες ορθόδοξες αυτοκέφαλες εκκλησίες. Δεν είναι άδικο να πούμε πως πολλές φορές αυτές οι αντιδράσεις βασίζονται περισσότερο σε φιλοδοξίες ανάδειξης και δημιουργίας εντυπώσεων παρά σε θεολογικούς λόγους: πρόσφατο παράδειγμα, ελλαδίτης Μητροπολίτης που επεδίωξε να αποτελεί μέλος της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην σύνοδο, και όταν δεν το πέτυχε άρχισε να αρθρογραφεί εναντίον της ίδιας της συμμετοχής στην σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (…στην εκπροσώπηση της οποίας είχε επιχειρήσει να συμπεριληφθεί). Εάν δε αποδειχθεί στην Σύνοδο ότι όντως υπάρχουν διαφωνίες για συγκεκριμένες πτυχές των κειμένων (όπως για τις «σχέσεις της ορθοδόξου εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο»), παρά το γεγονός ότι αυτά τα κείμενα είχαν ήδη συμφωνηθεί στις προσυνοδικές επιτροπές, τότε αυτές εντελώς απλά δεν θα αποτελέσουν κομμάτι των αποφάσεων της συνόδου, αφού ολόκληρη η σύνοδος εδράζεται στην προτεραιότητα της ομοφωνίας και όχι της πλειοψηφίας.

Οπότε, μόνο καλό μπορεί να προκύψει από την ιστορική επερχόμενη σύνοδο. Και κυρίως η διάνοιξη της δυνατότητας περισσότερης, εντονώτερης συνοδικής ζωής της ανά την οικουμένη ορθόδοξης εκκλησίας στο μέλλον. Γένοιτο!

Αναδημοσίευση άρθρου από την http://www.huffingtonpost.gr  του Σωτήρη Μητραλέξη, Επίκουρου καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως και Συνεργάτη του ΙΝΣΠΟΛ

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις. Bookmark the permalink.