Ο Ερντογάν της Μυθοπλασίας και της Πραγματικότητας

Η πρόσφατη είδηση ότι ο Ταγίπ Ερντογάν απηύθυνε μήνυμα στο συνέδριο του τουρκικού κόμματος της Βουλγαρίας αποτελεί ακόμα μια υπενθύμιση μιας διαδικασίας που στην Ελλάδα επιμένουμε να αγνοούμε: ότι ο Τούρκος πρόεδρος εδώ και χρόνια, με υπομονή και διορατική οξυδέρκεια, κατασκευάζει την εικόνα του οικουμενικού ηγέτη με όπλο, όχι το κοντόφθαλμο εθνικιστικό ιδεολόγημα της «φυλής», αλλά την ευρύτερη θρησκευτική αντίληψη περί «παγκόσμιου Ισλάμ».

 Όσο στην Ελλάδα και την Ευρώπη βλέπουμε έναν «εκβιαστή» της Γηραιάς Ηπείρου, ο Τούρκος ηγέτης απλώνει την επιρροή του σε περισσότερες των τριών ηπείρων, συχνά χωρίς την παραμικρή χρήση βίας ή απειλής. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Σομαλίας, χώρας που ουσιαστικά σώθηκε από την ολοκληρωτική οικονομική καθίζηση χάρη στον Τούρκο πρόεδρο, με αντάλλαγμα, επί του παρόντος τουλάχιστον, την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης χάρη στις χιλιάδες Σομαλούς επίδοξους μετανάστες που η Τουρκία χρησιμοποιεί ως όργανο γεωπολιτικής επιρροής. Μπορούμε όμως να εντοπίσουμε τη διείσδυση της Τουρκίας, με όρους πολιτικούς, οικονομικούς ή ιδεολογικούς, και στα εγγύς Βαλκάνια (Βουλγαρία, Β. Μακεδονία, Αλβανία), τη Γερμανία, τις ΗΠΑ (βλ. το παράδειγμα της πολιτικού του Δημοκρατικού Κόμματος Ιλχάν Ομάρ), ακόμα και στην Αιθιοπία, όπου το Ορθόδοξο στοιχείο αποτελεί την κυρίαρχη θρησκεία, με ποσοστό που αγγίζει το 45%. 

Προφανώς, το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι γιατί ο Ερντογάν κινείται κατ’ αυτό τον τρόπο, αλλά τι κάνει η Ελλάδα από τη μεριά της για να αντισταθμίσει τις προαναφερθείσες κινήσεις. Βολεύει πράγματι να βαυκαλιζόμαστε με ελπίδες που έχουμε εναποθέσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, λες και αυτοί οι θεσμοί σε όποια διαφορά μας με την Τουρκία αυτονόητα θα υιοθετήσουν στάση θετική για τα συμφέροντά μας; Από την άλλη μεριά, διερωτάται κανείς τι μας εμποδίζει να κτίσουμε σταθερές γέφυρες επικοινωνίας με χώρες όπως η Αιθιοπία, είτε επενδύοντας, είτε αναβαθμίζοντας δεσμούς θρησκευτικούς ή ιστορικούς που (θα έπρεπε να) μας ενώνουν. Περαιτέρω, γιατί η πολιτική μας τάξη δεν επιβάλλει την παρουσία της στις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης με ακόμα δυναμικότερο τρόπο αντί να τις υβρίζει, όπως είχε κάνει ο κ. Κοτζιάς την περίοδο των Πρεσπών απέναντι σε Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία στον οποίο είχε απευθύνει εξωφρενικούς χαρακτηρισμούς («χουντικός», «φασίστας»). Τελικά, η Ελλάδα θέλει να κατασκευάζει, όπως ο Ερντογάν, να γκρεμίζει, ή να επεμβαίνουν οι άλλοι για λογαριασμό της; 

Φυσικά η Τουρκία δεν αποτελεί πρότυπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, αποτελεί μέγα σφάλμα η εμμονή της Ελλάδας στην επικείμενη (πότε τάχα;) οικονομική κατάρρευση της γείτονος, ευχόμενη πως κάτι τέτοιο θα λύσει ως διά μαγείας το μεγάλο διεθνές της πρόβλημα, την στιγμή που πίσω από κάθε πέτρα που συνορεύει μαζί μας (Βουλγαρία, Β. Μακεδονία, Αλβανία) υπάρχει δάκτυλος Ερντογάν. Το πρόβλημα που αναδύεται είναι εν πολλοίς ιστορικό: Ο Ερντογάν εμπορεύεται «προνεωτερικότητα», δηλαδή θρησκεία, ενώ η Ελλάδα «νεωτερικότητα», δηλαδή έθνος, φυλή και αίμα. Η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον της πρόκλησης να κατασταλάξει ταυτοτικά, και αφού το πράξει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητητα στην εξαγωγή του πολιτισμικού και ιδεολογικού της προϊόντος – αυτή η γεωπολιτική πτυχή παρεμπιπτόντως απουσιάζει πλήρως από τις προτεινόμενες επετειακές εκδηλώσεις για το 2021. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει επ’ ουδενί να κατασπαταλήσουμε τον διαθέσιμο χρόνο, διότι η Τουρκία, σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν περιμένει. 

 Κ.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.