Ζήτημα Ανεπάρκειας του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Κριτικές φωνές, διαχρονικά αλλά και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, ακούγονται εκ μέρους της Αριστεράς, κομμουνιστικής ή μη, για την ολοένα και μεγαλύτερη συμπόρευση και ταύτιση με τις ΗΠΑ και τον δυτικό παράγοντα.

Όντως, η  μονοσήμαντη διαμόρφωση του εθνικού συμφέροντος μέσα από το πρίσμα των συμμαχικών προτεραιοτήτων συνεπάγεται την εξάλειψη της Αθήνας ως αυτόνομου γεωπολιτικού δρώντος και την απονομιμοποίηση κάθε σκέψης για συγκρότηση αυτοδύναμης ισχύος, εξέλιξη η οποία εξυπηρετεί τόσο ένα ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό ανίκανο για οτιδήποτε απαιτεί επιτελικό σχεδιασμό, όσο και μια κουρασμένη και γερασμένη κοινωνία εθισμένη σε πάσης φύσεως παροχές και απαράσκευη για μακροχρόνιους αγώνες.

Οι παραπάνω σκέψεις, όμως, δεν αποτέλεσαν έγνοια των Ελλήνων αριστερών. Ο εμμονικά  καταγγελτικός  λόγος για την δυτική μονομέρεια οδηγεί σε αδιέξοδο αν δεν συνοδεύεται από μια βιώσιμη εναλλακτική προοπτική.

Ποια είναι η εναλλακτική εφ’ όσον Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν υφίσταται αλλά ακόμα και αν υπήρχε τα κρατικά συμφέροντα θα επισκίαζαν τα αντίστοιχα ιδεολογικά με πολλές «σύντροφες» χώρες  να έβρισκαν έναν  διακανονισμό  με την Άγκυρα; Η θέση της αποδέσμευσης από το δυτικό πλέγμα συμμαχιών, παράλληλα, προκαλεί τον γέλωτα αν ληφθεί υπ’ όψιν τόσο ο Στρατηγικός Διάλογος με τις ΗΠΑ επί ΣΥΡΙΖΑ με τον κ. Τσίπρα μάλιστα να επαίρεται στον κήπο του Λευκού Οίκου για την υπέρβαση του ορίου του ΝΑΤΟ ( 2%) για τις αμυντικές δαπάνες εκ μέρους της Ελλάδος πιστοποιώντας τη συμμόρφωση της τελευταίας στις συμμαχικές επιθυμίες, όσο και η συμπόρευση της Αριστεράς στο σύνολό της με βασικές στοχοθεσίες της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών στην ευρύτερη περιοχή εξαιτίας διαχρονικών ιδεοληπτικών εμμονών σχετικά με την ιστορία και την ταυτότητα αυτής της χώρας με αποκορύφωμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι ψυχώσεις αυτές νομιμοποιούν ιδεολογικά τις στοχεύσεις των ΗΠΑ, οι οποίες – σε όχι λίγες περιπτώσεις – δεν ταυτίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα.

Οι προαναφερόμενες εμμονές της Αριστεράς, διαχρονική αναπηρία του χώρου αυτού, και η προσέγγιση των εννοιών «εθνικό συμφέρον» και «πατρίδα»  με ταξικούς όρους την καθιστούν ανίκανη να προσφέρει μια βιώσιμη εναλλακτική από την μονοσήμαντη προσκόλληση στη Δύση.

Αν  όντως η ελληνική Αριστερά ήθελε την αυτόνομη  πορεία του γεωστρατηγικού προσανατολισμού της χώρας  τότε θα πρωτοστατούσε στην κατακόρυφη άνοδο των εξοπλισμών σε αρκετά δις κάθε χρόνο για αγορά και παραγωγή πολεμικού υλικού.

Θα υπερασπιζόταν – και δεν θα υπονόμευε συστηματικά και συνειδητά – την στρατιωτική θητεία.

Θα παραιτείτο από συμπλέγματα για την συνέργεια αμυντικής βιομηχανίας και Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Θα κατανοούσε τον υπαρξιακό κίνδυνο από την πολιτική των ανοικτών συνόρων.

Θα ανεδείκνυε την ελληνική ιδιοπροσωπία και θα φιλοτεχνούσε τη γεωπολιτική ταυτότητα της χώρας γύρω από αυτήν εκμεταλλευόμενη τα ερείσματα του Ελληνισμού διεθνώς.

Όχι, όμως. Η Αριστερά – σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο – επιζητεί απαγκίστρωση ή χαλάρωση των δεσμών με τον δυτικό παράγοντα αλλά την ίδια ώρα αρνείται να αντιληφθεί τις συνέπειες από μια τέτοια ενέργεια  όντας ανίκανη να εμπνεύσει τις θυσίες που απαιτούνται για αυτόνομη παρουσία της χώρας στη διεθνή σκηνή. Το τελευταίο θα προϋπέθετε την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποία η Αριστερά αντιλαμβάνεται την έννοια της πατρίδας αλλά και τη λειτουργία του διακρατικού συστήματος.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Δημοκρατία της 17ης Οκτωβρίου 2020.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.