Μακρόν, Κοσμικότητα και Ισλάμ: Κάποιες Σκέψεις

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα δυναμική στον διεθνή διάλογο γύρω από τις πρωτοβουλίες του Γάλλου προέδρου Μακρόν να τιθασεύσει το ριζοσπαστικό Ισλάμ στην χώρα του. Ο Μακρόν είχε παρουσιαστεί την στιγμή της εκλογής του το 2017 ως αντίβαρο στον δεξιό λαϊκισμό, μέλος ενός άτυπου «φιλελεύθερου» συνασπισμού μαζί με τους Μέρκελ, Τρυντό και Ομπάμα. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, η πολιτική του Μακρόν έχει πάρει μια φαινομενικά αναπάντεχη τροχιά και προκαλεί συζητήσεις μεταξύ των μέχρι πρότινος υποστηρικτών του.

Αυτή η αλλαγή παρατηρείται στον κατεστημένο σοσιαλ-φιλελεύθερο (liberal) τύπο των ΗΠΑ, όπου ιδιαίτερα τα τελευταία τέσσερα χρόνια η συζήτηση για το Ισλάμ αντανακλά αντιλήψεις και στάσεις έναντι του προέδρου Τραμπ. Για Αμερικάνους κεντροαριστερούς και φιλελεύθερους πολιτικούς, αναλυτές και δημοσιογράφους συνασπισμένους στο Δημοκρατικό Κόμμα, ο βασικός κίνδυνος είναι ο ρατσισμός και, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τους Μουσουλμάνους, η Ισλαμοφοβία του Τραμπ. Χρησιμοποιώντας αυτό το φίλτρο ανάλυσης, βλέπουν πλέον τον μέχρι πρότινος ευνοούμενό τους Μακρόν με μεγάλη επιφυλακτικότητα. 

Αυτή η επιφυλακτικότητα όμως δεν αποκαλύπτει μόνο τις εσωτερικές αντιφάσεις του ετερόκλητου διεθνούς «φιλελεύθερου» στρατοπέδου που σχηματίστηκε άρον-άρον το 2016 για να αποκρουστεί ο Τραμπ, αλλά και τα λογικά όρια του Διαφωτιστικού εγχειρήματος, κατά ειρωνικό τρόπο μάλιστα στην χώρα που το γέννησε. Ο Μακρόν χρησιμοποιεί την γλώσσα του Διαφωτισμού – ελευθερία, δικαιώματα των γυναικών – για να δικαιολογήσει την ανάγκη αυστηρότερου κρατικού ελέγχου επί του Ισλάμ. Στην βάση αυτών των αξιών καταδικάζει τις «αποσχιστικές τάσεις» του θρησκευτικού φανατισμού που κατακερματίζει την κοινωνία. Και δεν διστάζει να κατονομάσει μια συγκεκριμένη θρησκεία ως απειλή προς την ελεύθερη κοινωνία που το γαλλικό μοντέλο θρησκευτικής ουδετερότητας διαφυλάσσει.

Για άλλους σοσιαλ-φιλελεύθερους όμως, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Τραμπ, αυτή η πολιτική εμφανίζεται ως ανησυχητικά όμοια με την ακροδεξιά που υποτίθεται ότι καταπολεμάει. Η παρουσίαση του Ισλάμ ως απειλή προς τις φιλελεύθερες αξίες της Δύσης είναι μια ρητορική κίνηση άλλωστε που η ακροδεξιά έχει ήδη κάνει προ πολλού σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Βρετανία και η Σουηδία. Εδώ βλέπουμε την κεντροαριστερή κριτική να έρχεται κοντά – ίσως περισσότερο από όσο θα ήθελε η ίδια – προς την αντίληψη της ριζοσπαστικής αριστεράς ότι το πρόγραμμα του Διαφωτισμού είναι σε τελική ανάλυση και αυτό ένα σύστημα εξουσίας συναρθρωμένο με άλλες διαστάσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως η αποικιοκρατία. Ακόμα όμως και αν αποφεύγει αυτήν την ριζοσπαστική κριτική, η σοσιαλ-φιλελεύθερη στάση έναντι του Μακρόν φαίνεται να είναι ότι τα όρια του φιλελευθερισμού σταματούν εκεί που αρχίζει η κρατική επιβολή εις βάρος μειονοτήτων. 

