Ευρωπαϊκές Εκλογές, Εθνικές Αναταράξεις

(Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 29 Μαΐου 2019)

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τελικά αντί για σεισμός αποδείχτηκε ασθενής δόνηση. Το ακροδεξιό κύμα ήταν μικρότερο του αναμενομένου, ενώ οι σημαντικές απώλειες των δυο μεγάλων οικογενειών – κεντροδεξιάς και σοσιαλιστών – σε μεγάλο βαθμό αναπληρώθηκαν από τα κέρδη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων του κέντρου, φιλελευθέρων και πρασίνων. Οι ευρωεκλογές όμως παραμένουν ένα άθροισμα 28 εθνικών εκλογών, και διάφορα κατά τόπους αποτελέσματα προοιωνίζουν μεγαλύτερη αστάθεια για το μέλλον από όση μια πανευρωπαϊκή ανάγνωση των εκλογών αφήνει να φανεί.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η κατάρρευση των δυο μεγάλων κομμάτων προς όφελος κομμάτων με ξεκάθαρη στάση στο ζήτημα του Μπρέξιτ τα ωθεί να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους. Υπό την πίεση του Νάιτζελ Φάρατζ, οι Συντηρητικοί προσέρχονται στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του διαδόχου της Τερέζα Μέι με διάθεση να εκλέξουν έναν θιασώτη του σκληρού Μπρέξιτ. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν από την άλλη αναγκάζεται να έρθει πιο κοντά στο αίτημα των φιλοευρωπαίων για ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Η πόλωση και το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να ενταθούν εν όψει της νέας προθεσμίας εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ στις 31 Οκτωβρίου.

Στην Πολωνία η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) κέρδισε σημαντική νίκη σε βάρος της ενωμένης φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης χάρη σε έναν συνδυασμό οικονομικών παροχών και έντασης της εθνικιστικής της ρητορικής που κινητοποίησε ένα εκλογικό ακροατήριο (ηλικιωμένοι, λιγότερο μορφωμένοι) που συνήθως δεν ψηφίζει σε ευρωεκλογές. Το PiS φαίνεται έτσι να έχει πολύ καλές προοπτικές για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου μετά τις οποίες θέλει να ξαναβάλει μπρος τη διαδικασία συνταγματικών αλλαγών που η ΕΕ είχε μπλοκάρει ως επικίνδυνες για το κράτος δικαίου.

Στην Ιταλία η νίκη της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι σε βάρος των Πέντε Αστέρων επιταχύνει την κατάρρευση του μεταξύ τους συνασπισμού, όχι όμως πριν ο Σαλβίνι διεκδικήσει για την Ιταλία ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με προτίμηση στον τομέα της οικονομίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τη συνοχή της Ευρωζώνης. Αν ο Σαλβίνι μετά προχωρήσει στη δημιουργία μιας δεξιάς κυβέρνησης μαζί με τα απομεινάρια του μπερλουσκονισμού, θα αποκτήσει ρόλο και στις εξελίξεις στον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς η οποία παραμένει διχασμένη μεταξύ οπαδών και πολέμιων της προσέγγισης με τους λαϊκιστές.

Τέλος, στη Γερμανία η εποχή Μέρκελ φτάνει στο τέλος της χωρίς ξεκάθαρη εικόνα τι θα την διαδεχτεί. Το αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών ήταν μέτριο, την ώρα που οι συνεργαζόμενοι στον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν πια σημάδια αποσύνθεσης. Η νίκη των Πρασίνων χαιρετίστηκε ως ένα φιλοευρωπαϊκό αποτέλεσμα, εκφράζει όμως ταυτόχρονα και ένα αίτημα ανανέωσης που είναι αμφίβολο αν μπορεί να ικανοποιήσει όχι μόνο η Μέρκελ αλλά και η διάδοχός της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ. Αν η άνοδος του λαϊκισμού φαίνεται προς στιγμήν να περιορίζεται, η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο ρευστότητας την ώρα που η Ευρώπη αναζητεί εναγωνίως ένα νέο πολιτικό κέντρο βάρους.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ευρωπαϊκές Εκλογές, Εθνικές Αναταράξεις

Συμφωνία των Πρεσπών: Ευρύτεροι Προβληματισμοί Ιωάννης Σ. Λάμπρου

συμφωνια Πρεσπών

Η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή των Ελλήνων, στις 25 Ιανουαρίου, αποτελεί τον δυσμενή επίλογο της διαχείρισης του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της εξωτερικής πολιτικής της ελλαδικής πολιτείας. Παθογένειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση μακροχρόνιας, απαλλαγμένης από ιδεολογικές ή άλλες εξαρτήσεις, πολιτικής η οποία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας και του Ελληνισμού ευρύτερα.

Προσκόμματα

Ο παραπάνω στόχος επιτυγχάνεται, πρωτίστως, με την ορθή ανάγνωση των σταθερών και θεμελιωδών παραμέτρων του διεθνούς διακρατικού συστήματος. Η προσέγγιση του διεθνούς δικαίου, η εναπόθεση ελπίδων στη δράση των διεθνών οργανισμών, η αφελής προσέγγιση στην κάθε διαδικασία διακρατικού διαλόγου και η ακόμα πιο αφελής θέση ότι η ανάπτυξη προσωπικών φιλικών σχέσεων μπορούν να εκτρέψουν το ενδιαφέρον των ηγεσιών των χωρών από τις διαχρονικές τους στοχεύσεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την  άκριτη εισαγωγή πάσης φύσεως θεωρητικών κατασκευών από εκπαιδευτικά ιδρύματα χωρών της Δύσης, τα οποία πέραν της  έλλειψης επαλήθευσης των βασικών τους θέσεων στην κονίστρα της διεθνούς διπλωματίας επιπλέον ασκούν φθοροποιό επιρροή στους έχοντες ευθύνη χάραξης την εξωτερική πολιτική της χώρας αλλοιώνοντας τον τρόπο ανάλυσης του διεθνούς συστήματος με προφανείς επιπτώσεις.

Τέλος, η Αθήνα διαχρονικά  θεωρεί πως η συμμετοχή σε ένα δεδομένο συμμαχικό πλαίσιο βολικά την απαλλάσσει από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αναζήτησης ερεισμάτων. Μεγάλο βαθμό ευθύνης φέρουν όσες πολιτικές δυνάμεις προσεγγίζουν τη συμμετοχή τη χώρας στους ευρωατλαντικούς  θεσμούς με μεταφυσικούς όρους αποστερώντας στην πράξη κάθε άλλη (παράλληλη) ενατένιση προς τα ιστορικά σημεία αναφοράς του Ελληνισμού ώστε να διαμορφωθεί ένα γεωπολιτικό δόγμα που να συνδυάζει τόσο τη μετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι όσο και τη Διασπορά, την θετική διάθεση απέναντι στον Ελληνικό Πολιτισμό παγκοσμίως, τους φιλικούς ορθόδοξους πληθυσμούς στη Αν. Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα τον Χριστιανικό Κόσμο της Ανατολής. Η στάση των συμμάχων σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ θα έπρεπε ίσως να προβληματίσει τους ένθερμους υποστηρικτές του μονοσήμαντου ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του ευρύτερου ευρωατλαντικού συμμαχικού πλαισίου. Αν όντως η Ελλάς έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά λόγω των προβλημάτων της Τουρκίας με τον δυτικό παράγοντα γιατί η Αθήνα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει καλύτερους όρους στη Συμφωνία των Πρεσπών; Ποια τα απτά ανταλλάγματα σε σχέση με την εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος; Για άλλη μια φορά η Αθήνα καταβάλλει το κόστος των προενταξιακών διαπραγματεύσεων Άγκυρας, Σκοπίων και Τιράνων και με τις υποχωρήσεις που κάνει διευκολύνει την όποια ευρωτλαντική προοπτική των Σκοπίων αυτή τη φορά. Μόνιμη επωδός αποτελεί τι τελευταίες δύο δεκαετίες ο συμμαχικός παράγοντας να ζητεί από την Αθήνα να επιδείξει μεγαθυμία και να λάβει υπ’ όψιν ευρύτερους συμμαχικούς σχεδιασμούς κάνοντας υποχωρήσεις στις διμερείς διαφορές με τα προαναφερθέντα κράτη.

Τις περισσότερες δε φορές η προαναφερόμενη προσέγγιση των εξωτερικών μας θεμάτων βρίσκει αντίθετη τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Σε αυτές τις περιπτώσεις αδιέξοδο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποτελεί η «αρχή της διολίσθησης» (βλέπε «Η αρχή της διολίσθησης» τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018) βάσει της οποίας μια εκάστοτε ελλαδική κυβέρνηση δεν υποχωρεί άτακτα ώστε να μην χρεωθεί αποκλειστικά την  δυσμενή τροπή αλλά υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να διευκολύνονται περαιτέρω παραχωρήσεις ή να καθίσταται εξαιρετικό δύσκολο να υπάρξουν βελτιώσεις σε ένα μελλοντικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Και όλα αυτά με τη σιωπηρή επιβεβαίωση του εκλογικού σώματος που συναινεί σε αυτή την τακτική, είτε λόγω άγνοιας και αδιαφορίας, είτε ίσως φόβου μην τυχόν διαταραχθεί η βολική καθημερινότητά του από τυχόν επιδείνωση των σχέσεων με κάποια άλλη χώρα.

Ελλιπές Erga Omnes

Το παρόν κείμενο δεν θα προβεί σε εκτενή ανάλυση της ψηφισθείσης πλέον Συμφωνίας των Πρεσπών. Εκατοντάδες κείμενα έχουν γραφεί, τους τελευταίους επτά μήνες, για τις πρόνοιες, τους κινδύνους και τα θετικά στοιχεία του κειμένου των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ τόσο στην έγκυρη «Άμυνα και Διπλωματία» όσο και αλλού. Θα γίνουν ορισμένες σύντομες επισημάνσεις αναφορικά με κάποιες πρόνοιες της Συμφωνίας της 17ης Ιουνίου 2018 και θα γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για τις κινητοποιήσεις των πολιτών.

Επιγραμματικά, στα θετικά στοιχεία της Συμφωνίας μπορούν να αναφερθούν η αναγνώριση του κοινού συνόρου (Προοίμιο, άρθρα 3, 4.1) του 1913 και η απαγόρευση αλυτρωτικών ενεργειών (Προοίμιο, άρθρα 4.2, 6.1, 6.3, 8.5) εκατέρωθεν. Ο ενθουσιασμός, όμως, για τα παραπάνω επιτεύγματα πρέπει να μετριαστεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω θετικές αναφορές αποτελούν αναγκαίες και θεμελιώδεις προϋποθέσεις  δύο χωρών μελών του ΟΗΕ, και άρα προκαταβολικά τις αποδέχονται ως πηγάζουσες από τον Καταστατικό Χάρτη του τελευταίου, αλλά και ειδικότερα για τα Σκόπια ως μιας χώρας που επιθυμεί να καταστεί μέλος της Ε.Ε. αλλά και του ΝΑΤΟ. Οι παρουσιαζόμενες ως κατακτήσεις συνιστούν τις ελάχιστες, στοιχειώδεις δεσμεύσεις κάθε κράτους το οποίο φιλοδοξεί να μετέχει στο διεθνές διακρατικό σύστημα. Επίσης, ως θετικής αναφοράς κρίνεται και το συνεργατικό πλαίσιο το οποίο παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας, άρθρα 9-19. Συνεργασία, η οποία, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και στο υπάρχον πλαίσιο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ή εντός ενός επιπρόσθετου νομικού κειμένου.

Η έτερη δε παρουσιαζόμενη επιτυχία του erga omnes (άρα και από την Αθήνα με την σύγχυση που αυτό μπορεί να προκαλέσει στον αυτοπροσδιορισμό του Μακεδονικού Ελληνισμού αλλά και τις δυνητικές επιπτώσεις αναφορικά με την εργαλειοποίηση της παρουσίας Σλαβόφωνων Ελλήνων πολιτών) νοθεύεται σε πλείστες περιπτώσεις. Ήδη κυβερνητικοί αξιωματούχοι των Σκοπίων κάνουν λόγο για «Μακεδονία» άνευ του γεωγραφικού προθέματος. Ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» πιθανότατα θα καταπέσει σε απλή τυπική χρήση στο εσωτερικό των Σκοπίων σε έγγραφα και δημόσια κτήρια ενώ στον καθημερινό δημόσιο διάλογο θα συνεχίζει να γίνεται απρόσκοπτη χρήση της λέξης «Μακεδονία». Για τις διεθνείς δε υποχρεώσεις η εμμονή των Σκοπιανών στη χρήση μόνο της λέξης «Μακεδονία» θα εναλλάσσεται, στον προφορικό λόγο, με περιστασιακή, προσχηματική και μεμονωμένη χρήση του όρου «Βόρεια Μακεδονία» ενώ στα επίσημα έγγραφα θα υπάρχει συμμόρφωση με τη Συμφωνία όπως άλλωστε και από την πλευρά των Αθηνών. Αναφορικά με την εφαρμογή του erga omnes στην ελληνική πλευρά στο εσωτερικό της χώρας δεν θα υπάρχει ομοιόμορφη πρακτική (στον προφορικό δημόσιο λόγο), γεγονός το οποίο θα προσφέρει στην άλλη πλευρά νομιμοποίηση της συνειδητής χρήσης μόνο του όρου Μακεδονία.

Αποδυνάμωση του erga omnes επίσης παρατηρείται και σε άλλα σημεία της Συμφωνίας: διαφοροποίηση των αρχικών των Σκοπίων στις πινακίδες οχημάτων (NM – NMK) και λοιπών χρήσεων (αρχικά MK, MKD) (άρθρο 1.3.ε), διαφοροποίηση χρήσεων του επιθετικού προσδιορισμού της ονομασίας του κράτους ( «της Βόρειας Μακεδονίας» – «μακεδονικός») μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων (άρθρο 1.3.ζ), ονομασία εμπορικών σημάτων και brand names όπου προβλέπεται διμερής διάλογος με την διαδικασία να διαρκεί έως τρία χρόνια (1.3 θ). Επίσης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1.8 τα δύο κράτη δεσμεύονται για καθολική χρήση εσωτερικά και διεθνώς του νέου ονόματος και των αντίστοιχων όρων, στη διάταξη 1.10 εισάγεται διάκριση μεταξύ μεταβατικής περιόδου για έγγραφα για διεθνή χρήση ή για εσωτερικά έγγραφα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό η συμμόρφωση των οποίων με τις πρόνοιες της Συμφωνίας θα γίνει εντός πέντε ετών, ενώ οι σχετικοί όροι στα δημόσια έγγραφα της Δημόσιας Διοίκησης αποκλειστικά για εσωτερική χρήση θα αλλάξουν εντός πέντε ετών από την έναρξη διαπραγματεύσεων ενός εκάστου  κεφαλαίου για την ένταξη στην ΕΕ. Κατανοεί κάποιος την ευρεία διασταλτική ερμηνεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η άλλη πλευρά για να καθυστερήσει την εφαρμογή των συμφωνημένων όρων. Στη δε περίπτωση προσκομμάτων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Σκοπίων-Βρυξελλών δεν υφίσταται καμία δέσμευση για τα δημόσια έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία στην πράξη θα διαιωνίζουν την μέχρι σήμερα πολιτική. Στο άρθρο 7.5 ορίζεται πως η Συμφωνία δεν θα δυσφημήσει  την υπάρχουσα χρήση των όρων «Μακεδονία», «μακεδονικός» όπως χρησιμοποιείται από τους πολίτες των δύο χωρών – ακυρώνοντας εν μέρει την πρόβλεψη  στις τέσσερις προηγούμενες παραγράφους 7.1-7.4 όπου διαχωρίζεται η χρήση του όρου  «μακεδονικός» από τους πολίτες των Σκοπίων από την ελληνική αρχαιότητα – άρα θα συνεχίζει να υπάρχει μη ομοιόμορφη χρήση του όρου.

Απόλυτη εφαρμογή του erga omnes δεν θα υπάρξει από καμία πλευρά στις χρήσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών. Οι δε αναλυτικές προβλέψεις για εθνότητα και γλώσσα αγνοούν την αρχή ότι η σύνδεση ή αποκοπή με μια συγκεκριμένη ταυτότητα δεν επιβάλλεται από διεθνείς συμφωνίες αλλά αποτελεί μια μακροχρόνια σύνθετη διαδικασία με τη συμμετοχή πλείστων παραγόντων. Ακόμα όμως και στην περίπτωση κατά την οποία μια συμφωνία δεν μπορούσε να αποφευχθεί στην υπάρχουσα χρονική περίοδο ας καθορίζονταν συσταλτικά το περιεχόμενό της περιοριζόμενο στο όνομα της γειτονικής χώρας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και να μην περιλάμβανε πρόνοιες σχετικά με γλώσσα και λοιπά στοιχεία εθνικής ταυτότητας (άρθρο 7.3). Εφ’ όσον η όποια ταυτότητα κάθε λαού άρα και των Σλάβων κατοίκων των Σκοπίων δεν μπορεί  να καθοριστεί απλά με μια αναφορά σε διεθνή συμφωνία ποιος ο λόγος συμπερίληψης της πέραν της εξυπηρέτησης της ανασφάλειας των Σλάβων κατοίκων της γειτονικής χώρας; Αν η παραπάνω παρατήρηση περί συνθετότητας της έννοιας του εθνικώς ανήκειν που δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αναφορά σε ένα διεθνές κείμενο ισχύει, τότε ακόμα και αν η εν λόγω συμπερίληψη έλαβε χώρα προς κατοχύρωση της ταυτότητας των γειτόνων έναντι των Βουλγάρων δεν παράγει πρακτικά αποτελέσματα. Συμπερίληψη αχρείαστη που αποτέλεσε υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της τελευταίας.

Απουσία ηγεσίας και εθνικό συμφέρον

Οι αρνητικές πτυχές της Συμφωνίας αναφορικά με το όνομα της γειτονικής χώρας και τις ανακόλουθες (με το όνομα) πρόνοιες για γλώσσα και ταυτότητα έχουν επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Ο γράφων εστιάζει στην συρρίκνωση του ιστορικού βάθους του Ελληνισμού ως την πλέον αρνητική διάσταση της Συμφωνίας. Η έννοια «Μακεδονία» με τις ιστορικές τις συνδηλώσεις νοθεύεται και σε διεθνές επίπεδο οικειοποιείται από τη γειτονική χώρα. Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι ο Ελληνισμός, κατέχει, διαχρονικά, την απόλυτη εκπροσώπηση του γεωγραφικού και ιστορικού αποθέματος του όρου αλλά η  Μακεδονία αναδείχθηκε ιστορικά και έλαβε το περιεχόμενο της αυστηρά σε ελληνικό πλαίσιο. Ακόμα και στην οθωμανική δουλεία οι ελληνικοί πληθυσμοί, η ελληνική παιδεία και η παρουσία του Οικουμενικού Θρόνου ένωσαν με δεσμούς αιώνων τους Έλληνες με τη μακεδονική γη. Η επιρροή και παρουσία του Ελληνισμού υπήρξε κυρίαρχη στον χώρο της Μακεδονίας διαχρονικά. Η μονοπώληση του όρου, σε κρατικό επίπεδο, από τα Σκόπια παρά τις προβλέψεις για την σλαβική καταγωγή της αναγνωρισμένης ως «μακεδονικής» γλώσσας και τον διαχωρισμό του από την Αρχαιότητα αποτελεί στρατηγική ήττα των Αθηνών. Το γεωγραφικό δε πρόθεμα «Βόρειος» σε ποια ακριβώς γεωγραφική περιοχή αναφέρεται αν ληφθεί υπ’ όψιν πως τα γεωγραφικά και διοικητικά όρια της περιοχής της Μακεδονίας υπέστησαν αλλαγές από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και κατόπιν στην Ρωμαϊκή,  Βυζαντινή  και Οθωμανική περίοδο; Σε ποιο βαθμό ο όρος Βόρειος είναι ακριβής και με βάση ποια κριτήρια;

Ο ιστορικός χώρος του Ελληνισμού μικραίνει, όχι μόνο εδαφικά και πληθυσμιακά όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν με τη γενοκτονία του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους πρόσφυγες από Κύπρο, Αίγυπτο, Βόρειο Ήπειρο αλλά και σε επίπεδο ιστορικής αναφοράς. Η προαναφερόμενη παρατήρηση ίσως ακούγεται υπέρμετρα θεωρητική αλλά η αλλαγή στην πρόσληψη ιστορικών γεγονότων διαμορφώνει το πλαίσιο για απτές, γεωπολιτικές μεταβολές που δύνανται να ακολουθήσουν.

