Μετά τη Γερμανία, τι;

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 5ης Ιουλίου 2019

Ο διορισμός της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στη θέση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημιουργεί την εντύπωση γερμανικής νίκης και άλλης μια διαπραγματευτικής επιτυχίας της καγκελαρίου Μέρκελ. Όμως η διαδικασία μέσω της οποίας η ΕΕ κατέληξε στην λύση φον ντερ Λάιεν είναι περισσότερο ενδεικτική της μειούμενης γερμανικής επιρροής σε μια ολοένα και πιο κατακερματισμένη ΕΕ και εν όψει της αποχώρησης Μέρκελ από την εξουσία.

Η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με την κυκλωτική κίνηση ενός ετερόκλητου συνασπισμού. Σε πρώτη φάση η Μέρκελ υποστήριξε, χωρίς ενθουσιασμό, τον υποψήφιο της κεντροδεξιάς Μάνφρεντ Βέμπερ, στη λογική ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ο πιο αποτελεσματικός μοχλός γερμανικής επιρροής στην ΕΕ. Όμως οι απώλειες του ΕΛΚ στις Ευρωεκλογές και το χαμηλό κύρος του Βέμπερ επέτρεψαν στους κεντρώους και αριστερούς αντιπάλους του, υπό την ηγεσία του Εμανουέλ Μακρόν, να τορπιλίσουν την υποψηφιότητά του.

Η πρώτη γραμμή υποχώρησης της Μέρκελ ήταν ο «συμβιβασμός της Οσάκα», όπου στο περιθώριο της συνόδου G20 αποδέχτηκε τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών Φρανς Τίμερμανς για πρόεδρο της Επιτροπής. Αυτή της η επιλογή όμως συνάντησε τις αντιρρήσεις του ίδιου του ΕΛΚ, σε μια πρωτοφανή αμφισβήτηση του κύρους της Μέρκελ μέσα στην ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, και τελικά ενταφιάστηκε από το βέτο μιας λαϊκιστικής συμμαχίας των χωρών του Βίσεγκραντ και της Ιταλίας, που δεν ήθελαν έναν κεντροαριστερό στην θέση του προέδρου της Επιτροπής.

Η Γερμανία βρέθηκε επομένως αντιμέτωπη με την συντονισμένη αμφισβήτηση από τη φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερά από τη μια και την ευρωσκεπτικιστική δεξιά από την άλλη. Το ότι τελικά η Μέρκελ μπόρεσε να «περάσει» μια γερμανική υποψηφιότητα ως ύστατη λύση του αδιεξόδου μοιάζει με παρηγοριά αν κάποιος δει και τις άλλες παραμέτρους του συμβιβασμού.

H μεν Γαλλία κέρδισε την εκλογή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, επιτυγχάνοντας την πολιτικοποίηση ενός θεσμού που η Γερμανία με ζήλο προστάτευε από πολιτικές παρεμβάσεις προκειμένου να διατηρήσει τον τεχνοκρατικό της χαρακτήρα. Η φον ντερ Λάιεν από την άλλη θα είναι μια αδύναμη πρόεδρος που ήδη έχει αποδεχτεί ότι θα δώσει σημαντικά χαρτοφυλάκια στην Ιταλία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έμειναν εκτός του διαμοιρασμού των ηγετικών θέσεων των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η νέα μετα-γερμανική ισορροπία φαίνεται ότι θα αντανακλά έναν παράδοξο συμβιβασμό μεταξύ των οπαδών της εμβάθυνσης της Ευρωζώνης και των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ, υπό την ηγεσία του Μακρόν, και των δεξιών και λαϊκιστών υποστηρικτών της αποκέντρωσης σε ζητήματα κοινής αγοράς, ανταγωνιστικότητας και μετανάστευσης. Παρά τη ρευστότητα, αυτή η διελκυστίνδα μεταξύ «περισσότερης Ευρώπης» και «περισσότερου έθνους-κράτους» δημιουργεί ενδιαφέρουσες ευκαιρίες για την επόμενη ελληνική κυβέρνηση να επιτύχει τους εθνικούς στόχους μέσα στην ΕΕ, αρκεί να υπάρχει φαντασία και διάθεση για πρωτοβουλίες.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.