Ουκρανία: Η άναρχη φύση των διακρατικών σχέσεων αντεπιτίθεται

του Ιωάννη Λάμπρου

Η ρωσική εισβολή της Ουκρανίας μονοπωλεί, και δικαίως, τις τελευταίες δύο εβδομάδες τις διεθνολογικές αναλύσεις. Δεν υπήρξαν λίγες οι φορές, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου παραβιάστηκε η εδαφική ακεραιότητα κρατών, από το 1956 στην Ουγγαρία, το 1968 στην τότε Τσεχοσλοβακία και φυσικά το 1974 όταν η Τουρκία εισέβαλλε στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Ακολούθησε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία με ανάμειξη τρίτων χωρών χωρίς οι τελευταίες να μετέχουν ενεργά  παρά μόνο, κατόπιν της ειρηνευτικής συμφωνίας, ως ειρηνευτικές δυνάμεις οι οποίες, στην περίπτωση της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, παραμένουν ακόμα και σήμερα.[1]  Η πρόσφατη εισβολή της Μόσχας στο σύνολο της ουκρανικής επικράτειας,  αφού πρώτα αναγνώρισε ως ανεξάρτητα κράτη την Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ και τη Λαϊκή  Δημοκρατία του Λουχάνσκ, στις 21 Φεβρουαρίου, και απέστειλε στρατεύματα εκεί υπό το πρόσχημα της ειρηνευτικής αποστολής, ολοκληρώνει την παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας που άρχισε με την κατάληψη τη Κριμαίας τον Φεβρουάριο – Μάρτιο 2014.

Στις επόμενες γραμμές  θα κατατεθούν κάποιες πρώτες σκέψεις αναφορικά με την ρωσική εισβολή που θα εστιαστούν σε τρεις επίπεδα: Στην ρωσική εισβολή αυτή καθ’ εαυτή, στο διεθνές περιβάλλον ασφάλειας, και τέλος  στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Κατά πρώτον, όπως είναι απόλυτα φυσικό, το αφήγημα είναι εκ διαμέτρου αντίθετο σε Μόσχα και Κίεβο. Η Μόσχα ασφυκτιά από τη συνεχή επέκταση της βορειοατλαντικής  συμμαχίας (επισημαίνοντας σχετικές διαβεβαιώσεις εκ μέρους δυτικών χωρών την εποχή κατάρρευσης της ΕΣΣΔ) με σκέψεις για απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου εκ μέρους του Κιέβου να ενισχύουν  αυτήν την ανασφάλεια.[2] Κατηγορίες για δίωξη του ρωσικού στοιχείου ολοκληρώνουν το ρωσική θέση. Από την άλλη πλευρά, το Κίεβο αντιτείνει πως ως ανεξάρτητο κράτος διαθέτει τη βούληση να επιλέγει τις συμμαχίες που αυτό θεωρεί κατάλληλες, είτε είναι οικονομική συνεργασία με την ΕΕ, είτε στρατιωτική συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Η συνειδητή αυτή επιλογή της πλειοψηφίας του ουκρανικού λαού δεν βασίζεται μόνο σε οικονομικά ή στρατιωτικά δεδομένα αλλά επεκτείνεται σε ζητήματα ταυτότητας καθώς η προσέγγιση με την δυτική Ευρώπη και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς ενισχύει την ταυτοτική διαφοροποίηση  από τη Μόσχα. Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από το διάγγελμα του Ρώσου προέδρου, προ της εισβολής, στο οποίο υπήρχαν πλείστες ιστορικές αναφορές που εν πολλοίς  απονομιμοποιούσαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του ουκρανικού κράτους, όπως ακριβώς η Άγκυρα αντιμετωπίζει τους Έλληνες της Κύπρου ως κυπρορωμιούς προσπαθώντας να ακυρώσει τον ελληνικό χαρακτήρα της συντριπτικής πλειονότητας του νόμιμου πληθυσμού της νήσου. Σε αυτό το πλαίσιο η εγκαθίδρυση νέας πολιτειακής δομής στην Ουκρανία, σε ομοσπονδιακή βάση, με αποδυναμωμένη κεντρική εξουσία (με πιθανή συμπερίληψη των περιοχών με ρωσική πλειοψηφία στην ουκρανική επικράτεια), και ενισχυμένο τον ρόλο των περιφερειών με δυνατότητα παρεμπόδισης λήψης αποφάσεων σε σημαντικά ζητήματα θα ικανοποιεί τις ρωσικές απαιτήσεις. Μια τέτοια δομή σταδιακά, ίσως, στοχεύει στην αποδυνάμωση της εθνικής ουκρανικής  ταυτότητας.

