Πανδημία και Εκκλησία του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

ekklisia

Κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας αναδείχθηκε, για μια ακόμη φορά, η έμφυτη τάση πολλών οι οποίοι έχουν  πρόσβαση στον δημόσιο διάλογο της χώρας, να στοχοποιούν την Εκκλησία, τόσο υπό την έννοια του πληρώματος των πιστών, όσο και υπό την θεσμική της υπόσταση. Αυτό διεφάνη σαφώς από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν στον δημόσιο διάλογο, μεσούσης της περιόδου περιοριστικών μέτρων, η κατά ομάδες καθημερινή μετακίνηση λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο από και προς τα κέντρα κράτησης, οι συναθροίσεις Ρομά και οι εκδηλώσεις του ΠΑΜΕ για την γιορτή της Πρωτομαγιάς. Έστω και αν όλες οι παραπάνω περιπτώσεις εμπεριείχαν στοιχεία που τις διαφοροποιούσαν μεταξύ τους, εντούτοις επρόκειτο για συναθροίσεις σε περίοδο περιοριστικών μέτρων.  Παράλληλα,  οι επικρίσεις για τη παρουσία στη Θεία Ευχαριστία ως εστία εξάπλωσης του κορωναïού  συνειδητά επεκτάθηκαν στη Θεία Μετάληψη φθάνοντας στο σημείο να απαιτείται ομολογία από την Ιεραρχία πως η Θεία Μετάληψη εμπεριέχει κίνδυνο για τη ζωή των πιστών.

Από την πλευρά της η Ιεραρχία προσπάθησε να συμπεριληφθεί η ατομική προσευχή ως λόγος μετακίνησης – κάτι που δεν προβλεπόταν με την ΚΥΑ των υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών Δ1α/Γ.Π οικ 20036/ 22-3-2020 (ΦΕΚ B΄ 986)  – αλλά το σχετικό αίτημα δεν έγινε δεκτό. Δεν έγινε περαιτέρω διερεύνηση για πιθανές άλλες ρυθμίσεις όπως η ατομική προσέλευση στην Εκκλησία μέσω τηλεφωνικού μηνύματος ή τέλεση της λειτουργίας σε εξωτερικούς χώρους. Η Ιεραρχία επέλεξε να μην το πράξει.

Με σειρά αποφάσεων και ιδιαίτερα με την εγκύκλιο της 7ης Απριλίου η Εκκλησία της Ελλάδος συμμορφώθηκε πλήρως με τις υποδείξεις της Πολιτείας. Οι ναοί παρέμειναν κλειστοί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τις 3 Μαΐου. Η περιφορά του Επιταφίου έλαβε χώρα εντός του ναού, ενώ ακόμα και η χρήση της καμπάνας αποθαρρύνθηκε κατά την έναρξη των ιερών Ακολουθιών αλλά επετράπη  («Δύνασθε, όμως, να κάμνητε χρήσιν αυτών…» – άρα δινόταν η δυνατότητα και να μην χτυπήσουν) – τη Μεγάλη Παρασκευή και στην τελετή της Αναστάσεως. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε απαγορευθεί η χρήση μεγάφωνων κατά τη διάρκεια των λειτουργιών.

Το δυσάρεστο είναι πως κάθε φορά κατά την οποία η Ιερά Σύνοδος συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις της Πολιτείας αυτό δεν γινόταν δεκτό με κατανόηση και ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία  λόγω της δύσκολης θέσης στην οποία περιερχόταν – εξαιτίας  των προβλημάτων που προκαλούνταν στις σχέσεις  μεταξύ των πιστών και της Ιεραρχίας  – με αφορμή τη συμμόρφωση αυτή. Απεναντίας,  μεγάλο μέρος του πολιτικού και δημοσιογραφικού προσωπικού της χώρας υποδεχόταν κάθε συμβιβαστική κίνηση της Εκκλησίας με   χαιρεκακία και αισθήματα ικανοποίησης για την δήθεν ταπείνωσή της τελευταίας. Kάθε συναινετική κίνηση της Εκκλησίας χαιρετίζοταν ως μια μικρή νίκη κατά του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της μισαλλοδοξίας. Οι αντιδράσεις αυτές δεν προέρχονταν τόσο από την κυβέρνηση, οι λεκτικές αναφορές  της οποίας ήταν προσεκτικές απέναντι στην Ιεραρχία – αν και εκεί ακόμα μπορούσε να διακρίνει κανείς, σε μεμονωμένα άτομα, μια υπόρρητη ικανοποίηση επιβολής / αντίθεσης στον κλήρο – αλλά από τον ευρύτερο φιλελεύθερο (εντός και εκτός ΝΔ) χώρο όπως και από τον αντίστοιχο  αριστερό  εκπρόσωποι των οποίων δεν μπόρεσαν να μην παραδοθούν στην έλξη που ασκεί η επίκληση «προοδευτικής επιχειρηματολογίας» – σε κάθε υπόθεση που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκεται η Εκκλησία –  συνοδευόμενη τώρα με το κύρος της ιατρικής επιστήμης και όχι απλά με τις διαχρονικά κουραστικές  ιδεοληπτικές κραυγές τους.

