Η αρχή της διολίσθησης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

εικονα

 

Το παρόν αυτό σημείωμα δεν φιλοδοξεί να αναλύσει την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ για την οριστική [;]  επίλυση του ονόματος της γειτονικής χώρας. Από τις σελίδες του περιοδικού θα υπάρξουν εκτενείς αναφορές και αναλύσεις τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο, όσο και με τις ευρύτερες, γεωπολιτικές και άλλες, διαστάσεις του υπογραφέντος κειμένου. Η παραπάνω συμφωνία λειτουργεί σαν αφορμή για την παράθεση ορισμένων ευρύτερων διαπιστώσεων αναφορικά με την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων, μετά από πάνω από 25 χρόνια, επιβεβαιώνει την «αρχή της διολίσθησης» την οποία έχουν επιλέξει, διαχρονικά, οι ελλαδικές ηγεσίες σχετικά με τον χειρισμό των λεγόμενων εθνικών θεμάτων. Η Αθήνα δεν υποχωρεί ατάκτως, αλλά προβαίνει σε τέτοιες παραχωρήσεις οι οποίες δυσχεραίνουν την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων στο μέλλον με ευνοϊκούς όρους. Ο σταδιακός χαρακτήρας των υποχωρήσεων αποτελεί, ίσως, λύτρωση για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία αποδεικνύεται ανεπαρκής να διαχειριστεί σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά, ταυτόχρονα, δεν επιθυμεί να χρεωθεί μια ήττα και να συνδέσει έτσι το όνομα της με μια εθνική αποτυχία.

Οι πολιτικές ηγεσίες, διαχρονικά, προβαίνουν σε παραχωρήσεις οι οποίες, φαινομενικά, φαίνονται μικρές μεταθέτοντας την οριστική επίλυση στο μέλλον, όχι για να υπάρξει επιτελικός σχεδιασμός κάνοντας σωστή χρήση του επιπλέον χρόνου, αλλά για να μην αναλάβουν την ευθύνη ουσιαστικού χειρισμού της υπόθεσης.  Οι μικρές, όμως, αυτές παραχωρήσεις υπονομεύουν τη θέση της χώρας αργότερα ώστε η αλλαγή πολιτικής στο μέλλον να καθίσταται δυσχερής ή ακόμα μια επιπλέον υποχώρηση των Αθηνών να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ως το αναγκαίο επιπλέον βήμα που θα οδηγήσει στην οριστική «επίλυση» του ζητήματος. Με αυτόν τον τρόπο η ευθύνη δεν βαραίνει κανέναν αποκλειστικά, αλλά επιμερίζεται, σε βάθος χρόνου, σε όσους χειρίστηκαν την υπόθεση από τους οποίους όμως δεν μπορεί να ζητηθούν ευθύνες διότι οι εκάστοτε μικρές υποχωρήσεις φαντάζουν λογική συνέχεια της προηγούμενης και η κάθε μια από μόνη της δεν στοιχειοθετεί δόλο. Μια σιωπηρή  συνενοχή δεκαετιών του πολιτικού προσωπικού της χώρας με την ίδια την κοινωνία, η οποία, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, επικροτεί την παραπάνω στάση.

Παράλληλα, το προαναφερόμενο αναγκαίο επιπλέον βήμα παρουσιάζεται ως  στρατηγική κίνηση εγκλωβισμού των απέναντι ώστε, βασιζόμενοι στην αρνητική τους στάση, να αποδειχθεί η εποικοδομητική στάση των Αθηνών, να εισπράξει η ελλαδική ηγεσία δηλώσεις αναγνώρισης της «τολμηρής στάσης» της από φίλους και συμμάχους, και να καταδειχθεί η αδιαλλαξία των Τιράνων, της Άγκυρας, των Σκοπίων. Σύμφωνα με τη συμβατική οπτική η αδιαλλαξία αυτή θα σημειωθεί από τη διεθνή κοινότητα και θα επιπλήξει αυτούς που την εκφράζουν ενώ η σύνεση και η υπευθυνότητα των Αθηνών θα εκτιμηθούν δεόντως.

Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της φράσης «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» για είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια, με παράλληλη επικράτηση διεθνώς μόνο της λέξης Macedonia, καθιστούσε πιο εύκολη μια περαιτέρω υποχώρηση. Συνακόλουθα, η έμφαση στη σύνθετη ονομασία, άρα και στη συμπερίληψη του όρου «Μακεδονία», διευκόλυνε την αποδοχή ονόματος της χώρας όπου η λέξη «Μακεδονία» θα αποτελεί το βασικό συστατικό από το οποίο θα απέρρεε η «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα.

Παρομοίως,  η αποχή από κάθε ερευνητική δραστηριότητα στο Αιγαίο ως αποτέλεσμα της κρίσης του 1987 διευκόλυνε την αναγνώριση στην Άγκυρα, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, «νόμιμων, ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων» στο Αιγαίο «τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της» και την δυνατότητα στην τελευταία να προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία των συμφερόντων αυτών. Παράλληλα, η «δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση» ακύρωνε τα όποια σχέδια των Αθηνών για έρευνες στο Αιγαίο.

Στο Κυπριακό, οι διαχρονικοί χειρισμοί Αθήνας και Λευκωσίας, μετέβαλλαν τον επιδιωκόμενο στόχο από την Ένωση, στην Αυτοδιάθεση, στην Αυτοκυβέρνηση, στην Ανεξαρτησία, στη δεσμευμένη Ανεξαρτησία, στην Ομοσπονδία, στη Δικοινοτική Ομοσπονδία, στη Διπεριφερειακή Ομοσπονδία, στη Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία και τέλος, στο Συνεταιρισμό  δύο ισότιμων και ισόκυρων συνιστώντων κρατών, στο πλαίσιο του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία αποσυντίθεται, εξισώνεται με τα κατεχόμενα και οι Τουρκοκύπριοι/έποικοι, υπό τις οδηγίες της Άγκυρας, αποκτούν μόνιμο δικαίωμα αρνησικυρίας σε όλες τις λειτουργίες της νεοσύστατης πολιτείας. Η παραπάνω επισήμανση, σε ένα βαθμό σχηματοποιημένη, καταδεικνύει την επιδείνωση της ελληνικής θέσης.

Στο Κυπριακό, ακολούθησε, εδώ και κάποια χρόνια, και η εσωτερίκευση της νέας πραγματικότητας, μέσω υιοθέτησης νέου λεξιλογίου. Η επιστροφή εδαφών μεταλλάχθηκε σε «εδαφικές αναπροσαρμογές». Η λέξη αναπροσαρμογή βρίσκει εφαρμογή υπό την έννοια ότι καλούνται οι Έλληνες της Κύπρου να προσαρμοστούν στις πραγματικότητες της κατοχής και να αποδεχθούν τα αποτελέσματα της εισβολής…Η απελευθέρωση μεταμορφώθηκε σε «επανένωση», το Κυπριακό σε δικοινοτική διαφωνία  απονευρώνοντας το φρόνημα της διεκδίκησης της ελευθερίας και στερώντας από τους Έλληνες της Κύπρου το ηθικό πλεονέκτημα που κάθε θύμα δικαιούται να έχει. Ο έποικος, έγινε «σφετεριστής» και αργότερα  «χρήστης», έννοια της αγοράς, εμπορική, άρα ουδέτερη. Δεν υπάρχει ούτε θύμα, ούτε θύτης.

Η κάθε υποχώρηση, δυσχεραίνει τη θέση της χώρας στο μέλλον και εκλογικεύει την επόμενη υποχώρηση. Πολλές φορές ο φαύλος αυτός κύκλος ενδύεται επιστημονικό υπόβαθρο με την αρωγή καθηγητών και ειδικών περί τα διεθνή. Ακολουθεί η γλωσσική προσαρμογή όπως στην περίπτωση του Κυπριακού. Η επόμενη υποχώρηση φαντάζει φυσιολογική, οικεία…Την επιζητούμε, την αναμένουμε ως λύτρωση για να τακτοποιήσουμε επιτέλους αυτήν ή την άλλη εκκρεμότητα…

Χρεωκοπημένο πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί και δεν θέλει. Λανθασμένη (συνειδητά;) ανάγνωση της διεθνούς πολιτικής. Μια κοινωνία φιλοτομαριστών ο πατριωτισμός της οποίας περιορίζεται σε συλλαλητήρια και άναρθρες κραυγές. Λόγια μεγάλα χωρίς αντίκρυσμα. Όλοι συνένοχοι. Όλοι μας.

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε, για πρώτη φορά, στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018.

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.