Σε περίπτωση δε  αποδοχής εκ μέρους του Κιέβου της απώλειας των δύο αποσχισθεισών περιοχών καθώς και της Κριμαίας, η εξέλιξη αυτή αφ’ ενός θα απομειώσει την γεωπολιτική αξία της χώρας πλην όμως θα απομειώσει, παράλληλα, και τα φιλορωσικά στοιχεία στο εσωτερικό της ώστε οι όποιες επιλογές της ηγεσίας να μην υπονομεύονται από εσωτερικές δυναμικές μειοψηφίες. Άγνωστο είναι, όμως, αν η αποδοχή αυτή εκ μέρους του Κιέβου θα ικανοποιήσει την Μόσχα αφού η τελευταία δευτερευόντως ενδιαφέρεται για την προσθήκη επιπλέον εδαφών θεωρώντας θεμελιώδες για τα ρωσικά συμφέροντα  τον συνολικό γεωπολιτικό προσανατολισμό της γείτονος. Αυτή είναι η δεύτερη ομοιότητα ρωσικών και τουρκικών επιδιώξεων σε Ουκρανία και Κύπρο αντίστοιχα με την τουρκική πολιτικής της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας στην Κύπρο να προσφέρει στην Άγκυρα τον έλεγχο ολόκληρης της νήσου.

Η  ρωσική εξωτερική πολιτική στην Ουκρανία εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη διαχείρισης της διεθνούς θέσης τη χώρας όπως αποτυπώθηκε από το  δόγμα του πρώην πρωθυπουργού και Υπουργού Εξωτερικών Γεβγκένυ Πριμακώφ, και το οποίο συνίσταται στα εξής στοιχεία: εμμονή της Μόσχας σε έναν πολυπολικό κόσμο όπου οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεννόηση των ισχυρότερων κρατών ώστε να εξισορροπιστεί η αμερικανική ισχύς. Μια τέτοια προσέγγιση φυσικά δεν είναι – όπως παρουσιάζεται από κάποιους – ως στάση αποδοχής του διεθνούς δικαίου ως ρυθμιστή των διεθνών πραγμάτων αλλά συντονισμένη παράκαμψη του μέσω αμοιβαίων παραχωρήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων. Συναφές και το επιχείρημα περί σταθερότητας ενός πολυπολικού συστήματος λόγω των διαφόρων συνδυασμών εξισορρόπησης ισχύος που δύνανται να ελέγξουν αναθεωρητικές τάσεις ενός κράτους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Μόσχα θα πρέπει να επιδιώκει να μην λαμβάνεται καμιά απόφαση σε σημαντικά ζητήματα  χωρίς τη συγκατάθεσή της.

Δεύτερον, κατοχή κυρίαρχης θέσης της Μόσχας στον πρώην σοβιετικό χώρο και ηγετική θέση στις διαδικασίες πολιτικής και οικονομικής περιφερειακής ενσωμάτωσης συνεπώς και η άρνηση της Μόσχας για ισχυροποίηση των δεσμών Ουκρανίας – Ευρώπης αν και στο ασιατικό τμήμα της πρώην ΕΣΣΔ η Μόσχα φαίνεται να έχει αποδεχθεί τις πρωτοβουλίες του Πεκίνου. Τρίτον, αντίθεση της Μόσχας σε επέκταση του ΝΑΤΟ προ ανατολάς. Τέταρτον, συνεργασία με το Πεκίνο.

