Η Ελλάς προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Η σταδιακή ψύχρανση των σχέσεων της Άγκυρας με σειρά δυτικών χωρών, τα τελευταία χρόνια, οι εκπεφρασμένοι σχεδιασμοί της πρώτης για περιφερειακή ηγεμονία  και η  ερμηνεία πλείστων σχολιαστών και ακαδημαϊκών πως αυτό συνιστά το τέλος της σχέσης- τουλάχιστον όπως μέχρι σήμερα ορίζονταν το πλαίσιο αυτής της σχέσης – της Τουρκίας με το σύνολο των χωρών της Δύσης έχει αναδείξει, υποστηρίζεται, ένα νέο ρόλο για την Αθήνα.

Η θέση του προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης, μια φιλελεύθερη δημοκρατία μέλος των ευρωταλαντικών δομών, φραγμός στην τουρκική αυθαιρεσία και την ρωσική παρεμβατικότητα, τονίζεται, είναι ο βέλτιστος τρόπος για την Αθήνα ώστε να μεγιστοποιήσει οφέλη και προοπτικές.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα παρατεθούν ορισμένες κριτικές σκέψεις αναφορικά με τις προοπτικές ενός τέτοιου ρόλου.

Προυπύργιο της Δύσης;

Η άνοδος του πολιτικού Ισλάμ, επισημαίνεται, στην Τουρκία επί Ρ. Τ. Ερντογάν απομάκρυνε την χώρα από την προοπτική αποδοχής δυτικών προτύπων πολιτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η προοπτική ένταξης – μετά και την έμμεση πλην ουσιαστική άρνηση κυβερνήσεων (λόγω του τουρκικού μεγέθους και της υπέρμετρης επιρροής που αυτή η χώρα θα ασκεί στα κοινοτικά όργανα) αλλά κυρίως ευρωπαϊκών λαών (εξαιτίας πολιτιστικής ασυμβατότητας)  να συναινέσουν – έχει υποχωρήσει με συνέπεια να υιοθετηθεί η χάραξη αυτόνομης πορείας εκμεταλλευόμενη τα γεωγραφικά, πληθυσμιακά και πολιτισμικά ερείσματα της χώρας. Η οικονομική μεγέθυνση επί διακυβέρνησης Ρ. Τ. Ερντογάν και η δημογραφική δυναμική ενισχύουν τις προοπτικές ενός τέτοιου σχεδιασμού. Οι προαναφερόμενες εξελίξεις ανέδειξαν τη διαχρονική εχθρότητα της τουρκικής κοινωνίας απέναντι στις δυτικές χώρες καθώς και τις αντιχριστιανικές και αντισημιτικές καταβολές της.

Στο παραπάνω πλαίσιο η Ελλάς καλείται να διαδραματίσει τον ρόλο του προπυργίου της Δύσης στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου συμπράττοντας με το Τελ-Αβίβ και τη Λευκωσία και άλλες χώρες στη συγκρότηση μιας «κοινότητας ασφάλειας» φιλελεύθερων δημοκρατιών, εξέλιξη η οποία θα θωρακίσει την Ελλάδα «διπλωματικά έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού και θα αυξήσει τη διαπραγματευτική ισχύ της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ».[1]

Κατ’ αρχάς, οι έννοιες Ευρώπη και Δύση δεν κατέχουν διαχρονικά ένα σαφή και μονοσήμαντο καθορισμό υφιστάμενες διαχρονικά  πλείστες διαφορετικές ερμηνείες αναφορικά με το γεωγραφικό εύρος και τη συμπερίληψη ή μη συγκεκριμένων χωρών όπως η Ρωσία, χώρα  τόσο ευρωπαϊκή και αναγκαία για την εξισορρόπηση του Πεκίνου αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλη για να θεωρείται αμιγώς ευρωπαϊκή. Και οι ορισμοί – σε αρκετές περιπτώσεις, όχι πάντα, – υπόκεινταν και υπόκεινται, σε υποκειμενικές θεωρήσεις ανάλογα με τον συσχετισμό ισχύος και τις στοχεύσεις ενός εκάστου. Επί παραδείγματι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι καθ’ όλα ευρωπαϊκές – πολιτιστικά και γεωγραφικά – Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και Βαλτικές δημοκρατίες θεωρούνταν μη τμήμα της Δύσης λόγω της πρόσδεσης του στη Μόσχα.

Παράλληλα, η Ευρώπη συνίσταται από αρκετές διαφορετικές εκδοχές της: σλαβική, σκανδιναβική, ιβηρική, μεσογειακή, ατλαντική. Αλλά και καθολική, προτεσταντική, ορθόδοξη. Γερμανόφωνη, γαλλόφωνη, λατινογενής.  Κάθε μια από τις εκδοχές αυτές είχε ιστορικά τις δικές της ανησυχίες και προτεραιότητες.

