Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και ο Donald Trump / Μιχάλης Ρέττος

hero_img24059Η εκλογή του Donald Trump στην προεδρία των ΗΠΑ είναι μάλλον το κορυφαίο πολιτικό γεγονός του 2016, ίσως πιο μεγάλης δυναμικής και από το Brexit, σχετικά με το ρόλο που μπορεί να παίξει στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας και την πορεία του πλανήτη γενικώτερα. Ένας από τους σημαντικώτερους λόγους που αυτές οι εκλογές είχαν ξεχωριστό ενδιαφέρον, είναι  ότι  ίσως για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες παρουσιάστηκε μία αντισυμβατική υποψηφιότητα  που προέβαλε μία διαφορετική πρόταση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ (όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το 2001 έως σήμερα) και γενικώτερα για τον ρόλο της υπερδύναμης στα παγκόσμια πράγματα.

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ακροβατούσε ανέκαθεν στο δίλημμα, παρεμβατισμός ή απομονωτισμός. Συνήθως , όταν επρόκειτο για μία μεγάλη δύναμη με ισχυρές στρατιωτικές, πολιτικές και θεσμικές δομές ή για σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων, οι ΗΠΑ έκλιναν προς τον απομονωτισμό (πχ. στην περίπτωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όπου το τέλος στην πολιτική της σύνεσης –απομονωτισμού, το έδωσε η κήρυξη πολέμου από τη Γερμανία στις ΗΠΑ την 11η Δεκεμβρίου 1941). Όταν επρόκειτο όμως για χώρες ή περιοχές με μικρή εμβέλεια ισχύος και «καθυστερημένες» δομικά-θεσμικά, τότε επικρατούσε η κοσμική άποψη του Προτεσταντισμού, που έγκειται στην εξαγωγή των θεσμών του κοσμικού κράτους και των ατομικών δικαιωμάτων δια της παρέμβασης, ως ηθικό χρέος του πολιτισμένου κόσμου να μετακενώσει τα «φώτα» του –πέρα από τα όποια οικονομικά οφέλη της παρέμβασης-. Η πολιτική του παρεμβατισμού κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες –και ειδικώτερα μετά το γεγονός της 11ης Σεπτεμβρίου 2001–εθεωρείτο περίπου δεδομένη. Η πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν  στο όνομα του  «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και  η σύλληψη και καταδίκη σε θάνατο του Σαντάμ Χουσείν, συνεχίστηκε, ίσως διακριτικώτερα, και κατά την εποχή Obama με την κατάληψη της Λιβύης και την καταστροφή της Συρίας, στο όνομα της πτώσης των δικτατοριών και της εξαγωγής της δημοκρατίας.

Η πολιτική αυτή των παρεμβάσεων εξυπηρέτησε τους γεωστρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ, όμως είχε δύο ολέθρια για την ανθρωπότητα αποτελέσματα : πρώτο την ενίσχυση του ISIS-που στην κατεύθυνση αυτή αναδείχθηκε αντίπαλον δέος του Λιβυικού  καθεστώτος και τουBashar al-Assad στη Συρία-και τη δημιουργία του ισλαμικού κράτους, το οποίο σήμερα αποτελεί απειλή για όλον τον πολιτισμένο κόσμο, και δεύτερο τον κατακλυσμό της Ευρώπης από ανεξέλεγκτα κύματα προσφύγων. Στην τετραετία Obama επίσης, οι ΗΠΑ κατάφεραν να απομακρύνουν την Ουκρανία από τη Ρωσία, να θρέψουν το μίσος ανάμεσα τους, και μέσω αυτής της αντιπαράθεσης (που πήρε και πολεμικό χαρακτήρα) να τερματίσουν τη γερμανορωσσική και τη γενικώτερη ευρασιατική προσέγγιση.

Ο Donald Trump στις προεκλογικές του εξαγγελίες κομίζει μία νέα πρόταση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, η οποία διαφοροποιείται καίρια από αυτή των προκατόχων του και συνοψίζεται κυρίως στα εξής σημεία :

  • Διάθεση επαναπροσέγγισης με τη Ρωσσία και αναστολής του«νεοψυχροπολεμικού» κλίματος που διαμορφώθηκε κατά την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, τα συμφέροντα των δύο χωρών είναι αντικρουόμενα, με εστίες αντιπαράθεσης τη ζώνη Αρκτική-Μαύρη θάλασσα. Η όποια βελτίωση των σχέσεων επιχειρηθεί είναι σίγουρο πως δεν θα είναι ασφαλής, καθώς οι ισορροπίες είναι εύθραυστες.
  • Προθυμία συνεργασίας με το καθεστώς τουAssad για την πάταξη του ISIS. Μάλιστα, ο Trump εμφανίζεται αποφασισμένος να αφήσει τον Assad και τον Putin να συντρίψουν την αντίσταση στη Συρία. Αβέβαιo παραμένει το αν θα είναι αποστασιοποιημένη η στάση που θα κρατήσει ο Trump στη Λιβύη, όπου oISIS διαθέτει ισχυρούς πυρήνες. Αν οι ΗΠΑ κρατήσουν αποστάσεις, τότε οι Ευρωπαίοι ενδεχομένως να τεθούν υπό των ευθυνών τους, προκειμένου να σταματήσουν την ανεξέλεγκτη ροή μεταναστών από τη χώρα αυτή.
  • Ακύρωση των TPP (συμφωνιών διεθνούς εμπορίου). Ο Trump δείχνει αποφασισμένος να ακυρώσει όλες τις συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου που δεν εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα, με αποκορύφωμα τη NAFTA (εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Καναδά), την οποία κατακεραύνωνε στον προεκλογικό του λόγο.

