Ένδεκα (11) παρατηρήσεις-επισημάνσεις σχετικά με την διχοτομία «κοσμικού-θρησκευτικού» (secular-religious) ή περί «εκκοσμίκευσης» / Δημήτρης Β. Πεπόνης

 1. Ο διαχωρισμός ή η διχοτομία «κοσμικού-θρησκευτικού» αποτέλεσε μια από τις ιδρυτικές ιδέες του λεγόμενου μοντέρνου κόσμου. Προς το συμφέρον της ειρήνης και της αστικής τάξης, η «θρησκεία» έπρεπε να απογυμνωθεί από την όποια κοσμική εξουσία και να αποκτήσει έναν καθαρά ιδιωτικό χαρακτήρα. Η δημόσια σφαίρα έπρεπε να διέπεται από κοσμικότητα και η θρησκευτικότητα έπρεπε να περάσει στην ιδιωτική σφαίρα: δηλαδή, ιδιωτικοποίηση της θρησκείας (η «θρησκεία» ως ατομικό ζήτημα αποτελεί ένα σχήμα προτεσταντικό που πέρασε τόσο στον φιλελευθερισμό όσο και στον μαρξισμό). Αυτό το σχήμα σκέψης, όπως και η ίδια η η διχοτομία «κοσμικού-θρησκευτικού», έχει αμφισβητηθεί ριζικά τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο στο πεδίο των διεθνών σχέσεων όσο και στο πεδίο της κοινωνιολογίας, και κυρίως, στο πεδίο της κοινωνικής πραγματικότητας: στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα.

2. Ο κοσμικισμός ή η εκκοσμίκευση στις διεθνείς σχέσεις βρέθηκε στο επίκεντρο πολλών διαφορετικών θεωριών και επιχειρημάτων: ρεαλιστική πολιτική (real politik), φιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός, δυτικός φεμινισμός, παλαιομαρξιστική ταξική πάλη κ.λπ. Αυτές οι προσεγγίσεις, και αρκετές ακόμη (που συνήθως συνδυάζουν μοντερνισμό, κοινωνιολογικά δόγματα και οικονομισμό), αντιλαμβάνονται την «θρησκεία» ως απομεινάρι του παρελθόντος, χωρίς όμως να μας δίνουν κάποιον διαυγή ορισμό για αυτήν. Την αντιλαμβάνονται ως απομεινάρι του παρελθόντος με όρους αξιακούς και δογματικούς, ιδεών και πεποιθήσεων, γιατί με όρους π.χ. δημογραφίας, είναι οι φορείς των τελευταίων αυτών αντιλήψεων που, εάν συνεχίσουν την σημερινή τους πορεία, θα καταλήξουν απομεινάρια του παρελθόντος. Μια κυρίαρχη γραμμή σκέψης πάει κάπως έτσι: Μοντερνισμός σημαίνει κοσμικισμός-secularism (δηλαδή έμμεσα ή άμεσα «εξευρωπαϊσμός ή δυτικοποίηση») και κοσμικισμός σημαίνει «μαράζωμα» της θρησκείας (στην θέση της θρησκείας τοποθετήθηκε και το κράτος). Ως γνωστόν όλα «μαραζώνουν» κατά το αφήγημα.

3. Αρκετοί θεωρούν πως εκκοσμίκευση σημαίνει απλά απώλεια ή απουσία -κάθε- θρησκείας (κενό, ουδετερότητα κ.λπ). Ο κοσμικισμός (secularism) δεν αποτελεί το αντίθετο της «θρησκείας» (θέση από την οποία προκύπτει η διχοτομία κοσμικό-θρησκευτικό) ή την απουσία της «θρησκείας» (δίχως ξεκάθαρο ορισμό του όρου «θρησκεία»). Όπως διαβάζω και στη βιβλιοκριτική ενός έργου που σκοπεύω να παρουσιάσω «Οι μελλοντικοί μελετητές θα πρέπει να αντιπαλέψουν το επιχείρημα πως ο κοσμικισμός (secularism) πρέπει να σταθεί δίπλα στον προτεσταντισμό, τον καθολικισμό και τον ιουδαϊσμό, ως η τέταρτη ‘ομολογία’ του δέκατου ένατου αιώνα στη Γερμανία». Ο ίδιος ο όρος ή η κατηγορία «θρησκεία», αποτελεί εφεύρεση του κοσμικισμού ή της εκκοσμίκευσης. Η «θρησκεία» (religion) ορίζεται ως εκείνο που η εκκοσμίκευση (secularism) δεν είναι (δηλαδή, εάν δεν υπάρχει εκκοσμίκευση, υπάρχει θρησκεία;). Ο όρος «religion», με το σημερινό του νόημα, άρχισε να χρησιμοποιείται από τον 17ο αιώνα και ύστερα, αρχικά με την Μεταρρύθμιση και έπειτα με τον Διαφωτισμό και την Αποικιοκρατία. Οι όροι Βουδισμός, Ταοισμός, Ινδουισμός, Κομφουκιανισμός αποτελούν όλοι προϊόντα του 19ου αιώνα. Γι’ αυτό ορισμένοι αναφέρονται σε ανακάλυψη της «θρησκείας». Τα συστήματα αυτά υπήρχαν, αλλά δεν τα έβλεπαν οι άνθρωποι ως «θρησκεία». Τα κλισέ, οι προπαγάνδες και οι λαϊκισμοί των ημερών μας αρχίζουν κάπως έτσι: »Όλες οι «θρησκείες»…». Η religion, η θρησκεία αποτελεί ένα μοντέρνο Concept.