Όμως το γαλλικό σύστημα της κοσμικότητας (laicité) δεν αφορά μόνο τους Μουσουλμάνους. Σε αντίθεση με την ατζέντα της ακροδεξιάς που ξεκάθαρα επιδιώκει διακρίσεις εις βάρος ενός κομματιού της κοινωνίας, η γαλλική κοσμικότητα επιβάλλεται με ίσους όρους σε όλες τις θρησκείες. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλές από τις φιλοδοξίες του Μακρόν, όπως στενότερος έλεγχος επί του διορισμού Μουσουλμάνων ιερέων, σκοντάφτουν στο στάδιο της υλοποίησης: αν ισχύσουν για το Ισλάμ, τότε θα πρέπει να ισχύσουν και για όλες τις θρησκείες στην Γαλλία, διαφορετικά θα κινδυνεύουν με απόρριψη από γαλλικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια ως διακρίσεις και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε όποια περίπτωση, η κοσμικότητα αφορά όλους τους Γάλλους και, παρά την ρητορική του Μακρόν, μέχρι τώρα κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί που να στοχοποιεί αποκλειστικά τους Μουσουλμάνους. Αυτό δημιουργεί δυο προβλήματα στην κεντροαριστερή κριτική προς τον Μακρόν.

Πρώτον, όπως είναι γνωστό, η γαλλική κοσμικότητα δεν θεσμοθετήθηκε για να αντιμετωπιστεί το Ισλάμ, το οποίο είναι μια πραγματικότητα στην Γαλλία μόλις τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Η κοσμικότητα δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα για να περιορίσει και καταπιέσει την ισχύ του Καθολικισμού. Το επιχείρημα επομένως ότι η «επιθετική κοσμικότητα» του γαλλικού συστήματος προκαλεί «ασφυξία» στους Μουσουλμάνους και άρα αποτελεί κάποιου είδους δικαιολογία για τις συνεχείς τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων ετών θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι υπό την κοσμικότητα «στενάζουν» και άλλες θρησκείες, οι οποίες δεν έχουν επιδείξει καμιά συγκρίσιμη με τους ριζοσπαστικούς Μουσουλμάνους τάση προς βία. 

Υπάρχει λοιπόν μια εσωτερική αντίφαση στο επιχείρημα ότι οι κοσμικές αξίες περιφρουρούνται μόνο μέσω περιορισμού του δημοσίου ρόλου της θρησκείας, όπως πολλοί φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πιστεύουν όταν η συζήτηση αφορά τις δικές τους χώρες, αλλά ταυτόχρονα ο φιλελευθερισμός απαιτεί σεβασμό της θρησκευτικής έκφρασης, όπως κάποιοι από αυτούς υπονοούν για να δικαιολογήσουν τις ισλαμικές αντιδράσεις στην Γαλλία. Αν η δημόσια παρουσία της θρησκείας απειλεί τις κοσμικές αξίες και λειτουργία του κράτους, τότε αυτό δεν μπορεί να ισχύει μόνο για κάποιες θρησκείες αλλά για όλες, πλειοψηφούσες και μειοψηφούσες. Αν πάλι η ανοχή της δημόσιας έκφρασης του θρησκευτικού συναισθήματος είναι προϋπόθεση για την ομαλότερη ένταξη μειονοτήτων και σεβασμό της διαφορετικότητας, αυτό αντιβαίνει λογικά στην αντίληψη ότι η θρησκεία απειλεί την ελευθερία της κοινωνίας. Με δεδομένες τις ιστορικές ρίζες του φιλελευθερισμού στο αίτημα προστασίας της θρησκευτικής λατρείας και συνείδησης από την κρατική επιβολή, βλέπουμε πώς η αντιθρησκευτικότητα είναι τελικά ένα άκρως αντι-φιλελεύθερο χαρακτηριστικό που οδηγεί τον φιλελευθερισμό στην ίδια του την αυτοαναίρεση. Μήπως τελικά ο, έστω και μετριοπαθώς, θρησκευτικός χαρακτήρας ενός κράτους εγγυάται την κοινωνική γαλήνη αρκεί να εξασφαλίζει έναν μίνιμουμ πλουραλισμό προς όφελος των μη-επικρατουσών θρησκειών;