Η έννοια δε της Δύσης δύναται να περιλαμβάνει πέραν της Δυτικής Ευρώπης και τις ΗΠΑ και Καναδά στη Βόρειο Αμερική, μέχρι και την Αυστραλία Νέα Ζηλανδία ή ακόμα και την Ιαπωνία στην άλλη πλευρά της υφηλίου. Μια έννοια λοιπόν με τεράστια γεωγραφική έκταση, έννοια η οποία συμπεριλαμβάνει στην ίδια κατηγορία χώρες με διαφορετικές γεωγραφικές ιδιαιτερότητες διαφορετικές προτεραιότητες και ίσως αποκλίνουσες  προσλήψεις περί εθνικού συμφέροντος.

Κατά πόσο,  υφίσταται η έννοια της Δύσης, ή έστω της Ευρώπης ως ενιαίο γεωπολιτικό σύνολο με ταυτότητα απόψεων και συμφερόντων φύλακας της οποίας θα είναι η Αθήνα; Σε ποιο βαθμό αρθρώνονται και υφίστανται αντικειμενικά «ευρωπαϊκά» και «δυτικά» συμφέροντα προασπιστής των οποίων στην περιοχή θα γίνει η Ελλάς;

Ο δε ρόλος των Αθηνών ως  «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Δύσης προϋποθέτει ότι  η Τουρκία – ως χώρα, και όχι ως κυβέρνηση Ερντογάν – θα επιδιώξει την ολική διάρρηξη με τις χώρες της Δύσης εξαιτίας του προαναφερόμενου νέου προσανατολισμού περί περιφερειακής ηγεμονίας. Ακόμα, όμως, και με την εκπεφρασμένη θέληση της Άγκυρας για ηγεμονία – φιλοδοξία η οποία επιβοηθείται από την ανυπαρξία της ΕΕ και την στάση των ΗΠΑ (τόσο σε διακομματικό επίπεδο όπως φαίνεται από την προσεκτική πολιτική Ομπάμα και Τραμπ, όσο και στην αντίθεση της αμερικανικής κοινωνίας για στρατιωτικές παρεμβάσεις στο εξωτερικό  – το οικονομικό, πληθυσμιακό μέγεθος της Άγκυρας και η γεωγραφική τη θέση όσο και τα ερείσματα που αυτή έχει σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από τα Βαλκάνια μέχρι την Κεντρική Ασίαδεν μπορεί να αγνοηθεί από τρίτους. Σε αντίθεση η Ελλάς σταδιακά τον τελευταία αιώνα έχει απωλέσει ερείσματα στον περίγυρό της τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως στηρίγματα για ένα τέτοιο ρόλο, από την εξόντωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού και την κατοχή της Βόρειας Κύπρου από την Τουρκία μέχρι την εγκατάλειψη της Βορείου Ηπείρου και την έλλειψη συστηματικής επαφής με τους Ελληνορθόδοξους πληθυσμούς του Λιβάνου και της Συρίας, της Νότια Ρωσίας ακόμα και τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας. Μια Ελλάς η οποία φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί στο ασφυκτικό κοινοτικό πλαίσιο.

Κατά πόσο η Ελλάς, οικονομικά κάτισχνη, σε δημογραφική πτώση με μια κοινωνία μαλθακή και απαράσκευη για μακροχρόνιους αγώνες και ένα πολιτικό προσωπικό εξίσου ανίκανο για να εμπνεύσει τις θυσίες αυτές δύναται να διαδραματίσει τον ρόλο του Ακρίτα; Ο ρόλος του προκεχωρημένου φυλακίου απαιτεί μια κοινωνία σε διαρκή εγρήγορση πολεμικής προπαρασκευής, απαιτεί στάσεις και νοοτροπίες πολύ διαφορετικές από τις επικρατούσες στην ελλαδική κοινωνία.

