Μετά, και πέρα, από το δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο / Δημήτρης Πεπόνης

1.

Ο ιστορικός κύκλος που ξεκίνησε στην ηπειρωτική Ευρώπη με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989), την επανένωση της Γερμανίας (1990), την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ (Maastricht, 1992) και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε, 1993), ολοκληρώνεται με το δημοψήφισμα που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο και το αποτέλεσμα που προέκυψε για αποχώρηση του τελευταίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ανεξάρτητα της πορείας, των διαδικασιών και των ενδοευρωπαϊκών παιγνίων από εδώ και πέρα).

Τα γεγονότα της περιόδου 1989-1993 σηματοδότησαν την μετάβαση από την διπολική Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου και της Ε.Ο.Κ στην μεταδιπολική και μεταψυχροπολεμική Ευρώπη της Ε.Ε αρχικά, και της Ευρωζώνης αργότερα. Μέσω αυτού του μετασχηματισμού η δομή ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο κατέστη περισσότερο γερμανοκεντρική και ηπειρωτική (αναφέρομαι στην αλλαγή της δομής ισχύος στην ήπειρο και όχι σε αυτό που ορισμένοι ονομάζουν «γερμανικός ηγεμονισμός». Την οπτική μου για το συγκεκριμένο ζήτημα την εκφράζω στην παρατήρηση 4).

Υπό αυτή την οπτική, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας (ή έστω τμημάτων του) από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί τίποτα άλλο από το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της ενοποίησης της Γερμανίας και της σταδιακής μεταβολής της δομής ισχύος της Ευρώπης σε ηπειρωτική και γερμανοκεντρική, μέσω της υπεροχής της επανενωμένης Γερμανίας. Η υπεροχή της Γερμανίας παραμένει το θεμελιακό γνώρισμα της δομής ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο (δυτικά της Ρωσίας).

Σημείωση

[-] Το τελευταίο, περί υπεροχής, ισχύει φυσικά μονάχα σε ενδοευρωπαϊκό και όχι σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν θα επεκταθώ εδώ στο τραγικό σημείο που βρίσκεται η Γερμανία σε διάφορους τομείς. Η μεταβολή της δομής ισχύος της ευρωπαϊκής ηπείρου σε γερμανοκεντρική και ηπειρωτική, αποτελεί εξέλιξη που ενδεχομένως θα απωθήσει και ορισμένες Νορδικές χώρες, μελλοντικά ίσως και την Ολλανδία, που μαζί με άλλες χώρες όπως η Ιρλανδία, η Πολωνία, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Δανία θα παρακολουθούν πολύ στενά την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ «Ηνωμένου» Βασιλείου και Ευρωπαϊκής «Ένωσης». Θυμίζω πως η Δανία εισήλθε στην Ε.Ο.Κ, ή ορθότερα στις «Ευρωπαϊκές Κοινότητες», την ίδια χρονιά με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία (1973). Η Νορβηγία είχε επίσης υπογράψει συμφωνία προσχώρησης στις «Ευρωπαϊκές Κοινότητες», η οποία ωστόσο δεν επικυρώθηκε ποτέ λόγω αρνητικού αποτελέσματος σε σχετικό δημοψήφισμα.

2.

Η Βρετανία εντάχθηκε, διστακτικά και απρόθυμα και μόνο μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες (λόγω διαδοχικών βέτο που έθεσε η Γαλλία: l’Angleterre, ce n’est plus grand chose), στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1973. Τότε η Ε.Ο.Κ αποτελούσε ουσιαστικά μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου. Με το πέρασμα του χρόνου η Ε.Ο.Κ μετασχηματίστηκε σε μια sui generis υπερεθνική αυτοκρατορική ή υπερκρατική οντότητα με βασικά της κέντρα (διοικητικά και άλλα), τις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο, το Βερολίνο και την Φρανκφούρτη, γεωγραφικό της πυρήνα τον Ρήνο και εθνοκρατικό της κινητήριο μοχλό την Γερμανία [*]. Η σημερινή Ε.Ε κυβερνάτε από μια γραφειοκρατία που εδρεύει στις Βρυξέλλες και η οποία δεν λογοδοτεί και δεν εκλέγεται. Έχει δική της σημαία, δικό της ύμνο, δικό της νόμισμα, δικό της Πρόεδρο (πολλούς, συγκεκριμένα πέντε), δικό της Υπουργό Εξωτερικών (Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας) και δικό της διπλωματικό σώμα (εάν επεκτείνουμε αυτή την πορεία οδηγούμαστε σταδιακά σε κοινό στρατό, κοινή επίσημη γλώσσα -συγκεκριμένα δύο-, κοινό δίκαιο, κοινή φορολογία, κοινή παιδεία).

