Τέλος ή Αρχή;

Η επιτυχία των δυο συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα οφείλεται στο ότι ενσάρκωναν ταυτόχρονα δυο πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας: τον πατριωτισμό/εθνικισμό, και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι διαδεδομένα φαινόμενα για λόγους που άπτονται των συνθηκών γέννησης και διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτά τα δυο ρεύματα αναπόφευκτα αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Η σύζευξή τους όμως σήμερα υπό συνθήκες κυβερνώσας αριστεράς ανοίγει πρωτοφανείς προοπτικές.

Ο εθνικισμός θεωρείται συνήθως ένα πιο δεξιόστροφο φαινόμενο ενώ ο λαϊκισμός, καθώς αμφισβητεί ιεραρχίες και κατεστημένα, αφορμά από ένα σημείο πιο κοντά στην αριστερά. Πέραν αυτών των προδιαθέσεων όμως, εθνικισμός και λαϊκισμός μπορούν να συνυφανθούν με ιδέες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η ιστορική παράταξη της ελληνικής δεξιάς γεννήθηκε ως αντισυστημικός αντιβενιζελισμός, ενώ η αριστερά αύξησε την επιρροή της όποτε υιοθέτησε πατριωτικά συνθήματα και μοτίβα (ΕΑΜ, Παπανδρέου, και πιο πρόσφατα ΣΥΡΙΖΑ).

Όποτε ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός συναντιούνται, το ιδεολογικό πρόσημο που προκύπτει εξαρτάται από το σχετικό βάρος της κάθε μιας ιδεολογίας στο μείγμα. Στο παρελθόν, τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία το 1992 και 1994 και οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες το 2000 εμπεριείχαν το στοιχείο αμφισβήτησης κυρίαρχων επιλογών του κράτους, επικρατούσαν όμως εθνικιστικά/ταυτοτικά μοτίβα. Η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 από την άλλη χρησιμοποίησε και το λεξιλόγιο του πατριωτισμού, αλλά στο μήνυμά της κυριαρχούσαν αντισυστημικά μοτίβα και ιδέες κοινωνικής δικαιοσύνης, και για αυτό εκφράστηκε κομματικά από την αριστερά.

Τα σημερινά συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» φαίνεται να ορίζονται κυρίως από τον εθνικισμό/πατριωτισμό, αν και εμπεριέχουν και μια αντισυστημική διάσταση. Αν κοιτάξει κανείς προηγούμενα παραδείγματα εθνικοπατριωτικής μαζικής κινητοποίησης, θα δει ότι αυτές δεν τείνουν να προκαλούν συστημικές πολιτικές αλλαγές. Ούτε τα συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του ’90 αμφισβήτησαν τον τότε δικομματισμό, ούτε οι λαοσυνάξεις έπαιξαν ρόλο στον κομματικό ανταγωνισμό (η ήττα του ΠΑΣΟΚ το 2004 μάλλον θα ερχόταν και χωρίς αυτές). Πιο παλαιά, οι διαδηλώσεις για το Κυπριακό την δεκαετία του ’50 ταρακούνησαν το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά η δυναμική τους εξανεμίστηκε με την έλευση της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο νέων αντισυστημικών αιτημάτων.

Αντίθετα, είναι οι ρήξεις στις οποίες κυριαρχεί το αντισυστημικό/αντικαθεστωτικό, εξισωτικό, λαϊκιστικό στοιχείο που παραδοσιακά προκαλούν βαθιές πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα, ενώ συνήθως καναλιζάρονται στον κομματικό ανταγωνισμό προς προοδευτικά/ριζοσπαστικά κόμματα που γρήγορα καταλαμβάνουν ηγεμονικό ρόλο: το Γουδί που οδήγησε στον Βενιζελισμό, οι μαζικές κινητοποιήσεις την δεκαετία του ’60 που τελικά αποκρυσταλώθηκαν πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ, και η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 που γιγάντωσε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μεγάλη συζήτηση γιατί ο αριστερόστροφος αντισυστημισμός είναι ιστορικά σημαντικότερος καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από τον δεξιόστροφο εθνικισμό. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς-δομικούς παράγοντες, όπως την περιφερειακή θέση υστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της δυτικής νεωτερικότητας, ή το γεγονός ότι το κράτος (βασικό συστατικό της ιδεολογίας του εθνικισμού) μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αιτήματα που εξυφαίνονται γύρω από τον εθνικισμό παρά γύρω από τον λαϊκισμό.