4. Η «θρησκεία», ως αφηρημένη, μονολιθική και ενιαία κατηγορία κανόνων, δογμάτων, οργανισμών και θεσμών, εφευρίσκεται τους τελευταίους αιώνες. Οι χριστιανοί των μέσων χρόνων δεν μιλούσαν για τον Μωάμεθ σαν να ήταν ηγέτης μιας διαφορετικής «θρησκείας», αλλά σαν αιρετικό Χριστιανό και για το Ισλάμ σαν να αποτελούσε μια αιρετική σέκτα. Ο Βούδας είχε ιδωθεί ως άγιος της Χριστιανοσύνης (και όχι του «Χριστιανισμού») υπό παραλλαγμένο όνομα, και όχι ως ηγέτης μιας διαφορετικής «θρησκείας» (γι’ αυτό συναντάμε και «ανταλλαγές» αγίων ή τον Αλέξανδρο στον μουσουλμανικό κόσμο). Σύνολα ανθρώπων που οι μοντέρνοι μελετητές τα αντιλαμβάνονται ως μέρη διαφορετικών «θρησκειών» δεν αντιλαμβάνονταν κατά αυτόν τον τρόπο τον εαυτό τους. Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε «θρησκευτικό» και «κοσμικό» (με «οπσιόν» ιδιωτικότητας), εφευρίσκεται μετά την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

5. Η λατινική λέξη «religio», η -αρχαία- ελληνική »θρησκεία» και η αραβική λέξη «din», προσεγγίζουν ως έννοιες την σημασία, όχι της σημερινής «θρησκείας», αλλά των καθηκόντων και των υποχρεώσεων (όχι μονάχα απέναντι στον Θεό αλλά και στους ανθρώπους), του νόμου, των εσωτερικών πράξεων, της αφοσίωσης, αρετής, virtue κ.λπ. «Θρησκεία», με την σημερινή σημασία, είχε παρατηρήσει προκλητικά ένας ΕβραιοΑυστραλός ακαδημαϊκός, είναι ότι προσομοιάζει στον Προτεσταντικό Χριστιανισμό. Η παρατήρηση του φαίνεται ρηχή αλλά έχει ενδιαφέρον. Οποιαδήποτε προσπάθεια να οριστεί εάν κάτι αποτελεί «θρησκεία» έχει το εξής κριτήριο στη βάση της: Τα περισσότερα debates για το εάν ο άλφα ή ο βήτα »ισμός» (Κομφουκιανισμός, Μαρξισμός κ.λπ) αποτελεί πραγματικά θρησκεία, καταλήγουν πάντα στο ερώτημα κατά πόσο προσομοιάζει στον προτεσταντισμό.

6. Φτάνοντας στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, αρχίζει να αναπτύσσεται μια νέα ορολογία που οδηγεί προς τη σύγχρονη κατανόηση της θρησκείας ως ιδιωτικής υπόθεσης. Παράλληλα έχουμε τις διαδικασίες ανάπτυξης των εθνών-κρατών, την διάσπαση του Χριστιανισμού σε διάφορες νέες αιρέσεις, τις εξερευνήσεις και τους αποικισμούς, την συνάντηση με μακρινές κοινωνίες και πολιτισμικά πρότυπα, την ανάπτυξη αρχών διεθνούς δικαίου και αλληλεπιδράσεις με διαφορετικές γλώσσες κ.λπ. Όλα τα προηγούμενα διαμορφώνονται μέσα στο πλαίσιο του δυτικού προτεσταντικού χριστιανικού πρότυπου.