Η περίοδος 1993-2001 αποτελεί την πρώτη φάση διαμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα βασικά στάδια της ορίζονται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992), την Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) και την Συνθήκη της Νίκαιας (2001). Οι τρεις προηγούμενες συνθήκες αποτελούν τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επόμενη φάση ορίζεται από την κυκλοφορία του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος (euro) σε φυσική μορφή στην Ευρωζώνη (2002) και από την υπογραφή στην Ρώμη της Συνθήκης του «Συντάγματος της Ευρώπης» το 2004. Η συνθήκη δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ καθώς απορρίφθηκε το 2005 σε δημοψηφίσματα από τον γαλλικό και ολλανδικό λαό. Το 2007 επιβλήθηκε η Συνθήκη της Λισαβόνας. Η συνθήκη αυτή τροποποίησε ολόκληρη τη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγχωνεύοντας τα τρία θεμέλια της σε μια ενιαία νομική οντότητα. Τέθηκε σε εφαρμογή το 2009.

Υπό αυτήν την οπτική, η απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί την ολοκλήρωση ενός ιστορικού κύκλου για την Βρετανία (1973-2016) και αποτελεί καθρέφτη των αλλαγών που έχουν λάβει χώρα κατά τον μετασχηματισμό της Ε.Ο.Κ σε Ε.Ε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες (το σύνθημα των λεγόμενων Brexiteers ήταν »Take Back Control». Σταθμίζοντας τα προηγούμενα, το σύνθημα δεν φαίνεται καθόλου αλλόκοτο ή ακατανόητο). Οι παλιές γενεές έζησαν τον μετασχηματισμό της Ε.Ο.Κ σε Ε.Ε. Οι νεότερες γενεές είτε γεννήθηκαν, είτε έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε περιβάλλον Ε.Ε.

Σημείωση

[-] Θυμίζω πως κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ (Maastricht, 1992) και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1993), καμία μετα-σοσιαλιστική χώρα δεν αποτελούσε μέρος αυτής. Το ίδιο ισχύει και για τις Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία (οι τρεις τελευταίες εισήλθαν στην πρόσφατα ιδρυθείσα Ε.Ε το 1995). Οι χώρες της ανατολικής μετα-σοσιαλιστικής Ευρώπης εντάχθηκαν στην Ε.Ε με την μεγάλη διεύρυνση του 2004 (δέκα νέα κράτη-μέλη, οκτώ εκ των οποίων από την Ανατολική Ευρώπη). Το έτος 2004 αποτέλεσε μια ιδιαίτερα κρίσιμη, κομβική, χρονιά για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ε.Ε.

[-] Δεν θα επεκταθώ εδώ, ξανά, στο ζήτημα του ψευδογκωλικού επιχειρήματος που επικαλούνται διάφοροι σημερινοί «ευρωπαϊστές» (συμπεριλαμβανομένων ιδεολογικών απόγονων όσων συνέβαλαν στην πτώση του ή όσων τον θεωρούσαν «σοβινιστή»), γιατί έχω αναφερθεί κατ’ επανάληψη στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο de Gaulle πότε δεν θα δεχόταν την Ευρώπη των Βρυξελλών ή την Ευρώπη των Eurogroup (Ε.Ε και Ευρωζώνης). Η Γαλλία του de Gaulle αμφισβητούσε την προνομιακή θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον μεταπολεμικό ευρωατλαντικό χώρο. Θα ήταν αδιανόητο να αποδεχθεί προνομιακή θέση είτε της Γερμανίας είτε υπερεθνικών παραγόντων στον ευρωπαϊκό. Ο σημερινός «ευρωπαϊσμός» ουδεμία σχέση έχει με τον παλαιό ευρωπαϊσμό του Γκωλισμου (Gaullisme).

[-] Το κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της «Ευρώπης» ουσιαστικά ήταν το κύρος που της προσέδιδαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία. Το κύρος της Ε.Ε και της Γερμανίας έχει πληγεί από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Βρισκόμαστε σε φάση προσπάθειας περιορισμού απωλειών και ζημιών, αυτό που στην ναυτική ορολογία ονομάζεται »damage control».

[*] Με «εθνοκρατικό της κινητήριο μοχλό την Γερμανία»: Εντάξει έχει και ως junior partner της, μια παραπαίουσα Γαλλία που με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου χάνει πολλά περιθώρια ελιγμών. Έγραφα πριν λίγο καιρό πως »Οι ενδοευρωπαϊκοί συσχετισμοί δύναμης έχουν μεταβληθεί… Η μεταβολή αυτή φανερώνεται και μέσω της χαλάρωσης της εσωτερικής συνοχής -και της κρίσης ή διάσπασης- του «δυτικού ή/και φιλελεύθερου» τρίγωνου Ηνωμένου Βασιλείου, Γαλλίας και Γερμανίας (της Γερμανίας που κοιτάζει προς τις Βρυξέλλες και τον Ρήνο)». Πλέον το τρίγωνο αυτό δεν υπάρχει. Έσπασε.

3.

