Φανάρι – Βατικανό: γεωπολιτική συμμαχία ανάγκης, Μάριος Νοβακόπουλος

 

Η πρόσφατη επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στη Λέσβο για να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και τροφοδότησε το διάλογο για τις οικουμενικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, τις πολιτικές σκοπιμότητες του διομολογιακού διαλόγου, την επιρροή των εκκλησιών στη διεθνή σκηνή κ.α.  Οι επαφές μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού είναι συχνές και οι σχέσεις τους θερμές τα τελευταία χρόνια.  Αυτό βέβαια έχει κορυφαία σημασία από εκκλησιαστική και θεολογική άποψη, καθώς αποτελούν συνέχιση της προσπάθειας για επανένωση των δύο εκκλησιών, διαδικασία με κολοσσιαίες πνευματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις για τους πιστούς τους.

Όμως η «ιερά διπλωματία» δεν γίνεται καθαρά για θρησκευτικούς λόγους, ούτε η αποκατάσταση του ρήγματος στο Σώμα Κυρίου είναι το μόνο μέλημα των δύο διαδόχων των Αποστόλων.  Η Παποσύνη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι απλά λατρευτικές συσπειρώσεις, είναι δρώντες του διεθνούς συστήματος με εξαιρετικό γόητρο, και αλληλεπιδρούν έντονα με το παγκόσμιο πολιτικό περιβάλλον.  Η προσέγγιση Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης προσδοκά να δώσει λύσεις στις σοβαρές γεωπολιτικές ανησυχίες που ταλανίζουν τους δύο επισκοπικούς θρόνους τον 21ο αιώνα.

Για να ξεκινήσουμε από τα καθ’ ημάς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται σε δεινή θέση.  Το τουρκικό κράτος τηρεί καθαρά εχθρική στάση προς αυτό και το ρωμαίικο ποίμνιο της Πόλης βαίνει προς εξαφάνιση.  Παρά τις διαρκείς εγκλήσεις από το εξωτερικό, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης παραμένει κλειστή.  Οι σχέσεις με την Ελλαδική Εκκλησία δεν είναι οι καλύτερες, ενώ διαρκείς κρίσεις και σχίσματα ταλαιπωρούν τον κατακερματισμένο (ακόμη και βάσει του προτύπου της υγιούς αυτοκεφαλίας και εκκλησιαστικής αυτοδιάθεσης) ορθόδοξο κόσμο.  Και μπορεί ο Οικουμενικός Πατριάρχης να εκτελεί χρέη primi inter pares εντός της Ορθοδοξίας και να προβάλλεται διεθνώς ως η πνευματική της κεφαλή, το πρωτείο του δέχεται έντονη αμφισβήτηση από το Πατριαρχείο Μόσχας.  Υπό την ποιμαντική ράβδο της Ρωσικής Εκκλησίας βρίσκεται το 70-80% του παγκοσμίου ορθοδόξου πληθυσμού, συνεπώς πολλοί εντός αυτής θεωρούν ότι εκείνη, η Τρίτη Ρώμη (sic) δικαιούται να έχει διευρυμένο ρόλο.  Η επέκταση της ρωσικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, τα Βαλκάνια, ακόμη και την ίδια την Τουρκία, προκαλεί τριβές με το Φανάρι, το οποίο εκλαμβάνει τις κινήσεις αυτές ως απόπειρες υποβιβασμού της επιρροής του.  Ακόμη, η Ρωσική Εκκλησία λειτουργεί ως το μακρύ χέρι «ήπιας ισχύος» του Κρεμλίνου, και αυτή η εργαλειακή διαπλοκή της με τους στόχους και τα συμφέροντα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί συχνά προβλήματα με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.

Από την άλλη, το Βατικανό έχει τα δικά του προβλήματα.  Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξακολουθεί να ταλανίζεται από σκάνδαλα και φαινόμενα ηθικής διαφθοράς.  Στη μεταχριστιανική-εκκοσμικευμένη πλέον Δύση η θρησκευτικότητα ολοένα και ξεθωριάζει, κάτι που οδηγεί στην κατακρήμνιση της λαϊκής συμμετοχής στα μυστήρια (γάμος, βάπτιση) και τη λειτουργική ζωή, και συνεπώς μειωμένες οικονομικές εισφορές και κοινωνική επιρροή.  Ένα μεγάλο μέρος της δυτικοευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής ιεραρχίας διαπνέεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και προωθεί την άμβλυνση της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, τακτική όμως που ως τώρα όχι μόνο έχει αφήσει ασυγκίνητο τον πολύ κόσμο, αλλά έχει απογοητεύσει και αποπροσανατολίσει το πιστό ποίμνιο.  Στο δυτικό κόσμο πλέον η ηθική και η κοινωνική πρακτική κινείται με ταχύτητα μακριά από τις χριστιανικές αρχές και η ατζέντα των κοσμικιστών προωθείται πολύ επιθετικά.  Για να το δούμε μαρξιστικά, πλέον το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δε θεωρεί χρήσιμη την συνεργασία του με την εκκλησία και ψάχνει άλλες ιδέες και φορείς για να εμπεδώσει την ιδεολογική του κυριαρχία στην κοινωνία. 

Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο της «ανεκτικότητας», του «πολυπολιτισμού» και του απολύτου καταναλωτισμού-υλισμού, η εκκλησία δεν είναι πλέον προνομιούχος «παίκτης» και μεσοπρόθεσμα η θέση της θα χειροτερεύσει πολύ (από το 1969 ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ-αργότερα πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’-προβλέπει μία Καθολική Εκκλησία μικρή, φτωχή και περιθωριοποιημένο στο δυτικό κόσμο).  Αν θεωρήσουμε πως κάποτε υπήρξε μία σύμπλευση του παγκοσμίως κυριάρχου οικονομικοπολιτικού κατεστημένου των Αγγλοσαξόνων (Washington/στρατιωτική ισχύς, City of London/οικονομική ισχύς) με το Βατικανό (η λεγόμενη «Αυτοκρατορία των Πόλεων»), πλέον θα πιεστεί ως τα άκρα.

Και εδώ ερχόμαστε στην επαφή των δύο Εκκλησιών.  Το Βατικανό χρειάζεται την Ορθοδοξία.  Του δίνει πρόσβαση σε περιοχές του κόσμου στρατηγικά σημαντικές και νέες συμμαχίες τη στιγμή που η μακραίωνη σύμπλευση του με τη Δύση οδεύει αργά προς το τέλος της.  Του δίνει μία αρχαία και ζωντανή πνευματικότητα (εξ ου και ο ενθουσιασμός των Δυτικών τις τελευταίες δεκαετίες για την ησυχαστική θεολογία και την φιλοκαλική άσκηση) τη στιγμή που ο ευσεβισμός και ο νομικισμός που επί μακρόν πρέσβευε έχει καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.  Το Βατικανό ναι μεν προσπαθεί ακόμη να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις εντός του συστήματος της Δύσης, αλλά έχει ταυτόχρονα επίγνωση του ληξιπροθέσμου της θέσης του εντός αυτής.  Το δημογραφικό μέλλον του καθολικισμού δε βρίσκεται στην ατομικίστικη Ευρώπη και Βόρειο Αμερική, αλλά στην Λατινική Αμερική (όπου δέχεται πιέσεις από τους Προτεστάντες), την Αφρική (όπου ο καθολικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία και η επισκοπική ιεραρχία είναι σκληροπυρηνικά συντηρητική) και την Ασία (όπου ο εκχριστιανισμός της Κίνας και της Κορέας προχωρά αργά αλλά σταθερά).  Τη στιγμή που λαμβάνει χώρα αυτή η μετατόπιση προς τον δημογραφικά ακμαίο και κοινωνικά παραδοσιακό Παγκόσμιο Νότο (Global South), η σύσφιξη των σχέσεων με την Ορθοδοξία έρχεται να συμπληρώσει το σχεδιασμό του Βατικανού για τη νέα του θέση στον κόσμο.

Με τη σειρά του το Φανάρι έχει και εκείνο την ανάγκη της Παποσύνης.  Η Καθολική Εκκλησία έχει ποίμνιο 1,1 δισεκατομμυρίων ανθρώπων (εν συγκρίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει 5,3 εκατομμύρια), αξιόλογη οικονομική ισχύ, υψηλό γόητρο, κοινωνική επιρροή, πρόσβαση σε κορυφαίες δομές και φόρα παγκοσμίου πολιτικής και μεγάλη εμπειρία (know-how) στη διπλωματία και τον πολιτικό χειρισμό πολυπλόκων καταστάσεων.  Η υποστήριξη του Βατικανού είναι πολύτιμη στον αγώνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιβιώσει στο αφιλόξενο τουρκικό περιβάλλον αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο πολιτικό βάθος και αυτοπεποίθηση στο παίγνιο ανταγωνισμού με τη Μόσχα.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία, ακροβατώντας μεταξύ παγκοσμιοποίησης και πολυδιάσπασης, εκκοσμίκευσης και αποεκκοσμίκευσης, εθνικισμού και μαζικών πληθυσμιακών ανακατατάξεων, συμφιλίωσης και τρομοκρατίας, το Φανάρι και το Βατικανό προσπαθούν να βρουν το ένα στο άλλο το καταφύγιο και το «φάρμακο» για την ανασφάλεια τους.  Η διατύπωση προβλέψεων για το μέλλον είναι πολύ ριψοκίνδυνη, όμως μπορούμε να φανταστούμε ότι η συνεργασία θα επεκταθεί και θα διευρυνθεί.  Μία τέτοια εξέλιξη θα είναι πολύ ευχάριστη για όλον τον χριστιανικό κόσμο, με την προϋπόθεση να μη γίνει εις βάρος της Αλήθειας της Πίστεως και της ενδοορθόδοξης ενότητας.

Δημοσίευση στο περιοδικό Νέα Πολιτική και στο ΙΝΣΠΟΛ του συνεργάτη μας Μάριου Νοβακόπουλου.

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις. Bookmark the permalink.