7. Η Γαλλική Επανάσταση δεν εγκαθίδρυσε το κοσμικό κράτος και τον περίφημο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας, καθώς αυτός εγκαθιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον κάποιος να αναρωτηθεί γιατί; Το ερώτημα για την θεσμοθέτηση του «διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους» και της laïcité στη Γαλλία, είναι εξαιρετικής σημασίας, γιατί η laïcité αποτελεί τμήμα της εθνικής ταυτότητας της Γαλλίας. Η Γαλλική laïcité μπορεί να ιδωθεί ως «Catho-laïcité» και όχι ως «ουδέτερη» (έχει ενδιαφέρον η κριτική που ασκείται από Καναδούς προς Γάλλους με αφορμή τον «πολυ-πολιτισμό» στο συγκεκριμένο ζήτημα). Το συγκεκριμένο ζήτημα (Γαλλική Catho-laïcité) μπορεί να τεθεί και στο πλαίσιο της εθνικοποίησης του καθολικισμού της Γαλλίας έναντι της Ρώμης και του γαλλικού αγώνα έναντι του προτεσταντισμού και της προσπάθειας υπεροχής επ’ αυτού.

8. Υπάρχουν ιστορικοί που έχουν εκφράσει την άποψη πως η βεμπεριανή θεωρία περί εκκοσμίκευσης αποτελεί υποπροϊόν των φιλελεύθερων προτεσταντικών πολιτισμικών πολέμων (Kulturkampf). (κοσμικός) Φιλελευθερισμός ανάμεσα σε ρωμαιοκαθολικισμό και κοσμικιστικό σοσιαλισμό (αρχικά ο όρος secularism έφερε πληβειακό φορτίο. Οι όροι αυτοί -secularism, secularization- έγιναν ευρύτερα γνωστοί μόλις κατά τα τελευταία χρόνια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης). Από το 1848 και το 1870, γερμανικά φιλελεύθερα μεσοαστικά στρώματα χρησιμοποιούν τον αντι-καθολικισμό και στρέφονται εναντίον της εκκλησίας σε μια προσπάθεια τους να προσανατολιστούν στην νέα εποχή και να διασφαλίσουν την αυτονομία του κράτους από την καθολική εκκλησία. Η φιλελεύθερη επίθεση ενάντιον του ρωμαιοκαθολικισμού ήταν στην πραγματικότητα μια σύνθετη προσπάθεια να διατηρηθεί η ηθική, κοινωνική, πολιτική και σεξουαλική τάξη κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που χαρακτηριζόταν από δραματικές πιέσεις για αλλαγή. Η σύνθετη αυτή προσπάθεια, συμπεριέλαβε «καπιταλιστικά οικονομικά», βιομηχανική ανάπτυξη, εθνική ενοποίηση και κρατικά επιβαλλόμενες λύσεις θρησκευτικής απο-πολιτικοποίησης μέσω ιδιωτικοποίησης (κάτι που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες σε πολλαπλούς τομείς: η απο-πολιτικοποίηση μέσω της «ιδιωτικοποίησης») κ.λπ. Αυτό που σήμερα έχει επικρατήσει να ονομάζουμε εκκοσμίκευση ή κοσμικισμό αποτελεί, καταγωγικά, προϊόν της δυτικής χριστιανοσύνης (τώρα εάν είναι καθαρά λατινικό ρωμαιοκαθολικό, προτεσταντικό γερμανίζον ή εάν απορρέει από την σχέση, επαφή και αντιπαράθεση αυτών των δύο, είναι μια μεγάλη κουβέντα).

9. Αρκετοί άνθρωποι συνήθως συγχέουν την εκκοσμίκευση με την προτεσταντοποίηση. Θεωρούν μια προτεταντική κοινωνία του ευρωπαϊκού βορρά ως «κοσμική» λόγω κλίματος σχέσεων, ύφους ή ηθικής: «διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους» στην Σουηδία έγινε μόλις το 2000, ενώ στην Νορβηγία ισχύει το εξής: «the Church of Norway, an Evangelical-Lutheran church, remains Norway’s people’s church, and is supported by the State as such». Επίσης η θρησκευτικότητα των Άπω Ασιατών θεωρείται κατά κάποιον τρόπο «κοσμική»: μέσω αυτών των απόψεων -και την αγνόησή της Ινδιας- οδηγούμαστε στις μονοθεϊστικές ως τις μόνες «θρησκείες». Ως παράλληλες και συνδυαζόμενες διαδικασίες, ο διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, η απο-εθνικοποίηση του κράτους και ο λεγόμενος «εκδυτικισμός ή εξευρωπαϊσμός», οδηγούν χριστιανικές και μουσουλμανικές κοινωνίες κατευθείαν σε προτεσταντοποίηση.