Πιστεύουμε πως ακόμα και με την εχθρότητα στη Δύση που καλλιεργεί η κυβέρνηση Ερντογάν και που εν πολλοίς ανταποκρίνεται στη δομή και νοοτροπία τη τουρκικής κοινωνίας θα υπάρξει ένας διακανονισμός μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρώπης και της Δύσης ευρύτερα για τους παραπάνω λόγους. Εξάλλου ιστορικά η Αθήνα έχει κληθεί επανειλημμένως να καταβάλλει το κόστος εξευμενισμού της Άγκυρας αλλά και μικρότερων χωρών, είτε με την αποδοχή του πλαισίου Ανάν και τις υποχωρήσεις στις προϋποθέσεις για ένταξη της Άγκυρας στην ΕΕ ή της Αλβανίας και των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ χάριν πάντα της συμμαχικής συνοχής…

Η εκδοχή αυτή επιβοηθείται, όπως θα δούμε παρακάτω, και από εξελίξεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο;

Κατά πόσο υφίσταται μια Ευρώπη, και μια δύση με πολιτιστικούς όρους θεμέλιο του οποίου θα είναι ένα γενικό έστω περίγραμμα μιας μακροχρόνιας πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, ευρωπαϊκής  ή δυτικής;

Η αποχριστιανοποίηση και η υποχώρηση των κλασσικών σπουδών, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος ενός κοινού πολιτισμικού υπόβαθρου αποτελούν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις των δυσχερειών σφυρηλάτησης μιας ενιαίας αντίληψης.

Επικρατεί το παρόν, ο καθημερινός βίος προσανατολίζεται στην εφήμερη κάλυψη τρεχουσών αναγκών χωρίς προβληματισμό για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις μιας τέτοιας στάσης (η έλευση ενός εκατομμυρίου προσφύγων στη Γερμανία το 2015 εν πολλοίς προς κάλυψη του εργασιακού δυναμικού αποτελεί μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση), η υπερκατανάλωση και μια μεσσιανική πίστη στην τεχνολογία ως φορέα επίλυσης του συνόλου των προκλήσεων της σύγχρονης ζωής, η λογική της άρσης πάσης φύσεως περιορισμών και ορίων, η αποθέωση τη μετανεωτερικής υποκειμενικότητας όπου σταθερές δεν υφίστανται και τα πάντα τίθενται προς επανερμηνεία. Η πολιτική διάσταση της διαχείρισης των κοινών υποχωρεί με την οικονομική διάσταση να τείνει κυρίαρχη, όσα προσωρινά και εφήμερα είναι, αρκετές φορές, τα οικονομικά οφέλη από μια τέτοια προσέγγιση.

Συμπληρωματικά, η απαξίωση του ευρωπαϊκού πολιτιστικού οικοδομήματος η αυτοπεποίθηση του οποίου συγκλονίστηκε συθέμελα από τις φρικαλεότητες των δύο παγκοσμίων πολέμων και η τάχιστη, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκκοσμίκευση έχουν συντελέσει στην μετάλλαξη των ειδοποιών χαρακτηριστικών της ευρωπαϊκής ηπείρου, τα οποία πλέον περιορίζονται στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα, και την ελεύθερη οικονομία, στοιχεία ανεπαρκή για τη σφυρηλάτηση κοινών συμφερόντων και ενιαίας στάσης έναντι των προκλήσεων της εποχής. Τα δε ενοχικά συμπλέγματα του ευρωπαϊκού αποικιακού παρελθόντος έχουν περαιτέρω συμβάλλει στην αποδόμηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας εξουδετερώνοντας τι αντιδράσεις για τη μαζική μετανάστευση μη ευρωπαϊκών λαών στην Γηραιά Ήπειρο.

Η δημογραφική κάμψη, ο ηθικός σχετικισμός και ο εξ’ αυτού συνεπαγόμενος διευρυνόμενος δικαιωματισμός που υπονομεύει τη συνοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών ολοκληρώνουν την εικόνα παρακμής.

Φυσικά, διαχρονικά τα ευρωπαϊκά κράτη δεν δίσταζαν να συμμαχήσουν με μη ευρωπαϊκούς δρώντες όπως το οθωμανικό σουλτανάτο εναντίον άλλων χριστιανικών κρατών προς επίτευξη δυναστικών στόχων και αυτοκρατορικών φιλοδοξιών οπότε η απουσία κοινής ευρωπαϊκής αντίληψης δεν είναι κάτι νεοφανές. Στη σημερινή εποχή, επίσης, η απουσία κοινού βηματισμού είναι προφανής ακόμα και στους εταίρους του ευρωενωσιακού εγχειρήματος στο οποίο μετά από συνεχείς διαδικασίες άνω των εβδομήντα ετών δεν έχει εισέτι επιτευχθεί κοινή αντίληψη. Ακόμα και μεταξύ των στενότερων μελών της ΄Ένωσης, Παρισίων και Βερολίνου, υπάρχει διαφοροποίηση στην προσέγγιση. Η ενεργητική πολιτική των Παρισίων όπως αυτή διαφαίνεται στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο υπέρ των ελληνικών θέσεων βρίσκεται σε αναντιστοιχία με την διστακτική ανάμειξη της Γερμανίας. Ενώ η γερμανική πολιτική φαίνεται  να έχει κατά βάση κοινοτικό προσανατολισμό (αν και στην περίπτωση της προμήθειας φυσικού αερίου από τη Μόσχα προέταξε τα εθνικά έναντι των κοινοτικών συμφερόντων), το Παρίσι διακατέχεται από ευρύτερες ανησυχίες εκμεταλλευόμενο και τη ιστορική του παρουσία στον περίγυρο της Β. Αφρικής και Αν Μεσογείου. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις πλαισιώνονται από σειρά άλλων, μεταξύ των κοινοτικών εταίρων, όπως διχογνωμίες οικονομικής πολιτικής μεταξύ βορείων και νοτίων κρατών αλλά και κατηγορίες δυτικοευρωπαϊκών χωρών έναντι των εταίρων τους εξ’ ανατολών σχετικά με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και των νοτιοανατολικοευρωπαίων αναφορικά με ζητήματα διαφθοράς και αναποτελεσματικής διακυβέρνησης.[2]