Η επιχειρησιακή διάσταση της στρατηγικής ανάσχεσης  της δυτικής  επιρροής υποστασιοποιείται στο δόγμα του νυν επικεφαλής του ρωσικού στρατού στρατηγού Βαλερύ Γερασίμωφ ο οποίος το 2013 όρισε τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αποτελούν τμήμα της ρωσικής στρατηγικής: συγχώνευση στοιχείων «σκληρής» και «μαλακής» ισχύος, κινητοποίηση του συνόλου του κρατικού μηχανισμού για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων, διαρκής υπέρβαση των ορίων μεταξύ πολέμου και ειρήνης, στοιχεία τα οποία η ρωσική πλευρά έξανε χρήση πολλάκις, όχι μόνο προσφάτως με την εισβολή στην Ουκρανία.[3]

Στην περίπτωση της ρωσικής εισβολής της Ουκρανίας έρχονται σε σύγκρουση δύο διαφορετικές απόψεις, μια νομική σύμφωνα με την οποία μια χώρα ανεξάρτητη και κυρίαρχη, πέραν και έξω, από τα εθνολογικά της δεδομένα και τις ιστορικές σχέσεις με τον περίγυρό της και τις ανησυχίες γειτονικών χωρών επιλέγει την εξωτερική της πολιτική. Μια τέτοια προσέγγιση σε πρώτη φάση μοιάζει να είναι ανιστορική γιατί φαίνεται να αγνοεί τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της περιοχής. Απέναντι σε αυτήν την άποψη βρίσκεται η θέση η οποία βασίζεται στα γεωπολιτικά και ιστορικά δεδομένα της  περιοχής που θέτει προσκόμματα  στην εφαρμογή της ανεξάρτητης βούλησης μιας χώρας (της Ουκρανίας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως, η λύση, όπως έχει υποστηριχθεί, να έγκειται στη λειτουργία της Ουκρανίας (χωρίς εδαφικές απώλειες) ως μια χώρα σε μια ενδιάμεση κατάσταση  αποδεχόμενη και ισορροπώντας τα ερείσματα δυτικών χωρών και Μόσχας. Σε αυτό το πλαίσιο, η εσωτερική  ανασυγκρότηση, η οικονομική ανάπτυξη, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η δημιουργία ενός υγιούς πολιτικού συστήματος θα αποτελέσουν τις εγγυήσεις για τη βιωσιμότητα μια Ουκρανίας η ενότητα της οποίας θα σφυρηλατηθεί συν τω χρόνω. Η εμμονή, όμως, της Ρωσίας όπως διεφάνη από το διάγγελμα του Ρώσου προέδρου αλλά και την αντίδραση της Μόσχας στην ανακήρυξη Αυτοκεφάλου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην αμφισβήτηση της ουκρανικής κρατικής υπόστασης και κατ’ επέκτασιν της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας – στο βαθμό που τούτο αποτελεί συνειδητή ρωσική πολιτική και όχι ρητορική λόγω της προαποφασισθείσας εισβολής- θέτει εν αμφιβόλω μια τέτοια προσέγγιση. Τελικά, το υπόβαθρο και των δυο προσεγγίσεων είναι βαθιά ιστορικό ώστε να μην υπάρχει ξεκάθαρη ενδεδειγμένη θέση με αξιώσεις καθολικής αποδοχής ως αναμφισβήτητα δίκαιης, και  η οποία να μπορεί να εφαρμοσθεί με εξασφαλισμένη βιωσιμότητα.

Πέραν της καθαρά περιφερειακής διάστασης, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ενέχει και ευρύτερες συνέπειες για  την λειτουργία και την πρόσληψη του διακρατικού συστήματος από τους κρατικούς δρώντες. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου, και μάλιστα ο πλέον θεμελιώδης όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ περί αποχής από την «απειλή ή τη χρήση βίας που εκδηλώνεται εναντίον  της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους », παραβιάστηκε με τρόπο αδιαμφισβήτητο στην πιο σταθερή και ευημερούσα ήπειρο.