Η παραπάνω παρατήρηση γίνεται ενστικτωδώς αντιληπτή από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που εναντιώθηκαν στην εν λόγω συμφωνία. Ασύντακτα αλλά συνειδητά. Όπως την περίοδο του 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν. Η θέση πολλών όσων συμμετείχαν στα συλλαλητήρια μπορεί να ήταν απλοϊκή και κάποιες φορές μπερδεμένη και σίγουρα δεν υπήρχε μια ενιαία αντιπρόταση στην κυβερνητική πολιτική.  Η μη συγκροτημένη άρθρωση όμως του εθνικού συμφέροντος φανερώνει τη διαχρονική ανυπαρξία ηγεσίας στη χώρα πρώτιστο καθήκον της οποίας θα ήταν να παιδεύσει το λαό ως προς τα θεμελιώδη και διαχρονικά συμφέροντα του με τον ίδιο τρόπο που κάθε Βρετανός ενστικτωδώς κατανοεί τους κινδύνους για το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρμετρης ενίσχυσης κάθε ηπειρωτικής ευρωπαϊκής δύναμης. Αντίθετα η κυβέρνηση λοιδόρησε τους συμμετέχοντες προσπαθώντας να γελοιοποιήσει τις  ανησυχίες τους. Οι καθολικές κινητοποιήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχείο ενισχυτικό της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας αλλά αντίθετα εργαλειοποιήθηκαν για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου -όπως η διαδικασία  της συνταγματικής αναθεώρησης και οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας -υπό την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος. Η σφοδρότητα με την οποία αντιμετωπίσθηκαν τα συλλαλητήρια καταδεικνύει αφ’ ενός την άγνοια όσων δεν μπορούν να κατανοήσουν πως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες παλαιότερα αλλά και θέματα εθνικής ταυτότητας και ιστορίας μπορούν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια Έλληνες περισσότερο ακόμα και από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας. Αφ’ ετέρου καταφαίνεται ο φθόνος όσων τα ιδεολογικά τους προτάγματα δεν μπορούν να εμπνεύσουν εκατομμύρια Έλληνες να συμμετέχουν σε ογκώδεις πανεθνικές διαδηλώσεις.

Το χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων διευρύνεται μετά από σχεδόν 10  οικονομικής επιτροπείας. Εντείνεται η αίσθηση στη συνείδηση των πολιτών της αδιαφορίας της ηγεσίας τη χώρας στις ανάγκες και ευαισθησίες τους. Ειδικότερα η διαφοροποίηση εκλογικού σώματος και κυβέρνησης μπορεί να λάβει χαρακτηριστικά αποξένωσης του Ελληνισμού της Μακεδονίας με δημιουργία εκφυλιστικών φαινομένων αυτόκλητων ηγετών της περιοχής, με την στήριξη οικονομικών κύκλων,  με συνέπεια την καλλιέργεια κλίματος απομάκρυνσης και διαφοροποίησης από την Αθήνα.

Η ευθύνη για την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τη γειτονική χώρα είναι καθολική και επιμερίζεται σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεν αρκούν σπασμωδικές κινητοποιήσεις και μεμονωμένες εξάρσεις. Απαιτείται συνεχή φροντίδα για τα Κοινά του τόπου. Η  επιβίωση καθίσταται πιο δύσκολη εντός μνημονιακού πλαισίου από ότι πριν ενώ παράλληλα κάθε συμπατριώτης μας αντιμετωπίζει τα δικά του ξεχωριστά προβλήματα και προκλήσεις. Τα παραπάνω, όμως, όσο και αν συνιστούν μια αναντίλεκτη πραγματικότητα δεν αποτελούν νομιμοποίηση αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Αντίθετα επιβάλλουν μια πιο δεσμευτική και ουσιαστική ενασχόληση με όσα διαδραματίζονται. Η ήττα της 25ης Ιανουαρίου ας καταστήσει σαφή, στους συμπατριώτες μας, την ανάγκη συνειδητής συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Φεβρουαρίου 2019.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Συμφωνία των Πρεσπών: Ευρύτεροι Προβληματισμοί Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Η διεθνής διάσταση του Εθνικού ∆ιχασµού (1915-17), Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Περίληψη της ομιλίας του Επίκουρου Καθηγητή Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδωνα Γ. Πλουμίδη στην εκδήλωση του ΙΝΣΠΟΛ στις 24 Νοεμβρίου 2018.

 

Ο Εθνικός ∆ιχασµός (1915-17) υπήρξε µια πολύπλευρη, πολυεπίπεδη και πολυδιάσταση διαµάχη, η οποία έθεσε επί τάπητος κορυφαία πολιτειακά και συνταγµατικά ζητήµατα της ελληνικής πολιτείας. Ο πυρήνας αυτής της διαµάχης υπήρξε το ερώτηµα «πόλεµος ή ουδετερότητα», ένα ερώτηµα το οποίο ταλάνισε επίσης µια σειρά από άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτίου Ευρώπης εκείνα τα χρόνια (Βουλγαρία, Ρουµανία και Ιταλία). Το κρίσιµο αυτό ερώτηµα αναφορικά µε τον χειρισµό της εξωτερικής και της στρατιωτικής πολιτικής ξέφευγε εκ των πραγµάτων από τα στενά πλαίσια του interventismo και του neutralismo και άγγιζε το θεµελιώδες ζήτηµα τού που εδράζεται η «κυριαρχία» της Πολιτείας: «επί της Λαϊκής Κυριαρχίας ή εις την βασιλικήν εξουσίαν», και ποιος είναι «ο κυρίαρχος ιδρυτής του Συντάγµατος, ο λαός ή το Στέµµα», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αιτιολογική έκθεση για την ανασύσταση της Βουλής της Κ´ Περιόδου (εν Αθήναις 28 Ιουνίου 1917). Ως εκ τούτου, στα χρόνια του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου και σε µια σειρά από χώρες συγκρούστηκαν περί της µορφής του Κράτους και των κυριαρχικών λειτουργιών του η µοναρχική και η εθνική αρχή. Η µεν πρώτη αρχή πρεσβεύει πως το Κράτος ταυτίζεται µε το πρόσωπο του µονάρχη (κι εποµένως ο πόλεµος είναι προσωπική υπόθεσή του), η δε δεύτερη ότι η κυριαρχία ενυπάρχει εις το «έθνος», τουτέστιν –κατά τα διδάγµατα του Αββά Σεγιές‒ στην Τρίτη Τάξη (le tiers état), δηλαδή στον λαό.

Στην Ελλάδα, και οι δύο πολιτικές παρατάξεις (οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί) αναφέρονταν εξίσου στην έννοια «Έθνος» (ως φορέα της κρατικής κυριαρχίας) και κόπτονταν οµοίως για τη «σωτηρία του Έθνους», αλλά προσέδιδαν στην εν λόγω έννοια εντελώς διαφορετικό περιεχόµενο. Για παράδειγµα, ο εκλογικός συνδυασµός του ∆. Γούναρη ήταν ο «Εθνικός Συνδυασµός». Οι βενιζελικοί όµως µε τη λέξη «Έθνος» εννοούσαν τον λαό, ενώ οι αντίπαλοί του τον βασιλιά (βλέπε: µονάρχη). Πάνω σε αυτήν την πολιτειακή αντίληψη δοµήθηκε η αντιβενιζελική παράταξη, που είχε ως επίκεντρό της τον ∆. Γούναρη. Οι γουναρικοί «εθεώρουν ως πατρίδα τον Βασιλέα και ως Εθνικήν πολιτικήν τας προσωπικάς γνώµας αυτού». Στις (µονοµερείς) εκλογές της 6ης ∆εκεµβρίου 1915 «το σήµα των Γουναρικών υποψηφίων» ήτο «ο Αετός συµβολίζον τον Στρατηλάτην Βασιλέα». Ο Γουναρικός «εθνικός» (εκλογικός) συνδυασµός ήταν «ο Βασιλικός συνδυασµός», επίκεντρο της εκλογικής εκστρατείας ήταν «ο Άναξ», και ο ελληνικός λαός καλείτο τότε «να ψηφίση την πολιτικήν του Άνακτος» (δηλ. της «ουδετερότητος») και «πολίτας πονετούς και αγαπώντας τον θρόνον του Βασιλέως Κωνσταντίνου». Το Κόµµα των Εθνικοφρόνων ήταν εποµένως το Κόµµα των Βασιλοφρόνων, δηλ. µοναρχικό κόµµα.  Οµοίως, το 1920 το raison d’être του γουναρικού κόµµατος ήταν η «βασιλοφροσύνη» (εφ. Καθηµερινή αρ. 385, 23 Οκτωβρίου 1920, σ. 1).

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η διεθνής διάσταση του Εθνικού ∆ιχασµού (1915-17), Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Εκδήλωση ΙΝΣΠΟΛ: Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17) / ΣΑΒ 24/11/18, 12.00

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην ομιλία του καθηγητή Σπυρίδωνα Πλουμίδη με τίτλο «Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17)» η οποία αποτελεί μέρος ευρύτερης μελέτης που θα δημοσιευθεί σε λίγους μήνες.

Παράλληλα με την παρουσίαση του διεθνούς αντίκτυπου της εσωτερικής κατάστασης θα γίνουν επισημάνσεις για τη κομματική συγκρότηση και διαμόρφωση του αντιβενιζελικού μετώπου.

Πρόκειται για την αρχή μίας σειράς διαλέξεων που θα σχετίζονται με την ελλαδική Δεξιά. Έχει προηγηθεί η ομιλία του Κώστα Ιορδανίδη για τον Συντηρητισμό.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018, στις 12.00 μ.μ., στο POLIS ART CAFE (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, 10559 Αθήνα).

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκδήλωση ΙΝΣΠΟΛ: Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17) / ΣΑΒ 24/11/18, 12.00

Ένθετο «Καθημερινής» 11/11/18: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους / Σ. Μητραλέξης, Α. Χρυσόγελος [PDF]

Το ένθετο είναι προσβάσιμο εδώ:


Posted in Άγγελος Χρυσόγελος, έρευνες_δημοσιεύσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ένθετο «Καθημερινής» 11/11/18: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους / Σ. Μητραλέξης, Α. Χρυσόγελος [PDF]

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Σωτήρης Μητραλέξης

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ ιδρύσεως ελληνικού κράτους

Σωτήρης Μητραλέξης

*

Μελέτη ΙΝΣΠΟΛ 30/B/19

*

2.8.1829: το ΙΑ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους αποφασίζει ότι το Κράτος θα αναλάβει την εκκλησιαστική περιουσία και από τα έσοδά της θα διατίθενται ποσά «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» και για την εκπαίδευση των νέων.

 

17.4.18332.5.1833: Η Εκκλησιαστική Επιτροπή, που συγκρότησε ο Αντιβασιλέας Georg Maurer, εισηγείται ένα σχέδιο απόσπασης της Εκκλησίας στην Ελλάδα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ίδρυσης αυτοκέφαλης Εκκλησίας του ελληνικού βασιλείου

 

15.7.1833: Αρχίζει τις εργασίες στο Ναύπλιο Σύνοδος 22 Επισκόπων, που συγκάλεσε με πρωτοβουλία της η Αντιβασιλεία, με συμμετοχή από εν ενεργεία Ιεράρχες που βρίσκονταν μέσα στο ελληνικό βασίλειο, καθώς περισσότερους Ιεράρχες διωγμένους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Σπυρίδων Τρικούπης παρουσιάζει τις προτάσεις της Αντιβασιλείας για δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας, οι οποίες υπογράφονται από τους επισκόπους χωρίς γνώση και συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τις επόμενες μέρες και άλλοι Επίσκοποι συνυπέγραψαν (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν «εμπερίστατοι», διωγμένοι από τα οθωμανικά εδάφη).

 

23.7.1833: Η Αντιβασιλεία εκδίδει, χωρίς απόφαση του Οικουμενικό Πατριαρχείου, βασιλικό διάταγμα που ανακηρύσσει την «ανεξαρτησία» της ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, η οποία έχει πλέον δογματική και όχι διοικητική ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καθορίζει ως διοικητικό αρχηγό της τον καθολικό Βασιλέα Όθωνα, ενώ η Εκκλησία διοικείται πνευματικά από συλλογικό όργανο Επισκόπων («Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου του Ελλάδος») και στις συνεδριάσεις του υποχρεωτικά παρευρίσκεται ο Βασιλικός Επίτροπος καθώς «κάθε πράξις γενομένη εν απουσία του είναι άκυρος». Καμία απόφαση της Ιεράς Συνόδου δεν εκτελείται χωρίς την έγκριση της Κυβερνήσεως. Η παρουσία της Κυβέρνηση στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου μέσω του Βασιλικού Επιτρόπου καταργήθηκε το 1977 με τον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας (νόμος 590/1977). Η Εκκλησία βρίσκεται πλέον σε απόλυτη εξάρτηση από το Κράτος.

 

25.9.1833: Με διάταγμα της Αντιβασιλείας διαλύονται οι Ιερές Μονές που έχουν κάτω και δημεύεται η περιουσία τους χωρίς αποζημίωση. Ο αριθμός τους υπολογίζεται από 426 έως 440 Μονές. Ο Αντιβασιλέας Maurer υπολόγιζε ότι το 1833 η έκταση της μοναστηριακής περιουσίας ανερχόταν στο 1/3 των «γαιών» της τότε ελληνικής επικράτειας. Προκαλούνται λαϊκές αντιδράσεις, ιδίως στην Πελοπόννησο, καθώς μοναχοί εκδιώκονται από τα μοναστήριά τους ή παραμένουν σε αυτά ως ενοικιαστές της Κυβέρνησης, ιερά σκεύη εκποιούνται από το Κράτος και τα μοναστηριακά κτήματα περιέρχονται στις Νομαρχίες.

 

1.12.1834: Η Αντιβασιλεία ιδρύει κρατικό φορέα («Εκκλησιαστικόν Ταμείον») για τη διαχείριση της περιουσίας των διαλελυμένων Μονών

 

29.6.1850: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί καθεστώς αυτοκεφαλίας και ιδρύει την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με εδαφική δικαιοδοσία τα όρια του τότε Ελλ. Βασιλείου (παλαιά Ελλάδα). Προβλέπει ότι η Εκκλησία αυτή θα πρέπει να διοικείται «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».

 

10.7.1852: Παρά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 η Κυβέρνηση εκδίδει νόμους με αντίθετες ρυθμίσεις για τη διοίκηση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος

 

22.11.1875: Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των «Σιμωνιακών» από την Κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη, η Βουλή παραπέμπει σε δίκη 2 μέλη της προηγούμενης Κυβέρνησης Δημ. Βούλγαρη (Υπουργούς Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης, Ιωάννη Βαλασόπουλο και Βασίλειο Νικολόπουλο) και τους 3 Μητροπολίτες Κεφαλληνίας (Σπυρίδωνα Κομποθέκρα), Πατρών και Ηλείας (Αβέρκιο Λαμπίρη) και Μεσσηνίας (Στέφανο Αργυριάδη) με την κατηγορία ότι οι Υπουργοί δωροδοκήθηκαν από 4 υποψηφίους μητροπολίτες, ώστε να εκλεγούν στις 3 κενές Μητροπόλεις (Μεσσηνίας, Κεφαλληνίας, Πατρών). Καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης και προστίμου για τα αδικήματα της δωροδοκίας, εκβίασης και σιμωνίας (χειροτονίας με οικονομικό αντάλλαγμα). Οι τρεις Μητροπολίτες αργότερα παραιτήθηκαν (18.11.1877).

 

ΟκτώβριοςΝοέμβριος 1901 (Ευαγγελικά): Η Εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσιεύει σε συνέχειες την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Φοιτητές παρακινούμενοι από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που υποστηρίζουν την καθαρεύουσα, ετοιμάζουν κινητοποιήσεις, καθώς θεωρούν βέβηλη την πρωτοβουλία της εφημερίδας. Γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα (3-4.11.1901) που λαμβάνουν και πολιτικές διαστάσεις με την συμμετοχή του κόμματος Θεοδ. Δηλιγιάννη και κατά τη διαδήλωση στους Στύλους Ολυμπίου Διός (7.11.1901) η Χωροφυλακή πυροβολεί το πλήθος, που προσπάθησε να κινηθεί προς την έδρα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών με νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Η εφημερίδα ζήτησε δημοσίως συγγνώμη, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος, όπως και η Κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν. Η αναθεωρητική Βουλή προσέθεσε διάταξη στο Σύνταγμα του 1911 κατά την οποία απαγορεύεται η μετάφραση της Αγίας Γραφής χωρίς την άδεια της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και αργότερα στο Σύνταγμα του 1927 ότι απαιτείται και η άδεια της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

19.11.1909: Το κράτος ιδρύει δημόσιο φορέα το «Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείον», και ορίζει ως προσόδους του τα εισοδήματα των διατηρουμένων Μονών, που δεν διαλύθηκαν το 1833-1834, ενώ αποφασίζει και συγχωνεύσεις Μονών που είχαν τότε (1909) λιγότερους των έξι μοναχών. Δεν καταργείται ωστόσο το Εκκλησιαστικό Ταμείο του Όθωνα που κατέχει από το 1834 την περιουσία των διαλελυμένων 426 Μονών (μετονομάζεται σε «Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο»).

 

1916: Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού οι Μητροπολίτες χωρίζονται σε βενιζελικούς και βασιλόφρονες. Το Κίνημα Εθνικής Άμυνας (Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης) κατά τη διάρκεια του 1916 φυλακίζει, περιορίζει ή και εξορίζει αντιφρονούντες Επισκόπους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, που έχει υπό τον έλεγχό του.

 

11.12.1916: η «Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου Συντεχνιών» απευθύνει δια του τύπου πρόσκληση συμμετοχής του λαού και του κλήρου σε «Ανάθεμα» κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως. Η Ιερά Σύνοδος αποφασίζει ότι είναι αναρμόδια να εκδώσει απόφαση αφορισμού του Ελ. Βενιζέλου, αλλά επιτρέπει την παρουσία μελών της Ιεράς Συνόδου και του κλήρου της Αθήνας στην συμβολική τελετή λιθοβολισμού–αναθέματος κατά του Βενιζέλου (Πολύγωνο 12.12.1916).