Από αρκετούς, η ημερομηνία υπογραφής των Συνθηκών της Ρώμης θεωρείται η επίσημη ημερομηνία γέννησης – ή ορθότερα σύλληψης – της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1957). Σε σχέση με τότε, η θέση της Ευρώπης της σημερινής Ε.Ε στον κόσμο έχει αποδυναμωθεί, τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά. Όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, το 1960, η Ευρώπη της σημερινής Ε.Ε, δηλαδή των σημερινών 28 κρατών-μελών, αποτελούσε περίπου το 14% του παγκόσμιου πληθυσμού. To 1980 αποτελούσε το 10,5%, ενώ φέτος, το 2016, έφτασε στο 6,8%. Όταν αποχωρήσει το Ηνωμένο Βασίλειο, που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελεί λιγότερο από το 5,9% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το 1980, οι οικονομίες των χωρών της σημερινής Ε.Ε αποτελούσαν λίγο πάνω από το 30% του παγκόσμιου Α.Ε.Π (PPP). Σήμερα αποτελούν λιγότερο από 17% του παγκόσμιου Α.Ε.Π (PPP), ενώ με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ε.Ε και πέμπτης (nominal) ή ένατης (PPP) μεγαλύτερης στον πλανήτη, οι οικονομίες των χωρών της Ε.Ε θα αποτελούν λιγότερο από το 14,5% του παγκόσμιου Α.Ε.Π (οι οικονομίες της Ευρωζώνης αποτελούν λιγότερο από το 12%, gdp based on purchasing-power-parity share of world total).

Υπό αυτήν την οπτική, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί αντίδραση στις εξωγενείς οικονομικές και δημογραφικές πιέσεις που προέρχονται από αυτή την καθίζηση. Οι ολοένα και αυξανόμενες εξωγενείς πιέσεις είναι λογικό να ενισχύουν τις φυγόκεντρες και όχι τις κεντρομόλες δυνάμεις. Η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε αντικατοπτρίζει την γενικότερη παρακμή της Ευρώπης.

Σημείωση

[-] Με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει απολέσει μια θέση ή έναν εκπρόσωπο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε και μια εκ των δύο πυρηνικών της δυνάμεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι το 2030 (με όποια μορφή υπάρχει) αναμένεται να καλύπτει περίπου το 70% των ενεργειακών της αναγκών από εισαγωγές, σε σχέση με 50% σήμερα.

[-] Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υπάρξει στο παρελθόν (και μπορεί δυνητικά να υπάρξει και στο μέλλον) δίχως την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να υπάρξει δίχως το Ηνωμένο Βασίλειο; Από τον μετασχηματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα επέλθει μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα προκύψει αυτό που εδώ και καιρό ονομάζω «ασύμμετρη Ευρώπη». Από την άλλη, το Ηνωμένο Βασίλειο εάν πάψει να είναι «Ενωμένο», δηλαδή εάν διαλυθεί με μια πιθανή αποχώρηση της Σκωτίας (κάτι που δεν είναι απλή υπόθεση), θα διαλυθεί, όχι φυσικά επειδή θα έχει αποχωρήσει από την Ε.Ε, αλλά γιατί θα ακολουθήσει με καθυστέρηση την μοίρα άλλων πολυεθνικών κρατών, όπως η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, η Σοβιετική Ένωση, η Τσεχοσλοβακία κ.λπ (για να μην αναφερθώ σε αυτοκρατορίες). Άλλωστε το ζήτημα της ανεξαρτητοποίησης της Σκωτίας και παλαιότερο είναι, και σχετίζεται με την κρίση της μετα-αυτοκρατορικής βρετανικής ταυτότητας, η οποία ενισχύθηκε κατά την μεταδιπολική περίοδο. Άλλα κράτη που ενδέχεται να ακολουθήσουν παρόμοια πορεία είναι το Βέλγιο, η Τουρκία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη το Πακιστάν και, για διαφορετικούς λόγους, η Ιταλία ή η Ισπανία. Οι Ισπανοί δεν πρόκειται να δεχθούν απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ Ε.Ε και Σκωτίας.

4.

Την σχέση Ε.Ε-Γερμανίας δεν την αντιλαμβάνομαι ακριβώς με όρους γερμανικού ηγεμονισμού (δεν είναι τυχαίο πως πλήθος πολιτικών και πολιτικολογούντων – από μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος -, υπερεθνικών ευρωπαϊστών ή γραφειοκρατών των Βρυξελλών έχουν ανεκτική στάση απέναντι στην Γερμανία. Θεωρούν πως χρειάζονται την Γερμανία προκειμένου να προχωρήσει και να μην παραλύσει ολοκληρωτικά η Ε.Ε. Το προηγούμενο από μόνο του αποτελεί ομολογία πως η Ε.Ε δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε τόσο συνεκτικά όσο ένα εθνικό κράτος, ούτε δίχως εθνικά κράτη). Την σχέση Ε.Ε-Γερμανίας, όπως έχω επισημάνει αρκετές φορές και κατά το παρελθόν, την αντιλαμβάνομαι ως εξής: »Οι Βρυξέλλες αποτελούν μια κοσμική μορφή Βατικανού και η Ευρωπαϊκή Ένωση μια κοσμική επαναφορά της Αγιάς ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας (ορισμένοι θα ισχυρίζονταν η Ευρωζώνη και όχι η Ε.Ε). Βρυξέλλες και Ε.Ε – ή Ευρωζώνη – αποτελούν ένα κοσμικό ισοδύναμο του είδους της οικουμενικής πολιτικής οργάνωσης που υπήρχε στη δυτική χριστιανοσύνη κατά τον μεσαίωνα. Είναι μια μετανεωτερική νεομεσαιωνική κοσμικιστική οικουμενίστική πολιτική τάξη-σύστημα που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την επικαλυπτόμενη εξουσία, την πολλαπλή αφοσίωση και την μη εδαφική υπερ-εθνική ταυτότητα». Η αντιστοιχία είναι μεταξύ Βρυξελλών και Βατικανού. Η σχέση Βρυξελλών-Γερμανίας αποτελεί αντιστοιχία της σχέσης Βατικανό-Αυτοκράτορας (της Αγίας ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας). Η παλαιά μάχη των Βασιλέων-Μοναρχών εναντίον της Εκκλησίας και του Αυτοκράτορα μπορεί να ιδωθεί με σημερινούς όρους ως αντίδραση εθνικών κρατών προς τις Βρυξέλλες (υπερεθνικό επίπεδο) και την Γερμανία (εθνοκρατικό-εδαφικό επίπεδο διευρυμένης επιρροής και ισχύος).