Απέναντι σε μια τέτοια Ευρώπη και Δύση ευρύτερα ο ρόλος του προκεχωρημένου φυλακίου δεν έχει καμιά αξία. Φύλακας ποιων αξιών, ποιου πολιτιστικού υπόβαθρου, ποιας ευρωπαϊκής ταυτότητας; Αυτήν που ορίζεται τυπικά από την αποδοχή του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος και της ελεύθερης οικονομίας; Δυστυχώς, τα προαναφερόμενα δεν αρκούν για τη σφυρηλάτηση κοινών δεσμών και στρατηγικών συμφερόντων. Πιο συγκεκριμενα δε, όταν η έννοια του σεβασμού των δημοκρατικών διαδικασιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιείται ως αφορμή αντιτουρκικών συσπειρώσεων εμπεριέχει μια δόση υποκρισίας διότι το δημοκρατικό πλαίσιο δεν έγινε αποδεκτό διαχρονικά από την τουρκική ηγεσία, δεν έγινε ποτέ σεβαστή από καμία παράταξη στη γείτονα χώρα, είτε κεμαλιστές, είτε ισλαμιστές αλλά εργαλειοποιηθηκε στυγνά από τους μεν πρώτους για να καταπνίξει τον ισλαμικό προσανατολισμό του μεγαλύτερου μέρους της τουρκικής κοινωνίας, από τους δε για να περιθωριοποιήσει τους υποστηρικτές του κεμαλικού κοσμικού κράτους. Η αυταρχική άσκηση εξουσίας στη γείτονα συνιστά μια πραγματικότητα από τη σύστασή της το 1923 και όχι επί διακυβέρνησης του Τ.Ρ.Ερντογάν. Η ίδια περιφρόνηση εναντίον κάθε έννοιας δημοκρατικής διακυβέρνησης υπήρχε στην Τουρκία, το 1923, το 1942, το 1955, το 1976, το 1996 – εποχές στενής συνεργασίας Δύσης-Τουρκίας – και φυσικά σήμερα. Συνεπώς, αν και δίκαιη η εναντίωση των κοινοτικών μας εταίρων στις μεθοδεύσεις του Τούρκου προέδρου, είναι υποκριτικές όταν μάλιστα πλείστες χώρες της Δύσης διατηρούν πολύ καλό επίπεδο σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, μια χώρα με ακόμα πιο βαρύ ιστορικό στην περιφρόνηση των δημοκρατικών θεσμών.

Καταληκτικά σχόλια

Η Ευρώπη αποτελεί μία  ήπειρο χωρίς πολιτιστικό έρμα, χωρίς πολιτισμική συνισταμένη όπου τα ενοποιητικά στοιχεία, ή τουλάχιστον τα στοιχεία εκείνα, τα οποία θα εξασφάλιζαν ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς, θεωρούνται ασφυκτικά δεσμά, και σταδιακά εκλείπουν προς αναζήτηση μια αέναης προοδευτικότητας που οδηγεί τελεολογικά στον μηδενισμό.[3]

Κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει η Ελλάς ως προπύργιο μιας ηπείρου με αποδομημένη ταυτότητα; Ποιων αξιών θα είναι φρουρός;

Παράλληλα, ο ρόλος του προκεχωρημένου φυλακίου απαιτεί ηγεσία, κοινωνία και δομές διαφορετικές από τις επικρατούσες. Ο ρόλος του Ακρίτα, είναι η αλήθεια, ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία και την διαχρονική πορεία του Ελληνισμού. Ανέκαθεν έθνος συνόρων οι Έλληνες ευρισκόμενοι σε γεωγραφική περιοχή όπου διασταυρώνονταν θρησκείες, γλώσσες, πολιτισμοί. Το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος αυτόν τον ρόλο διαδραμάτιζε για αιώνες. Η εθνική μας ύπαρξη είναι μια αέναη πάλη απέναντι σε επιβουλές  από τη Δύση και την Ανατολή και ενίοτε από τον Βορρά.