 

28.4.1917-10.5.1917: Ο πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλος συγκαλεί στην Θεσσαλονίκη συνέλευση Επισκόπων («Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος») με συμμετοχή ιεραρχών κυρίως από τις Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρο κλπ) και την Κρήτη και λιγότερους από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η φιλοβασιλική Ιερά Σύνοδος της Αθήνας δεν αναγνώρισε ως σύμφωνη με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας την «Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος» και ξεκίνησε διαδικασίες πειθαρχικών διώξεων σε βάρος φιλοβενιζελικών κληρικών.

 

1917: Η νέα Κυβέρνηση Βενιζέλου αρνείται να ορκισθεί από τον φιλοβασιλικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και ορκίζεται από τον Αρχιμανδρίτη (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο). Ο Ελ. Βενιζέλος τροποποιεί τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας, εκδιώκει από τα καθήκοντά τους τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους 4 Αρχιερείς, μέλη της Ιεράς Συνόδου, που ενέκριναν το Ανάθεμα, οι οποίοι εκτοπίζονται σε μοναστήρια όπου μένουν φρουρούμενοι. Η Κυβέρνηση διόρισε νέα Ιερά Σύνοδο («αριστίνδην» Σύνοδο) μήνυσε όσους Αρχιερείς συμμετείχαν σε Αναθέματα στην Αθήνα και στις επαρχίες τους και συγκρότησε εκκλησιαστικό δικαστήριο με φιλοβενιζελικούς Επισκόπους, το οποίο τιμώρησε τους αντιφρονούντες Αρχιερείς.

 

29.12.1919: Η Κυβέρνηση κηρύσσει ως απαλλοτριωτέα όλα τα τότε αγροτικά μοναστηριακά ακίνητα προκαλώντας αντιδράσεις της Εκκλησίας προς τον σκοπό αποκατάστασης των γεωργών, με πρόβλεψη αποζημίωσης σε προπολεμικές τιμές, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν καταβλήθηκε.

 

28.2.1920: Η ψήφιση νέου Αγροτικού Νόμου (2052/1920), που επαναλαμβάνει τις απαλλοτριώσεις μοναστηριακών κτημάτων του 1917 και τις επεκτείνει σε όλη την χώρα

 

1922: Η Επαναστατική Κυβέρνηση αποφασίζει μαζικἐς απαλλοτριώσεις μοναστηριακών ακινήτων για την αποκατάσταση των προσφύγων. Απαλλοτριώνονται μεγάλα κτήματα, που δεν καταλήγουν ολόκληρα στους πρόσφυγες.

 

16.11.1920: Η νέα φιλομοναρχική Κυβέρνηση καθαιρεί την φιλοβενιζελική Ιερά Σύνοδο και τον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο (Μεταξάκη) και διορίζει νέα «αριστίνδην» Σύνοδο και επαναφέρει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο. Διενεργούνται αντίστοιχες πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος των έκπτωτων φιλοβενιζελικών Επισκόπων, όπως έπραξαν και πριν το 1920 οι βενιζελικοί σε βάρος των φιλομοναρχικών Επισκόπων.

 

1926: Η Βουλή αναστέλλει το Σύνταγμα του 1911 και παραχωρείόλες τις εξουσίες στον δικτάτορα Θ. Πάγκαλο, ο οποίος προβαίνει σε απαλλοτριώσεις περιουσιών Μονών χωρίς καταβολή αποζημίωση

 

12.7.1928: Η Κυβέρνηση έχοντας πληροφόρηση ότι επίκειται η παραχώρηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος «επιτροπικώς» της διοίκησης των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία Θράκη) σπεύδει και εκδίδει νόμο για την υπαγωγή τους στην Εκκλησία της Ελλάδος και θέτει όρους χωρίς συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

4.9.1928: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκδίδει Πράξη παραχωρεί «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδος τη διοίκηση των Νέων Χωρών θέτοντας στην Εκκλησία της Ελλάδος 10 όρους

 

10.5.1930: Με εισήγηση του Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου καταργείται το Γενικό Εκκλ. Ταμείο και ιδρύεται ο κρατικός «Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» (ΟΔΕΠ). Το Δ.Σ. του Ο.Δ.Ε.Π. αποτελείται από 3 εκπροσώπους της Εκκλησίας και 4 εκπροσώπους της Πολιτείας. Με σειρά διαταγμάτων η περιουσία των Μονών διαιρείται σε «ρευστοποιητέα», η οποία περιέρχεται στη διαχείριση του κρατικού ΟΔΕΠ και «διατηρούμενη», που κρίνεται ότι πρέπει στη διαχείριση των Μονών για τις ανάγκες τους. Η ρευστοποιητέα περιουσία καταγράφεται από τον ΟΔΕΠ με τη βοήθεια των τοπικών υποκαταστημάτων της Εθνικής Τραπέζης, γίνονται εκποιήσεις της και τα χρηματικά ποσά επενδύονται σε καταθέσεις και μετοχές της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Έτσι προκύπτει το χαρτοφυλάκιο μετοχών του Ο.Δ.Ε.Π. στην Εθνική Τράπεζα. Επίσης, γίνονται πάλι νέες συγχωνεύσεις Μονών (που είχαν λιγότερους των 6 μοναχών).

 

5.11.1938: Εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός (Παπανδρέου), αλλά η εκλογή του ακυρώνεται μετά από αίτηση ακυρώσεως 3 Μητροπολιτών από το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο πιέζει η Δικτατορία Μεταξά. Κατά την νέα ψηφοφορία εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Χρύσανθος (Φιλιππίδης).

 

30.4.1941: Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνείται να ορκίσει την Κυβέρνηση Τσολάκογλου απομακρύνεται από το αξίωμά του και στις 2.7.1941 εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός

 

5.9.1945: Ο Κλήρος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση και ζει από προσφορές πιστών. Ο αναγκαστικός νόμος 536/1945 απαγόρευσε την πληρωμή των κληρικών σε είδος από τους ενορίτες και προβλέπει για πρώτη φορά ότι το Δημόσιο ενισχύει την μισθοδοσία του Κλήρου. Η Εκκλησία συνεισφέρει στην μισθοδοσία μέσω της ενοριακής εισφοράς των χριστιανικών οικογενειών (αργότερα καταργήθηκε) και της εισφοράς ποσοστού 25% και αργότερα 35% από τα έσοδα των Ναών

 

18.9.1952: Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεψε κατ’ εξαίρεση για το διάστημα 1952-1955 τη δυνατότητα απαλλοτριώσεων με μειωμένη αποζημίωση (στο 1/3 της αξίας τους), ώστε να αποκατασταθούν οι ακτήμονες γεωργοκτηνοτρόφοι της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στις 15.8.1952 η Κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα με διάταγμα ορίζει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεούται να παραχωρήσει στο Δημόσιο όλη την αγροτολιβαδική περιουσία της εντός 2 μηνών με σύμβαση και με μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας της –αλλιώς το Κράτος θα προχωρήσει σε απαλλοτριώσεις. Συνάπτονται στις 18.9.1952 2 συμβάσεις μεταξύ Εκκλησίας, ΟΔΕΠ και Πολιτείας και παραχωρούνται στο Δημόσιο 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, ενώ το Δημόσιο υποχρεούται να δώσει στην Εκκλησία μειωμένο αντάλλαγμα (με παραχώρηση δημόσιων ακινήτων και καταβολή χρήματος) ίσο με το 1/3 της αξίας των μοναστηριακών ακινήτων. Οι συμβάσεις αποδεικνύονται προβληματικές στη φάση εκτέλεσής τους, καθώς από τα 164 αστικά ακίνητα του Δημοσίου, που έπρεπε να λάβει η Εκκλησία από το Δημόσιο, η Εκκλησία ουδέποτε παρέλαβε τα 41 από αυτά, καθ’ όσον είτε ανήκαν εξαρχής σε τρίτους είτε ήταν καταπατημένα ή μη οικοδομήσιμα.

 

11.9.1962: Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου αποφασίζει την σύσταση μιας μεικτής (κληρικολαϊκής) Επιτροπής για να καταρτίσει νέο καταστατικό νόμο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σχέδιο που παρέδωσε στην Κυβέρνηση (1964) δεν ψηφίσθηκε όμως στοιχεία του χρησιμοποιήθηκαν για τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας του 1969.

 

27.4.1967: Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών εκδίδει σειρά νομοθετημάτων και διοικητικών πράξεων και πετυχαίνει την πραξικοπηματική αλλαγή στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αναστέλλει επ’ αόριστον (κατ’ ουσίαν απαγορεύει) την επικείμενη συνεδρίαση (11.5.1967) της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, καταργεί την υφιστάμενη σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και με νόμο (10.5.1967) θεσπίζει διαδικασία διορισμού 8μελούς Ιεράς Συνόδου της επιλογής της Κυβέρνησης (γνωστή ως «αριστίνδην» Σύνοδος), που διορίζεται από την Κυβέρνηση την επόμενη ημέρα. Επίσης αφαιρεί από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας το δικαίωμα να εκλέγει τους Μητροπολίτες της και επιβάλλει ηλικιακό όριο αποχώρησης (80 ετών) για τους Μητροπολίτες πετυχαίνοντας έτσι την αποχώρηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου). Στις 13.5.1967 η διορισθείσα από την Κυβέρνηση «αριστίνδην» Σύνοδος προτείνει στην Κυβέρνηση 3 πρόσωπα για την κενή θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και επιλέγεται με βασιλικό διάταγμα ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος (Κοτσώνης). Κατά το διάστημα 1967–1971 η «αριστίνδην» Σύνοδος εκλέγει και χειροτονεί 29 νέους Μητροπολίτες και 6 Επισκόπους. Κατά την περίοδο εκείνη 2 Μητροπολίτες εκδιώχθηκαν με αποφάσεις «Συνοδικού Δικαστηρίου» της Εκκλησίας, 5 Μητροπολίτες εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση και 9 Αρχιερείς (ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ καί 8 Μητροπολίτες) αποχώρησαν υποχρεωτικά λόγω του θεσπισμένου ορίου ηλικίας.

 

24.7.1968: Το κράτος αναλαμβάνει να συμπληρώνει τον μισθό του κληρικού τόσο ώστε να ισούται με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου

 

Νοέμβριος 1973Ιούλιος 1974: Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την ανατροπή του συνταγματάρχη Γεώργιου Παπαδόπουλου από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη (25.11.1973), παραιτείται και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης). Με Συντακτική Πράξη (3/1974) προβλέφθηκε η εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και αποκλείονται από τις εκλογές οι Μητροπολίτες, που συνέπραξαν ως μέλη της «αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ (1967), καθώς και όσοι Μητροπολίτες εξελέγησαν από την «αριστίνδην» Σύνοδο (1967-1972). Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας καταλήγει σε 3 υποψηφίους (τριπρόσωπο δελτίο υποψηφίων) και επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας). Μετά από αλληλοδιάδοχες αποφάσεις, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έκρινε τους 10 από τους 29 εκλεγέντες Μητροπολίτες της περιόδου 1967-1972 ως αντικανονικούς και τους κήρυξε μαζί με άλλους 2 Μητροπολίτες της «πρεσβυτέρας» Ιεραρχίας ως έκπτωτους και έκρινε τους υπόλοιπους κατ’ οικονομίαν (επιείκεια), ρητώς ή σιωπηρώς, ως κανονικούς.

 

1987: Ο νόμος 1700/1987 που εισηγήθηκε ο Υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης προβλέπει ότι όσα ακίνητα νέμεται η Εκκλησία χωρίς τίτλο, θεωρούνται με αμάχητο τεκμήριο ως ακίνητα του Δημοσίου και περιέρχονται στον κρατικό ΟΔΕΠ. Ορίζεται νέα διοίκηση του ΟΔΕΠ, ενώ η Ιερά Σύνοδος επιβάλλει στα μέλη της νέας διοίκησης «επιτίμιο ακοινωνησίας» (μικρό αφορισμό, προσωρινή αποκοπή από τα μυστήρια της Εκκλησίας).

 

11.5.1988: Γίνονται διαδηλώσεις της Εκκλησίας με συμμετοχή κληρικών και λαού στην Αθήνα κατά του «νόμου Τρίτση». Τελικά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ με τον Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου συμφωνούν ότι για όσα αγροτικά και δασικά και αγροτολιβαδικά ακίνητα νέμονται και κατέχουν οι Μονές μετά το 1952 χωρίς να διαθέτουν τίτλο ιδιοκτησίας θα παραχωρηθούν στην Πολιτεία με σύμβαση, ενώ οι Μονές θα παρακρατήσουν ορισμένα ακίνητα ως ζώνη περιβαλλοντικής προστασίας γύρω από τις Μονές. Μετά την αλλαγή πολιτικής της Κυβέρνησης ο Αντ. Τρίτσης παραιτείται (Φεβρουάριο 1988) αλλά η παραίτηση δεν γίνεται δεκτή. 149 Μονές αποδέχονται τον διακανονισμό και στις 11.5.1988 υπογράφεται η σύμβαση Εκκλησίας και Πολιτείας για τις Μονές αυτές και η Πολιτεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει στις Μονές το 1% του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο η παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας απαιτεί σύμπραξη Κράτους–Εκκλησίας (επιτροπές καθορισμού περιουσίας, αποφάσεις Νομαρχών κλπ). Ο μοναδικός Μητροπολίτης που συμμορφώθηκε με την Σύμβαση του 1988 ήταν ο τότε Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος, σημερινός Αρχιεπίσκοπος. Η σύμβαση κυρώθηκε με νόμο, και προβλεπόταν ότι όσες Μονές δεν προσχώρησαν στην σύμβαση, διέπονται από τον «νόμο Τρίτση».

 

1990-1993: Οι 11 έκπτωτοι («Ιερωνυμικοί») Μητροπολίτες, που αποπέμφθηκαν με Συντακτικές Πράξεις το 1974 και χωρίς δικαίωμα δικαστικής προστασίας, προσφεύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) κατόπιν της τροπολογίας Ιωάννη Παλαιοκρασά, που τους έδωσε (μετά από 26 χρόνια) το σχετικό δικαίωμα. Οι αποφάσεις έκπτωσής τους ακυρώνονται από το ΣτΕ για τυπικό λόγο (δεν τους δόθηκε δικαίωμα απολογίας), οπότε η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί νομότυπα. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αρνείται να εφαρμόσει τις αποφάσεις του ΣτΕ. Παράλληλα ακυρώνονται από το ΣτΕ και οι εκλογές νέων Μητροπολιτών στις έδρες των δικαιωθέντων έκπτωτων Μητροπολιτών. Προκαλείται έκρυθμη κατάσταση στο εσωτερικό της Εκκλησίας, καθώς οι δικαιωθέντες Μητροπολίτες επιδιώκουν να επανέλθουν στις Μητροπόλεις τους. Η Πολιτεία αναγκάζεται να δημιουργήσει νέες «προσωποπαγείς» Μητροπόλεις (1991) για να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα. Μετά από βίαια επεισόδια από υποστηρικτές του έκπτωτου Μητροπολίτη Αττικής Νικοδήμου Γκατζιρούλη (5.8.1993, Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Κεφαλάρι), ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ συγκαλεί τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (10.8.1993), η οποία τιμωρεί με επιτίμιο ακοινωνησίας τους έκπτωτους Μητροπολίτες (Αττικής) Νικόδημο, (Λαρίσης) Θεολόγο και (Θεσσαλιώτιδος) Κωνσταντίνο λόγω της υποκίνησης επεισοδίων και της πρόκλησης «εν τοις πράγμασιν σχίσματος» μέσα στην Εκκλησία. Το 1996 το ΣτΕ απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεώς τους θεωρώντας ότι η ποινή που τους επιβλήθηκε ήταν «πνευματική» και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από πολιτειακό δικαστήριο.

 

9.12.1994: Οκτώ Μονές, που δεν υπέγραψαν την Σύμβαση της 11.5.1988 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παραπονούμενες κατά του «νόμου Τρίτση» (ν. 1700/1987), ο οποίος συνέχιζε να ισχύει ως προς αυτές. Δικαιώνονται και το ΕΔΔΑ κάνει δεκτό ότι οι Μονές αν και είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν είναι κρατικοί φορείς και ο νόμος Τρίτση είναι αντίθετος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς απαγόρευε ειδικά στις Μονές να αποδεικνύουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επικαλούμενες χρησικτησία, τεκμαίροντας ότι τα ακίνητά τους ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ το ελληνικό δίκαιο επέτρεπε γενικά την επίκληση χρησικτησίας σε κάθε άλλο ιδιοκτήτη.

 

17.7.2000: Μετά από γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (15.5.2000) οι Υπουργοί Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης Γιώργος Δρυς και Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εκδίδουν απόφαση, που εξαιρεί το θρήσκευμα από τα αναγραφόμενα στοιχεία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Προκαλείται μέγιστη διαμάχη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η Εκκλησία προβαίνει σε συγκέντρωση υπογραφών κατά της νέας ρύθμισης, ενώ στις 21.6.2000 μεγάλη συγκέντρωση, με παρουσία και μελών της Ιεράς Συνόδου, στην πλατεία Συντάγματος, όπου απευθύνει λόγο ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος

 

28.1.2004: Λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές (7.3.2004) η Κυβέρνηση Κώστα Σημίτη καταργεί την υποχρεωτική εισφορά της Εκκλησίας προς το Κράτος για την μισθοδοσία του Κλήρου (35% από τα έσοδα των παγκαριών των Ναών).

 

11.2.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο προβαίνει ρητά σε διοικητικό χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Διαχωρίζει από το Δημόσιο Τομέα και τη Γενική Κυβέρνηση του Κράτους την Εκκλησία, η οποία πλέον υπόκειται μόνο στον Καταστατικό της Χάρτη και στους Κανονισμούς που ψηφίζει η Ιερά Σύνοδος. Η Εκκλησία υποχρεούται να εφαρμόζει την κρατική νομοθεσία, μόνο όταν διαχειρίζεται κρατικό χρήμα (π.χ. επιχορηγήσεις) ή κοινοτικούς πόρους (π.χ. ΕΣΠΑ).

 

7.10.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο αναγνωρίζει ότι τα διατάγματα που εξέδωσε το κράτος τη δεκαετία του 1930 για την υπαγωγή της μοναστηριακής περιουσίας στον κρατικό ΟΔΕΠ και η σύμβαση Κράτους και Εκκλησίας της 18.9.1952 αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας για τα μοναστηριακά ακίνητα.

 

5.10.2016: Από τον Ιανουάριο 2016 ο Υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης είχε ανακοινώσει ότι θα τεθούν σε ισχύ νέα Προγράμματα για το μάθημα των Θρησκευτικών, που εισάγουν ένα μη ομολογιακό μάθημα. Στις 13.9.2016 δημοσιεύονται οι νέες υπουργικές αποφάσεις για το μάθημα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος στέλνει στις 28.9.2016 υπόμνημα κατά των νέων Προγραμμάτων, με παραλήπτη τον Υπουργό Ν. Φίλη και τα κόμματα, ζητώντας διάλογο για το μάθημα. Στις 5.10.2016 γίνεται συνάντηση Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου και συμφωνείται η έναρξη επιστημονικού διαλόγου των 2 πλευρών. Στον επόμενο ανασχηματισμό ο Νίκης Φίλης αποπέμπεται από την Κυβέρνηση.