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι οργανικό μέρος αυτής της ηπειρωτικής δομής (Ε.Ε και Ευρωζώνη), η οποία αποτελεί κληρονόμο, κοσμικό ισοδύναμο ή επαναφορά υπό νέα μορφή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους (της οποίας η Αγγλία ουδέποτε υπήρξε κληρονόμος ή τμήμα της). Η συνάντηση των έξι ιδρυτικών κρατών-μελών της Ε.Ε (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) φανερώνει ποια είναι τα οργανικά μέρη αυτής της Αυτοκρατορίας. Οι υπόλοιποι αποτελούν περιφερειακά ή συμπληρωματικά στοιχεία (που προέκυψαν στα πλαίσια, και λόγω των αναγκών, της ενδο-ευρωατλαντικής πολιτικής της μεταψυχροπολεμικής κυρίως περιόδου). Η μεγαλύτερη κεντρικότητα της Γερμανίας στην μετα-βρετανική Ε.Ε σε συνδυασμό με την συνάντηση των έξι ιδρυτικών κρατών-μελών της Ε.Ε επιβεβαιώνει τα προηγούμενα.

Εάν τα έξι ιδρυτικά μέλη από εδώ και στο εξής αποφασίσουν να προχωρήσουν μόνα τους τότε ουδείς θα μπορεί να αρνηθεί πως μιλάμε για μια ΝεοΚαρολίγγεια-ΝεοΡωμαιοΓερμανική Αυτοκρατορία υπό την ονομασία «Ευρωπαϊκή Ένωση». Σε μια τέτοια εξέλιξη, η Γαλλία θα δεχθεί αφόρητες πιέσεις στο εσωτερικό της και η Ιταλία θα κινδυνεύσει να δει να αναδύεται στο νότο της Νέο Βασίλειο της Νάπολης ή των Δύο Σικελιών. Η Αυστρία, τα επόμενα χρόνια, θα βρεθεί μπροστά σε μεγάλα διλήμματα, ίσως και τριλήμματα.

Όσοι ανησυχούν για «γερμανοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ποτέ δεν αντιλήφθηκαν την Ε.Ε με τον τρόπο που την προσεγγίζω εδώ. Την αντιλήφθηκαν ως συνέχεια της σύμπραξης δυτικής Ευρώπης και Αμερικής (βασιζόμενοι στην αντίληψη πως συμφέρει τις Η.Π.Α μια νομισματική ένωση που είναι πολιτικά ανίσχυρη). Αυτό που απασχολεί πολλούς «ευρωπαϊστές» οπαδούς της Ε.Ε, δηλαδή μιας ξεχειλωμένης Αγίας ΡωμαιοΓερμανικής Αυτοκρατορίας, είναι να ηγείται μια Γερμανία του Ρήνου, δηλαδή μια Γερμανία της Δύσης και όχι μια Γερμανία που κοιτάζει ανατολικά, προς μια Ευρώπη που προσομοιάζει στην παλαιά Mitteleuropa-Μεσευρώπη (υπάρχουν και οι οπαδοί της Πανευρώπης). Όμως, όπως επισήμανα παλαιότερα, μετά το 2004 »το κέντρο βάρους μεταφέρθηκε από τις Κάτω Χώρες και τον Ρήνο στην μετα-σοσιαλιστική ΚεντροΑνατολική Ευρώπη και την Βαλτική και τοποθετήθηκαν τα θεμέλια για αυτό που σήμερα ορισμένοι ονομάζουν «Γερμανική Ευρώπη». Θεωρώ τον όρο παραπλανητικό». Τον θεωρώ παραπλανητικό γιατί επικρατεί το ερμήνευμα περί «γερμανικών δορυφόρων». Η μετακίνηση αυτή ενίσχυσε την κεντρικότητα της Γερμανίας, η οποία και να ήθελε δεν μπορεί να αγνοήσει τον φυσικό της ρόλο ως δεσμού μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, αλλά από που έως που η Πολωνία είναι «γερμανικός δορυφόρος»; Ο πρώην Πρωθυπουργός της Πολωνίας Jarosław Kaczyński, δήλωσε πρόσφατα, πως «μια Καρολίγγεια Ευρώπη» θα οδηγήσει σε συγκρούσεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Σημειώσεις

