Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 17ης Δεκεμβρίου 2019

Η εκλογική νίκη του Μπόρις Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία παρουσιάστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του ξένου τύπου με τον, γνώριμο πια, συνδυασμό κινδυνολογίας και ηθικολογίας που συνοδεύει κάθε επιτυχία αυτού που ο δημόσιος διάλογος έχει ονομάσει «λαϊκισμό». Στην περίπτωση Τζόνσον, η εκλογική του νίκη παρουσιάστηκε ως ένα ακόμα βήμα προς την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Βρετανία, την διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Σκωτία), την ύφεση της οικονομίας και την ρήξη με την ΕΕ.

Χωρίς να υποβαθμίζονται οι συνέπειες του Μπρέξιτ, οφείλουμε να δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις με περισσότερη ψυχραιμία. Αυτό υπαγορεύει να αναγνωρίσουμε πχ ότι η ρητορική της καμπάνιας του Τζόνσον ήταν πολύ πιο μετριοπαθής από αυτήν του Leave στο δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Μπρέξιτ τότε ήταν μια πραγματική λαϊκιστική εξέγερση που συνάρθρωσε μια σειρά οικονομικών και ταυτοτικών (βλ. μετανάστευση) αντισυστημικών αιτημάτων. Η εκστρατεία του Τζόνσον φέτος δεν παρουσίασε το Μπρέξιτ ως ευκαιρία και ιδεώδες αλλά ως εκκρεμότητα με την οποία πρέπει να τελειώνουμε («get Brexit done»).

Οφείλουμε επίσης να δούμε πίσω από την ρητορική και τα αχτένιστα ξανθά μαλλιά για να αξιολογήσουμε τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της κυβέρνησης Τζόνσον. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι στους λίγους μήνες παραμονής του στην εξουσία, ο Τζόνσον επαναδιαπραγματεύτηκε την συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ κάνοντας παραχωρήσεις στο ζήτημα της Ιρλανδίας, με ελάχιστες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος και της χώρας του.

Ο υποτιθέμενος «λαϊκισμός» του Τζόνσον επομένως του επέτρεψε να περάσει μια συμφωνία που περιορίζει τα άμεσα κόστη του Μπρέξιτ, κάτι που προϊδεάζει και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν σκωπτικά τον κωμικό Μπόρις, χαιρέτισαν την νίκη του με ανακούφιση, αν όχι ενθουσιασμό που η Βρετανία απέκτησε σταθερή κυβέρνηση.

Αν κάποιος θέλει να βρει στις βρετανικές εκλογές μια πραγματική περίπτωση αντισυστημικού λαϊκισμού, αυτή δεν ήταν ο Τζόνσον αλλά ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, το πρόγραμμα του οποίου υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και αναδιανομή από τους «λίγους» στους «πολλούς». Κι όμως, το Μπρέξιτ και η απέχθεια προς τον Τζόνσον έκαναν ακόμα και τον Κόρμπυν να παρουσιάζεται από πολλά κατεστημένα διεθνή ΜΜΕ με συμπάθεια, ή εν πάση περιπτώσει ως μικρότερη απειλή από τον Τζόνσον.

Το ερώτημα τελικά είναι αν, πέραν από τον εντυπωσιασμό και την κινδυνολογία, η επιτυχία του Μπόρις Τζόνσον είναι απλά μια κλασική περίπτωση νίκης ενός συντηρητικού κόμματος που χρησιμοποίησε στρατηγικά τις αξίες του πατριωτισμού και της κοινωνικής ιεραρχίας για να υπερκεράσει τον ταξικό ριζοσπαστισμό των αντιπάλων του. Αν αυτό ισχύει, ίσως πρέπει πια να αναρωτηθούμε αν η εμμονή με τον «λαϊκισμό» στην διεθνή συζήτηση δεν εκφράζει τόσο ειλικρινείς φόβους για το μέλλον της δημοκρατίας, όσο δυσανεξία με την εκλογική επιτυχία και την ικανότητα κεντροδεξιών κομμάτων να απαντούν σε λαϊκές ανησυχίες.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.