 

Ιούλιος 2017: Ο Υπουργός Παιδείας Ν. Γαβρόγλου εκδίδει νέες υπουργικές αποφάσεις για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών μετά από διάλογο αντιπροσωπείας της Εκκλησίας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ο οποίος συνεχίζεται και το 2018.

 

6 Νοεμβρίου 2018: Κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας–Εκκλησίας της Ελλάδος και κοινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο. Σύμφωνα με την ανακοινωθείσα πρόθεση συμφωνίας:

 

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.
  2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.
  3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
  4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
  5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.
  6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών,με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.
  7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.
  9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
  10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.
  11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.
  12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
  13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.
  14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.
  15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.
Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Σωτήρης Μητραλέξης

Δημοκρατία και Διεύρυνση: ΕΕ, Βαλκάνια και το Δημοψήφισμα στην πΓΔΜ

Το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ για την Συμφωνία των Πρεσπών έχει προφανείς επιπτώσεις για την πορεία της επίλυσης του ονοματολογικού προβλήματος και τις πολιτικές εξελίξεις σε Αθήνα και Σκόπια. Αξίζει όμως να εξετάσουμε και τις επιπτώσεις του στην Ευρωπαϊκή πολιτική εν γένει και την σχέση της ΕΕ  με τα Δυτικά Βαλκάνια.

Το πρώτο συμπέρασμα Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος είναι ότι η ΕΕ παραμένει ένα μη-ελκυστικό, αν όχι τοξικό, πολιτικό προϊόν. Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες της πΓΔΜ ήταν αν επιθυμούν την μελλοντική ένταξή τους στην ΕΕ (και το ΝΑΤΟ), με την αλλαγή του ονόματος της χώρας ως προϋπόθεση αυτής. Ο Ζάεφ ήλπιζε ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΕ θα έπειθε τους εκλογείς του να στηρίξουν την συμφωνία. Όπως φάνηκε, έκανε λάθος.

Κάποιοι ευρωπαίοι παρατηρητές έσπευσαν να αποδώσουν το αποτέλεσμα στις ιδιαιτερότητες των Βαλκανίων. Οι ελίτ της ΕΕ όμως καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουν ότι το δημοψήφισμα στην πΓΔΜ δεν ήταν εξαίρεση αλλά η πολλοστή περίπτωση όπου η Ευρώπη κρίθηκε, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, στην κάλπη και έχασε. Όταν η ΕΕ φτάνει να υφίσταται ήττα όχι μόνο π.χ. στην Μεγάλη Βρετανία αλλά ακόμα και στην μικρή, φτωχή και ασταθή πΓΔΜ, θα πρέπει να επανεξετάσει πολλά πράγματα για τις πολιτικές και την πορεία της.

Σε συμβολικό επίπεδο επομένως η ΕΕ, και ιδιαίτερα η διπλωματική της ηγεσία, υπέστη έναν διασυρμό στην πΓΔΜ. Αυτό έχει όμως συνέπειες και στο πρακτικό επίπεδο, αφού κατέδειξε τα αδιέξοδα της πολιτικής διεύρυνσης στα Δυτικά Βαλκάνια. Το βασικό πρόβλημα είναι η δυσανεξία των λαών της περιοχής τόσο με την ΕΕ, της οποίας η εικόνα έχει φθαρεί μετά τις κρίσεις του ευρώ και του προσφυγικού, όσο και με τις συνεργαζόμενες με αυτήν τοπικές ελίτ, οι οποίες είναι σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένες και αυταρχικές. Παρόλη την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης της πΓΔΜ, η νίκη της αποχής – ακόμα και μεταξύ των αλβανόφωνων όπως δείχνουν τα πρώτα στοιχεία – συμφωνεί με αυτήν την εικόνα αποξένωσης των λαών από το σύμπλεγμα εξουσίας ΕΕ-τοπικών ελίτ την οποία σχετικές έρευνες έχουν δείξει και σε άλλες χώρες της περιοχής.

Οι ηγεσίες αυτών των χωρών μπορεί επομένως να μην βρουν ποτέ την αναγκαία λαϊκή υποστήριξη για μεταρρυθμίσεις και συμβιβασμούς προκειμένου να ικανοποιήσουν τα απαιτητικά κριτήρια ένταξης. Ενόψει αυτού, η ΕΕ πρέπει να αρχίζει να εξετάζει την εναλλακτική ενός πιο χαλαρού πλαισίου συνεργασίας με τα Βαλκάνια, με έμφαση σε πολιτικές στρατηγικού χαρακτήρα (πχ ενέργεια) και με μια μεταβλητή γεωμετρία σχέσεων ανάλογα με τις δυνατότητες του κάθε κράτους στην περιοχή. Όσο ευγενής και αν είναι ο στόχος της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, τα όρια της διεύρυνσης, όπως και της Ευρωπαϊκής ενοποίησης εν γένει, πρέπει να είναι πάντα τα όρια που θέτουν οι δημοκρατικές διαδικασίες. Ίσως οι δυνατότητες των ελίτ τόσο των Βαλκανίων όσο και της ΕΕ να μην αρκούν σήμερα για κάτι περισσότερο από την οικοδόμηση, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μιας ευέλικτης στρατηγικής σχέσης.

Άγγελος Χρυσόγελος

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα Νέα, 2 Οκτωβρίου 2018

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δημοκρατία και Διεύρυνση: ΕΕ, Βαλκάνια και το Δημοψήφισμα στην πΓΔΜ

Εξωτερική Πολιτική και αποδόμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή Ιωάννης Σ. Λάμπρου

ΥΠΕΞ

 

Πλείστα τα δημοσιεύματα, αρκετά χρόνια τώρα, κριτικής και αποδόμησης των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009. Παράλληλα, συχνές οι αναφορές στο σχέδιο Πυθία και τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή με αντικρουόμενες πληροφορίες.

Η κριτική στην πενταετία 2004-2009, όπως και σε κάθε κυβερνητική θητεία καθίσταται θεμιτή  και δίκαιη όταν αντικατοπτρίζει ψηλαφητές όψεις της πραγματικότητας που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Παράλληλα, η κριτική αυτή μπορεί να εκκινήσει και από τη βάση των υποστηρικτών της ΝΔ, από μια καθαρά συντηρητική οπτική για μια σειρά ζητημάτων όπως οι νομιμοποιήσεις λαθρομεταναστών, το βιβλίο της κ. Ρεπούση για την ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού αλλά και το σύμφωνο συμβίωσης ετερόφυλων ζευγαριών, η θεσμοθέτηση του οποίου άνοιξε το δρόμο για το αντίστοιχα ομόφυλα. Παράλληλα, η διαιώνιση των παθογενειών της οικονομίας οδήγησε σε λήψη νέων δανείων και άρα συνέχιση της εξάρτησης και υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της χώρας, κάτι για το οποίο θεωρητικά θα  πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη μια «δεξιά κυβέρνηση».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η  οπτική της κριτικής που ασκείται στη κυβέρνηση Κ. Καραμανλή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αφορμή για αυτό το σημείωμα στάθηκε ένα πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Παναγιώτη Τσάκωνα στην εφημερίδα Τα Νέα, προ εβδομάδων, με τίτλο «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»[1]

Το άρθρο αναφέρεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά στο παρόν σημείωμα θα γίνουν ευρύτερες επισημάνσεις χωρίς, παράλληλα, να αποπειράται γενική επισκόπηση όλων των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και συνολική αποτίμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή. Κάτι τέτοιο καθίσταται δυσχερές στο πλαίσιο ενός κειμένου περιοδικού.

Σύμφωνα με το άρθρο η διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στη μεταπολιτευτική περίοδο, βασίστηκε στο δίπολο: « επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών ή διαιώνισή τους; » με τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και  Κωνσταντίνο Σημίτη να ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Οι διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές των τριών, σύμφωνα με τον κ. Τσάκωνα, προσέθεταν αξία και κύρος στην παραπάνω  στάση, της επίλυσης των διαφορών. Αυτό, όμως, που προκύπτει είναι ότι οι προαναφερόμενοι πρωθυπουργοί δεν κατάφεραν να επιλύσουν κανένα  από τα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και αντίθετα με τις κατά καιρούς συμφωνίες που υπέγραψαν ή τα πλαίσια στα οποία συναίνεσαν επιδείνωσαν περαιτέρω τη θέση της χώρας. Το πρακτικό της Βέρνης του Νοεμβρίου 1976 μεταξύ Κ. Καραμανλή και Σ. Ντεμιρέλ  δέσμευε τις  δύο χώρες να μην προβούν σε ενέργειες (έρευνες πέραν των 6ν.μ.) που μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσκομμα  στις διαπραγματεύσεις.

Το Πρακτικό της Βέρνης καθόριζε το πλαίσιο του διαλόγου για την υφαλοκρηπίδα συντείνοντας στη δημιουργία κατάλληλου διαπραγματευτικού πλαισίου εν’ όψει διαπραγματεύσεων τοποθετώντας, στα μάτια τρίτων, όμως, στην ίδια θέση Ελλάδα και Τουρκία  ενώ ήταν η Αθήνα ο άμεσος ενδιαφερόμενος για τη διενέργεια ερευνών, παρουσιάζοντας την Άγκυρα ως έχουσα την ίδια βαρύτητα και τα ίδια συμφέροντα στο Αιγαίο. Το Πρακτικό αφορούσε τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και δεν είχε σκοπό ύπαρξης μετά την κατάρρευση των συνομιλιών το 1981 ως συνέπεια της τουρκικής στάσης αν και κατά καιρούς ορισμένοι δημοσιολογούντες κάνουν αναφορά στο παραπάνω κείμενο, αφελώς,  αποδίδοντάς του συμβατική δέσμευση ώστε να αποτρέψουν κάθε ενέργεια της Αθήνας στον τομέα των ερευνών.

Η κρίση του 1987 και η θέση της Άγκυρας ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Σεισμικ-1» δεν θα διεξήγαγε έρευνες στη διαφιλονικούμενη υφαλοκρηπίδα αν η Αθήνα έπραττε το ίδιο παγίωσε την εικόνα των ίδιων, ίσων δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Η Συμφωνία  της Μαδρίτης  δε, τον Ιούλιο του 1997 μεταξύ Κ. Σημίτη και Σ. Ντεμιρέλ με τον πλέον εμφατικό τρόπο νομιμοποίησε τα «νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της». Η παραπάνω διάταξη επιτρέπει στην Άγκυρα διασταλτικά και υποκειμενικά να ερμηνεύει (βάσει όποιων αυθαίρετων πολιτικών και γεωπολιτικών κριτηρίων) τα όποια ζωτικά συμφέροντα θεωρεί ότι έχει, πέραν αυτών στην υφαλοκρηπίδα τα οποία η Αθήνα δέχεται. Η δε φράση των «νόμιμων συμφερόντων» μπορεί να ερμηνευθεί από τη γείτονα διασταλτικά υπό την έννοια ότι αυτά αναγνωρίζονται ρητώς από το διεθνές δίκαιο (ως νόμιμα) άρα προστατεύονται αυτόματα και συνεπώς δεν απαιτείται προηγούμενη συνεννόηση με το άλλο μέρος. Παράλληλα, όμως, τα δύο μέρη δηλώνουν τη δέσμευσή τους για την αποφυγή «μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση». Ως μια τέτοια μονομερή ενέργεια, η οποία θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη  η Άγκυρα θεωρεί το, κατοχυρωμένο από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μέχρι τα 12 ν.μ. θεωρώντας το casus belli.

Κάθε συμφωνία με την άλλη πλευρά, κάθε γραπτή σύμβαση δεν συνεπάγεται και βελτίωση της θέσης της χώρας. Κάλλιστα, μια συναινετική συμφωνία μπορεί να πλήττει εθνικά συμφέροντα. Η Συμφωνία της Μαδρίτης το επιβεβαιώνει.

Επισημάνσεις για Κυπριακό και Σκόπια

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω ακολουθούν σύντομες αναφορές για το Κυπριακό και το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων αν και το άρθρο του κ. Τσάκωνα δεν προβαίνει σε αναφορές για αυτά τα δύο ζητήματα.

Αναφορικά με το Κυπριακό, τόσο ο Κ. Μητσοτάκης, όσο και ο Κ. Σημίτης υποστήριξαν το σχέδιο Ανάν. Μάλιστα ο πρώτος, σε συνέντευξη του το 2014 σε Κύπριο δημοσιογράφο, είχε υποστηρίξει πως η τότε κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή έπρεπε να παρέμβει και να πιέσει την κυβέρνηση του Τ. Παπαδόπουλου για αποδοχή του παραπάνω σχεδίου.[2] Η στάση του Κ. Καραμανλή, μη άσκησης πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση, έδωσε τα περιθώρια στην τότε κυπριακή ηγεσία να πάρει σαφή θέση κατά του σχεδίου, δυνατότητα η οποία θα είχε περιοριστεί αν η Αθήνα, όπως υποστήριξε ο Κ. Μητσοτάκης, είχε ενεργά παρέμβει για να ασκήσει πίεση προς αποδοχή του σχεδίου Ανάν. Η στάση της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή μπορεί να έδωσε περιθώρια στον Τ. Παπαδόπουλο, παράλληλα, όμως φάνηκε να αποδέχεται το βασικό πλαίσιο του σχεδίου τονίζοντας χαρακτηριστικά στο διάγγελμα, στις 15 Απριλίου 2004, πως το σχέδιο έχει «και θετικά στοιχεία και δυσκολίες» επισημαίνοντας την εμπιστοσύνη του στη «δύναμη της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στη δύναμη της να αμβλύνει τις όποιες δυσκολίες. Για αυτό και θεωρώ ότι μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής τα θετικά σημεία μπορούν να αποδειχθούν υπέρτερα των αρνητικών». Η αποδοχή του πλαισίου τόσο από την Αθήνα, όσο και μετά το Δημοψήφισμα από τον Κύπριο Πρόεδρο (συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006) επέτρεψε στον Δ. Χριστόφια (Κοινό Ανακοινωθέν του Προέδρου Χριστόφια με τον Μ.Α. Ταλάτ, στις 23-5-2008) και στον Ν. Αναστασιάδη (Κοινό Ανακοινωθέν 11ης  Φεβρουαρίου 2014  Προέδρου Αναστασιάδη-Ν. Έρογλου) να επαναφέρουν το ίδιο πλαίσιο λύσης το περιεχόμενο του οποίου είναι επανάληψη του σχεδίου Ανάν έστω και αν δεν φέρει πλέον αυτόν τον τίτλο. Η επιδίωξη του τακτικού πλεονεκτήματος μην τυχόν χρεωθεί η Αθήνα την κατηγορία περί αδιάλλακτης στάσης επιδεινώνει συνεχώς το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού με νέες παραχωρήσεις. Η κυβέρνηση Καραμανλή διέπραξε το ίδιο λάθος αν και η μη άσκηση πίεσης στην κυπριακή κυβέρνηση και η εκ των προτέρων διαβεβαίωση σεβασμού της ετυμηγορίας του Κυπριακού Ελληνισμού διευκόλυνε να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί η δυναμική της αντίθεσης στο σχέδιο Ανάν.

Η στάση της κυβέρνησης Καραμανλή στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων παρουσιάζει ομοιότητες με τη θέση στο σχέδιο Ανάν. Αποδέχτηκε και επίσημα την παραχώρηση που είχε γίνει με τη συμπερίληψη της λέξης Μακεδονία στο προσωρινό όνομα της χώρας, την περασμένη δεκαετία, οριοθετώντας τη θέση της χώρας ως «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό πριν από τη λέξη «Μακεδονία» που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes), για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή».[3] Παράλληλα, δεν αποδέχθηκε ότι τα Σκόπια πρέπει να καταστούν μέλος του ΝΑΤΟ χωρίς προηγούμενη οριστική, αμοιβαία αποδεκτή λύση της ζητήματος της ονομασίας με την επικύρωση της λύσης αυτής από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η προϋπόθεση της κυβέρνησης Καραμανλή περί προηγούμενης οριστικής επίλυσης του ονοματολογικού ήταν το ελάχιστο προαπαιτούμενο που θα μπορούσε να βάλει η Αθήνα. Χωρίς αυτό η είσοδος των Σκοπίων θα ακύρωνε σε μεγάλο βαθμό κάθε κίνητρο του γειτονικού κράτους να μετέχει στο διάλογο για οριστική επίλυση του ζητήματος. Και σε αυτήν την περίπτωση η κυβέρνηση Καραμανλή θέλωντας να αποφύγει την κατηγορία της αδιαλλαξίας υπαναχώρησε αποδεχόμενη τον όρο Μακεδονία ως στοιχείο της οριστικής λύσης. Η αξία της αντίθεσης της Αθήνας δεν πρέπει να υποτιμάται δεδομένων των διεθνών πιέσεων, αλλά ούτε και να θεωρείται πράξη ηρωισμού από τη στιγμή κατά την οποία η Αθήνα συναίνεσε στον όρο Μακεδονία να αποτελεί μέρος της τελικής λύσης αποδεχόμενη τον πυρήνα της απαίτησης του γειτονικού κράτους. Η εμμονή στη «μακεδονική εθνότητα» πηγάζει από το όνομα αυτό καθ’ εαυτό, και δευτερευόντος από τα σχολικά εγχειρίδια και τις συνταγματικές αναφορές.

 Στρατηγική του Ελσίνκι

Επανερχόμενοι στο άρθρο του κ. Τσάκωνα, σχετικά με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, ο κ. καθηγητής τονίζει πως «η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας τον Μάρτιο του 2004 βρισκόταν στον αντίποδα της «κουλτούρας επίλυσης» όχι μόνο του Κώστα Σημίτη αλλά και του ίδιου του ιδρυτή της παράταξης Κωνσταντίνου Καραμανλή». Φοβούμενη το πολιτικό κόστος, συνεχίζει, η «νεο-καραμανλική» στρατηγική έναντι της Τουρκίας υιοθέτησε «την πολιτική της μη πολιτικής που όμως αποτελεί πολιτική» (κατά δήλωση αξιωματούχου της τότε κυβέρνησης), απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Η εν λόγω στάση της κυβέρνησης Καραμανλή, στο βαθμό που έχει μελετηθεί και δεν έχει συνοπτικά απαξιωθεί, θεωρείται φοβική λόγω του πολιτικού κόστους  αποκλείοντας το ενδεχόμενο να είναι το αποτέλεσμα σκέψης και πρόκρισης της έναντι άλλων διαθέσιμων εναλλακτικών.

Η φράση δε «…απελευθερώνοντας την Τουρκία από τις δεσμεύσεις της να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα υπό την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης» μαρτυρά μια ασύγγνωστη αφέλεια η οποία καταφέρνει να εντοπίσει στα συμπεράσματα της Προεδρίας της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι, 10-11 Δεκεμβρίου 1999,  συμβατική δέσμευση της Άγκυρας αναφορικά με την επίλυση των εκκρεμουσών διαφορών με την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των συμπερασμάτων το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενθάρρυνε  τα  υποψήφια κράτη να επιλύσουν εκκρεμείς συνοριακές διαφορές, μεταξύ άλλων, και με την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος («within a reasonable time»), φράση η οποία σημαίνει τις κατάλληλες και ενδεικνυόμενες συνθήκες- ο καθορισμός των οποίων είναι υποκειμενικός εξαρτώμενος από τα συμφέροντα εκάστης χώρας – και δεν συνεπάγεται κάποιο νοητό έστω χρονικό όριο. Η δε επισήμανση του κειμένου για το περίφημο ορόσημο του τέλους του 2004, δεν αναφέρεται στην υποχρέωση των κρατών να έχουν επιλύσει ή έστω  να έχουν προσφύγει μέχρι τότε στη Χάγη αλλά στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να έχει επανεξετάσει, μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, την κατάσταση αναφορικά με εκκρεμείς διαφορές και να προωθήσει (promote)  τις τελευταίες προς επίλυση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Το χρονικό ορόσημο δεν αφορά υποχρέωση κρατών να επιλύσουν υποχρεωτικά τις διαφορές τους στη Χάγη, αλλά αναφέρεται στη βούληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να επανέλθει στο ζήτημα. [«The European Council will review the situation relating to any outstanding disputes, in particular concerning the repercussions on the accession process and in order to promote their settlement through the International Court of Justice, at the latest by the end of 2004»].