[-] Η στάση της Τουρκίας έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο πρώην Πρωθυπουργός της Τουρκίας, Davutoğlu, είχε κάνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δήλωση, η οποία δεν έγινε γνωστή στην Ελλάδα: «Nobody can tell me “we Europeans” and “you Turks” […] But we are part of European history. And we are part of contemporary Europe. There are 45 million Muslims living in Europe and more than 6 million Turks. […] We have to have an inclusive European identity. But if you have a Holy Roman-German-Christian type of understanding, then Europe has ended, sorry». Εν τω μεταξύ ο Erdoğan δήλωσε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιθυμεί να γίνει μέλος της η Τουρκία, διότι αποτελεί μουσουλμανική πλειοψηφικά χώρα και πως η Τουρκία μπορεί να διεξάγει, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, δημοψήφισμα, για το εάν και κατά πόσο επιθυμεί να συνεχιστεί η πορεία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θυμίζω πως η Τουρκία υπέγραψε για πρώτη φορά ευρω-συμφωνίες το 1963 και ξανά το 1987 και το 2005. Για όσες και όσους δεν γνωρίζουν διπλωματική και διεθνοπολιτικη ιστορία να θυμίσω πως στα πλαίσια περιορισμού – και ενώπιον του κινδύνου – εξάπλωσης των πεδίων επιρροής της Αγίας ΡωμαιοΓερμανικής αυτοκρατορίας, η οθωμανική διπλωματία του 16ου και 17ου αιώνα εφάρμοζε πολιτικές εξισορρόπησης (της τελευταίας) με την Σουηδία και την Πολωνία. Η αποδυνάμωση της Πολωνίας και της Σουηδίας είχε ως αποτέλεσμα η Οθωμανική Αυτοκρατορία να υποστεί ρωσικές και αργότερα γερμανικές πιέσεις στα Βαλκάνια (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν παρά την «πρόοδο» και την «παγκοσμιοποίηση»). Και για να το κάνω ακόμα πιο «πιπεράτο». Η Μεταρρύθμιση επικράτησε, εν πολλοίς, και λόγω της πολιτικής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μιλάμε για μια περίοδο όπου, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, Προτεσταντισμός και Ισλάμ θεωρήθηκε πως βρίσκονται πιο κοντά μεταξύ τους, παρά με τον ΡωμαιοΚαθολικισμό (επίσης η Ισπανία δεν ήταν ανεκτική απέναντι στον προτεσταντισμό). Ο ρόλος που διαδραμάτισε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην επικράτηση του Προτεσταντισμού έχει υποτιμηθεί ή λησμονηθεί ιστορικά (αντίθετα, η ευρωκεντρική ιστοριογραφία επιτάσσει την ανατίμηση γεγονότων όπως ο «Πόλεμος των Χωρικών», ο οποίος συνδέθηκε μετέπειτα με την Γαλλική Επανάσταση και την Άνοιξη των Εθνών του 1848. Τις επαναστάσεις του 1848 τίμησε και στο όνομα τους πρόσφατα μίλησε, ο Viktor Orbán της Ουγγαρίας. Πως αλλάζουν οι καιροί, πράγματι… Στην Ουγγαρία και την Τρανσιλβανία οι Οθωμανοί υποστήριξαν κατ’ επανάληψη τους Καλβινιστές).

[-] In terms of economy the UK is the third top export destination of Poland with (6.4%, 2014), just after Czech Republic (6.5%) and Germany (26.3%). For Czech Republic it is the fifth top export destination (5%), Slovakia – eight (5%), Hungary – seventh (4%).

5.

Δύο στρατόπεδα υπάρχουν. Οι δυνάμεις του status quo που, όπως πάντα ιστορικά άλλωστε, επιθυμούν την διατήρησή και εμβάθυνση του. Και οι δυνάμεις που επιθυμούν την αναθεώρηση, τον επανακαθορισμό, την ανακατανομή οικονομικής και πολιτικής ισχύος εντός του υπάρχοντος συστήματος ή την δομική μεταβολή του. Όσες και όσοι, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, μάχονται προκειμένου να αποτραπεί η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή να απονομιμοποιηθεί το αποτέλεσμα, αποτελούν φορείς και οπαδούς του status quo. Το status quo πλέον όμως, ούτε στην Ε.Ε, αλλά ούτε και στον ευρύτερο ΕυρωΑτλαντικό χώρο λειτουργεί.