Θα μπορούσε όμως κάποιος να διατυπώσει και μια αντίστροφη απάντηση στην σοσιαλ-φιλελεύθερη κριτική προς την γαλλική κοσμικότητα. Υπό μια έννοια Αμερικάνοι (αλλά και Βρετανοί) επικριτές του Μακρόν έχουν δίκιο δεδομένης της εμπειρίας των χωρών τους στην διαχείριση της θρησκευτικής διαφορετικότητας, παρά τις όποιες προκλήσεις που παραμένουν, σε σχέση με την Γαλλία. Ακόμα και για τον πιο προοδευτικό Αμερικάνο, ο δημόσιος ρόλος της θρησκείας είναι απλά η άλλη όψη του νομίσματος της ελευθερίας λατρείας και σεβασμού της θρησκευτικής διαφορετικότητας που αποτελεί το αξιακό θεμέλιο των ΗΠΑ. Κατ’ αντιστοιχία, οι Βρετανοί Μουσουλμάνοι πιθανότατα αισθάνονται πιο άνετα σε μια χώρα όπου ο ανώτατος άρχοντας αποκαλείται «υπερασπιστής της πίστης» (defender of the faith) σε σχέση με μια χώρα όπου το κράτος είναι επιδεικτικά και μαχητικά άθρησκο. 

Αυτά τα μοντέλα όμως δεν παύουν να αντανακλούν συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες της κάθε χώρας. Η επιβολή τους σε άλλες χώρες που για διάφορους λόγους έχουν ακολουθήσει άλλη πορεία δεν θα ήταν λιγότερο αυταρχική και ανελεύθερη από το να επιβάλει ένα κράτος στους πολίτες του τι και πώς θα πιστεύουν. Ιδιαίτερα η τάση, που έχει μεγεθυνθεί στις ημέρες μας από τον ρόλο του διαδικτύου, να προβάλλονται αμερικανικά ιδεολογικά σχήματα και πολιτικά επίδικα σε άλλες χώρες και έθνη είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Η αυτάρεσκη διαπίστωση Αμερικάνων σοσιαλ-φιλελεύθερων ότι «το γαλλικό μοντέλο έχει αποτύχει» όπως διαβάζουμε αυτές τις ημέρες δεν έχει καμιά αξία πέραν της ικανοποίησης αυτού που την εκφέρει. Για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, η Γαλλία έχει υιοθετήσει ένα σύστημα αυστηρής κοσμικότητας, του οποίου μάλιστα η συνεπής εφαρμογή έχει αποτελέσει, μαζί με το θεσμικό οικοδόμημα της Πέμπτης Δημοκρατίας, βασικό στοιχείο του ιστορικού συμβιβασμού που έχει επιτρέψει την απρόσκοπτη (για πρώτη φορά στην γαλλική ιστορία) λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος τα τελευταία 60 χρόνια. Με άλλα λόγια, η κοσμικότητα αποτελεί πλέον, μετά από αιώνες διαμάχης γύρω από αυτήν, ένα βασικό στοιχείο της γαλλικής εθνικής ταυτότητας προς το οποίο όλοι όσοι θέλουν να μετάσχουν σε αυτήν θα πρέπει να προσαρμοστούν.

Για να είμαστε δίκαιοι, αυτές οι αντιφάσεις του φιλελευθερισμού μεταξύ της «υπαρκτής» εκδοχής του στην Γαλλία και της σοσιαλ-φιλελεύθερης Αγγλοσαξονικής κριτικής σε μεγάλο βαθμό αποτελούν αντικατοπτρισμό αντίστοιχων διλημμάτων της συντηρητικής σκέψης. Ένας συντηρητικός δεν επιθυμεί την αποθρησκειοποίηση της δημόσιας σφαίρας και κοινωνίας, ιδιαίτερα αν αυτή δεν έρχεται οργανικά αλλά επιβάλλεται άνωθεν. Από την άλλη, ένας συντηρητικός κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης ελάχιστων κοινών κωδικών επικοινωνίας και αλληλοταύτισης σε μια κοινότητα με σκοπό την συνοχή και επιβίωσή της. Αυτό σημαίνει ότι ο συντηρητικός στέκεται επικριτικά απέναντι στην ώσμωση ακροδεξιάς και ακρο-φιλελεύθερης ρητορικής που καταδικάζει συλλήβδην όλες τις θρησκείες απλά γιατί είναι θρησκείες. Δεν μπορεί όμως και να μην αναδείξει την υποκρισία της σοσιαλ-φιλελεύθερης κριτικής η οποία περίπου λέει ότι ο περιορισμός της επικρατούσας θρησκείας είναι απαραίτητος στο όνομα της «προόδου», αλλά η πριμοδότηση της μειοψηφούσας θρησκείας επιβάλλεται στο όνομα της «διαφορετικότητας». Σε αυτό το σημείο τα όρια μεταξύ φιλελευθερισμού και «κοινοτισμού» όπως λέγεται στον γαλλικό δημόσιο διάλογο, δηλαδή κατακερματισμού της κοινωνίας σε πολιτιστικά ασύμβατες μειονότητες, γίνονται δυσδιάκριτα. Η φύση του ριζοσπαστικού Ισλάμ σήμερα έχει αποδείξει σε τελική ανάλυση τις αντιφάσεις και προβλήματα αυτής της στάσης.