Το λεκτικό του κειμένου δεν επιβάλλει καμιά υποχρέωση στα υποψήφια κράτη πολλώ δε μάλλον όταν η ΕΕ δεν ενδιαφέρεται, διαχρονικά, μονοσήμαντα στην επίλυση εκκρεμουσών  διαφορών μέσω της Χάγης αποκλειστικά αλλά γενικά και αόριστα.[4]

Η άποψη ότι δεν  συνιστά υποχρέωση η προσφυγή στη Χάγη επιβεβαιώνεται στο ίδιο το κείμενο όταν αμέσως μετά τονίζεται με τρόπο άμεσο και ξεκάθαρο η υποχρεωτικότητα των ενταξιακών κριτηρίων της Κοπεγχάγης όπως σταθεροί δημοκρατικοί θεσμοί, σεβασμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προστασίας μειονοτήτων, λειτουργική οικονομία της αγοράς και διοικητική ικανότητα προς αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.[5]

Στην παρανόηση περί υποχρεωτικότητας εμμένει και ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, ο οποίος με πρόσφατη δήλωσή του τόνισε, μεταξύ άλλων,  πως η Αθήνα θα πρέπει να προτρέψει τις Βρυξέλλες, να «διασφαλίσουν μέτρα προστασίας» για την Ελλάδα μεταξύ των οποίων και ο «ακόμη ανεκπλήρωτος όρος της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι (1999), δηλαδή ο όρος προς την Τουρκία να επιλύει ειρηνικά τις διαφορές της με τους γείτονες σε διμερές επίπεδο, και σε περίπτωση αδιεξόδου επίλυσής τους, να προσφεύγει στο Διεθνές Δικαστήριο για επίλυση» σημειώνοντας, παράλληλα, πως η  «ρύθμιση αυτή, είναι ο μόνος τρόπος να προστατευθεί η χώρα από κατασκευασμένες ή τυχαίες κρίσεις».[6] Ασύγγνωστη άγνοια για τις σταθερές των διακρατικών σχέσεων από έναν άνθρωπο, ο οποίος υπήρξε η ουσιαστική κεφαλή της χώρας για οκτώ έτη.

Φανταζόμαστε ορόσημα, νoμικές δεσμεύσεις, συμβατικές υποχρεώσεις που δεν υπάρχουν ώστε  να μετατοπιστεί το επίκεντρο της διαμάχης στο νομικό επίπεδο, στη σφαίρα του διαλόγου το οποίο δήθεν δεν επηρεάζεται από το στοιχείο της στρατιωτικής ισχύος. Στην πραγματικότητα οι συντελεστές ισχύος μιας χώρας, προεξαρχουσών  της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, καθορίζουν το πλαίσιο, το περιεχόμενο, και πολλές φορές, το αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών, διαδικασία η οποία δεν αποτελεί μια απλή διαλεκτική αντιπαράθεση όπου το καλύτερο επιχείρημα κερδίζει…  Δεν υπήρχε καμία υποχρεωτικότητα για την Τουρκία από την οποία η πολιτική της κυβέρνησης  Καραμανλή να την αποδέσμευσε.

Η στρατηγική του Ελσίνκι, ήτοι η «κοινοτικοποίηση των ελληνοτουρκικών διαφορών» και η μεταφορά του πεδίου επίλυσης τους στις Βρυξέλλες αποτέλεσε την τελευταία εκδοχή «εξωτερικής ανάθεσης» (οutsourcing) της ελλαδικής πολιτείας. Η μονότονη επίκληση, από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ασαφών εννοιών όπως «ευρωπαϊκά σύνορα» και «ευρωστρατός» καταμαρτυρεί, διαχρονικά, έναν «ελλαδικό ευρωπαϊσμό», μια εθνική μειονεξία υποκατάστασης της ευθύνης διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων.

Η πίστη, όμως, στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, βασικό στοιχείο κοινοτικοποίησης των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν επιβεβαιώθηκε. Η φύση του τουρκικού πολιτικού συστήματος και οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών  απομάκρυναν το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στο ευρωενωσιακό εγχείρημα. Παραδόξως, ανάλογη διαπίστωση κάνει στο άρθρο του ο καθηγητής Τσάκωνας: «Η ΕΕ εισήλθε σε μια πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη κρίση, ενώ εντάθηκε η διολίσθηση της Τουρκίας προς τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό στο εσωτερικό και την απομόνωση στο εξωτερικό».[7]

Παράλληλα, σημειώνει πως η απαξίωση της στρατηγικής του Ελσίνκι «επανέφερε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο δύσκολο και εν πολλοίς απρόβλεπτο διμερές πλαίσιο» και πως ο « χρόνος – αποδεδειγμένα πλέον – λειτουργεί εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων».[8] Κοινή διαπίστωση, όμως, είναι ότι ποτέ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν άλλαξαν πλαίσιο πέραν του διμερούς. Η απροθυμία των Βρυξελλών και η ακαταλληλότητα της Άγκυρας  δεν επέτρεψαν μια τέτοια προοπτική. Αποτελεί  ανεπαρκή ανάγνωση της πραγματικότητας να κατηγορείται η κυβέρνηση Καραμανλή και κάθε ελληνική κυβέρνηση για το ναυάγιο της προοπτικής ένταξης της Τουρκίας από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η Αθήνα, αφελώς, υποστηρίζει την τουρκική υποψηφιότητα για πλήρη ένταξη… Όσον αφορά τον χρόνο, αποτελεί ουδέτερο στοιχείο. Δεν λειτουργεί εις βάρος ή υπέρ μιας χώρας. Οι ενέργειες εντός του χρόνου αυτού καθορίζουν και τη σχετική του αξία.

 Καταληκτικά σχόλια

Οι ευθύνες της μέτριας διακυβέρνησης του Κ. Καραμανλή για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας δεδομένες και πέραν πάσης αμφισβήτησης. Η κριτική που εστιάζεται στην ειλικρινή και αξιολογικά ουδέτερη αποτίμηση της περιόδου 2004-2009 καθίσταται επιβεβλημένη λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων που ακολούθησαν με την τραγική παρεμβολή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου.

Ίσως, όμως, πιο πολύ και από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες των κυβερνήσεων του Κ. Καραμανλή, ορισμένους κύκλους,  ενοχλεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός προσπάθησε, αποσπασματικά και ατελέσφορα όπως αποδείχθηκε, να προτάξει το εθνικό συμφέρον πέραν από τη μονοσήμαντη συμμαχική νομιμοφοσύνη στο ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Aυτή η προσπάθεια μερικής έστω διαφοροποίησης ενοχλεί. Πολλές φορές η δίκαιη κριτική στη διακυβέρνηση Καραμανλή εκτραχύνεται σε ανοίκειες επιθέσεις με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και απόπειρα γελοιοποίησης  τόσο της εξωτερικής πολιτικής της τότε κυβερνήσης, όσο και του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού. Η σκέψη ότι η Αθήνα θα μπορούσε να έχει ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις, πέραν των συμμαχικών δεσμών, και να μην προσεγγίζει τα δικά της εθνικά συμφέροντα, μονοσήμαντα, υπό το πρίσμα των ευρωατλαντικών θεσμών, όπως η προσέγγιση με τη Μόσχα προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να καταδείξει, φαίνεται να σκανδαλίζει ορισμένους κύκλους εντός και εκτός της χώρας.

Η σκέψη ανεξάρτητης δράσης δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από τη συμβατική σκέψη της μονοσήμαντης, άνευ όρων προσήλωσης, στη Δυτική Συμμαχία. Μονοσήμαντη προσήλωση η οποία αποκόπτει ζώνες επικοινωνίας, ευκαιρίες εκμετάλλευσης της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Αν. Μεσογείου. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Αν. Μεσόγειο ανάγκασαν την Αθήνα, καθυστερημένα, να διευρύνει, πιο ενεργά, την στρατηγική της θέαση πέραν του βαλκανικού περίγυρου και της Δυτικής Ευρώπης.

Κάθε πολιτική, η οποία δεν επιβεβαιώνει την κρατούσα αντίληψη περί των συμμαχιών της χώρας απονομιμοποιείται ως βασιζόμενη στο θυμικό, στο συναίσθημα και ως αποτέλεσμα ψυχολογικής πίεσης λόγω εκλογικού κόστους. Η ορθολογική προσέγγιση φυλάσσεται μόνο για τη παραπάνω συμβατική θέση της άκριτης ταύτισης με το δυτικό πλέγμα συμμαχιών της χώρας. Μόνο  αυτή η άποψη, υποστηρίζεται,  βασίζεται σε αξιολογικά ουδέτερη ανάλυση της πραγματικότητας και διαθέτει τα εχέγγυα της επιστημονικής έρευνας. Ως εκ τούτου κάθε εναλλακτική προσέγγιση στερείται «σοβαρότητας» και «υπεύθυνης προσέγγισης», αποτελεί στυγνό λαϊκισμό για να χαϊδέψει τα αυτιά των ψηφοφόρων και οι εμπνευστές της δεν κατανοούν τη διεθνή πολιτική. Κάθε άλλη προσέγγιση συνιστά ακύρωση της λογικής και δεν μπορεί να σταθεί στο δημόσιο διάλογο εφ’ όσον υπάρχει η δική μας TINA (There is No Alternative).

Ιστορικά, όμως, η θέση του Ελληνισμού, επιβάλλει την αποδέσμευση από μια τέτοια περιοριστική προσέγγιση. Ελληνισμός, ο οποίος, διαχρονικά, βάλλεται από Βορρά, Ανατολή και Δύση και η συνοριακή θέση την οποία καταλαμβάνει μεταξύ περιοχών διαφορετικών πολιτιστικών και θρησκευτικών παραδόσεων επιβάλλει μια πολυδιάστατη διεθνή παρουσία η οποία να κάνει χρήση όλων των στοιχείων του Ελληνισμού πέραν του ελλαδικού και κυπριακού κράτους: τη Διασπορά, τις ιστορικές ελληνικές κοινότητες, τη διεθνή παρουσία της Ορθοδοξίας (Πατριαρχεία, ελληνορθόδοξο ποίμνιο) ώστε παράλληλα με το  ευρωατλαντικό πλέγμα συμμαχιών να διαθέτει η χώρα μια διεθνή παρουσία, η οποία να μην εγκλωβίζεται γεωγραφικά και να διαθέτει την ευρύτητα θέασης την οποία ο ιστορικός ρόλος του Ελληνισμού της προσφέρει.

O Κ. Καραμανλής σωστά διερμήνευσε το λαϊκό αίσθημα για μια πιο ανεξάρτητη, ισορροπημένη εξωτερική πολιτική. Η στήριξη του λαού απαραίτητη προϋπόθεση σε κάθε εγχείρημα εξωτερικής πολιτικής.[9] Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα και το κόστος το οποίο κατέβαλλε  η χώρα, η προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο χλευασμού στο όνομα της «υπεύθυνης, ορθολογικής ανάλυσης». Η ηγεσία της χώρας να χτίσει πάνω σε αυτήν την ατελέσφορη προσπάθεια ώστε να καθιερωθεί στη συνείδηση όλων ο μονόδρομος  της πιο ισορροπημένης, περισσότερο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Δεν συνιστά καπρίτσιο ή χίμαιρα αλλά  στοιχειώδης προϋπόθεση εθνικού βίου. Μαζί με την παραπάνω συνειδητοποίηση και η επίγνωση της καταβολής του απαραίτητου κόστος όταν αυτό απαιτείται…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουνίου 2018.

[1] Παναγιώτης Τσάκωνας, «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;», http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5557763/h-neo-karamanlikh-strathgikh-epanakamptei/

[2] Η σχετική συνέντευξη εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=y7lOn3H0w1Q 56:00 και μετά.

[3] Η επίσημη θέση της ΄χώρας στον ιστότοπο του Υπουργρίου Εξωτερικών, https://www.mfa.gr/to-zitima-tou-onomatos-tis-pgdm/.

[4] Χαρακτηριστική η στάση των Βρυξελλών  στο Κυπριακό όπου το περιεχόμενο της όποια λύσης θα ενδυθεί το κύρος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου.

[5] Το κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής, http://www.europarl.europa.eu/summits/hel1_en.htm . Σχετικά με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, https://ec.europa.eu/neighbourhood-enlargement/policy/glossary/terms/accession-criteria_en

[6] Βλέπε σχετικά, http://www.protagon.gr/epikairotita/simitis-gia-ellinotourkika-i-kyvernisi-na-apaitisei-efarmogi-tis-symfwnias-tou-elsinki-44341587634.

[7] «Η «νεο-καραμανλική» στρατηγική επανακάμπτει;»

[8] Ibid.

[9] Η υποτίμηση του λαϊκού παράγοντα, εκ μέρους κυρίαρχων παραγόντων διαμόρφωσης στάσεων και συνειδήσεων στην ελλαδική κοινωνία, κατέδειξε τα όρια της τόσο στην καταψήφιση του σχεδίου Ανάν, τον Απρίλιο του 2004, όσο και στην  αντίθεση της πλειονότητας των πολιτών στην αποδοχή του όρου Μακεδονία για την ονομασία των Σκοπίων.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εξωτερική Πολιτική και αποδόμηση της διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Η αρχή της διολίσθησης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

εικονα

 

Το παρόν αυτό σημείωμα δεν φιλοδοξεί να αναλύσει την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ για την οριστική [;]  επίλυση του ονόματος της γειτονικής χώρας. Από τις σελίδες του περιοδικού θα υπάρξουν εκτενείς αναφορές και αναλύσεις τόσο αναφορικά με το περιεχόμενο, όσο και με τις ευρύτερες, γεωπολιτικές και άλλες, διαστάσεις του υπογραφέντος κειμένου. Η παραπάνω συμφωνία λειτουργεί σαν αφορμή για την παράθεση ορισμένων ευρύτερων διαπιστώσεων αναφορικά με την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων, μετά από πάνω από 25 χρόνια, επιβεβαιώνει την «αρχή της διολίσθησης» την οποία έχουν επιλέξει, διαχρονικά, οι ελλαδικές ηγεσίες σχετικά με τον χειρισμό των λεγόμενων εθνικών θεμάτων. Η Αθήνα δεν υποχωρεί ατάκτως, αλλά προβαίνει σε τέτοιες παραχωρήσεις οι οποίες δυσχεραίνουν την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων στο μέλλον με ευνοϊκούς όρους. Ο σταδιακός χαρακτήρας των υποχωρήσεων αποτελεί, ίσως, λύτρωση για την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της χώρας, η οποία αποδεικνύεται ανεπαρκής να διαχειριστεί σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αλλά, ταυτόχρονα, δεν επιθυμεί να χρεωθεί μια ήττα και να συνδέσει έτσι το όνομα της με μια εθνική αποτυχία.

Οι πολιτικές ηγεσίες, διαχρονικά, προβαίνουν σε παραχωρήσεις οι οποίες, φαινομενικά, φαίνονται μικρές μεταθέτοντας την οριστική επίλυση στο μέλλον, όχι για να υπάρξει επιτελικός σχεδιασμός κάνοντας σωστή χρήση του επιπλέον χρόνου, αλλά για να μην αναλάβουν την ευθύνη ουσιαστικού χειρισμού της υπόθεσης.  Οι μικρές, όμως, αυτές παραχωρήσεις υπονομεύουν τη θέση της χώρας αργότερα ώστε η αλλαγή πολιτικής στο μέλλον να καθίσταται δυσχερής ή ακόμα μια επιπλέον υποχώρηση των Αθηνών να παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ως το αναγκαίο επιπλέον βήμα που θα οδηγήσει στην οριστική «επίλυση» του ζητήματος. Με αυτόν τον τρόπο η ευθύνη δεν βαραίνει κανέναν αποκλειστικά, αλλά επιμερίζεται, σε βάθος χρόνου, σε όσους χειρίστηκαν την υπόθεση από τους οποίους όμως δεν μπορεί να ζητηθούν ευθύνες διότι οι εκάστοτε μικρές υποχωρήσεις φαντάζουν λογική συνέχεια της προηγούμενης και η κάθε μια από μόνη της δεν στοιχειοθετεί δόλο. Μια σιωπηρή  συνενοχή δεκαετιών του πολιτικού προσωπικού της χώρας με την ίδια την κοινωνία, η οποία, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, επικροτεί την παραπάνω στάση.

Παράλληλα, το προαναφερόμενο αναγκαίο επιπλέον βήμα παρουσιάζεται ως  στρατηγική κίνηση εγκλωβισμού των απέναντι ώστε, βασιζόμενοι στην αρνητική τους στάση, να αποδειχθεί η εποικοδομητική στάση των Αθηνών, να εισπράξει η ελλαδική ηγεσία δηλώσεις αναγνώρισης της «τολμηρής στάσης» της από φίλους και συμμάχους, και να καταδειχθεί η αδιαλλαξία των Τιράνων, της Άγκυρας, των Σκοπίων. Σύμφωνα με τη συμβατική οπτική η αδιαλλαξία αυτή θα σημειωθεί από τη διεθνή κοινότητα και θα επιπλήξει αυτούς που την εκφράζουν ενώ η σύνεση και η υπευθυνότητα των Αθηνών θα εκτιμηθούν δεόντως.

Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της φράσης «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» για είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια, με παράλληλη επικράτηση διεθνώς μόνο της λέξης Macedonia, καθιστούσε πιο εύκολη μια περαιτέρω υποχώρηση. Συνακόλουθα, η έμφαση στη σύνθετη ονομασία, άρα και στη συμπερίληψη του όρου «Μακεδονία», διευκόλυνε την αποδοχή ονόματος της χώρας όπου η λέξη «Μακεδονία» θα αποτελεί το βασικό συστατικό από το οποίο θα απέρρεε η «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα.

Παρομοίως,  η αποχή από κάθε ερευνητική δραστηριότητα στο Αιγαίο ως αποτέλεσμα της κρίσης του 1987 διευκόλυνε την αναγνώριση στην Άγκυρα, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997, «νόμιμων, ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων» στο Αιγαίο «τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της» και την δυνατότητα στην τελευταία να προβαίνει σε διασταλτική ερμηνεία των συμφερόντων αυτών. Παράλληλα, η «δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση» ακύρωνε τα όποια σχέδια των Αθηνών για έρευνες στο Αιγαίο.