Οι Bremaineers, αντίπαλοι των Brexiteers και οπαδοί της παραμονής τοποθετούνται υπέρ του status quo. Στις μέρες μας όμως, status quo, σημαίνει δυσλειτουργία, καταρρέουσες δομές και απονομιμοποιημένοι θεσμοί, πόλωση, απειλές, κοινωνικό διχασμό ή ορθότερα κατακερματιμό και αποδιοργάνωση. Εβδομήντα χρόνια μεταπολεμικής «φιλελεύθερης τάξης» στα πλαίσια του ευρωατλαντικού χώρου και εξήντα χρόνια πορείας προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση και ολοκλήρωση και προς την «ever closer union», κατέληξαν σε ανεξέλεγκτη μετανάστευση, οικονομική στασιμότητα ή στραγγαλισμό, διαίρεση των κοινωνιών, απώλεια εθνικής ταυτότητας και σταδιακή διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών. Τα προηγούμενα, μαζί με την αποδόμηση των εθνικών πολιτικών συστημάτων, αποτελούν κληρονομία του «ευρωπαϊκού project» (για τις Η.Π.Α ας μιλήσουν οι Αμερικανοί). Δεν αποτελούν παρεκτροπές από κάποιο ιδεατό ανύπαρκτο μέλλον, αλλά έσχατες συνέπειες ενός υπαρκτού παρελθόντος και παρόντος. Αποτελούν συνεπή κατάληξη μιας υπαρκτής πορείας εντεύθεν και όχι παρεκτροπές από κάποιο ανύπαρκτο εκείθεν.

Οι ηγεσίες, οι ελίτ, το κατεστημένο, το πολιτικό mainstream (εναντίον όλων αυτών είναι η εξέγερση) και οι παρατρεχάμενοι τους, δημοσιογράφοι, οργανικοί διανοούμενοι, καθηγητές πανεπιστημίων και λοιποί, όλοι όσοι έχουν επενδύσει στο status quo, στην διατήρηση και εμβάθυνση του, δείχνουν να μην πτοούνται από τις αντιδράσεις στο εσωτερικό των εθνικών κοινωνιών. Έχω αναλύσει σε διαφορά σημειώματα την διαφορά παγκοσμιοποίησης εκτός εισαγωγικών και «παγκοσμιοποίησης» εντός εισαγωγικών, δηλαδή την παγκοσμιοποίηση ως αντικειμενική εξέλιξη και την «παγκοσμιοποίηση» ως υποκειμενική επιδίωξη, νομιμοποιητικό θεμέλιο, φαντασίωση, και σύνθημα. Η «παγκοσμιοποίηση», εντός εισαγωγικών, αποτελεί την ιδεολογία του status quo και των ελίτ που προσπαθούν απελπισμένα να διατηρήσουν αυτό το status quo.

Εντός αυτών των πλαισίων στο εσωτερικό της «Δύσης» το Brexit φαίνεται να βαθαίνει το ρήγμα μεταξύ παγκοσμισμού και εθνικισμού (globalism – nationalism). Με αυτόν τον τρόπο κατανοεί η «Δύση» όσα συμβαίνουν στα εσωτερικό της. Δεν είναι απαραίτητο πως προσλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα εξωδυτικά, π.χ. στην Κίνα, στην Ινδία ή αλλού. Εκτός «Δύσης» περισσότερο προσλαμβάνεται ως «μονοπολισμός» έναντι «πολυπολισμού» (ή πολυκεντρισμού ή multiplex ή όπως αλλιώς θέλετε).

Ο «εθνικισμός» (υπό διάφορες μορφές) αποτελεί την εξωτερική και από τα κάτω αντιπολίτευση στο Davos -ή στις Βρυξέλλες στην περίπτωση της Ε.Ε- (αφού το αποτέλεσμα των κατά τόπους Porto Alegre, Seattle, 99%, Genova κ.λπ, ήταν ένα τεράστιο και ολοστρόγγυλο Μηδέν) και ο ασύμμετρος πολυπολισμός αποτελεί την εσωτερική αντιπολίτευση προς το Davos. Το Brexit συμβολίζει την υποχώρηση της ιδεολογίας της «παγκοσμιοποίησης», του γκλομπαλισμού ή παγκοσμισμού και του μονοπολισμού έναντι του «εθνικισμού» ενδοδυτικά και του ασύμμετρου πολυπολισμού εξωδυτικά.

Σημείωση

[-] Καμία «εναλλακτική» παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να προκύψει από το εσωτερικό της λεγόμενης «Δύσης». Η παγκοσμιοποίηση θα καθοριστεί από τα παραδοσιακά και ιστορικά εξωδυτικά κέντρα που επιστρέφουν (τα υπόλοιπα είναι για εσωτερική ευρωπαϊκή κατανάλωση και ψηφοθηρία). Η ευρωκεντρική και στενά δυτικοκεντρική εποχή παρήλθε. Αυτό είναι το νόημα της Παγκοσμιοποίησης (εκτός εισαγωγικών).

[-] Η «παγκοσμιοποίηση», εντός εισαγωγικών, αποτελεί θεμέλιο λίθο και (υπερ)εθνική ιδρυτική ιδεολογία και μύθο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της φαντασιακής πολιτικής κοινότητας που ονομάζεται «Ευρώπη». Όπως είχε πει και σε μια ομιλία της η Benita Ferrero-Waldner «The future of the EU is linked to globalization…». Η raison d’être, ο λόγος ύπαρξης της Ε.Ε είναι η «παγκοσμιοποίηση».

