Το «δόγμα της ακινησίας» του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Στο πλαίσιο ανάλυσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, συναντάται συχνά η φράση «το δόγμα της ακινησίας», επισήμανση από ακαδημαϊκούς, διπλωμάτες και δημοσιογράφους που υποδηλώνει την δήθεν απροθυμία των Αθηνών να προσέλθει σε διάλογο με την Άγκυρα για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών.
Η χρήση του όρου υπονοεί μια μονολιθική προσέγγιση, μια άκαμπτη άρνηση και παντελή έλλειψη διάθεσης συνομιλίας με την Τουρκία επιρρίπτοντας εμμέσως την ευθύνη για το αδιέξοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στην έλλειψη βούλησης εκ μέρους της Ελλάδος να συζητήσει με τη γείτονα. Ωσάν να μην υφίστανται δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών και να μην έχουν υπάρξει δεκάδες γύροι διερευνητικών συνομιλιών τα τελευταία χρόνια. Ως αιτία του αδιεξόδου δεν λογίζεται η αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας και η έκνομη συμπεριφορά της με αποκορύφωμα την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου για κήρυξη πολέμου σε περίπτωση κατά την οποία η Αθήνα ασκήσει το νόμιμο (μονομερές) δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. αλλά η υποτιθέμενη άκαμπτη στάση των Αθηνών για διάλογο. Πως αλήθεια η Αθήνα που αξιώνει σεβασμό του διεθνούς δικαίου και επαναλαμβάνει μονότονα πως τάσσεται υπέρ της διεθνούς νομιμότητας προσέρχεται σε διάλογο με γείτονα χώρα της οποίας η προαναφερόμενη απειλή πολέμου συνιστά παραβίαση υποχρεωτικού έναντι όλων κανόνα του διεθνούς δικαίου (jus cogens) όπως η ειρηνική επίλυση των διαφορών και η απαγόρευση χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας (άρθρο 2.4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών); Πως συμβιβάζεται η τήρηση της διεθνούς νομιμότητας που ευαγγελίζεται η Αθήνα με την συναίνεση της τελευταίας, από το casus belli του τουρκικού κοινοβουλίου και εντεύθεν, στην υπονόμευση των αρχών του διεθνούς δικαίου μέσω της συμμετοχής της στον ελληνοτουρκικό διάλογο;
Η ακινησία και η απολυτότητα αυτής της υποτιθέμενης προσέγγισης μη διαλόγου αντιπαραβάλλεται απέναντι στη ρεαλιστική και ευέλικτη θέση δυναμικών διπλωματικών πρωτοβουλιών, γενναίων αποφάσεων που σπάνε στερεότυπα, έρχονται σε ρήξη με το αρτηριοσκληρωτικό κατεστημένο(;), ενδύονται τον μανδύα της προοδευτικότητας, της τόλμης και άλλα χαριτωμένα. Παράλληλα, η σπουδή αυτή για διάλογο άνευ προϋποθέσεων – γιατί η σπουδή αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις θέλει να ακυρώσει – λογίζεται ως η μόνη ορθολογική πορεία δράσης για την αποφυγή των εντάσεων και συνεπώς του πολέμου. Συμπέρασμα εκβιαστικό: η μη άμεση εκκίνηση διαλόγου με την Τουρκία συνεπάγεται αργά ή γρήγορα πολεμική ρήξη. Παράλληλα, όσοι επιδεικνύουν την παραπάνω σπουδή οφείλουν να γνωρίζουν πως η Άγκυρα θα απαιτήσει, για όσο διαρκεί ο διάλογος, να σταματήσει κάθε κίνηση εκμετάλλευσης στο Αιγαίο που θα μπορούσε να υπονομεύσει την προσπάθεια διαβούλευσης. Ανάλογες πρόνοιες υπήρξαν στο Πρακτικό της Βέρνης το 1976 και στη συμφωνία του Νταβός το 1988. Συνέπεια τούτου θα είναι η ουδετεροποίηση ολόκληρου του Αιγαίου εμπεδώνοντας στα μάτια τρίτων την ισότητα δικαιωμάτων, Ελλάδος και Τουρκίας, σε αυτό.
Τούτη δε η σπουδή για διάλογο (άνευ προϋποθέσεων) προέχεται κατά κόρον από εκπροσώπους του πολιτικού προσωπικού της χώρας που χειρίστηκαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές για δεκαετίες και όμως δεν στάθηκε εφικτό, αν και μεσολάβησαν πλείστες διαδικασίες διαλόγου να εξευρεθεί λύση. Τονίζουν δε το αναπόδραστο της συνεχούς επιδείνωσης όσο περνάει ο χρόνος λησμονώντας ότι ο χρόνος είναι ουδέτερο στοιχείο και η αξία του έγκειται στον τρόπο χρήσης του. Αυτοί οι οποίοι επί δεκαετίες υπονόμευσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας με ουσιαστικές υποχωρήσεις και ελλιπή πολεμική προπαρασκευή και έθισαν τον ελληνικό λαό με σωρεία ψευδαισθήσεων (ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, προστασία από ΕΕ και ΝΑΤΟ, παντοδυναμία διεθνούς δικαίου), κάνουν τώρα υποδείξεις με την έπαρση μιας αυθεντίας που τόσο κόστισε στη χώρα.
Ο διάλογος με την Τουρκία για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών (επιταγή άλλωστε της Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας) οφείλει να ακολουθήσει μια σειρά προϋποθέσεων: κλείσιμο κόλπων, υιοθέτηση ευθειών γραμμών βάσης, απαίτηση άρσης με απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου του casus belli εφόσον η Αθήνα τάσσεται –έτσι ισχυρίζεται – με τη διεθνή νομιμότητα, επέκταση χωρικής θάλασσας στα 12 ν.μ., κατάθεση συντεταγμένων ΑΟΖ στον ΟΗΕ (οι σχετικές πρόνοιες του νόμου 4001 δεν αρκούν). Τέλος, καθορισμός εκ των προτέρων συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος μετά το πέρας του οποίου το θέμα των θαλασσίων ζωνών θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να τεθούν ανεξάρτητα από την απάντηση της Άγκυρας σε αυτές.
Καταλήγοντας, θα πρέπει, να γίνει κατανοητό, από ηγεσία και κοινωνία, αφ’ ενός το μέγεθος των θυσιών παρελθουσών γενεών για να διατηρεί η χώρα τη σημερινή της επικράτεια ώστε ο όποιος διάλογος για το εδαφικό καθεστώς να γίνεται υπό τις πλέον ασφαλείς και αυστηρές προϋποθέσεις. Αφ΄ ετέρου να καταστεί συνείδηση η τουρκική στοχοθεσία συνολικής απομείωσης της ελληνικής παρουσίας στο Αιγαίο αποκόπτοντας την Αθήνα από την Ανατολική Μεσόγειο (και την Κυπριακή Δημοκρατία) περιορίζοντάς το ελλαδικό κράτος σε μια στενή χερσαία λωρίδα της χερσονήσου του Αίμου.

 

Πρώτη δημοσίευση  στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Μαρτίου 2020

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.