Grexit #με_τον_Κυριάκο; / Σωτήρης Μητραλέξης

(Διαβάζεται εν συναρτήσει με το προηγούμενο.)

Μια απόλυτη βεβαιότητα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα, η απόλυτη βεβαιότητα της επερχόμενης κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Το μέλλον είναι άγνωστο και η μοίρα αδιαφανής, αλλά μοναδική εξαίρεση σίγουρης, δεδομένης γνώσης — αργά ή γρήγορα — μοιάζει να είναι αυτή η βεβαιότητα. Άπαντες την επικαλούνται: για άλλους αποτελεί χαράς ευαγγέλια, γη της Επαγγελίας και σωτηρία από τους μνημονιακούς κομμουνιστές, ενώ για άλλους έσχατο μπαμπούλα, παλινόρθωση της πιο σκληρής Δεξιάς (ή για την ακρίβεια, του πιο σκληρού Κέντρου), ικανό και επαρκή λόγο για να υπομείνουμε κάθε συριζαϊκότητα.

Με το παρόν σημείωμα θέλουμε να υπαινιχθούμε πως αυτή η βεβαιότητα δεν είναι και τόσο… βέβαιη — και πως, ακόμα και εάν τελικά αποδειχθεί ορθή, ίσως αυτό να μην συμβεί με τον τρόπο που φαντάζονται φίλοι και πολέμιοι.

Τι νόημα έχει αυτή η συζήτηση — που θα μπορούσε και να οριστεί ως σπέκουλα; Φυσικά και έχει νόημα, καθ’ ότι ειδάλλως συζητούμε πολιτικά πάνω σε εντελώς αυθαίρετες προσλαμβάνουσες, ή απλώς φανερώνουμε εκ νέου τη συλλογική μετα-δημοψηφισματική μας πολιτική κατατονία, όπου κανένα νόημα δεν έχει νόημα και καμία αξία δεν έχει αξία: ο χρόνος απλώς περνάει, ενώ εμείς παρακολουθούμε την αργόσυρτη κηδεία μας. Αν, λοιπόν, η βεβαιότητα του επερχόμενου μητσοτακισμού (για να συνεχίσει το μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα) είναι το όπιο των εκατέρωθεν πολιτικολογούντων, σαφώς και έχει νόημα να πεις όχι στα ναρκωτικά. Δεν επενδύουμε καμία βεβαιότητα στα σενάρια που θα εκθέσουμε: αντιθέτως, τα εκθέτουμε προς άρση των υπολοίπων βεβαιοτήτων.

Αρχίζουμε με την «επερχόμενη κυβέρνηση Μητσοτάκη» (σωτήρια για τους μεν, δαιμονική για τους δε). Σύμφωνα με τη δημοφιλή θεωρία, η οποτεδήποτε πτώση της κυβέρνησης Τσίπρα συνεπάγεται γραμμικά την άνοδο μιας κυβέρνησης Μητσοτάκη: το δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, έτερος μεγάλος «παίκτης» δεν υπάρχει και δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την ανάδυσή του, ενώ όσον αφορά τις πολιτικές εκπλήξεις, «ό,τι έγινε, έγινε»: οι φαινομενικά τεράστιες πολιτικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια εξάντλησαν τις δυνατότητες περαιτέρω μεγάλων αλλαγών. Οι φιλελεύθεροι/κεντρώοι/«σοβαροί» θα προσθέσουν εδώ και το εξής twist, ότι το ελλαδικό ανάλογο των φοβερών ανακατατάξεων που εκδιπλώνονται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και στον κόσμο (Brexit, Trump, κρίσιμες εκλογές στη Γαλλία, υφέρπουσα αστάθεια στην Ιταλία κλπ.) δεν το αναμένουμε στο μέλλον, αλλά έχει ήδη συμβεί το 2015 και ηττηθεί, άρα από ‘δω και μπρος business as usual: οι «παλαβοί ψευδολόγοι επικίνδυνοι λαϊκιστές» εξελέγησαν ήδη το 2015, απεδείχθη το έωλο των θέσεών τους και συμμορφώθηκαν χρεωκοπώντας πολιτικά, «όπως οι λαϊκιστές πάντοτε νομοτελειακά θα πάθουν».

Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι το εξής, ειδικά δε αν η κυβέρνηση Τσίπρα κρατήσει τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2018: την ώρα που παντού εγείρονται αρκετά πρωτοφανείς εκλογικοί/πολιτικοί άξονες υπερεθνικά οριζόμενης πολιτικής από τη μία εναντίον εδαφικά προσδιορισμένου πολιτικού ελέγχου και εντολής από την άλλη (αυτό που ονομάζουμε δημοκρατική, εθνική, λαϊκή κυριαρχία), την ώρα που σχεδόν παντού υψώνεται και συχνότατα κατισχύει η συνειδητή επιδίωξη της αστάθειας έναντι ενός ανεπαρκούς, αποτυχημένου «μετριοπαθούς» (δηλαδή: ακραιοκεντρώου) business as usual, πώς θα είναι εφικτό να κονταροχτυπηθούν στην Ελλάδα δύο κόμματα πλήρως προσαρμοσμένα στον έναν από αυτούς τους δύο άξονες οι οποίοι μοιάζουν να ορίζουν αντιθετικά το πολιτικό παιγνίδι, χωρίς ουσιαστική εκπροσώπηση του δεύτερου; Είναι εφικτό να συμβεί οξεία εκλογική διαμάχη μεταξύ… συναινούντων ενηλίκων μνημονιακών κομμάτων, χωρίς σοβαρή εκπροσώπηση άλλης και ευμεγέθους εναλλακτικής στην αρένα; Επί ποιας βάσης θα λάμβανε χώρα αυτή η διαμάχη; Δεν υποτίθεται πως η φύση απεχθάνεται το κενό; Το ερώτημα εδώ δεν αφορά το γιατί δεν υλοποιούνται οι εκάστοτε θεωρίες για το πώς λειτουργεί η πολιτική διαμάχη, είναι καθαρά πρακτικό: πώς είναι δυνατόν να τεχνουργηθεί η πόλωση «στα σημεία» μεταξύ εξαιρετικά ομοίων και έξωθεν προκαθορισμένων προτάσεων διαχείρισης/υποδοχής επιτροπείας;

Το αδιέξοδο αυτό το βλέπουμε ήδη στον πολιτικό διάλογο: αφού σε όλα τα «μεγάλα» θέματα υπάρχει κατ’ ουσίαν πλήρης συναίνεση και αδιόρατες μόνο διαφορές ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, μεγεθύνονται κωμικά και εκατέρωθεν οι δευτερεύουσες διαφορές για να πάρουν την θέση τους: οξύνεται μια ρητορική αριστεράς/δεξιάς ακόμα και χωρίς συγκεκριμένη βάση, αλλά μάλλον περισσότερο ως ιστορική μνήμη και συναισθηματικά αντανακλαστικά. Κεντρικό ζήτημα πολιτικής διαμάχης γίνεται άλλοτε το σχεδιασμένο επί Σαμαρά νέο πρόγραμμα σπουδών στα θρησκευτικά, άλλοτε ακόμα σκιαμαχούν για τους πρώτους έξι μήνες του 2015, ενίοτε συμπυγνύεται «μέτωπο της λογικής ενάντια στον λαϊκισμό», κ.ο.κ.

Και αν η ανάγκη έστω προσχηματικά πραγματικών διαφορών–σε μείζονα θέματα, όχι σε τεχνητώς διογκούμενα ελάσσονα–ανάμεσα στα αντίπαλα κόμματα υφίσταται ούτως ή άλλως, αυτή πολλαπλασιάζεται ριζικά μέσα στο παγκόσμιο κλίμα αστάθειας, αλλαγών, απρόβλεπτων αποτελεσμάτων εκλογικών αναμετρήσεων. Πέραν της δυναμικής τέτοιων ανατροπών που ούτως ή άλλως δημιουργείται (όσο κι αν οι «κεντρώοι» χρησμολογούν πως αυτή η δυναμική έχει ήδη εξαντληθεί στη χώρα μας από το 2015), η αποικιακής λογικής Ελλάδα συμμορφώνεται πάντοτε–με μια κάποια χρονοκαθυστέρηση–με τις διεθνείς πολιτικές τάσεις. Και η τάση πλέον δεν είναι η σταθερότητα, αλλά η έλλειψη αυτής. Δεν είναι το μηντιακά προβλεπόμενο, αλλά το «λαϊκιστικά» απρόβλεπτο.

«Ναι, αλλά ποια απρόβλεπτη σήμερα δύναμη θα διεκδικούσε την πρώτη/δεύτερη θέση; Τα πολιτικά κουκιά είναι μετρημένα.» Θυμίζουμε εδώ ότι το πολιτικό φαινόμενο του Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία εμφανίστηκε από το πουθενά και ανδρώθηκε κατ’ ουσίαν σε δύο μήνες. Υπό τις παρούσες συνθήκες βαλτώματος, σαφώς και είναι εφικτό να εμφανιστεί μια ταχύτατα ανερχόμενη δύναμη έξωθεν του πολιτικού πλαισίου–για καλό ή για κακό…