[-] Επισήμανα παλαιότερα (Καταγραφή για τα μελλοντικά χρονικά): »Τα περί ενός κράτους και ενός λαού υπό συνθήκες μετα-κυριαρχίας και μετα-εθνικότητας είναι η ευρωπαϊκή εκδοχή «του τέλους της ιστορίας». Οι Αμερικανοί έζησαν την διάψευση των ονειροφαντασιών τους περί «του τέλους της ιστορίας». Τα επόμενα χρόνια, «οι Ευρωπαίοι», θα ζήσουν και αυτοί με τη σειρά τους, την διάψευση της δικής τους εκδοχής περί «του τέλους της ιστορίας»».

6.

Η απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, φανερώνει και υπογραμμίζει ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες τάσεις ή χάσματα που υποβόσκουν στο εσωτερικό της Ε.Ε και του ευρύτερου ευρωατλαντικού χώρου.

Αναφέρομαι στην τάση απομάκρυνσης της δυτικής από την ανατολική Ευρώπη και την διστακτικότητα των χωρών της πρώτης (δυτικής Ευρώπης) να εμπλακούν δυναμικά στην ανατολική Ευρώπη και τον ευρύτερο μετα-σοβιετικό χώρο. Το χάσμα δεν είναι μονάχα ενδο-ευρωπαϊκό αλλά και ενδο-ΝΑΤΟϊκό. Εάν το ΝΑΤΟ είχε το μυαλό του περισσότερο στην Μεσόγειο και σε ζητήματα που σχετίζονται με την ευρωπαϊκή ασφάλεια και όχι σε γεωπολιτικά παιχνίδια στην Ευρασία, ισχυρίζονται ορισμένοι, η μεταναστευτική-προσφυγική κρίση ίσως να είχε αποφευχθεί, και κατά αυτόν τον τρόπο να είχε εξουδετερωθεί ή αδρανοποιηθεί μια από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις του Brexit (Will immigration demolish in decades a nation built over centuries?, αναρωτιούνται κάποιοι στον αγγλοσαξονικό κόσμο). Ορισμένοι πάνε ακόμα μακρύτερα το ζήτημα ΝΑΤΟ-Μεσογείου αναφερόμενοι και στην αποφυγή των τρομοκρατικών ενεργειών στην Γαλλία. Στα πλαίσια αυτά το Brexit υπογραμμίζει την ανησυχία για την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς και την μετατροπή των προβλημάτων της Ρωσίας με τους γείτονες της σε προβλήματα της Ε.Ε. Το δημοψήφισμα στην Ολλανδία σχετιζόταν ακριβώς με την σχέση Ε.Ε-Ουκρανίας, η άνω βουλή στην Γαλλία ψήφισε για την άρση των κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας και η Ιταλία αρνήθηκε να αναλάβει την διοίκηση τάγματος στα πλαίσια της μεγάλης ΝΑΤΟϊκης άσκησης στην Πολωνία. Η απόφαση για Brexit εμπεριέχει το μήνυμα πως τα «ευρωπαϊκά» συμφέροντα βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα αρκετών χωρών και πως τα εθνικά συμφέροντα θα πρέπει να είναι υπεράνω των «ευρωπαϊκών» ή, για το γράψω διαφορετικά, αμφισβητείται ο τρόπος με τον οποίον ορίζονται τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά» συμφέροντα.

Η απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί την τελευταία εκδήλωση του αυξανόμενου χάσματος που επικρατεί στον αναπτυγμένο κόσμο μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ που είναι αφοσιωμένες και δεσμευμένες προς την κατεύθυνση της παγκοσμιοποίησης, από τη μια μεριά, και τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα που θεωρούν πως η ασφάλεια και η ευημερία τους δεν εξυπηρετείται από την μείωση της κυριαρχίας και τις παράλληλες διαδικασίες «απελευθέρωσης ή ανοίγματος» στα πεδία του εμπορίου και της μετανάστευσης, από την άλλη. Στα πλαίσια αυτά κόμματα, πολιτικές, επιχειρηματικές και ακαδημαϊκές ελίτ αποσυνδέονται από τις κοινωνικές τους βάσεις. Το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο (ειδικά οι Άγγλοι, ουσιαστικά, ήρθαν αντιμέτωποι με το συντριπτικό ποσοστό της άρχουσας τάξης τους), ο Donald Trump και ο Bernie Sanders στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Le Pen και οι διαδηλώσεις στην Γαλλία, αποτελούν εκδηλώσεις αυτού του χάσματος στον πυρήνα της «Δύσης» (στην ανατολική μετα-σοσιαλιστική Ευρώπη είναι διαφορετικό το πλαίσιο) και φανερώνουν το αυξανόμενο αίσθημα δυσαρέσκειας και την αξίωση για επανακαθορισμό των πλαισίων και του τρόπου μέσω των οποίων διαμορφώνονται και εκτελούνται πολιτικές σε συνάρτηση με τη σχέση εθνικής-διεθνούς κοινωνίας [*].