Με βάση τα παραπάνω, να αναμένουμε ότι τα τελευταία συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν θα δημιουργήσουν πολιτική δυναμική; Η πολιτική συγκυρία σήμερα έχει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα π.χ. με την ήττα του 1897 ή την Κυπριακή τραγωδία του 1974, η εθνική υποχώρηση σήμερα απειλεί να λάβει χώρα όχι από μια συντηρητική, κουρασμένη και απομονωμένη από τον λαό ηγεσία, αλλά από μια αριστερή ηγεσία που δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα του λαού αν και έχει από πίσω της δυόμισι χρόνια που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Η επάνοδος ενός αιτήματος εθνικού και ταυτοτικού χαρακτήρα σε μια τέτοια συγκυρία απειλεί να το καταστήσει για πρώτη φορά μια αμφισβήτηση που το κυρίαρχο σύστημα δεν θα μπορεί να απορροφήσει όπως στο παρελθόν. Για πρώτη φορά το πειθαρχημένο προς το κράτος «έθνος» είναι έτοιμο να λειτουργήσει σαν διεκδικητικός και αντισυστημικός «λαός».

Φυσικά ποτέ δεν πρέπει να ευχόμαστε μια εθνική υποχώρηση ή ήττα προκειμένου να υπηρετηθούν εσωτερικοί πολιτικοί στόχοι. Ακόμα και σήμερα το επικρατέστερο σενάριο παραμένει, πιστεύουμε και ελπίζουμε, η αναδίπλωση των Τσίπρα-Κοτζιά με εύσχημο τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το εσωτερικό ακροατήριο χωρίς να χαθεί πλήρως το παιχνίδι του διεθνούς blame-game.

Από την άλλη, με δεδομένη την πλήρη προδοσία των αριστερών ιδανικών από την κυβέρνησή του, γιατί να μην προσπαθήσει μέχρι τέλους ο Αλέξης Τσίπρας να σώσει έστω και λίγο την τιμή του σε ένα θέμα που η παράταξή του πάντα το έβλεπε διαφορετικά από την πλειοψηφία του λαού; Ειδικά αν αυτό συνοδεύεται από την απέλπιδα πίστη στην υπόσχεση που ενδεχομένως κάποιοι εκ των συμμάχων-δανειστών θα του έδωσαν για χαλάρωμα στα δημοσιονομικά το 2019; Σαν άλλος Ιωαννίδης, ο Τσίπρας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συναινέσει στην απομείωση της εθνικής μας υπόστασης πιστεύοντας ότι έχει την κάλυψη των έξω – και αναμένοντας κέρδη για τον εαυτό του.

Αν αυτό συμβεί θα αποτελεί μια πρωτοφανή καμπή στην ιστορία της χώρας. Όπως γίνεται συνήθως με τα καθεστώτα που έχουν κλείσει τον κύκλο τους, το μεταπολιτευτικό ευρω-πελατειακό κράτος θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο του με μια πράξη ιστορικής εθνικής υποχώρησης στο εξωτερικό και μέσα σε γενικευμένη χλεύη και απέχθεια στο εσωτερικό. Οικοδομημένο στις στάχτες μιας εθνικής τραγωδίας, θα καταρρεύσει υπό το βάρος μιας ντροπιαστικής διεθνούς ήττας. Σε αντίθεση όμως με άλλα παρόμοια επεισόδια στην ελληνική ιστορία, το πολιτικό υποκείμενο που θα κληθεί να ξαναστήσει το κράτος δεν θα είναι ένας ριζοσπαστικοποιημένος και αντισυστημικός «λαός» αλλά ένα κινητοποιημένο «έθνος».

Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία Τσίπρα-Κοτζιά ξεφτίσει, η άμεση πολιτική κληρονομιά της εθνικής κινητοποίησης για το Μακεδονικό θα είναι πιθανότατα μικρή, ανάλογη άλλωστε της αυτοσυγκράτησης και σύνεσης που δείχνουν συνήθως οι Έλληνες όταν συνέρχονται και κινητοποιούνται ως έθνος (αντί ως λαός). Μια μεγαλύτερη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία στον επόμενο εκλογικό κύκλο ίσως να είναι ό,τι μείνει να την θυμίζει – αν η ηγεσία της ΝΔ φερθεί στοιχειωδώς έξυπνα. Στην αντίθετη περίπτωση όμως το διακύβευμα θα είναι τελείως άλλης τάξης: η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ηγεμονίας όπου, για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία, η λογική του έθνους θα κυριαρχεί πάνω σε αυτήν του λαού.

Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος ΙΝΣΠΟΛ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.