Αγία Σοφία Τατοΐου

Εδώ και αρκετούς μήνες, σύμπασα σχεδόν η ελληνική κοινή γνώμη, αλλά και τμήματα της διεθνούς, παρατηρεί με αποτροπιασμό ή πάντως αποδοκιμασία την χρησιμοποίηση ενός ναού-μνημείου, της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, από έναν ανενδοίαστο πολιτικό ηγέτη για φθηνούς, εφήμερους σκοπούς με στόχο τον εντυπωσιασμό μέρους του τουρκικού φανατικού πολιτικού κόσμου και ψηφοφόρων.

Δεν ήταν δυστυχώς δυνατό να αμφισβητηθεί ο τίτλος κυριότητος που παρέχει η δεύτερη άλωση του 1453 στην εκάστοτε ηγεσία οποιασδήποτε μορφής του τουρκικού κράτους προκειμένου αυτή να χρησιμοποιεί το μνημείο κατά το δοκούν. Η Αγία Σοφία άλλωστε είχε προϋπάρξει τέμενος επί αιώνες μέχρι το 1934. Την αποδοκιμασία ως προς τις πρόσφατες διαδικασίες επαναμετατροπής του μνημείου από μουσείο σε τζαμί προκαλούσαν οι δηλώσεις και οι προκλητικές ενέργειες της ηγεσίας της χώρας, του Ερντογάν μη εξαιρουμένου, πριν, κατά και μετά την ολοκλήρωση του στόχου αλλαγής χρήσης του χώρου. Βλέπε πχ τις αμετροεπείς και υπερφίαλες δηλώσεις και πράξει ιμάμηδων και πολιτικών αξιωματούχων. Ανθρώπων δηλαδή που δηλώνουν βαθιά θρησκευόμενοι, κάτι που προϋποθέτει εγκράτεια και μετριοπάθεια κατά την διαχείριση θρησκευτικών χώρων οιασδήποτε διαφορετικότητας.

Αυτά ως προς την «άξεστη» Τουρκία. Σε πολύ μικρότερη απόσταση από εμάς όμως είναι ευδιάκριτες – δεν γίνεται προσπάθεια να αποκρυφτούν άλλωστε, τουναντίον – διαδικασίες βίαιης αλλαγής της μορφής και του διαχρονικού συμβολισμού ενός κτιρίου και ενός τόπου γενικότερα: του Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου και του εντός αυτού Ανακτόρου Τατοΐου. Και εδώ όπως και στην Πόλη,  δεν αμφισβητείται ο τίτλος κτήσεως κυριότητας επ’ αυτών υπό του Δημοσίου μετά την πρώτη «άλωσή» τους, την χουντική (Σεπτέμβριος 1973), και την δεύτερη, την ΠΑΣΟΚική (1993 έως 2003 βαθμιαίως). 

Εννοείται ότι η διατήρηση, υπό τις σημερινές συνθήκες, κτήματος εκτεταμένου μέσα στην Αττική αποτελεί εξωπραγματική προοπτική. Ό,τι ήταν εφικτό στην Αττική των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα των μερικών δεκάδων έως ολίγων εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων είναι αδύνατο να ισχύει σε μια περιοχή με 5 έως 6 εκατομμύρια (Έλληνες και μη…) κατοίκους. Η παρατήρησή μας αφορά στην μεταχείριση που επιφυλάσσεται στο κτίριο του Ανακτόρου. Στην επιδίωξη να αποχωρισθεί αυτό τελείως από τον συμβολισμό που εξέπεμπε για έναν αιώνα σχεδόν αναφορικώς με ένα συγκεκριμένο πολιτειακό καθεστώς ευρυτάτης αποδοχής, όταν δεν έμπαινε εμπόδιο στις επιδιώξεις συγκεκριμένων κύκλων εσωτερικής ή εξωτερικής προελεύσεως. Αφορά συγκεκριμένα στον στόχο ξεριζωμού της ιστορίας από τον τόπο όπου αυτή έδρασε με την υποκατάστασή της από μια χαζοχαρούμενη οικολογική Ντίσνεϊλαντ κατάλληλη μόνο για φυσιολατρικές εξορμήσεις σχολείων και ΚΑΠΗ. Οι «ιμάμηδες» δεν θα λείψουν και εδώ, τόσο κατά τα πανηγύρια αποδόσεως του χώρου στο ανιστόρητο κοινό, όσο και κατά την επακόλουθη λειτουργία του «πάρκου».

Πρότασή μας, που βεβαίως δεν θα εισακουσθή, είναι η σεμνή απόδοση του ανακτορικού κτιρίου στην προσιδιάζουσα σε αυτό ιστορική μνήμη, και την απλή απόδοση του «τέως»– για να χρησιμοποιήσουμε το προσφιλές επίρρημα όποτε ο δημόσιος λόγος καταπιάνεται με αυτό το ζήτημα – Βασιλικού Κτήματος στην χλωρίδα και πανίδα της πολύπαθης Αττικής.

Κ. Σιφναίος

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.