Αμερικανικές εκλογές: εξελέγη το μη χείρον / Σωτήρης Μητραλέξης

trump-obama-3

Αν κάτι μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα για τις αμερικανικές εκλογές, αυτό είναι ότι εξελέγη το μη χείρον.

Το «μη χείρον» δεν σημαίνει στην περίπτωση αυτή το «βέλτιστον», κάθε άλλο: δεν συνεπάγεται καμία θετική αξιολόγηση του αποτελέσματος καθαυτό, καμιά εξιδανίκευση της προβληματικής μορφής που εξελέγη πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό όμως που πιστοποιεί η διαπίστωση είναι πως, σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα είναι πιο ασφαλή από ό,τι αν είχε εκλεγεί η Χίλαρι Κλίντον στο ανώτατο αξίωμα της υπερατλαντικής πάλαι ποτέ υπερδύναμης. Κάτι τέτοιο αφορά πολύ περισσότερο τις χώρες έξω από την Αμερική, τις χώρες οι οποίες κυρίως επηρεάζονται από την εξωτερική πολιτική (και την πολεμική πολιτική) των Ηνωμένων Πολιτειών, κάτι που φυσικά ισχύει κατ’ εξοχήν στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή μας.

Η Χίλαρι Κλίντον έχει και προεργασία στην πολεμική ισοπέδωση και διακηρυγμένη πρόθεση να την συνεχίσει. Οι ευθύνες της για την Λιβύη, τη γιγάντωση του ISIS, την περαιτέρω την αποσταθεροποίηση της μέσης Ανατολής, την ίδια την εξέλιξη της Κριμαίας και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός είναι καίρια, ενώ η πρόθεσή της να προχωρήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση, κατεξοχήν εμπεδώνοντας ένα (όχι και τόσο «ψυχρό») ψυχροπολεμικό κλίμα με τη Ρωσία, είναι πολλαπλώς διακηρυγμένη. Όσον αφορά στις προθέσεις της για τα «δικά μας» θέματα, άστο αφήσουμε καλύτερα.

Φυσικά δεν γνωρίζουμε πώς θα πορευτεί ο πρόεδρος Τραμπ στην εξωτερική πολιτική: έχουμε αρκετούς λόγους να μην καθησυχαζόμαστε, ειδικά αφ’ ης στιγμής μιλάμε για έναν προφανή οπορτουνιστή, ο οποίος δεν έχει λόγο να διστάσει να εξαγάγει κρίσεις με πολεμικό σκηνικό στην οργουελική «Ευρασία». Αυτό όμως που στην περίπτωση του Τραμπ είναι εικασία (στην περίπτωση ενός Τραμπ οποίος πολλαπλώς έχει εκφράσει την επιθυμία του για αποκλιμάκωση του αλλόκοτου, σχεδόν πολεμικού κλίματος με τη Ρωσία που επικρατεί σήμερα, καθώς και για αμφισβήτηση του ρόλου του ΝΑΤΟ), στην περίπτωση της Κλίντον είναι βεβαιότητα: διακηρυγμένη, διαμορφωμένη, προγραμματισμένη, εμφανής από το περιβάλλον των συμβούλων, συνεργατών, «στρατηγών».

Χρειάζεται μεγάλες ποσότητες εθελούσιας τυφλότητας για να μη διακρίνει κανείς πως η προεκλογική αντιπαράθεση στην Αμερική συνοψιζόταν σε ένα δίπολο συστημικότητας και αντισυστημικότητας. Αυτό επ’ ουδενί δε σημαίνει πως ο Ντόναλντ Τραμπ δικαιολογημένα εκπροσωπούσε το στρατόπεδο της αντισυστημικότητας: πως ο ίδιος έχει ένα πραγματικά ανατρεπτικό πρόγραμμα, ή οτιδήποτε τέτοιο. Το γεγονός όμως παραμένει πως κατέστη ο υποψήφιος πρόεδρος αυτού του στρατοπέδου, το οποίο και εν τέλει νίκησε: το ανέδειξε ως τέτοιο, και έλαβε την ηγεσία του.

(Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τον Μπέρνυ Σάντερς, από μία αριστερογενή προοπτική: όμως, ο Σάντερς προχώρησε σε μια αλλόκοτη προδοσία-δια-της-αυτοκτονίας, αφ’ ενός de facto αποδεχόμενος τις χυδαίες μεθοδεύσεις για μη-εκλογή του ως υποψηφίου προέδρου και αφ’ ετέρου στηρίζοντας την Κλίντον «για να μη βγει ο Τραμπ»: όπως ορθά σχολίασε ο τελευταίος και όπως επανέλαβε ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, είναι σαν «το Occupy Wall Street να στηρίζει τη Wall Street». Αυτά δεν είναι τακτικές κινήσεις, αλλά μείζονες ματαιώσεις του ενδεχομένου να σαρκωθεί «αντισυστημικός» πόλος εξ αριστερών.)

Η μηντιακή συμμαχία και συναίνεση που είχε δημιουργήσει η Χίλαρι Κλίντον ήταν πραγματικά τρομακτική: σχεδόν κάθε καθωσπρέπει μέσο, κάθε καθωσπρέπει δημόσιο πρόσωπο, καλλιτέχνης, πολιτικός, δημοσιογράφος, διακήρυτταν σε όλους τους τόνους πως η Χίλαρι Κλίντον είναι ουσιαστικά η μοναδική υποψήφια, απέναντι σε κάτι το αδιανόητο, «στο τέρας που λέγεται Ντόναλντ Τραμπ». Η προσπάθεια να εμπεδωθεί αυτό το κλίμα ακόμα και απέναντι σε κλιντονικά σκάνδαλα τα οποία δημοσιοποιούνταν συνεχώς, στην εκπληκτική αλαζονεία της υποψηφίου, σε μια πολιτική πλατφόρμα η οποία συνοψίζεται στο business as usual με εντεταμένη πολιτική ετοιμότητα και λοιπά ήταν πραγματικά εντυπωσιακή: ο ρεαλισμός της πιθανότητας να ηττηθεί ένα τέτοιο μέτωπο φαινόταν πραγματικά αδιανόητος, όπως αποτυπώνεται άλλωστε και σε εκατοντάδες απολύτως σοβαρές δημοσκοπήσεις (οι οποίες φυσικά, συνυπολογιζόμενες με τις δημοσκοπήσεις πριν το Brexit αλλά και το δημοσκοπικό κλίμα πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 στην Αθήνα, απλώς ακυρώνουν το επάγγελμα…). Στο δημοσιοποιημένο πάρτι διαφθοράς και διακρατικής διαπλοκής του ιδρύματος Κλίντον αντιπαρετίθετο ο σεξισμός του Τραμπ, η αντιαισθητική του συμπεριφορά, τα ενίοτε αλλοπρόσαλλα σχόλια του: δηλαδή, επιχειρείτο να εμπεδωθεί ένα απολίτικο ουσιαστικά κλίμα, στο οποίο αυτό που μετράει δεν είναι η πολιτική πλατφόρμα του ενός και του άλλου υποψηφίου, άλλη συμπεριφορά του, η εικόνα του, η αισθητική του λόγου του, το επικοινωνιακό spin. Φυσικά, το όλο στυλ αλλά και η πολιτική πλατφόρμα του Τραμπ βοήθησαν πολύ σε αυτό. Το ζητούμενο που προβλήθηκε, όμως, ήταν το να «διώξουμε τους κακούς και να αφήσουμε την έμπειρη Χίλαρι να κάνει τη δουλειά της». Για άλλη μια φορά, «σοβαρότητα εναντίον λαϊκισμού», το δηλητήριο εξόντωσης της πραγματικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Αν «λαϊκισμός» είναι κάθε πολιτική ανάγνωση που αντιπαραθέτει «τον λαό στις ελίτ», τότε ο λαϊκισμός είναι αναντικατάστατο πολιτικό εργαλείο για την κατανόηση του σημερινού κόσμου και η «σοβαρότητα» ο τρόπος αυτοεξορίας από την πολιτική αρένα, όπως έχουμε επιχειρήσει να αναλύσουμε (αν και, όπως παρατήρησε ο Διονύσιος Σκλήρης, στην περίπτωση του Τραμπ έχουμε έναν αλλόκοτο αντι-μεσσία, «ένα σημαίνον μέλος της ελίτ που θα έρθει να σώσει οιονεί πατερναλιστικά τον λαό από αυτές.»). Η ακραιοκεντρώα συναίνεση ρίχνει φως στα μη θεμιτά σημεία του αντιπάλου (τα οποία είναι όντως μη θεμιτά) για να αναδείξει την ίδια ως τη μόνη μετριοπαθή εναλλακτική, τη μόνη πραγματική επιλογή διακυβέρνησης δίπλα σε «λαϊκισμούς», δίπλα σε πρωτόγονους αντιπάλους ακρότητας και μισαλλοδοξίας.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κατηγορία του «λαϊκισμού» όταν εκπορεύεται από το κλιντονικό στρατόπεδο που παρανοϊκά κατηγορούσε τον ανθυποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ ως… δάκτυλο και πράκτορα της Ρωσίας (ένα πρωτοφανές ψυχροπολεμικό παραλήρημα), καθώς και η κατηγορία της «ακροδεξιάς» όταν εκπορεύεται από την κατ’ εξοχήν πολεμοχαρή υποψήφια πρόεδρο. Το να χάνουν οι λέξεις το νόημά τους είναι ένα από τα κυρίως εργαλεία αυτών των «ευρύτατων συναινέσεων». Τελικά, βλέπουμε πως αυτή η τεχνική αποτυγχάνει: αποτυγχάνει στο ελληνικό δημοψήφισμα, αποτυγχάνει στο Brexit, αποτυγχάνεις αμερικανικές εκλογές.