Στο Κυπριακό, οι διαχρονικοί χειρισμοί Αθήνας και Λευκωσίας, μετέβαλλαν τον επιδιωκόμενο στόχο από την Ένωση, στην Αυτοδιάθεση, στην Αυτοκυβέρνηση, στην Ανεξαρτησία, στη δεσμευμένη Ανεξαρτησία, στην Ομοσπονδία, στη Δικοινοτική Ομοσπονδία, στη Διπεριφερειακή Ομοσπονδία, στη Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία και τέλος, στο Συνεταιρισμό  δύο ισότιμων και ισόκυρων συνιστώντων κρατών, στο πλαίσιο του οποίου η Κυπριακή Δημοκρατία αποσυντίθεται, εξισώνεται με τα κατεχόμενα και οι Τουρκοκύπριοι/έποικοι, υπό τις οδηγίες της Άγκυρας, αποκτούν μόνιμο δικαίωμα αρνησικυρίας σε όλες τις λειτουργίες της νεοσύστατης πολιτείας. Η παραπάνω επισήμανση, σε ένα βαθμό σχηματοποιημένη, καταδεικνύει την επιδείνωση της ελληνικής θέσης.

Στο Κυπριακό, ακολούθησε, εδώ και κάποια χρόνια, και η εσωτερίκευση της νέας πραγματικότητας, μέσω υιοθέτησης νέου λεξιλογίου. Η επιστροφή εδαφών μεταλλάχθηκε σε «εδαφικές αναπροσαρμογές». Η λέξη αναπροσαρμογή βρίσκει εφαρμογή υπό την έννοια ότι καλούνται οι Έλληνες της Κύπρου να προσαρμοστούν στις πραγματικότητες της κατοχής και να αποδεχθούν τα αποτελέσματα της εισβολής…Η απελευθέρωση μεταμορφώθηκε σε «επανένωση», το Κυπριακό σε δικοινοτική διαφωνία  απονευρώνοντας το φρόνημα της διεκδίκησης της ελευθερίας και στερώντας από τους Έλληνες της Κύπρου το ηθικό πλεονέκτημα που κάθε θύμα δικαιούται να έχει. Ο έποικος, έγινε «σφετεριστής» και αργότερα  «χρήστης», έννοια της αγοράς, εμπορική, άρα ουδέτερη. Δεν υπάρχει ούτε θύμα, ούτε θύτης.

Η κάθε υποχώρηση, δυσχεραίνει τη θέση της χώρας στο μέλλον και εκλογικεύει την επόμενη υποχώρηση. Πολλές φορές ο φαύλος αυτός κύκλος ενδύεται επιστημονικό υπόβαθρο με την αρωγή καθηγητών και ειδικών περί τα διεθνή. Ακολουθεί η γλωσσική προσαρμογή όπως στην περίπτωση του Κυπριακού. Η επόμενη υποχώρηση φαντάζει φυσιολογική, οικεία…Την επιζητούμε, την αναμένουμε ως λύτρωση για να τακτοποιήσουμε επιτέλους αυτήν ή την άλλη εκκρεμότητα…

Χρεωκοπημένο πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί και δεν θέλει. Λανθασμένη (συνειδητά;) ανάγνωση της διεθνούς πολιτικής. Μια κοινωνία φιλοτομαριστών ο πατριωτισμός της οποίας περιορίζεται σε συλλαλητήρια και άναρθρες κραυγές. Λόγια μεγάλα χωρίς αντίκρυσμα. Όλοι συνένοχοι. Όλοι μας.

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε, για πρώτη φορά, στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018.

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η αρχή της διολίσθησης Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Μπαμπούλες και Κατάσκοποι: Ρωσία, Πούτιν και η Επιδιωκόμενη Απονεύρωση του Δημοσίου Διαλόγου για το Μακεδονικό

Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης για τη συμφωνία των Πρεσπών αφιερώθηκε στην ανάλυση του κειμένου, τα θετικά και τα αρνητικά της για την Ελλάδα, και το πώς τα ελληνικά συμφέροντα εξυπηρετούνται από αυτήν. Η σχετική συζήτηση έλαβε χώρα τόσο στο κομματικό επίπεδο, βοηθούσης της απόρριψής της από τη ΝΔ, όσο και στην κοινωνία, μεταξύ φορέων και απλών πολιτών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία (δημοσκοπήσεις) και εξελίξεις (συλλαλητήρια, κινητοποιήσεις κλπ), είναι ασφαλής η διαπίστωση ότι η δημόσια συζήτηση έφτασε σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: η συμφωνία είναι επιζήμια για την Ελλάδα.

Γινόμαστε τις τελευταίες εβδομάδες μάρτυρες μιας νέας φάσης προώθησης-επιβολής της συμφωνίας στην ελληνική κοινωνία. Βλέπουμε η έμφαση να δίνεται στο ότι η συμφωνία θα ανακόψει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια – μαζί με ένα μηντιακό πανηγύρι που έχει στηθεί για την υπόθεση των Ρώσων πρακτόρων που βρίσκονται υποτίθεται πίσω από τις κινητοποιήσεις στη Βόρεια Ελλάδα. Εισάγεται έτσι πλέον και στην Ελλάδα το ύστατο εργαλείο επιβολής όταν όλες οι άλλες λύσεις έχουν αποτύχει: ο μπαμπούλας του Russian meddling, αυτό το ασαφές αλλά παντοδύναμο δίκτυο ρωσικής επιρροής στο οποίο αποδίδονται η νίκη Τραμπ, το Μπρέξιτ, οι ταραχές στην Καταλωνία, και γενικά οποιοδήποτε μαζικό φαινόμενο εθνοκρατικής ή εθνοκοινωνικής μαζικής κινητοποίησης και αντίδρασης.

Παραδοσιακός φορέας του «ρωσικού επιχειρήματος» στην ελληνική συζήτηση είναι ο ευρώφιλος «φιλελεύθερος-μεταρρυθμιστικός» χώρος. Πέρα από μια ροπή προς συνωμοσιολογία που θυμίζει αυτή των «ψεκασμένων» που αυτός ο χώρος τόσο αρέσκεται να χλευάζει, η εμμονή με τη Ρωσία κατεδείκνυε και τις προτεραιότητες και τα αξιακά σημεία αναφοράς του. Για να το πούμε απερίφραστα, μέτρο αξιολόγησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για αυτόν το χώρο δεν είναι τα ελληνικά, αλλά τα ρωσικά και κατά αντανάκλαση ευρωπαϊκά-δυτικά συμφέροντα. Για αυτούς η ήττα των ρωσικών συμφερόντων είναι σημαντικότερη από την εκπλήρωση των ελληνικών, και αντίστροφα η νίκη των ρωσικών συμφερόντων μεγαλύτερο κακό από την ήττα των ελληνικών.

Αν αυτή η συλλογιστική περιοριζόταν στις συζητήσεις μερικών πανεπιστημιακών, αναλυτών και σχολιαστών θα επρόκειτο απλά για ένα από τα πολλά παραδείγματα σάχλας και γραφικότητας στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα. Όταν όμως το «ρωσικό επιχείρημα» γίνεται εργαλείο στα χέρια μιας κυβέρνησης, και όταν ένα κεφαλαιώδες ζήτημα εξωτερικής πολιτικής είναι τόσο κοντά στο να επιλυθεί με τόσο δυσμενείς για την Ελλάδα όρους, τα πράγματα σοβαρεύουν. Είναι σαφές ότι τις επόμενες εβδομάδες και στην Ελλάδα θα εφαρμοστεί η δοκιμασμένη στο εξωτερικό μέθοδος του διαμέσου Μόσχας κυνηγιού μαγισσών. Προφανώς το ότι μέσα σε μόλις μερικές εβδομάδες οι υποστηρικτές της συμφωνίας των Πρεσπών έχουν οπισθοχωρήσει από τη γραμμή άμυνας «ελληνικά συμφέροντα» κι έχουν ταμπουρωθεί στο τελευταίο οχυρό «ο κακός Πούτιν» δείχνει πόσο πραγματικά πιστεύουν και οι ίδιοι στην αρτιότητά της – καθώς επίσης και ποιος είναι πραγματικά ατζέντης ξένων συμφερόντων σε αυτήν την κουβέντα.

Σε τελική ανάλυση το «ρωσικό επιχείρημα» έχει μια πάρα πολύ ύπουλη διάσταση. Επιδιώκει να αντιστρέψει την κατηγορία της προδοσίας από αυτούς που υπέγραψαν τη συμφωνία προς αυτούς που υποτίθεται ότι παίζουν το παιχνίδι του Πούτιν. Επιδιώκεται ουσιαστικά η ποινικοποίηση της αντίστασης στη συμφωνία – ειδικά αφού και η μπογιά της «ακροδεξιάς» για τα συλλαλητήρια ξέβαψε πριν καλά-καλά στεγνώσει.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μπαμπούλες και Κατάσκοποι: Ρωσία, Πούτιν και η Επιδιωκόμενη Απονεύρωση του Δημοσίου Διαλόγου για το Μακεδονικό

Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο / Μιχάλης Ρέττος

Το ΙΝΣΠΟΛ δημοσιεύει τη μελέτη του Μιχάλη Ρέττου,

 

Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο:

από τον Όμηρο και τον Ησίοδο στον Οικονομικό του Ξενοφώντα

 

Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο / Μιχάλης Ρέττος

Ενάντια στη βλακεία, με ευλογημένα στυλό

Του Σωτήρη Μητραλέξη

Σε κάθε δημόσια συζήτηση για τα εκκλησιαστικά συμβαίνει, πραγματικά, ένα θαύμα: στο χώρο της κάθε φορά ιεράς αγανάκτησης -χώρο όπου συναντιούνται πάντοτε αγαπητικά οι αριστεροί με τους νεοφιλελεύθερους υπό το φως του Ράμφειου Ευαγγελίου ότι «η Ελλάδα δεν πέρασε Διαφωτισμό»- απέναντι στην κοινότητα των πιστών αίφνης εξαφανίζεται κάθε λογική και ορθολογισμός, κάθε απαίτηση να αντιστοιχούν τα επιχειρήματα στην πραγματικότητα, κάθε αξίωση να έχει κανείς την οποιαδήποτε υποτυπωδώς ουσιαστική πληροφόρηση για το θέμα που σχολιάζει.

Έτσι ακριβώς έγινε και με το «Ευλογημένο Στυλό-gate», όπου ο Μητροπολίτης Βέροιας και Νάουσας Παντελεήμων μοίρασε στους φοιτητές στο τέλος της λειτουργίας στυλό με το μήνυμα «Καλή επιτυχία», τα οποία είχαν την ευχή του (η αρβύλα των συνειδητών ανακριβειών φρόντισε να κυκλοφορήσει το ψεύδος ότι τα στυλό «πουλήθηκαν»).

Στις υλακές και στους ολοφυρμούς που ακολούθησαν στη δημοσιά -γεμάτες, όπως πάντα, από τα «γίναμε Ιράν, γίναμε Τεχεράνη, αυτά δε συμβαίνουν πουθενά στην Ευρώπη»- οι Διαφωτιστές πληκτρολογίου έβαλαν στο μυαλό τους διάφορα πράγματα με τρόπο όλως αυθαίρετο και ανορθολογικό, για τα οποία όχι μόνο έχουν εδραία αν και αστήρικτη πεποίθηση, αλλά αν τους πληροφορήσεις περί του αντιθέτου θεωρούν αυτονοήτως ότι ψεύδεσαι ή ότι δικαιολογείς τα αδικαιολόγητα ή τέλος πάντων όποια άλλη αντίδραση αρμόζει σε φανατικούς θρησκόληπτους κάθε αδιάλλακτης και παγιωμένης άποψης ή στάσης.

Οι φωνασκούντες υποθέτουν, από μόνοι τους και με αυταπόδεικτη αυθεντία, πως οι πιστοί επικαλούνται τον Θεό -τον οποίο φαντάζονται ως διασταύρωση παγανιστικού ξοάνου και «God of the Gaps», δηλαδή ως κάτι στο οποίο δεν πιστεύει η εκκλησία- ούτως ώστε να προκαλέσει ένα υπερφυσικό θαύμα και ο φοιτητής/τρια που γράφει με το «ευλογημένο στυλό» να υποστεί κάποια έλλαμψη κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών. Προσβάλλουν, δηλαδή, οι φωνασκούντες με την αφέλειά τους τη νοημοσύνη των εκκλησιαζομένων φοιτητών, παρουσιάζοντάς τους ως καρικατούρες. Δεν μπορούν καν να υποθέσουν τη mutatis mutandis παραλληλία του «ευλογημένου στυλό» (στην εκκλησία ξέρετε αυτό κάνουμε, ευλογούμε/αγιάζουμε τα πάντα, νερά- ξύλα- πηγάδια – αμάξια – βραστά στάρια – ψωμιά – στυλό και ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου) με ένα ενθύμιο, με ένα αντικείμενο που αποκτά νέα αξία επειδή μας το έχει δώσει αγαπημένο πρόσωπο και το φυλάμε σαν κόρη οφθαλμού, ειδικά στις δύσκολες στιγμές. Επαρκούν μόνο για να το φανταστούν με όρους ταινίας επιστημονικής φαντασίας, ώστε να το χλευάσουν.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι φιλελεύθεροι και οι εξ Αριστεράς για το θέμα είναι ότι η εκδοχή «η προσευχή γίνεται διότι έτσι πιστεύουν ότι θα γράψουν καλύτερα με υπερφυσικό τρόπο, μα τι βλάκες» δεν εκθέτει τους πιστούς, αλλά τη δική τους, των επικριτών, αντιληπτική στενότητα, έλλειψη στοιχειώδους πληροφόρησης για τα εκκλησιαστικά που σχολιάζουν, και επηρμένη ασχετοσύνη. Διότι η λογική αιτιώδους σχέσης «θα κάνουμε μια ακολουθία στην εκκλησία, άρα θα πάω καλά στις Πανελλήνιες» απαντά μόνο, και εξ αντιθέτου/υβριστικά, στα μυαλά όσων επικριτών δεν διακρίνονται για την αντιληπτική τους εμβέλεια ως προς αυτά τα ζητήματα.

Εν αντιθέσει, για όσους βρίσκονται στη ζωή της εκκλησίας και είναι αυτή ο άξονας της ζωής τους, θα ήταν απλώς παράλογο να μη συνεχίσει να παρίσταται ο άξονας αυτός και στη φριχτή δοκιμασία των Πανελλαδικών. Δηλαδή, για όσους είναι χριστιανοί και μετέχουν στη ζωή της εκκλησίας, το μόνο λογικό είναι να θέλουν αυτή τη διευρυμένη οικογένεια μαζί τους στην επίπονη δοκιμασία – θα ήταν ανορθολογικό αν δεν την ήθελαν. Στην εκκλησία ξέρουμε να προσευχόμαστε, και προφανώς θα προσευχηθούμε κατ’ εξοχήν στα δύσκολα.

Επί Πανελλαδικών εξετάσεων ήμουν άθεος, αλλά εάν δεν ήμουν, θα ήταν πραγματικά σημαντικό για μένα να τις γράφω με ένα στυλό που σαρκώνει σε ύλη το ότι ολόκληρη η εκκλησιαστική μου κοινότητα είναι μαζί μου, με νοιάζεται, εύχεται και προσεύχεται για μένα – όχι μόνο για να τα πάω καλά, αλλά για να είμαι καλά, να μην τα παίξω και κλατάρω στη φρίκη των Πανελλαδικών. Αναφερόμαστε σε κυριολεκτικά υλική αγάπη και έγνοια, εμφανώς πιο ορθολογική από τα τυχαία «γούρια», τα αγαπημένα πουκάμισα, t-shirt και ούτω καθεξής. Προφανώς, λόγω της οργιώδους υστερίας σε κάθε τέτοια δημόσια συζήτηση, φυσικά και δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση ή την αξίωση να κατανοούν αυτά τα μάλλον προφανή και στοιχειώδη όσοι λειτουργούν επί τη βάσει προσχηματισμένων εμμονών.

Αν κάτι επιτυγχάνεται με όλη αυτή την υστερία, που ξεκινάει από τα σκωπτικά χάχανα και καταλήγει στον ανενημέρωτο ανορθολογισμό του «δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη», αυτό είναι το να καθίσταται αδύνατο να εξεταστούν με σοβαρότητα οι εφιαλτικές στρεβλώσεις που σχετίζονται με την εκκλησία στην Ελλάδα, καθ’ ότι καλύπτονται από τη φρενήρη υστερία για διάφορα μη-θέματα. Στρεβλώσεις, τη συνέχιση και μακροημέρευση των οποίων η παρούσα κυβέρνηση υπηρετεί με θαυμαστή συνέπεια, παρά τους εικονικούς περί του αντιθέτου διαπληκτισμούς και αποπροσανατολισμούς.

Προσωπικό σχόλιο: στη φρίκη των ημερών, η ανάγνωση της είδησης για τα «ευλογημένα στυλό» των Πανελλαδικών με γέμισε ελπίδα, παιδικό ενθουσιασμό ότι στο τέλος κάτι θα σωθεί. Στην εποχή της τέλειας ερημίας, τα «γούρια» κάποιων δεν θα αντικατοπτρίζουν απλώς τα αδιάφορα προσωπικά τους χούγια, αλλά το ότι ανήκουν σε μια κοινότητα∙ κάποιοι θα φέρουν στο αλεστικό μηχάνημα των Πανελληνίων το υλικό σημάδι -τον «τύπον των ήλων»- του πόσοι πολλοί τούς νοιάζονται και τους αγαπούν. Σταγόνα ζείδωρης λογικής μέσα στην τρέλα. Τελικά, κάπου διασώζεται ο ορθολογισμός, όταν έχει εξαφανιστεί από οπουδήποτε αλλού: σε ένα ευλογημένο στυλό.

 

Ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της εφημερίδας ΑΥΓΗ της Κυριακής 17 Ιουνίου 2018.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ενάντια στη βλακεία, με ευλογημένα στυλό

ΑΔΙΚΗ, ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ: Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΠΟΛ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΣΙΠΡΑ-ΖΑΕΦ

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήρθε σε συμφωνία με την κυβέρνηση Ζάεφ για επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος της πΓΔΜ. Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα και είναι εξόχως προβληματική ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της. Η δε πρόβλεψη μη-επικύρωσής της από την ελληνική Βουλή αποτελεί προσβολή προς τον ελληνικό λαό ως συλλογικό υποκείμενο και την Ελλάδα ως ανεξάρτητη δημοκρατική χώρα. Πιο συγκεκριμένα:

α) Αναλύουμε την συμφωνία με καλή θέληση, αναγνωρίζοντας ότι πρέπει κάποια στιγμή να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση μεταξύ των δυο πλευρών. Ακόμα κι έτσι όμως, αυτή δεν είναι μια καλή συμφωνία. Σε ό,τι αφορά το όνομα της πΓΔΜ, η Ελλάδα συμφωνεί σε ένα γεωγραφικό προσδιορισμό ο οποίος θα μεταφράζεται διεθνώς, δηλ. δεν θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα σλαβικά, κάτι που θα κατεδείκνυε την απόσταση του κράτους αυτού από την ιστορική Μακεδονία. Ο όρος «Σεβέρνα Μακεντόνια», που χρησιμοποίησε στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός, δεν εμφανίζεται στη συμφωνία.

Ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει επίσημα «μακεδονική» υπηκοότητα, ταυτότητα και γλώσσα σε συνδυασμό με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Ο κίνδυνος του γεωγραφικού προσδιορισμού ήταν πάντα ότι αυτός θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι τα Σκόπια είναι το επίκεντρο μιας ευρύτερης Μακεδονίας της οποίας ένα μόνο μέρος (το Βόρειο, το Άνω κοκ) έχει κρατική υπόσταση. Ο μόνος τρόπος αποφυγής της μονοπώλησης της ιδέας της Μακεδονίας από τα Σκόπια ήταν ακριβώς ο σαφής χαρακτηρισμός της ταυτότητας ή/και υπηκοότητάς τους ώστε αυτή να συμπίπτει με την κρατική τους υπόσταση (π.χ. «βορειομακεδονική»).

Η συμφωνία κάνει το ακριβώς αντίθετο. Ονοματίζοντας την πΓΔΜ «Βόρεια Μακεδονία», δημιουργεί την ιδέα ότι υπάρχει και κάποια «νότια» ή «όλη» Μακεδονία για λογαριασμό της οποίας τα Σκόπια μπορούν να ομιλούν εφόσον η ταυτότητα και γλώσσα τους είναι «μακεδονικά». Το κράτος των Σκοπίων γίνεται επίσημα φορέας και λίκνο της ταυτότητας της όλης Μακεδονίας. Πρόκειται για την τέλεια συνταγή αλυτρωτισμού! Και αν οι σχετικές (σωστές) διατάξεις της συμφωνίας αποκλείουν ενδεχόμενο εδαφικού αλυτρωτισμού και την ανακίνηση μειονοτικών ζητημάτων, το πνεύμα της ανοίγει το δρόμο για διεμβόλιση και υφαρπαγή ελληνικού πολιτιστικού κεφαλαίου, καθώς και για μια τεράστια κρίση αυτοσυνειδησίας στην ελληνική Μακεδονία.

Η μνεία για την πολιτική εξαρχαϊσμού προηγούμενων κυβερνήσεων και την αποκοπή της σκοπιανής ταυτότητας από την ελληνική αρχαιότητα είναι θετική. Παράλληλα όμως, η εμμονή περί αρχαίας καταγωγής συνιστούσε την πλέον φαιδρή όψη της σκοπιανής αναθεωρητικής πολιτικής, η οποία συν το χρόνω αποτελούσε βαρίδι για την εξωτερική εικόνα της πΓΔΜ. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, μονοσήμαντα, ως κέρδος της ελλαδικής πλευράς αλλά ως μια προσπάθεια των Σκοπίων να ενισχύσουν τα ερείσματα τους στην ιστορία του εικοστού αιώνα, πηγή άλλωστε του σκοπιανού αναθεωρητισμού. Τονίζεται δε πως στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 7 επισημαίνεται πως οι πολίτες των συμβαλλομένων μερών θα συνεχίσουν να κάνουν χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αποδίδοντας το περιεχόμενο που υιοθετούν μέχρι τώρα.

β) Η διαδικασία εφαρμογής και επικύρωσης που προκρίθηκε σε συνδυασμό με τη διαδικασία ένταξης της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δημιουργεί ερωτήματα. Σύμφωνα με το έγγραφο Τσίπρα-Ζάεφ, η Ελλάδα θα υποστηρίξει να απευθύνει το ΝΑΤΟ πρόσκληση ένταξης στα Σκόπια αμέσως αφότου η βουλή της πΓΔΜ υπερψηφίσει τη συμφωνία. Η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να υπερψηφίσει την ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ μόνο όταν ολοκληρωθούν εκεί όλες οι διαδικασίες συνταγματικής αλλαγής. Αυτή είναι όμως μια διαδικασία που θα διαρκέσει μήνες με δεδομένη την πολιτική πόλωση στην πΓΔΜ. Σε όλο αυτό το διάστημα η πΓΔΜ θα προετοιμάζεται για την ένταξή της, με την Ελλάδα να έχει συμφωνήσει ότι θα επικυρώσει τη συμφωνία ταυτόχρονα με την επίσημη είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Η ολοκλήρωση της διαδικασίας με την επικύρωση από την ελληνική Βουλή θεωρητικά καθιστά την Ελλάδα τον τελικό επιδιαιτητή. Αυτό όμως θα είχε νόημα αν τα Σκόπια δεν είχαν κερδίσει την πρόσκληση ένταξης στο ΝΑΤΟ (που είχε αποφευχθεί στο Βουκουρέστι). Με αυτό το καθεστώς και την υποστήριξη από άλλα κράτη της Συμμαχίας, η πΓΔΜ θα έχει περιθώρια άσκησης πίεσης στην Ελλάδα – διεκδικήσης επιπλέον παραχωρήσεων ή «δημιουργικής» εφαρμογής των συμφωνημένων – για να επιτύχει την επικύρωση και τις συνταγματικές αλλαγές που απαιτούνται. Στο τέλος, ποια ελληνική κυβέρνηση και Βουλή θα μπορεί να φέρει αντιρρήσεις λίγο πριν την επίσημη ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ για τυχόν πλημελλή εφαρμογή της συμφωνίας όταν θα τελεί υπό ασφυκτικές πιέσεις «να μην χαλάσει η δουλειά»;

Σε όλο αυτό το διάστημα η συμφωνία θα είναι έρμαιο των εξελίξεων στα Σκόπια. Αν η Ελλάδα είχε επικυρώσει τη συμφωνία και διατηρούσε το δικαίωμα της τελικής εκτίμησης κατά πόσο τα Σκόπια συμμορφώθηκαν, όλη η πίεση θα ήταν στο Ζάεφ να εφαρμόσει τα συμφωνημένα πλήρως και το ταχύτερο δυνατόν. Τώρα, ακόμα και σε περίπτωση που η διαδικασία επικύρωσης ή συνταγματικής αλλαγής αποτύχει στην πΓΔΜ, αυτή δεν θα ενταχτεί μεν στο ΝΑΤΟ θα διατηρήσει όμως και θα διαφημίσει ως κεκτημένα τα περιεχόμενα της συμφωνίας σχετικά με ταυτότητα, υποκοότητα και γλώσσα. Ταυτόχρονα, θα διατηρεί το στάτους της χώρας υπό επίσημη πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η θέση της Ελλάδας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις δυσχεραίνεται εξαιρετικά.

γ) Ο ανωτέρω διακανονισμός αποτελεί προφανή μεθόδευση των Τσίπρα-Κότζια να αναβάλουν την ψήφιση της συμφωνίας στην Βουλή. Εγείρεται εδώ ένα μείζον ηθικό και πολιτικό ζήτημα. Με βάση την συμφωνία, η πΓΔΜ θα συζητήσει και ψηφίσει πάνω σε αυτήν διαδοχικά και με διαφόρους τρόπους. Η βουλή της θα την επικυρώσει. Οι πολίτες της θα εκφραστούν σε δημοψήφισμα. Το σύνταγμά της θα αλλάξει με βάση τις νόμιμες διαδικασίες. Ο Ζάεφ έχει επίσης δηλώσει ότι αν η διαδικασία κολλήσει θα κάνει πρόωρες εκλογές.

Προφανώς οι πολίτες μιας χώρας πρέπει να μπορούν να εκφραστούν για ένα ζήτημα όπως το όνομα και η ταυτότητά τους. Το ίδιο όμως αυτό δικαίωμα στερείται πλήρως από τους Έλληνες πολίτες! Ενώ η συμφωνία θα περνάει από απανωτά στάδια συζητήσεων και ψηφοφοριών στην πΓΔΜ, στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα και οι ψηφοφόροι δεν θα έχουν καμιά δυνατότητα έκφρασης! Δικαιώνονται έτσι τα συλλαλητήρια του χειμώνα και το ένστικτο του ελληνικού λαού ότι η όποια λύση θα προωθηθεί με τρόπο αντιδημοκρατικό και ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας.

Υπό τις σημερινές συνθήκες ποιον άλλον τρόπο έχουν οι ΄Ελληνες για να εκφράσουν την αντίθεσή τους παρά νέα συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις; Κυβερνητικοί αξιωματούχοι είναι σίγουρο ότι θα αναφερθούν υπεροπτικά και απαξιωτικά στην αντίδραση του ελληνικού λαού. Η σωστή, ορθολογική προσέγγιση φαίνεται να αποτελεί αποκλειστικό κτήμα της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ η διαφωνία με τις θέσεις αυτές, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, απορρίπτεται ως ένδειξη άγνοιας και φανατισμού. Παράλληλα, ο λαός – στο όνομα του οποίου η κυβέρνηση αυτή ανέλαβε την αρχή – που συμμετέχει σε θεμιτές, ανοικτές και δημοκρατικές δράσεις υβρίζεται.

Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για «μνημόνιο εξωτερικής πολιτικής», ακόμα όμως και τα μνημόνια συζητώνται και ψηφίζονται στην Βουλή. Εδώ έχουμε μια μεθόδευση πρωτοφανούς αυταρχικότητας και αντιδημοκρατικότητας, όπου μια κυβέρνηση με συζητήσιμη (αν όχι ανύπαρκτη) κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε αυτό το ζήτημα δεσμεύει την χώρα. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για το περιεχόμενο της συμφωνίας, ο τρόπος εφαρμογής της συνιστά ηθικό και πολιτικό εξανδραποδισμό ενός λαού και καταλύει κάθε έννοια δημοκρατικότητας και πολιτικής ηθικής.

Συμπερασματικά, το ΙΝΣΠΟΛ θεωρεί ότι η συμφωνία δεν εξασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα, απειλεί να ξανακαταστήσει την Ελλάδα αντικείμενο πιέσεων και να την εκθέσει στους Συμμάχους της, ενώ τα Σκόπια αποκτούν περιθώριο νέων ελιγμών, και συμβάλλει στην περαιτέρω διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και του αισθήματος εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς το κράτος τους και το πολιτικό σύστημα. Είναι μια άδικη, επιζήμια και αντιδημοκρατική συμφωνία και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΑΔΙΚΗ, ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ: Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΠΟΛ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΣΙΠΡΑ-ΖΑΕΦ

Επεισόδιο Μπουτάρη: Τα όρια μιας απαίδευτης κοινωνίας Ιωάννης Σ. Λάμπρου

κατάλογος

 

Η επίθεση πολλών σε λίγους είναι αποκρουστική. Εμφανής ο φόβος στο πρόσωπο του επιτιθέμενου, όπως προη μερών, του Δημάρχου Θεσσαλονίκης. Υπενθυμίζεται η επίθεση στον Υπουργό Αμύνης στο Κερατσίνι προ ετών αλλά και η προτροπή του τελευταίου σε πολίτες να «λιντσάρουν τον Πάχτα». Απαράδεκτος ο πατέρας με την κόρη του στα χέρια, όχι να αποδοκιμάζει απλά τον Μπουτάρη αλλά να τον ακολουθεί βρίζοντάς τον με τη μικρή να κοιτάει σαστισμένη.

Στο όνομα της αγανάκτησης γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθούν πάσης φύσεως πράξεις, ειδικά στα χρόνια των μνημονικών δεσμεύσεων. Μια κοινωνία χωρίς κατεύθυνση και προσανατολισμό, χωρίς πολιτική και πνευματική ηγεσία να την κατευθύνει και να την παιδεύσει καθίσταται ευεπίφορη να γίνει άθυρμα συναισθημάτων και παρορμήσεων και ανίκανη να διακρίνει την επιβεβλημένη, κάποιες φορές, αποδοκιμασία από την φυσική βία όπως στην περίπτωση του κ. Μπουτάρη.

Αυτοί οι οποίοι δυσανασχετούν με όσα, κατά καιρούς, έχει πει ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης είναι πολλοί, πολλοί περισσότεροι από όσους του επιτέθηκαν. Αποκαλυπτικό το βίντεο όπου δηλώνει πως «χ…  αν ο Μουσταφά Κεμάλ σκότωσε Έλληνες».[1] Δύσκολο να φανταστούμε τον δήμαρχο κάποιας ισραηλινής πόλης να δηλώνει κάτι παρόμοιο  για τον Αδόφλο Χίτλερ…Ή τον Δήμαρχο της Νέας Υόρκης να δηλώνει πως δεν τον απασχολεί αν φανατικοί ισλαμιστές διέπραξαν το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Παράλληλα, γνωστή και η πρότασή του για μετονομασία της οδού Αποστόλου Παύλου σε Κεμάλ Ατατούρκ, επαναφέροντας το όνομα του  Τούρκου δικτάτορα, όπως είχε γίνει κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά στο πλαίσιο μιας άλλης ιστορικής φάσης ελληνοτουρκικής φιλίας, η οποία, όπως όλες άλλωστε, τελείωσε άδοξα με την επιβολή του επαχθούς φόρου περιουσίας  Varlik Vergisi τo 1942 επιφέροντας καταστρεπτικές απώλειες σε Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους. Αιτιολογώντας την παραπάνω πρόταση ο κ. Μπουτάρης μίλησε για αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο αυξημένος τζίρος εστιατορίων και ξενοδοχείων πιο σημαντικός από τα θύματα της Γενοκτονίας…

Ή όταν καλούσε ανοικτά, τον Φεβρουάριο του 2016, τον κόσμο να βιαιοπραγήσει κατά του Μητροπολίτη Πειραιώς: «Έχουμε ένα Μητροπολίτη, λίγο ακραίων αντιλήψεων. Εμένα με ενοχλεί όταν πάω να ακούσω τη δοξολογία να ακούω τον εθνικό ύμνο. Αν δεν ξεχωρίσει η πολιτική με την εκκλησιαστική εξουσία πάντα θα έχουμε έναν Άνθιμο να μας δημιουργεί προβλήματα. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ είναι για ξύλο! Τι να τον κάνεις; Να του πεις μη τα λες»;[2] Συνεπώς, ο κ. Δήμαρχος δέχεται τη βία ως μέσο επίλυσης διαφορών…

Ο κ. Μπουτάρης γνωρίζοντας πως με απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου η 19η Μαΐου έχει αναγνωριστεί ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα της τουρκικής γενοκτονικής πολιτικής στον Πόντο, εντούτοις την ίδια ημέρα, και ενώ στη Θεσσαλονίκη ως κατεξοχήν πόλη Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων δεν θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα καμιά άλλη ανοικτή εκδήλωση, συναίνεσε στην Πολύχρωμη Παρέλαση  στο πλαίσιο του  2ου Αυτοοργανωμένου Thessaloniki Pride. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήγε να δώσει το παρών και στον χώρο των εκδηλώσεων για τη γενοκτονία θέλοντας να γελοιοποιήσει περαιτέρω τους διοργανωτές.

Η αντισυμβατικότητα και η συνεχής επίκληση  προοδευτικών τσιτάτων, η άκριτη αποδοχή οτιδήποτε βαφτίζεται αντισυμβατικό και «σπάει τον κανόνα» είναι άκρως προσοδοφόρα ασχολία στην πατρίδα μας, τις τελευταίες δεκαετίες. Απείρως πιο κερδοφόρα από την αντιαισθητική επίκληση εθνικοφροσύνης πριν το 1974…

Ταυτόχρονα, η βία κατά του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία εκ μέρους της προοδευτικής «ελίτ» της χώρας να ξεσπαθώσει κατά του εθνικολαικισμού (ότι και αν σημαίνει αυτό) απονομιμοποιώντας οποιαδήποτε διαμαρτυρία πολιτών (όχι τον ξυλοδαρμό Μπουτάρη) για ζητήματα ταυτότητας. Βαφτίζονται συλλήβδην όλοι ακροδεξιοί… Κάτι παρόμοιο δεν έκαναν αξιωματούχοι της κυβέρνησης για όσους συμμετείχαν στα δύο συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων;

Όσοι κατηγορούν τον λαό για τραμπουκικές μεθόδους είναι αυτοί που επί δεκαετίες ελέγχουν την Παιδεία και καθορίζουν το πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου. Το πολύ χαμηλό επίπεδο δημοσίου διαλόγου, και η προτίμηση σε φωνές και χειρονομίες αποτελούν τα επίχειρα της πολιτικής τους. Η απαξίωση της αριστείας και της έννοιας της ποιότητας και η αντικατάστασή τους από τη  μετριότητα, την τσαπατσουλιά και τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή, χάριν της ισότητας, έχει συνέπειες. Σε συνδυασμό πάντα με την επιβολή μιας ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, η οποία στο πρόσχημα της αξιολογικά ουδέτερης στάσης και υποκειμενικής προσέγγισης των πάντων, γελοιοποιεί ως αφελή, ανώριμη και αταβιστική την μέχρι πρότινος ανάγνωση της ιστορίας.

Ένα τελευταίο σχόλιο για τον κ. Δήμαρχο. Δεν μπορεί ο κ. Μπουτάρης να είναι Δήμαρχος μιας ιστορικής πόλης, πόλης με ταυτότητα και βιώματα τουρκικής καταπίεσης αιώνων, και από αντισυμβατικό κόμπλεξ και προοδευτικές εμμονές να πηγαίνει ενάντια  στην ταυτότητα αυτής της πόλης. Κάποιος ο οποίος δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει αν ο Μουσταφά Κεμάλ εξόντωσε εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριωτών του, τα δεινά των οποίων συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας της πόλης τη Θεσσαλονίκης δεν είναι άξιος να φέρει τον τίτλο του Δημάρχου έστω και αν έχει εκλεγεί σε αυτό μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Δήμαρχος θα παραμείνει μέχρι το τέλος της θητείας του, άξιος του τίτλου δεν είναι.

Ποια αντιμετώπιση, άραγε, ανέμενε από τους απογόνους των σφαγιασθέντων των Τσετών; Επευφημία; Θαυμασμό; Πως θα αντιδρούσε έκαστος εξ’ ημών, αν έχοντας χάσει γονείς και αδέλφια από δολοφονικές επιθέσεις, ερχόταν κάποιος και του έλεγε, μέσα στο σπίτι του, ότι δεν τον ενδιαφέρει αυτό; Πως θα αντιδρούσε η οικογένεια του δολοφονηθέντος Φύσσα αν τους έλεγε κάποιος ότι δεν τον απασχολεί ότι μέλη της Χρυσής Αυγής σκότωσαν το παιδί τους; Πολλώ δε μάλλον όταν δεν πρόκειται για τη δολοφονία ενός προσώπου αλλά εκατοντάδων χιλιάδων.

Ένας απλός πολίτης, από αδιαφορία, έλλειψη γνώσεων ή οτιδήποτε άλλο  μπορεί να επιλέξει να έχει τις παραπάνω απόψεις του κ. Μπουτάρη. Ο Δήμαρχος της πόλης όχι. Κανένας δεν μπορεί να αλλοιώνει την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης κατέχοντας το δημαρχιακό αξίωμα και να πληρώνεται από τους πολίτες για αυτό. Τυπικά μπορεί να το κάνει όπως ο κ. Μπουτάρης αλλά δεν είναι έντιμο και δεν εξελέγην για αυτό. Η επίκληση της δημοκρατικής εκλογής δεν αρκεί για να νομιμοποιηθεί η διαστροφή της ιστορίας εκ μέρους της δημοτικής αρχής.

Οι απαράδεκτοι τραμπουκισμοί και η βία εις βάρος του 76χρονου Δημάρχου Θεσσαλονίκης δεν του δίνουν συγχωροχάρτι για την πολιτεία του στο δήμο τα τελευταία χρόνια. Το εις βάρος του επεισόδιο δεν αποτελεί απλά γνώρισμα των παθογενειών της κοινωνίας μας, όπως μονοσήμαντα σχολιάζεται, αλλά καταδεικνύει και τα όρια γελοιοποίησης της ιστορίας της που είναι διατεθειμένη, με τρόπο βάρβαρο, να χαράξει μια κοινωνία.

