O Ιός της Πολιτικοποίησης

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύθηκε στα Νέα της 1ης Απριλίου 2020

Η είδηση ότι ο βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον προσβλήθηκε από κορονοϊό «χαιρετίστηκε» με σαρκαστικό τόνο από πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης ως κάποιου είδους μεταφυσική τιμωρία για την πολιτική «ανοσίας αγέλης» που αρχικά φάνηκε να ακολουθεί η Βρετανία. Ήταν όμως μόνο το τελευταίο δείγμα του πόσο πολιτικά χρωματισμένη είναι – δυστυχώς – η κάλυψη των πολιτικών αντιμετώπισης του κορονοϊού στην διεθνή συζήτηση.

Η πλειοψηφία του δυτικού Τύπου επιμένει να καλύπτει την κρίση του κορονοϊού σαν προέκταση των διαιρετικών γραμμών των περασμένων ετών. Κυριαρχεί έτσι η εντύπωση ότι οι «λαϊκιστές» παίζουν με την υγεία των πολιτών τους, ενώ αντίθετα «σοβαροί», «φιλοευρωπαίοι» ή «αντιλαϊκιστές» ηγέτες (ό,τι κι αν σημαίνουν αυτοί οι όροι) έχουν καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης και έχουν πάρει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

Σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η αντίληψη δεν είναι λανθασμένη. Η στάση των Τραμπ και Μπολσονάρο για παράδειγμα δημιουργεί πολλές ανησυχίες, όχι τόσο γιατί οι δυο ηγέτες δεν λαμβάνουν μέτρα όσο επειδή χρησιμοποιούν μία αντιεπιστημονική και πολωτική ρητορική προσπαθώντας να μετατρέψουν τον ιό σε νέα διαιρετική τομή μέσα στις κοινωνίες τους.

Από την άλλη, αξίζει να αντιπαραθέσουμε τις πολιτικές δύο ευρωπαϊκών χωρών, της Πολωνίας και της Σουηδίας. Η Πολωνία έλαβε μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων και των συνόρων πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες. Ξεπέρασε το (ανάλογης ευαισθησίας με την Ελλάδα) ζήτημα του εκκλησιασμού επιβάλλοντας όριο πέντε πιστών στις λειτουργίες. Το lockdown περιλαμβάνει ακόμα και ειδική ψηφιακή εφαρμογή που δίνει συμβουλές στους πολίτες, καθώς και μια διαδικτυακή πλατφόρμα με βιντεοπαιχνίδια για τα παιδιά που μένουν σπίτι.

Από την μεριά της, η Σουηδία είναι η πραγματική εξαίρεση στον δυτικό κόσμο. Μπαρ, εστιατόρια και γυμναστήρια παραμένουν ανοιχτά και τρένα εξακολουθούν να μεταφέρουν κόσμο στα χιονοδρομικά κέντρα ενώ το υπουργείο υγείας καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα επιλέγονται οι ασθενείς που θα έχουν πρόσβαση σε ΜΕΘ όταν ξεκινήσει η νοσηλευτική κρίση. Στην Σουηδία η «ανοσία αγέλης» δεν είναι απλά υπόθεση εργασίας, όπως στην Βρετανία, αλλά επίσημη κρατική πολιτική.

Παραβλέπεται ωστόσο πως η σουηδική κυβέρνηση είναι ένας κεντροαριστερός και σε καμιά περίπτωση «λαϊκιστικός» συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, ενώ το κυβερνών κόμμα της Πολωνίας είναι εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό. Μάλιστα, οι ελάχιστες αναφορές στη δεύτερη από τον συνήθως εχθρικά διακείμενο διεθνή Τύπο σχετίζονται κυρίως με τα παράπονα της πολωνικής κυβέρνησης προς την ΕΕ για απουσία αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών – μια κατηγορία που όπως έδειξε η πρόσφατη σύνοδος της Ευρωζώνης δεν είναι αβάσιμη.

Βλέπουμε επομένως ότι η πολιτικοποίηση της διεθνούς συζήτησης δεν είναι καθόλου χρήσιμη, όχι μόνο γιατί συντηρεί πολιτικά στερεότυπα και ειδησεογραφικές ανακρίβειες, αλλά ακόμα χειρότερα επειδή αποσπά την προσοχή από ουσιωδέστερα ερωτήματα που θα πρέπει να συνεχίσουν να μας απασχολούν και μετά την πανδημία. Ελάχιστα σχολιάζεται, για παράδειγμα, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Δύσης στην αντιμετώπιση της επικείμενης απειλής, παρότι όλες οι χώρες είχαν πλεονέκτημα τριών ολόκληρων μηνών σε σχέση με την Ασία, ή ότι το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας αποδεικνύεται τρομερά εύθραυστο ύστερα από δεκαετίες μειωμένης χρηματοδότησης και οικονομικής κρίσης, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Η πανδημία αντανακλά την συνολική κρίση διακυβέρνησης των δυτικών πολιτικών συστημάτων. Η εμμονή με την πολιτική απόχρωση της εκάστοτε κυβέρνησης στην φάση διαχείρισης της κρίσης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συγκαλύπτει μακροχρόνια ελλείμματα και παραλείψεις για τα οποία όλες οι πολιτικές ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, θα πρέπει σύντομα να δώσουν εξηγήσεις.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.