Πως θα αντιδράσουν οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις όταν γίνονται μάρτυρες της ρωσικής εισβολής χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συνδρομή στον αμυνόμενο; Φυσικά ο επιτιθέμενος είναι ένα από τα πέντε κράτη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και δύναται να υποστηριχθεί πως επιθετική ενέργεια άλλου κράτους, λιγότερο ισχυρού, από τη Ρωσία θα επιφέρει στρατιωτική κινητοποίηση εναντίον του. Η κινητοποήση, όμως, αυτή έχει αποδειχθεί πως ενθαρρύνεται ή αποτρέπεται όχι από την αποδοχή ή μη  καθολικών αρχών αλλά από το διακύβευμα και το συμφέρον εκάστου κράτους.  Η περαιτέρω υπονόμευση της πίστης στην μεταπολεμική τάξη πραγμάτων και η παραβίαση θεμελιωδών αρχών της τάξης αυτής – παραβίαση η οποία  εφαρμόσθηκε και από κράτη τα οποία υπήρξαν οι θεμελιωτές και εγγυητές της τάξης αυτής (επέμβαση στην Γιουγκοσλαβία, εισβολή στο Ιράκ) πιθανόν να επαναφέρει ενίσχυση των στρατιωτικών εξοπλισμών αυξάνοντας την πιθανότητα εσκεμμένης σύγκρουσης ή λάθους. Ίσως και να αποθρασύνει συγκεκριμένες ηγεσίες ώστε να αποτολμήσουν επίθεση σε γειτονική χώρα με την ελπίδα ότι η ισχύς τους και οι συσχετισμοί ισχύος θα αποτρέψουν κινητοποίηση του διεθνούς παράγοντα εναντίον του.

Συμπεράσματα προκύπτουν επίσης και για την κυρίαρχη, στην χώρα μας – ωσάν να μην υπήρχαν πλείστα παραδείγματα (Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ για να μην αναφερθούμε στα δικά μας δυσάρεστα ιστορικά βιώματα) – μεταψυχροπλεμική αντίληψη διαχείρισης των διακρατικών σχέσεων. Η σωτηριολογική πίστη στο διεθνές δίκαιο, στη συμμετοχή μας στο ευρωενωσιακό εγχείρημα και στο Σύμφωνο της Βοειοατλαντικής Συμμαχίας και συνακόλουθες στάσεις και νοοτροπίες όπως η υπερίσχυση της οικονομίας εις βάρος της πολιτικής και η τουρκική ένταξη στην ΕΕ έχουν ως αποτέλεσμα τόσο το πολιτικό προσωπικό, όσο και η ελληνική κοινωνία να μην αντιλαμβάνονται τις θεμελιώδεις αρχές βάσει των οποίων λειτουργούν οι διακρατικές σχέσεις. Η έλλειψη αυτή αντίληψης συνδέεται άμεσα – ή ακόμα αποτελεί εκλογίκευση – του εθισμού της κοινωνίας σε επιδόματα και παροχές και την απονέκρωση διάθεσης καταβολής του απαραίτητου κόστους – σε χρήμα, χρόνο και ανθρώπους – ώστε να μην τρέφονται ψευδαισθήσεις οι οποίες την κρίσιμη στιγμή θα αποβούν μοιραίες.

Ενδεικτικό της ανωριμότητας της ελλαδικής κοινωνίας περί τα διεθνή αποτελεί η ενστικτώδης, από μέρος της κοινής γνώμης, στήριξη της ρωσικής πολιτικής. Τα επίπονα ιστορικά βιώματα από τη συμπεριφορά συμμάχων (1920 – 1922, 1955, 1964, 1974). Η απογοήτευση από τη συμμαχική συμπεριφορά, αντί να λειτουργήσει ως ερέθισμα αντικειμενικής πρόσληψης των συσχετισμών ισχύος και ακριβούς – πέρα από συναισθηματισμούς – ανάγνωσης της φύσης της διεθνούς πολιτικής ώστε να  κινητοποιήσει το Έθνος να καταστεί αυτοδύναμο, μεταφράζεται σε ενστικτώδης εχθρότητα έναντι των δυτικών συμμάχων και υποστήριξη κάθε κράτους, συμμαχίας και οντότητας που αντιμάχεται το ευρωενωσιακό και ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών.