(Το γιατί αυτήν τη δυσαρέσκεια την καρπώνονται παντού δυνάμεις στη σκληρή Δεξιά γωνία του πολιτικού φάσματος και όχι, επί παραδείγματι, στην Αριστερά, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το βρει μόνη της.)

Από κει και πέρα, είναι αρκετά εντυπωσιακό το ότι η ελληνική κοινή γνώμη δεν επικεντρώθηκε στην προβαλλόμενη εξωτερική πολιτική των δύο υποψηφίων, αλλά σε άλλα ζητήματα. Πέρα από την ρηχότητα και την αφέλεια, άλλοι λόγοι που ενδεχομένως συνηγόρησαν σε αυτό εκτίθενται στο τρίτο μέρος του πρόσφατου άρθρου «Κυβέρνηση εναντίον Εκκλησίας, Στουρνάρας εναντίον Βαρουφάκη, Τραμπ εναντίον Κλίντον». Πολλοί όμως, δημόσια πρόσωπα αλλά και ιδιώτες, προέβησαν σε μία δημόσια λατρεία της Κλίντον και σε μια συνεχιζόμενη εξύβριση του Τραμπ μάλλον για να δείξουν, εν μέρει στους εαυτούς τους, την ακραιοκεντρώα μετριοπαθή αφ’ ενός και την υπερατλαντική αφ’ ετέρου νομιμοφροσύνη τους. Μια προσωπική τραγωδία πολλών Ελλήνων είναι, λοιπόν, η εξής: -ακριβώς- οι άνθρωποι που αρέσκονται να θεωρούν τους εαυτούς τους ευθυγραμμισμένους με τα υπερατλαντικά (από κάποιους ελαφρόμυαλους φοιτητές με φαντασιώσεις μεγαλείου μέχρι δημοσιογράφους και πολιτικούς με πραγματικότητες συμφερόντων) και έβριζαν χυδαία, πεζοδρομιακά τον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, -ακριβώς- οι ίδιοι και για τους ίδιους λόγους θα προβούν σε τούμπες κατοικιδίου υπέρ του, προϊόντος του χρόνου—διότι, τέλος πάντων, θα είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. Ούτε στον εχθρό μας τέτοια αναξιοπρέπεια… Στο μεταξύ, πριν φτάσουν να μιλούν για το πόσο ο πρόεδρος Τραμπ «σοβαρεύτηκε» (σαν τον Τσίπρα…) και έτσι μπορεί να οιακοστροφεί την «υπερδύναμη», αναρωτιούνται αν θα καταφέρει ποτέ η Αμερική να γίνει ένα κανονικό δυτικό κράτος με τόσον… εθνολαϊκισμό. Πολλοί έλληνες αστέρες της άνωθεν διανόησης, όπως ο Θανάσης Χειμωνάς και ο Θάνος Βερέμης, θα βρίσουν χυδαία τον αμερικανικό λαό που δεν τους… άκουσε–όπως άλλωστε κάνουν και με τον ελληνικό λαό.