10. Η κοσμικιστική (secularist) ιδεολογία σχετίζεται με την φαινομενική ουδετερότητα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ θρησκευτικού και κοσμικού δεν «βρέθηκε», κατασκευάστηκε. Το κοσμικό θεωρήθηκε όχι απλά ως ένας τρόπος οργάνωσης της ζωής, προκειμένου να διασφαλιστεί η ειρήνη και η αρμονία μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, αλλά ως ένα είδος «ωρίμανσης». Θεωρήθηκε «αναπτυξιακό» κατόρθωμα. Έγινε αντιληπτό από αρκετούς ανθρώπους ως υπέρβαση των ψευδαισθήσεων που τους βοήθησε να φτάσουν στο επίπεδο ενός κοσμικού παγκόσμιου πολιτισμού που έχει υπερβεί, και αποτελεί φυγή ή απόδραση, από κατηγορίες θρησκευτικές, εθνικές, φύλου, πολιτιστικές, διαφορετικών παραδόσεων, κοινωνικών δομών, χωρών και πεποιθήσεων, προς μια αγνότητα καθαρού λόγου, παγκοσμίων δικαιωμάτων και συνδέσεων (σας κοιτώ από ψηλά μέσα από το αγνό, ηθικό, καθαρό, σχεδόν πουριτανικό, λευκό, μίνιμαλ και ρασιοναλ κοσμικο-αγγελικό πανανθρώπινο σύννεφο μου). Πολύ ισχυρή ιδεολογική αυτο-κατανόηση. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια ιδεολογία φυγής (ή/και απόδρασης) και την ιδέα μιας διασυνδεδεμένης Οικουμένης.

11. Το δίπολο, η δυαδικότητα ή η διχοτομία «κοσμικό-θρησκευτικό» αποτέλεσε μια από τις πολλές απο-ιστορικοποιημένες ή ανιστορικές νοητικές κατασκευές (όπως π.χ. τα δίπολα «αριστερά-δεξιά», «πρόοδος-συντήρηση», «ανάπτυξη-καθυστέρηση» κ.λπ) της νεώτερης δυτικοευρωπαϊκής σκέψης και της αξίωσης της για Οικουμενικότητα.

 

Σημειώσεις

[-] Δεν υπάρχει μονολιθικός secularism, ούτε διχοτομία κοσμικού-θρησκευτικού ως παγκόσμια πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλαπλές «secularities» που αναμειγνύονται με, ή αναδύονται από, «θρησκευτικότητες», ενώ σε αρκετές περιπτώσεις χάνονται ή θολώνουν τα όρια μεταξύ αυτών των δύο. Secularization is the narrative of the West.

[-] Σύγχυση προκύπτει από ένα μείγμα αστικοποίησης, τρόπου κοινωνικοποίησης της τεχνολογίας και οργάνωσης ή λειτουργίας της παραγωγής με συγκεκριμένες «πεποιθήσεις» και ιδέες περί ουδετερότητας. Επίσης αναμειγνύεται ο ουνιταριανισμός και ο ουνιβερσαλισμός με τον ρασιοναλισμό και την κοσμική θρησκευτικότητα.

[-] Ο προτεσταντισμός και ο μουσουλμανισμός ουσιαστικά δεν διαθέτουν κλήρο, υπό τη μορφή της ιεραρχικής εξουσίας. Κύριος στόχος της αντικληρικαλιστικής ιδεολογίας ήταν ο ρωμαιοκαθολικισμός (ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση πολέμου, υπό διάφορες μορφές και με διάφορους αντίπάλους, από τον 16ο αιώνα και ύστερα).

[-] Την επόμενη παρατήρηση την έχω διαβάσει, αλλά διατηρώ τις επιφυλάξεις μου: Ίσως το πιο εκκοσμικευμένο μέρος στον πλανήτη να υπήρξε η ανατολική Γερμανία (1949-1990). Γιατί; Διότι εκεί συνέκλιναν ο προτεσταντισμός με τον κομμουνισμό (κρατικός αθεϊσμός και αντικληρικαλισμός). Στα δύο προηγούμενα θα μπορούσατε να προσθέσετε και τον «πρωσσισμό» με τον «νεο-γερμανισμό».

 

Δημήτρης Β. Πεπόνης, cosmoidioglossia & ΙΝΣΠΟΛ

Advertisements