Η βεβαιότητα λοιπόν της νομοτελειακής εναλλαγής Τσίπρα-Μητσοτάκη αντιμετωπίζει ένα οξύτατο πρόβλημα πολιτικού ρεαλισμού, το οποίο μεγεθύνεται όσο παρέρχονται οι μήνες και όσο μακρύτερα τοποθετούνται οι εκλογές. Το λογικό παράδοξο δύο κομμάτων που σε συνθήκες κρίσης (διότι άλλοι οι κανόνες των ομαλών συνθηκών, του ό,τι υποτίθεται πως γνωρίσαμε ως «παχιές αγελάδες» για την μεσαία τάξη) διεκδικούν με περίπου την ίδια κατ’ ουσίαν πλατφόρμα αθροιστικά πολύ περισσότερο από την απόλυτη πλειοψηφία στην κάλπη, με τις λοιπές ψήφους να διαμοιράζονται σε εξ ίσου αδιαφοροποίητα κόμματα ή σε ένα αρχιπέλαγος μικρών κομμάτων σε κρίση αντιμνημονιακής ταυτότητας, μοιάζει δυσεπίλυτο. Πιο πολύ μοιάζει να οδηγεί, αν όχι στην νίκη ενός εντελώς απρόβλεπτου σήμερα και ανατρεπτικού (για καλό ή για κακό) πόλου απέναντι σε μείζονες μεν κατακερματισμένες δε μνημονιακές δυνάμεις, τότε σε «μεγάλους συνασπισμούς» ή «οικουμενικές κυβερνήσεις» που δεν συνεπάγονται τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως πρωθυπουργό–αλλά τρίτο πολιτικό ή τεχνοκρατικό πρόσωπο, ή και τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος με όσα ορθά στηλιτεύονται ως «κόλπα σχολικού δεκαπενταμελούς» έχει καταφέρει να διατηρήσει εντυπωσιακή παρά φύσιν κοινωνική συναίνεση.

Η εικόνα μιας χώρας σε παρατεταμένη κρίση που, ενώ ο κόσμος μεταβάλλεται ταχύτατα, θα πραγματοποιήσει εκλογές με αδιαφοροποίητη την κυρίως ατζέντα των δύο κεντρικών δυνάμεων, χωρίς καμία πραγματική εναλλακτική, είναι εικόνα πολιτικού και κοινωνικού γηροκομείου. Και αυτό θα μπορούσε να αποτελεί ίσως τη μόνη εξήγηση υλοποίησης ενός τέτοιου ενδεχομένου: δηλαδή, το δημογραφικό προφίλ των ψηφοφόρων, με ηλικιακά γερασμένους πολίτες που αφ’ ενός δεν «ρισκάρουν», αφ’ ετέρου δεν πολυενδιαφέρονται για το τι θα γίνει μετά από την εποχή τους, ενώ τα νεώτερα και πιο δυναμικά στοιχεία της κοινωνίας έχουν μεταναστεύσει εγκαίρως. Ναι: αν είμαστε μια οριστικά πεθαμένη κοινωνία, τότε η ομαλή εναλλαγή κυβερνήσεων ριζοσπαστικά μνημονιακής αριστεράς και Κυριάκου Μητσοτάκη είναι καθ’ όλα εφικτή.

(Εφικτή, χωρίς όμως αυτοδυναμίες: και τότε, με ποιον θα συγκυβερνούσε η Νέα Δημοκρατία; Με το Ποτάμι που στερεύει οριστικά και δύσκολα θα έφτανε τον πήχυ του 3%; Με τον μετα-πασοκικό χώρο που ελίσσεται κατά όχι πάντοτε προσδιορίσιμο τρόπο και στόχο; Με μόνη ελπίδα συγκυβέρνησης τον Βασίλη Λεβέντη;)

Έστω, όμως, ότι η προφητεία είναι αληθινή και ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα σχηματίσει οψέποτε κυβέρνηση. Τι θα πράξει αυτή η κυβέρνηση; Στο μυαλό των πλέον αφελέστερων υποστηρικτών του, «επιτέλους το μνημόνιο θα εφαρμοστεί σωστά και αναπτυξιακά, άρα θα πετύχει, ενώ οι εταίροι θα αναγνωρίσουν αμέσως την σοβαρότητα και την καλή του μεταρρυθμιστική θέληση, με όλες τις ελαφρύνσεις και διευκολύνσεις που αυτό συνεπάγεται». Έτσι θα βγούμε από το Μνημόνιο σε πλήρη ανάπτυξη, διότι το Μνημόνιο στη θεωρία είναι σωστό, απλώς δεν εφαρμόστηκε σωστά… Η πίστη σε αυτό το σενάριο είναι τόσο εμφανώς θρησκευτικής υφής, ώστε δεν κλονίζεται όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερηφάνως τουητάρει πως «και χωρίς τη συμφωνία των εταίρων, η κυβέρνησή μου θα μειώσει τους φόρους».