Αν ισχυρές χώρες της Δύσης καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο – η επίκληση ότι η Ουκρανία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ και συνεπώς δεν υπάρχει υποχρέωση βοήθειας  αποτελεί νομικίστικη υπεκφυγή – δεν ανέλαβε δράση στην εισβολή μιας χώρας άνω των 40 εκατομμυρίων με έκταση τέσσερις φορές και πλέον από την Ελλάδα παρέλκει να αναμένει κάποιος διαφορετική αντιμετώπιση από μια προσωρινή, έστω,  κατάληψη ελληνικού μικρού νησιού ή μερικών νησίδων από την Άγκυρα ή ακόμα και από μια επέκταση της ζώνης κατοχής στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι σκληροί συντελεστές ισχύος παραμένουν παρόντες και ποτέ δεν απομακρύνθηκαν από το προσκήνιο των διακρατικών σχέσεων. Βιομηχανική παραγωγή, πλουτοπαραγωγικοί πόροι, τεχνολογική υποδομή, δημογραφική ρώμη, άρτιος κρατικός μηχανισμός, ισχυρές ένοπλές δυνάμεις με ιδία παραγωγή οπλικών συστημάτων, ακμαίο εθνικό φρόνημα στοιχεία απαραίτητα και αναντικατάστατα για την επιβίωση ενός κράτους.

Τα συμπεράσματα για την Ελλάδα προφανή. Η υποστασιοποίησή τους, όμως, σε πράξη φαντάζει τιτάνιο έργο. Η έννοια της συμμαχικής βοήθειας, της ευρωατλαντικής κοινότητας ασφάλειας είναι βαθιά εντυπωμένη διαχρονικά στη συνείδηση της ελληνικής ηγεσίας. Η απουσία εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι η ανάγνωση των διεθνών σχέσεων από την Αθήνα είναι ουσιωδώς προβληματική  θεμελιωμένη στην αντίληψη της συμμαχικής συνδρομής.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Μαρτίου 2022.


[1] Η αρχική δύναμη της EUFOR in BiH [European Union Force], to 2004, αριθμούσε περί τις 7.000 προσωπικό, μειούμενο σε 1.600 το 2017 και αργότερα σε 600 άτομα. Πολύ πρόσφατα αποφασίστηκε, για προληπτικούς λόγους,  η ενίσχυση της δύναμης με 500 επιπλέον άτομα. Σχετικά εδώ,  Latal  Srecko, «EU Doubles Bosnia Peacekeepers as Global Security ‘Deteriorates’». BalkanInsight, https://balkaninsight.com/2022/02/24/eu-doubles-bosnia-peacekeepers-as-global-security-deteriorates/. Τελευταία πρόσβαση, 26.02.2022.

[2] Ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση του προτελευταίου Αμερικανού πρέσβη στην ΕΣΣΔ Jack F. Matlock Jr, ο οποίος επικρίνει την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς. Η συνέντευξη εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=e5F0JSy-HHY. Τελευταία πρόσβαση, 27.02.2022. Από την άλλη πλευρά,  η έκβαση του Ψυχρού Πολέμου δεν σήμαινε ακριβώς αυτό , την ελεύθερη επιλογή κάθε κράτους να επιλέξει τον δικό του δρόμο; Ποια θα ήταν η ρωσική πολιτική σε περίπτωση κατάρρευσης του δυτικού συνασπιμού; Θα είχε επιδείξει την εγκράτεια την οποία απαίτησε το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο να επιδείξει;

[3] Rumer Eugene, The Primakov (Not  Gerasimov) Doctrine in Action. Carnegie Endowment for International Peace. Διαθέσιμο εδώ, https://carnegieendowment.org/2019/06/05/primakov-not-gerasimov-doctrine-in-action-pub-79254. Τελευταία πρόσβαση 26.22021. Επίσης, το αρχικό κείμενο του Β. Γερασίμωφ μεταφρασμένο στην αγγλική, «The Value of Science Is in the Foresight New Challenges Demand Rethinking the Forms and Methods of Carrying out Combat Operations», https://www.armyupress.army.mil/portals/7/military-review/archives/english/militaryreview_20160228_art008.pdf. Τελευταία πρόσβαση 26.2.2021.

This entry was posted in Ιωάννης Σ. Λάμπρου. Bookmark the permalink.