Επίσης, ακόμα,  και τώρα, η συρρικνωμένη επιρροή της Ελλάδος (με όρους αγοράς, το brandname)  παραμένει υπαρκτή  στην ευρύτερη περιοχή αλλά απαιτείται μια ενεργητική δραστήρια πολιτική ενίσχυσης των πάσης φύσεως ερεισμάτων που η Αθήνα έχει, (πολιτιστικά, θρησκευτικά γλωσσικά) μη περιοριζόμενη στο κοινοτικό πεδίο. Είναι αλήθεια επίσης ότι οι ηγεμονικές βλέψεις της Άγκυρας οδηγούν σε αντισυσπειρώσεις διευρύνοντας τα περιθώρια των Αθηνών.

Η Ελλάς υιοθετώντας μια καθαρά εθνοκεντρική προσέγγιση οφείλει πρωτίστως να ενισχύσει βραχυπρόθεσμα την πολεμική της ικανότητα και να ανακάμψει τη δημογραφική της συρρίκνωση. Οι ενέργειες τούτες έχουν προτεραιότητα έναντι των οποιωνδήποτε θεωρητικών αναζητήσεων για τον ρόλο της χώρας στο τάδε η στο δείνα συμμαχικό σχήμα. Η αυτοδύναμη ισχυροποίηση της χώρας θα γεννήσει από μόνη της ευκαιρίες.

Ο μόνος τρόπος η Ελλάς να καταστεί προκεχωρημένο φυλάκιο είναι να προσεταιριστεί όλες τις φωνές στην Ευρώπη, οι οποίες βρίσκονται απέναντι στο αφήγημα της σημερινής πραγματικότητας και που επιθυμούν την προστασία των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, φωνές οι οποίες  επιδεικνύουν δισταγμό ή και αντίθεση στα σχέδια ομοσπονδοποίησης της ΕΕ. Φωνές οι οποίες είναι αντίθετες στην μαζική έλευση μη ευρωπαϊκών πληθυσμών, φωνές οι οποίες αναζητούν την επανανοηματοδότηση του συλλογικού τους βίου εντός του ευρωπαϊκού χριστιανικού πολιτιστικού παραδείγματος.

Οι δημοκρατικοί θεσμοί και η ελεύθερη αγορά δεν αρκούν. Μόνο όταν οι ευρωπαϊκοί λαοί επανακτήσουν την συνείδηση της ταυτότητάς τους και σαφώς οριοθετηθεί η έννοια της Ευρώπης έναντι τρίτων, η αξία του προκεχωρημένου φυλακίου θα αποκτήσει νόημα και υπόσταση. Σε διαφορετική περίπτωση υφίσταται ο κίνδυνος η χώρα μας να καταστεί αδιάφορη και αναλώσιμη στις διευθετήσεις μεταξύ Δύσης/Ευρώπης και Τουρκίας.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Δεκεμβρίου 2020.


[1] Καραγιάννης Μάνος, Η Ελλάδα ως προπύργιο της Δύσης, Καθημερινή, 6.10.2020. Διαθέσιμο εδώ, https://www.kathimerini.gr/politics/561103429/i-ellada-os-propyrgio-tis-dysis/.

[2] Σχετικά με τη διαφορετική προσέγγιση Παρισίων και Βερολίνου βλέπε Gabriel Sigmar, « Aachen Treaty: Franco-German friendship is not enough ». Handelsblatt  29.01.2019. Διαθέσιμο εδώ, https://www.handelsblatt.com/english/opinion/aachen-treaty-franco-german-friendship-is-not-enough/23922054.html?ticket=ST-3513807-pcITc1XE2jwJJ9cAtQ5L-ap6. Επίσης, Joffe Josef, « Europe’s futile search for Franco-German leadership»,The Strategist  16.10.2020. Διαθέσιμο εδώ, https://www.aspistrategist.org.au/europes-futile-search-for-franco-german-leadership/.

[3] Για την απουσία κοινής πολιτισμικής συνισταμένης στην Ευρώπη βλέπε, Μαυρίδης, Νίκος «Δοκίμια για τη Μετανεωτερική εποχή» εκδόσεις Manifesto, 2017, σσ. 11-16.

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.