Η εξήγηση για τη στάση αυτή είναι σύνθετη,  πέραν των πολιτικών σκοπιμοτήτων και της εξυπηρέτησης ιδεοληπτικών εμμονών. Συνδέεται άμεσα με μια ερμηνεία της ελληνικής ιστορίας και της πορείας του σύγχρονου ελλαδικού κράτους σύμφωνα με την οποία η Ορθοδοξία αποτελεί πρόσκομμα στον εκσυγχρονισμό της χώρας και στον κοινό βηματισμό με τις χώρες της Δύσης, αγνοώντας τα πετυχημένα παραδείγματα οικονομικού και διοικητικού εκσυγχρονισμού χωρών όπως η Ιαπωνία και η Κορέα οι οποίες ενσωμάτωσαν ταυτοτικά στοιχεία της παράδοσή τους στη διαδικασία αυτή.

Ταυτόχρονα, διαθέτει και ψυχολογικές προεκτάσεις.  Τίποτα δεν φαίνεται να έλκει περισσότερο πολλούς συμπατριώτες μας από τον τίτλο του «αγωνιστή», αυτού που αψηφά συμβατικότητες και «επαναστατεί» κατά του «συντηρητικού κατεστημένου» άρα και της «αντιδραστικής» Εκκλησίας.  Η  στάση των «αγωνιστών» αυτών, όμως, και τα όσα λένε συνιστούν πλέον το νέο κατεστημένο  και συνεπώς ομιλούν εκ του ασφαλούς χωρίς να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο που θα αντιμετώπιζαν αν όντως «τα έβαζαν» με τις κρατούσες απόψεις. Τρέφεται ο εγωισμός πολλών συμπατριωτών μας από τη  εικόνα του μαχητή που φιλοτεχνούν για τον εαυτό τους. Όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις στην ελλαδική κοινωνία, όμως, πρόκειται για άκαπνους στρατηγούς που αξιώνουν αγωνιστικές δάφνες για μάχες που δεν έδωσαν.

Συμπληρωματικά με τα παραπάνω, η στάση αυτή των πολεμίων μπορεί απλά να εξηγείται και με όρους ευκολίας. Το «θάρρος» πολλών νεοελλήνων και η πολλές φορές  χωρίς λόγο και αιτία «αγανάκτησή» τους κατευθύνεται σε έναν «αντίπαλο» που δεν μπορεί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Η Εκκλησία είναι ένας εύκολος στόχος. Δεν μπορεί  να μεταχειριστεί τα όπλα που είναι  εύκαιρα  και διαθέσιμα στους υβριστές της. Ούτε επίσης, έχει τη διάθεση και το χρόνο,  να ασχολείται  με την εκάστοτε attention whore-δημόσιο πρόσωπο του προοδευτισμού (αριστερού ή φιλελεύθερου).   Η προοπτική της είναι πιο ευρεία. Όποτε, όμως, σπάνια,  αντιδρά στις ύβρεις και την κακεντρέχεια φαίνεται πως το μίσος των υβριστών μεγαλώνει σε ένταση. Κάποιοι δεν επιθυμούν καν τον διάλογο. Απαιτούν να μην υπάρχει άμυνα στις επιθέσεις τους. Θέλουν η Εκκλησία να φυτοζωεί στο περιθώριο.

Η εικόνα συνεργασίας και συμπόρευσης Εκκλησίας και Πολιτείας στην αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων συνδυαζόμενη με την πειθαρχία που επέδειξε το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας ανέδειξε μιας εικόνα σύμπνοιας και κοινού μετώπου.

Παράλληλα, όμως, το συναινετικό πνεύμα που επέδειξε η Ιεραρχία στην κυβερνητική πολιτική περιορισμού της πανδημίας αντιδρώντας χλιαρά στις συνεχείς επιθέσεις των ΠΦ  [Προοδευτικών Φονταμενταλιστών] κάθε απόχρωσης  – και  σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με την εκλαμβανόμενη από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποστασιοποίηση σε σειρά εθνικών θεμάτων όπως το Σκοπιανό και τη συνεχή ροή λαθρομεταναστών/αιτούντων άσυλο – έχει ως συνέπεια η απόσταση μεταξύ Ιεραρχίας και σημαντικού τμήματος των πιστών να διευρύνεται. Η μετριοπαθής στάση που έχει επιδείξει σε όλη τη θητεία του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος – αναγκαία σε ένα βαθμό μετά την δυναμική παρουσία του Μακαριστού Χριστόδουλου – φαίνεται πως δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής  για μια κοινωνία με συνείδηση της παρακμής και εκμαυλισμού της ευρισκόμενη, απελπισμένα, σε αναζήτηση  οράματος και ηγεσίας.

 

 

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.