 

Όλη αυτή η στροφή που εξέφρασε ο Trump στην πολιτική των ΗΠΑ δεν είναι αυθαίρετη, αλλά έχει να κάνει με τις ανησυχίες, τα βιοποριστικά προβλήματα και την αντίληψη της εκλογικής βάσης που τον εξέλεξε. Ο μέσος Αμερικανός δεν θεωρεί πλέον ότι η παγκοσμιοποίηση (και ο ηγετικός ρόλος των ΗΠΑ στην πραγμάτωσή της) εξυπηρετούν τα συμφέροντά του. Στις ΗΠΑ υφίσταται μία εθνική επιχειρηματική τάξη η οποία θίγεται από τις συμφωνίες διεθνούς εμπορίου, από την φυγή κεφαλαίων σε χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού και από τον «φορολογικό παράδεισο» των πολυεθνικών εταιριών. Η φθίνουσα αυτή εθνική επιχειρηματική τάξη καθώς και το εργατικό της δυναμικό ήταν ο  πυρήνας της εκλογικής βάσης του Trump, ο άμεσα σχετιζόμενος με την πραγματική οικονομία. Γι’ αυτό  ο Trump προβλέπει μία περισσότερο «παραδοσιακή» οικονομία που σχετίζεται στην εξόρυξη χάλυβα, ορυκτών και σε έργα εκσυγχρονισμού των υποδομών (Νέα Συμφωνία Trump), σε αντίθεση με την Clintonπου προέβλεπε μία οικονομία του 21ου αιώνα, στηριγμένη περισσότερο στην σύγχρονη τεχνολογία και τα οικονομικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Trump θα εγκαταλείψει την παγκόσμια οικονομική ηγεμονία των ΗΠΑ, αλλά ενδεχομένως ότι δεν θα θυσιάσει το εθνικό συμφέρον στο υπερεθνικό όραμα. Προς αυτή την κατεύθυνση λοιπόν, ζητά από την Ευρώπη να πληρώσει περισσότερα για την άμυνα της, βάρος το οποίο επωμίζεται σήμερα ο Αμερικανός φορολογούμενος, μέσω της οικονομικής συμβολής των ΗΠΑ στην άμυνα του ΝΑΤΟ. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η σχετική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από τις πολεμικές επιχειρήσεις (και το κόστος τους). Όλα αυτά συνιστούν μία πιο απομονωτική στάση των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική.

Η επικράτηση του Trump επίσης εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης αντίδρασης κατά της παγκοσμιοποίησης που συντελείται στο χώρο της δύσης (άνοδος ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων, Brexit), καθώς είναι πλέον φανερό ότι η τελευταία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων. Συντελείται από εθνικές και αστικές δυνάμεις της Δεξιάς ως επί το πλείστον, καθώς οι δυνάμεις της εκσυγχρονιστικής-φιλελεύθερης Αριστεράς αποτελούν βασικό συντελεστή του παγκοσμιοποιητικού εγχειρήματος, το οποίο έχει ενσωματώσει αρκετά στοιχεία «μεταμαρξισμού». Ενδεικτικές είναι οι αναφορές του νέου Αμερικανού προέδρου για το «διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο του συστήματος  Clinton» το οποίο «χρηματοδοτεί ΜΜΕ και οικονομικές εταιρίες, δεν λογαριάζει τα συμφέροντα του Αμερικανικού λαού, είναι υπεύθυνο για το κλείσιμο των εργοστασίων και την καταστροφή της εργατικής τάξης, την παράνομη μετανάστευση και τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό». Τέλος κάλεσε τον αμερικανικό λαό να ανακτήσει, μέσω της εκλογής του, τον έλεγχο της κυβέρνησης. Όλη αυτή η ρητορική (ανεξάρτητα από το πόση πραγματικότητα ή υπερβολή εμπεριέχει) στην ουσία θέτει έναν λαό απέναντι σε μία ελίτ που λειτουργεί για τον εαυτό της και τα συμφέροντά της.  Η εκλογή Donald Trump μοιάζει με μία εθνική προσαρμογή του Καπιταλισμού, προκειμένου η άκρατη παγκοσμιοποίηση και ο «Λιμπεραλισμός» να μη καταστρέψουν -αυτό το καθαρά υλιστικό και Προτεσταντικό- «αμερικανικό όνειρο».  Ενδιαφέρουσα εξέλιξη με ευκαιρίες, αλλά και παγίδες.

 

Advertisements