Η απόφαση για την διενέργεια του δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν γνωστή εδώ και περίπου δύο χρόνια. Τα πάντα ήταν γνωστά (τάσεις, αιτια, δυσαρέσκειες), και όμως, παίχτηκε για ακόμη μια φορά το παιχνίδι της «ρητορικής». Σαν να μην υπάρχουν κοινωνικές συνθήκες και αίτια, σαν να υπάρχει μονάχα μια αντιπαλότητα σε επίπεδο «ρητορικής». Είναι η «ρητορική» Α που προκαλεί το Α’. Οι πολιτικές, οι προσανατολισμοί, οι συνθήκες και η στρατηγική δεν χρειάζεται να αλλάξουν. Παραμένουν ίδιες και απαράλλαχτες. Είναι απλά ζήτημα «ρητορικής».

Το Brexit μπορεί να ιδωθεί, επίσης, σαν αποτέλεσμα αποτυχημένης διαχείρισης. Του αποτυχημένου τρόπου με τον οποίον οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν το περίφημο Pivot to Asia. Οι Η.Π.Α σε όλες τις περιοχές από τις οποίες αποχωρούν ή μειώνουν την παρουσία τους (προκειμένου να εστιάσουν πόρους, δυνάμεις και προσοχή στην ευρύτερη Ανατολική και Άπω Ασία), επιδιώκουν να αφήσουν πίσω τους λειτουργικούς διακανονισμούς και συμμαχίες που να τις συμφέρουν. Όμως, από όπου αποχωρούν οι Η.Π.Α αφήνουν συντρίμμια. Δεν φαίνεται να μπορούν να διαχειριστούν σωστά τα κενά ισχύος και επιρροής που αφήνουν πίσω τους. Συνεχώς παρατηρούμε περαιτέρω αρνητικά αποτελέσματα του τρόπου με τον οποίο οι Η.Π.Α διαχειρίζονται το Pivot to Asia παράλληλα με μια ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία διαχείρισης κρίσεων. Είναι διαφορετικό πράγμα να διαμορφώνεις ένα διεθνές περιβάλλον και διαφορετικό πράγμα να καταστρέφεται ένα διεθνές περιβάλλον. Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αποτελεί αποτυχία μονάχα του David Cameron αλλά και του Barack Obama (ο οποίος δήλωσε πως ούτε το ΝΑΤΟ εξαφανίζεται ούτε η Δια-Ατλαντική Συμμαχία αποσυντίθεται. Το ερώτημα είναι γιατί – για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία – ένας Αμερικανός Πρόεδρος νιώθει την ανάγκη να κάνει μια τέτοια δήλωση). Επίσης, οι Η.Π.Α επιθυμούσαν η Ε.Ε να πάψει να αποτελεί καταναλωτή ασφαλείας και να αποτελέσει παραγωγό ή πάροχο ασφαλείας, προκειμένου να φύγουν βάρη από τις πλάτες της. Ουκρανία, μεταναστευτική κρίση και Brexit αποτελούν ταφόπλακα μιας τέτοιας αξίωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ομαλά το περίφημο Pivot to Asia. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ιδιαίτερα κρίσιμες οι μεταβατικές φάσεις σε πολλαπλά επίπεδα.

Όπως λέει και το ελαφρολαϊκό άσμα: Φεύγω, κι αφήνω πίσω μου συντρίμμια / αρρωστημένους και αγρίμια, φεύγω, φεύγω / φεύγω, τώρα φεύγω.

Αλλά αυτά είναι δείγματα αδυναμίας και όχι δύναμης. Η Ουάσινγκτον δεν ήταν σε θέση ούτε να αποτρέψει το Brexit, ούτε να επιβάλει στους συμμάχους της την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τους στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, ούτε να επηρεάσει καθοριστικά τις οικονομικές πολιτικές στα πλαίσια της ζώνης του ευρώ. Και, τέλος, δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει το Ηνωμένο Βασίλειο από το να ανοίξει τον χορό της συμμετοχής στην Asian Infrastructure Investment Bank (μετά την Βρετανία ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι).

Σημείωση

[*] Έχει σημασία να εξειδικεύσουμε στον πυρήνα της «Δύσης» ή του «φιλελευθερισμού», δηλαδή στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Με αυτόν τον τρόπο φαίνονται πιο καθαρά ορισμένα πράγματα. Για περισσότερα δες: 1) Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία. Ένας ιστορικός κύκλος, 2) Γιατί επικράτησαν οι «φιλελεύθερες δημοκρατίες» στον 20ο αιώνα, και 3) Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία – II: Ιστορικός κύκλος και κατάσταση του πυρήνα.

7.

Η απόφαση για αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την τρίτη μεγάλη κρίση της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και έρχεται να προστεθεί στην οικονομική κρίση και την κρίση χρέους στα πλαίσια της Ευρωζώνης και στην μεταναστευτική και προσφυγική κρίση που επηρέασε την Ζώνη Σένγκεν. Η ολοένα και εντονότερη έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Ε.Ε αποτελεί από μόνη της σημαντικό υπόστρωμα όλων των προηγούμενων.

Το Ηνωμένο Βασίλειο γίνεται η πρώτη χώρα που αποφασίζει να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί, για πρώτη φορά, την αντιστροφή της μεταπολεμικής διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης (1957-2016).

cosmoidioglossia & ΙΝΣΠΟΛ
Advertisements