Ακόμα και πολύ σοβαρότερες φωνές έπεσαν στην, κατά τον γράφοντα, παγίδα: Σύμφωνα με τη λογική Βαρουφάκη, «Κλείστε με το χέρι τη μύτη σας, για να μην σας παρασύρει η δυσωδία, και ψηφίστε Κλίντον. Αν και η Χίλαρυ είναι (α) γεωπολιτικά ανεύθυνη, (β) διαπλεκόμενη με την Wall Street και (γ) παραβιαστής των αρχών της εσωκομματικής δημοκρατίας (βλ. τον τρόπο με τον οποίο παραβίασε, μαζί με την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος, βασικές αρχές της εκλογικής διαδικασίας εναντίον του Μπέρνυ Σάντερς), ο υφέρπων φασισμός του Τραμπ δεν πρέπει να φτάσει στον Λευκό Οίκο.». Από αυτά που ο ίδιος ο Βαρουφάκης λέει/παραδέχεται, το (α) σημαίνει πόλεμος εκτός συνόρων, το (β) σημαίνει πόλεμος εντός συνόρων, το (γ) πραξικοπηματικό στοιχείο. Δηλαδή: πόλεμος, τραπεζοκρατία, μεταδημοκρατία. Αυτά δεν συνιστούν το μείζον για τον Γιάνη Βαρουφάκη, αφού εστιάζει στο να μη βγει ο «υφέρπων φασισμός» του Τραμπ, ο οποίος δεν ξέρουμε ακριβώς τί είναι, αλλά κάτι… προφανώς χειρότερο από τα (α)(β)(γ) της Κλίντον (το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ο Cthulhu). Οι περιορισμοί που θέτουν οι προοδευτικοί στον εαυτό τους είναι ικανοί να τους καταστήσουν ενθουσιώδεις συνενόχους σε ό,τι ακριβώς καταγγέλουν (κάτι που είδαμε, άλλωστε, στον πόλεμο της Γιουγκοσλαυίας).

Κλείνοντας αυτές τις σκόρπιες σκέψεις, υπενθυμίζουμε εμφατικά πως μιλάμε για τη νίκη Τραμπ ως το «μη χείρον» απέναντι στον πραγματικό κίνδυνο μιας προεδρίας Χίλαρι Κλίντον, και επ’ ουδενί ως κάτι το «βέλτιστον». Το να αποδειχθεί ο πρόεδρος Τραμπ η ενσάρκωση της… ελπίδας που υποσχέθηκε αλλά δεν έφερε ο Ομπάμα είναι εντελώς απίθανο: προφανώς θα δούμε μια Αμερική διαφορετική, με αρκετά σκοτεινά σημεία, αν και προφανώς η προεδρία Τραμπ δεν θα είναι όπως την εικονογραφούσε το στρατόπεδο της Κλίντον. Η δε συνέχεια της πολεμικής δραστηριότητας της Αμερικής είναι το μόνο σίγουρο: το ερώτημα είναι, σε πιο βαθμό.

Εδώ είναι πάρα πολύ σημαντικό ένα στοιχείο, στο οποίο επιχειρήσαμε νύξη παραπάνω: ο αλλόκοτος Τραμπ εξελέγη με την «αντισυστημική ψήφο», αλλά το μακράν πιθανότερο είναι πως θα απογοητεύσει τους ίδιους τους ψηφοφόρους και εντολείς του, με τον ίδιο τρόπο που ο Ομπάμα ματαίωσε την «ψήφο της ελπίδας». Κάτι το οποίο θα υπονομεύσει εν τέλει το ίδιο το εγχείρημα της όποιας «αντισυστημικότητας». Ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση όμως, η τοποθέτηση του Σλάβοϊ Ζίζεκ δεν θα χάσει την επικαιρότητά της.

 

Σωτήρης Μητραλέξης

Πρώτη δημοσίευση στο διαδικτυακό unfollow.

Advertisements