Όλα αυτά βέβαια επιδεικνύουν εκπληκτική εκούσια τυφλότητα απέναντι στο εξής απλό και εγκαίρως διαγνωσμένο: ότι το τρέχον Μνημόνιο, με τους εν γένει παλαβούς αριθμούς του και το νοσηρά σαδιστικό πλεόνασμα 3,5% το οποίο δεν πετυχαίνουν τα κράτη που μας το προτείνουν (!), δεν έχει ως στόχο να πετύχει. Κανένας οικονομολόγος που σέβεται τον εαυτό του δεν αποδίδει σταγόνα ρεαλισμού στην αντίληψη πως το τρέχον Μνημόνιο είναι εφαρμόσιμο, και αν εφαρμοστεί πετυχαίνει, με το πρόγραμμα να φτάνει στο τέλος του. Η επιτυχία του τρέχοντος προγράμματος είναι το Grexit. Είναι η εξάντληση της ίδιας της δυνατότητας της χώρας να συνεχίσει να υφίσταται εντός των προγραμμάτων, με αποτέλεσμα να εξωθηθεί στο να διεκδικήσει η ίδια το Game Over. Είναι η μακροπρόθεσμη προοπτική του δόκτωρος Σόιμπλε, ο οποίος–πολύ σοφά–θα προτιμούσε μια «μικρή ευρωζώνη/μεγάλη μαρκο-ζώνη» των πλεονασματικών κρατών.

Χιλιοδιαπιστωμένο: παρά τα θεατρικά ιντερλούδια των συχνών μπρα ντε φερ κυβέρνησης-τρόϊκας και των εκτενών μονοπράκτων του Eurogroup, η μεταδημοψηφισματική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον ο καλύτερος εταίρος των εταίρων, καλλιεργώντας το φιλέταιρόν τους: εφαρμόζει τα συμφωνηθέντα στο βαθμό που κανείς μπορεί ρεαλιστικά να αναμένει την εφαρμογή τους, διατηρώντας την κοινωνική αντίσταση απέναντι σε εξαιρετικά βίαιες μεταβολές σε ένα σαγηνευτικά εκπληκτικό μίνιμουμ (ούτε οι αλλαγές που επιφέρουν τα μνημόνια ούτε οι συνέπειες αυτών των αλλαγών δύνανται να είναι πλέον πρώτη είδηση, επιβεβαιώνοντας πλήρως το ειρωνικό φιλελέ μάντρα ότι «επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν λιποθυμούν πλέον τα παιδιά στα σχολεία»). Ο μόνος λόγος για μια ξαφνική εναλλαγή διακυβέρνησης μετά από μια απόδραση ή εκδίωξη Τσίπρα δεν θα ήταν, φυσικά, για να στρωθεί με ροδοπέταλα η επιτυχής έξοδος από τα προγράμματα διάσωσης στα πόδια ενός ακραιοκεντρώου («και όχι δεξιού», όπως πάντοτε θα σπεύσει να θυμίσει) μεταρρυθμιστή, αλλά μάλλον για να παιχθεί η τελευταία πράξη τους, η συνεπής τους απόληξη: το Grexit, το Grexit #με_τον_Κυριάκο.

Η τελευταία σκηνή μιας τραγωδίας έχει πάντοτε και κάποια στοιχεία κωμωδίας: έτσι, εάν και όταν συμβεί το Grexit-σα-στυμμένη-λεμονόκουπα με όλην του την τότε καταστροφικότητα ακριβώς λόγω συνεπούς εφαρμογής του Μνημονίου (και άρα τελεσίδικης έκλειψης κάθε μηχανισμού ασφαλείας), θα είναι πρώτοι οι ευρωμνημονιακοί που, απευθυνόμενοι στους λογής λογής εξωΤΙΝΑϊκούς, θα φωνάξουν: «είδατε; Πέρασε το δικό σας. Εφαρμόστηκε η δική σας γραμμή. Το αίμα στα παιδιά σας και στα παιδιά των παιδιών σας».

Τελικά, είναι πιθανό να έχουμε αργά ή γρήγορα κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη για να συνεχίσει το μνημόνιο του Αλέξη Τσίπρα; Σαφώς πιθανό. Ουδόλως απίθανο. Εξίσου ουδόλως απίθανο είναι το να μην έχουμε. Ή το να έχουμε Grexit #με_τον_Κυριάκο. Καμία βεβαιότητα, για τίποτα. Αν κάτι κερδίζουμε με αυτή τη διαπίστωση, αυτό είναι η επίγνωση πως η υποκατάσταση της πολιτικής με την οιωνοσκοπία έχει μάλλον διαφανή αιτιώδη σχέση με την πρωτοφανή εσωστρέφεια κάθε ενδεχομένου φορέα εναλλακτικής πρότασης–ώρα, λοιπόν, να παύσει.

 

Αναδημοσιευμένο από την Huffington Post, προηγούμενη, συντομώτερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύθηκε στο Unfollow 62.

Advertisements