Μια συνεπής συντηρητική στάση επομένως θα ήταν ότι οι αξίες του Διαφωτισμού και του φιλελεύθερου-κοσμικού κράτους μπορούν να γίνουν αποδεκτές, αν μη τι άλλο, γιατί αποτελούν προϊόν μακραίωνων ιστορικών διαδικασιών που πήραν διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές χώρες και επιβλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, και βέβαια όχι χωρίς αντιδράσεις και παλινδρομήσεις, σε διασύνδεση με άλλα στοιχεία εθνικής και θρησκευτικής ταύτισης. Αν δει επομένως και τις αξίες του Διαφωτισμού με τις κατά τόπους εκφράσεις τους ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας, ένας συντηρητικός θα μπορούσε να τις αποδεχτεί στο περιεχόμενό τους χωρίς αυτό να απαιτεί την αποσύνδεση από άλλες υπέρτερες αξίες που χαρακτηρίζουν μια συλλογικότητα – από τις οποίες άλλωστε σε μεγάλο βαθμό φιλελεύθερες αξίες έχουν εκπηγάσει και επηρεαστεί φιλοσοφικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ετερογένεια μοντέλων σχέσεων κράτους-θρησκείας στην Ευρώπη αντανακλά την εθνική και ιστορική της ποικιλοχρωμία και διαφορετικούς κατά τόπους συμβιβασμούς. Έτσι, το γαλλικό μοντέλο κοσμικότητας δεν είναι ένα γενικευμένο μοντέλο ή ιδανικό «προόδου» στο οποίο όλες οι άλλες κοινωνίες πρέπει να αποσκοπούν, δεν είναι όμως και κάτι που μπορεί να απορριφθεί απλά και μόνο επειδή μια μειονότητα, οσοδήποτε σημαντική αριθμητικά, δυσθυμεί την ώρα που και αυτό έχει προκύψει από μακρόσυρτες διαδικασίες στην γαλλική ιστορία. 

Με άλλα λόγια, ένας συντηρητικός μπορεί να στηρίζει τον Μακρόν στην διαμάχη του με τον ριζοσπαστικό Ισλαμισμό από την στιγμή που ο πυρήνας του μηνύματός του – ότι όσοι θέλουν να λάβουν μέρος στην πολιτική και κοινωνική ζωή μιας χώρας πρέπει να ασπάζονται έναν ελάχιστο πυρήνα αξιών και ιδεών που έχει επικρατήσει εκεί ιστορικά – είναι ξεκάθαρα συμβατός με τον συντηρητισμό. Το ότι αυτές οι αξίες στην Γαλλία τυχαίνει να είναι αυστηρά κοσμικού/φιλελεύθερου χαρακτήρα απλά αφορά την ιστορική πορεία αυτής της χώρας και δεν επιβάλλει αυτές τις αξίες ως κάποιο γενικό μέτρο προς το οποίο όλοι οι άλλοι πρέπει να προσαρμοστούν. Σε άλλες χώρες η θρησκευτικότητα του λαού και το θρησκευτικό αποτύπωμα στους θεσμούς μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερα, αυτό όμως δεν στερεί το δικαίωμα από αυτές τις χώρες να επιζητούν ό,τι και ο Μακρόν αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο προς το οποίο τα νέα μέλη της πολιτικής κοινότητας θα πρέπει να προσαρμοστούν. Αν υπάρχει άλλωστε ένα σημείο όπου συντηρητισμός και φιλελευθερισμός (στην ιστορικά συνεπή μορφή του) συναντώνται, είναι ακριβώς η αντίθεση στον κατακερματισμό και η διατήρηση ενός αξιακού κοινού παρονομαστή πάνω στον οποίο δομείται η ζωή μιας πολιτικής κοινότητας.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.