 

[1] Το βίντεο εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=lA6nLwugLlk

[2] Βλέπε εδώ, https://www.protothema.gr/greece/article/555577/boutaris-kata-mitropoliton-o-anthimos-einai-ligo-akraion-adilipseon-o-peiraios-einai-gia-xulo/0

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επεισόδιο Μπουτάρη: Τα όρια μιας απαίδευτης κοινωνίας Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Συνέντευξη για το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων

fyrom-greek_flags

Επ’ ευκαιρία των εξελίξεων, τους τελευταίους μήνες, σχετικά με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης Ελλάδος- Σκοπίων για το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας παραθέτουμε το τελικό κείμενο συνέντευξης του μέλους του ΙΝΣΠΟΛ Ιωάννη Λάμπρου στην σκοπιανή δημοσιογράφο Marija Kotovska, ανταποκρίτρια του MRTV, στις 5 Αυγούστου 2016, σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Η συνέντευξη δόθηκε  με αφορμή κείμενο με τίτλο »Το αδιέξοδο του ζητήματος της ονομασίας των Σκοπίων», https://inspol.gr/2016/07/27/545623/ . Το κείμενο είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τέυχος Ιουνίου 2016.

In your latest analysis you wrote that your position on the name issue is that the possible solution should not contain the word Macedonia at all, and that the adjective «Macedonian« should not be allowed for naming the language and the nation. On the other hand the position of the ruling VMRO-DPMNE party in the neighboring country led by Nikola Gruevski, is that there will be no change of the constitutional name Republic of Macedonia  while also there won`t be any modifications in the name of the nation and the people as Macedonian. Do you agree with the majority of the Greek public opinion, that considers VMRO-DOMNE as the most non flexible political option in Macedonia, because of this position but as well as because of the Skopje 2014 project ?

I wrote that the Greek government should not accept the name containing the word Macedonia nor its derivatives.  I am fully aware of the position adopted by VMRO and Mr. Gruevski in relation to the name of the country. Mr Gruevsky’s –  and not only Mr. Gruevsky’s – intransigence and fanaticism has been repeatedly demonstrated.

The use of the name   “Republic of Macedonia” in international organizations – including the United Nations – that it has joined under the condition that it use the provisional name “Former Yugoslav Republic of Macedonia”.

The use of the symbol of the Vergina Sun, even your current flag denotes the Vergina Sun.The renaming of Skopje’s airport “Alexander the Great”.Insulting actions at the Carnival of Vevčani. The defilement of the Greek flag in 2008, with the substitution of the Nazi swastika for the Christian Cross although Greek people paid a heavy price for fighting both against Mussolini and Hitler at the same time when VMRO volunteers under the leadership of Mihailov and Kaltcef made up companions and fought alongside the 4th SS Mechanized Infantry Division.

Lastly, your country’s government never showed any sign of even the slightest compromise. It is worth mentioning that during Costas  Simitis’  premiership, the Greek government had accepted the name «Republic of Macedonia-Skopje» and the  government in Skopje rejected it. That name, which is contrary to the wishes of the Greek people, gave almost everything that Skopje wants, yet your government did not accept it. That tells us something about your government’s mentality on the use of dialogue.

 On the other hand – I mentioned Skopje 2014 project before – we have a situation where the opposition in the neighboring country, SDSM lead by Zoran Zaev, for e.g. agrees with Greece in showing discontent with this huge project of the ruling party, while at the same time we had the opposition leader years ago saying that on this issue it wouldn`t be so bad if we comply a bit. Do you think that if the opposition, by any chance, wins on the upcoming early parliamentary elections in the country in December, there could be also changes in the attitude regarding the name issue talks ?

It clearly demonstrates the insecurity concerning the national identity of a large part of the Slavs in Skopje . I know that municipal review commission is investigating charges of illegal public procurement and lack of transparency of the contracts given to the architects. An all these at an estimated cost of more than 600.000.000 euros.

I suppose there is a clash of interests between different political and business groups. I cannot say which are the true  motives of certain politicians concerning their misgivings to Project 2014.

As far as I know president of opposition SDSM party, Zoran Zaev in an interview he gave to  “Radio Free Europe”, in the end of last June, he said that he looks for a solution that will protect «our national identity, our constitutional name». I do not see how that differs from what Mr. Gruevsky is saying.

Don’t forget that former President of Skopje Branko Crvenkovski, coming from SDSM, from the podium of the 62nd UN General Assembly stated that “the name of my country is and shall remain the Republic of Macedonia”. I remind again that your country was accepted as member of the UN under the condition that for the purposes of the UN, use would be made of the name FYROM. When political figures coming from SDSM ridicule UN inside the General Assembly conference hall I cannot see any difference with Mr. Gruevsky. If there is a difference then it is one of form not of substance.

Few months ago, the opposition leader Kyriakos Mitsotakis asked for early elections in your country, so do you believe there will be early elections here and what could a possible  change of the ruling party mean in regards to the name issue talks?

The biggest parties currently in Greece, Syriza which is the bigger government partner and Nea Dimokratia, larger opposition party, are of the same mind. That is, a compound name with a geographical qualifier which will be used in relation to everyone (erga omnes), for all uses domestic and international and not be limited for use between the two countries. The notion of geographical qualifier is debatable because the government of Skopje  has attached  the term «Macedonia» primarily an ethnological attribute.

Even in the case of an election, in the immediate future or later on, the official stand will not change and there will not be a shift. The change of government will have no impact upon the name.

Let’s finish with what we start, and that is your position on the name issue. Do you feel that this position has or will gain wider support among some of the political forces in Greece?

The biggest parties, as I mentioned, currently in Greece area of the same mind.

It should be pointed out though that there is no correspondence  between the official line of the state and the voters although it is difficult to see that because the parties which support the above mentioned solution form the big majority in the parliament. Issues of foreign policy do not attract, for the time being, the interest of the people in Greece since their attention is directed to the awful economic crisis but it is naïve to think that there will not be a reaction if this government or any government for that matter will attempt to accept a solution close to the preference of your country.

We experienced a similar situation in Cyprus where in 2004 the biggest party of the country the center-right DISI and a part of the communist AKEL supported the Anan plan which supposed to unify Cyprus but in reality legitimized the invasion, the illegal settlers and the demise of the Republic of Cyprus.

Two thirds of DISI voters rejected party line and voted against, the overall percentage being 76% against the proposed plan.

In case of a referendum the vast majority of the Greek people will vote against such a solution. We should always bear in mind that the people in Greece and the Greek Diaspora, indeed the whole nation, must accept the solution as well irrespective of what any Greek government does. Do not confuse Athens’s readiness for almost any solution with the overall disposition of the nation. They are not in correspondence. Repeated polling, on the name issue, over many years, demonstrates that lack of correspondence.

Also, we must take into account that the name issue is not strictly bilateral. Albanians form a part of your country and they should have a say on how their country will be called. Bulgaria has raised a number of issues concerning national identity and history as well.

I would like also to point that if what is happening with the name of Macedonia takes place for a number of other historical regions of Europe whose size and geographical extent varied through time like Banat, Karinthia, Lusatia, Dobrudja, Silesia. What the implications for the stability of borders in Europe would be; There is the international dimension on the name issue that cannot be ignored.

Καταληκτικά Σχόλια

Although I am resentful of the appropriation of Greece’s historical heritage and arbitrary seizing of cultural symbols I do not hate  the people of your country. I understand that they inherited situations that took place in the past and that history, quite often bestows problems of the past that we must deal with.

I acknowledge and respect the right of your people to have a name and an identity. We are given birth, live and die within national communities and our lives become meaningful only within these national communities. But your right to have a name and an identity does not entail that Greeks should accept  your arguments. Just as you have the right for national identity so do we. Your right to have a name does not give you the right to take it from me.

I hope that we will stand firm on issues as serious as this is and not accept the abandonment of a part of our history but at the same time we should not allow our society to slide into fanaticism and actions that will blemish our standing in the world and undermine our democratic institutions. I do realize that this can be very hard to accomplish, when issues of national identity are at stake, but there is no other way if we Greeks want to keep our national integrity intact home and abroad.

Επιπρόσθετη ερώτηση:

In case of VMRO-DPMNE wins the next election how you see the situation unfolding?

The situation will continue as it is. I do not see any change. Foreign diplomats have advanced the idea that Greece should exhibit flexibility on the name issue due to the economic crisis. This suggestion is insulting because it implies that Greece should sell off the name in order to get better treatment from its creditors. Based on that logic Skopje, which have worse economic indicators  than Greece the last 25 years, should have retreated from its position many years ago. Issues of national identity cannot be solved through international agreements but only with the passage of time.

 

 

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Συνέντευξη για το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων

Μακεδονικό: Ο βιασμός της επιστήμης

του Πάρη Μπίνου

«Καί βασιλέϊ τω πέμψαντι άπαγγείλητε ως ανήρ «Ελλην, Μακεδόνων ύπαρχος, εύ ύμέας έδεξατο» (Μετάφρ. Νά αναγγείλετε, λέει ο Αλέξανδρος στους πρέσβεις των Περσών που φιλοξένησε, να αναγγείλετε στο βασιλιά σας ότι ένας ‘Έλληνας, βασιλιάς των Μακεδόνων, σάς υποδέχτηκε φιλικά). Αυτό αναφέρει ο Ηρόδοτος (5,20) για την σχέση Μακεδόνων και Ελλήνων. Το ίδιο αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας και για την συμμετοχή του προγόνου του Μεγ. Αλεξάνδρου, Αλέξανδρου του Α΄ στους Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονταν στην Νότια Ελλάδα και συμμετείχαν μόνο Έλληνες. Ο Ηρόδοτος μάλιστα αναφέρει για την συμμετοχή του Αλεξάνδρου Α΄, πως οι Μακεδόνες δικαιούνται συμμετοχή ως άμεσα σχετιζόμενοι με τους Δωριείς. Πώς θα μπορούσε να μετέχει ο βασιλιάς των Μακεδόνων αν δεν τον είχαν θεωρήσει οι υπόλοιποι Έλληνες, ως συν-Έλληνα; Ποιος ο λόγος αν δεν ένιωθαν οι Μακεδόνες κομμάτι του ελληνιστικού κόσμου, να προστρέξουν οι Τροιζήνιοι που ήταν Μακεδονικό έθνος, στον πόλεμο της Σαλαμίνας; Γιατί ο Μεγ. Αλέξανδρος, κατά τον Ηρόδοτο, απευθύνεται στους Αθηναίους λέγοντας «ο ίδιος είμαι Έλληνας το γένος ανέκαθεν και δε θαθελα να δω την Ελλάδα από ελεύθερη να γίνη σκλάβα»;

Αυτά μαρτυρά η Ιστορία. Για λόγους όμως που δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη της γλωσσολογίας, της αρχαιολογίας και της ιστορίας ακούμε από το γειτονικό κράτος εξωφρενικές απόψεις που βιάζουν κάθε αρχαιολογικό εύρημα, κάθε γραπτό κείμενο της εποχής χωρίς καμιά είδους ιστορική βάση. Τι είπε πρόσφατα ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων; Ότι μιλούν την «μακεδονική γλώσσα» η οποία είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών! Δηλαδή, με κάποιο άγνωστο ιστορικά τρόπο, οι αρχαίοι Μακεδόνες-Δωριείς «μεταλλάχθηκαν» σε Σλάβους οι οποίοι ήρθαν στον Βαλκανικό χώρο 1100 χρόνια μετά την παρουσία των Μακεδόνων-Δωριέων στον χώρο κυρίως της Βαλκανικής. Με κάποιο περίεργό τρόπο ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων εννοεί ότι ο Αλέξανδρος όταν απευθύνονταν στον Αριστοτέλη του έλεγε /daskale, soɧ prajs, ne ma pari/ (Немам пари)?

Ποιος γλωσσολόγος, ιστορικός, αρχαιολόγος έχει βρει μια εξήγηση για αυτή την ανιστόρητη άποψη? Όπως αναφέρει και ο Lockwood WB (1972), από το πανεπιστήμιο του Reading, UK στο σπουδαίο έργο του «A panorama of Indo-european languages”, αναφέρει την αρχαία Μακεδονική ως διάλεκτο της αττικής γλώσσας. Παρόμοια άποψη φέρει και ο Καθηγητής του ΑΠΘ Ανδριώτης Ν. που μιλά για διάλεκτο και όχι πρότυπη γλώσσα. Συνεπώς, αφού οι ίδιοι παραδέχονται στα Σκόπια ότι η γλώσσα τους είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών, πότε «μεταλλάχθηκε» μια διάλεκτος της δωρικής (αρχαίων Μακεδόνων) σε σλαβικό ιδίωμα; Ο γλωσσολόγος καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει την Σλαβομακεδονική ως «ψευδώνυμη γλώσσα» (Το Βήμα, 3/8/2008- Γλωσσικές παραχαράξεις). Ακόμα και η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών (Ioannidou, 2015, “Blaze koneski, his successors and the peculiar narrative of a late stardardization in the Balkans”) αναφέρει το Σκοπιανό ιδίωμα, ως διάλεκτο της Βουλγαρικής. Άρα δεν πρόκειται για επίσημη πρότυπη γλώσσα, αλλά για ένα διαλεκτικό συνεχές των Βουλγαρικών, δηλαδή ένα κράμα του πυρήνα των Νότιων Σλαβικών διαλέκτων.

Κάθε αξίωση ή εξομοίωση επί των λεγόμενων «εντόπικων» με τις προαναφερόμενες γλώσσες είναι αντιεπιστημονική. Η γλώσσα των Σκοπίων πέρασε ιστορικά λοιπόν από διάφορες φάσεις. Αρχικά Βουλγαρική, εμπλουτίστηκε κατ’ εντολή του Τίτο με στοιχεία της Σερβο-Κροατικής, ώστε να αυξηθεί η Σερβική επιρροή στην περιοχή. Οι Βούλγαροι μάλιστα την αποκαλούσαν και «κολισεφσκική» διότι, οι ίδιοι πολιτικοί της περιοχής των Σκοπίων έδωσαν στην Βουλγάρικη γλώσσα τους, στοιχεία της Σερβικής γλώσσας «εκσερβίζοντάς» την. Συνεπώς, η γλώσσα των Σκοπίων δεν έχει σχέση με την διάλεκτο που μιλούν ακόμα, κυρίως μεγάλης ηλικίας κάτοικοι εντός της Ελλάδας. Υπερθεματίζοντας, η Online Εγκυκλοπαίδεια Γλωσσών και Γραπτών Συστημάτων αναφέρει πως η «μακεδονική γλώσσα» γίνεται κυρίως κατανοητή από Βούλγαρους και μετά Σέρβους, επιβεβαιώνοντας την καταγωγή της γλώσσας των Σκοπίων.

Σήμερα, είναι καθιερωμένη επιστημονικά η άποψη πως η αρχαία μακεδονική ήταν μια διάλεκτος της αττικής γλώσσας που ήταν κυρίαρχη εκείνη την εποχή σε όλη την Μεσόγειο. Το κυριλλικό αλφάβητο δεν έχει καμία σχέση τον κατάδεσμο της Πέλλας (του 4ου αιώνα π.Χ.) που είναι γραμμένος σε μια ιδιότυπη δωρική διάλεκτο. Όσοι ελαφρά τη καρδία απεμπολούν το Ελληνικό όνομα της Μακεδονίας σε Σλάβους εποίκους της Βαλκανικής, λόγω πολιτικών επιδιώξεων ή πιστεύοντας πως εφαρμόζουν «ρεαλιστική πολιτική», δεν προετοιμάζουν μόνο μια εθνική ήττα, αλλά και μια άνευ προηγουμένου παραχάραξη της ιστορίας και πληθώρας άλλων επιστημών. Ένα προηγούμενο που στον εύθραυστο χώρο της Βαλκανικής μπορεί να γεννήσει αναθεωρητισμούς τύπου κατάργησης Λωζάνης. Είναι λογικό ένας εθνικός ρομαντισμός, να πασχίζει να συνδεθεί με μια προηγούμενη εθνότητα, όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί εις βάρος της ιστορικής αλήθειας.

Ο Πάρης Μπίνος είναι Δρ. , Τμήμα Γλώσσας & Γλωσσολογίας Έσσεξ, Μεγ. Βρετανίας

Posted in Πάρης Μπίνος, Uncategorized | Tagged , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μακεδονικό: Ο βιασμός της επιστήμης

ΚΚΕ και Εκκλησία υπέρ του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος κατά / Σωτήρης Μητραλέξης

 

Έχει ο καιρός γυρίσματα!

Πάμε από την αρχή:

«Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» σημαίνει το εξής απλό: το να μην μπλέκεται η Εκκλησία στις αρμοδιότητες και εξουσίες του Κράτους και το να μην μπλέκεται το Κράτος στις αρμοδιότητες και στην οργάνωση της Εκκλησίας. Το να μην ασκεί το Κράτος εκκλησιαστικές αρμοδιότητες, το να μην ασκεί η Εκκλησία κρατικές εξουσίες. Το να μην «θρησκεύει» θεσμικά το Κράτος, το να διατηρεί το αυτοδιοίκητό της η Εκκλησία χωρίς κρατικό υποβολέα.

Παρέκβαση αναγκαία: «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» δεν σημαίνει εξορία της Εκκλησίας από το δημόσιο χώρο, ούτε βέβαια σημαίνει πως με έναν μαγικό τρόπο κάποια νομοθεσία θα καταστήσει τους πιστούς ανεπηρέαστους από την ιεραρχία τους. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι είτε οι πιστοί είτε οι κληρικοί θα χάσουν το δικαίωμα να ομιλούν περί πολιτικής, γινόμενοι πολίτες β΄ κατηγορίας. Άλλο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (βλέπε ΗΠΑ, Γερμανία, Κύπρο) και άλλο βίαιη αποστείρωση του δημοσίου χώρου από τη «μισερή θρησκεία», κατά το βαθιά αντιδημοκρατικό γαλλικό μοντέλο της laïcité — μια εξαίρεση της εξαίρεσης σε παγκόσμια κλίμακα. Δε χρειάζεται διδακτορικό κοινωνιολογίας για να καταστεί σαφές ότι η θρησκεία είναι τα πάντα εκτός από «ιδιωτική υπόθεση». Για να ξέρουμε τι συζητάμε, διότι έχει προκύψει στον ελληνικό δημόσιο λόγο να λέμε «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» και να εννοούμε… να μην πολιτικολογεί ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, ως εάν αυτό θα μπορούσε να είναι αντικείμενο κάποιας νομοθετικής παρέμβασης εντός δημοκρατικού πλαισίου.

Κάθε φορά που συζητείται ο «Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους», η περιρρέουσα αίσθηση είναι πως η Εκκλησία, εμμένοντας σε κάποια προνόμια όπως η μισθοδοσία (ακριβής εικόνα εδώ και εδώ) επιδιώκει το να μην λάβει ο χωρισμός χώρα, ενώ ο πολιτικός κόσμος ναι μεν αντιλαμβάνεται δήθεν αυτήν την ανάγκη —κάτι που «ξεμυτίζει» σε όσους ηρωικούς πολιτικούς θέτουν το ζήτημα— αλλά, υπό την πολιτική πίεση της Εκκλησίας, ο χωρισμός αενάως αναβάλλεται. Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι η παραπάνω εικόνα τυγχάνει παντελώς παραμορφωτική, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι πολλοί ιεράρχες (και οι ίδιοι έχοντες ενίοτε μερική και αποσπασματική εικόνα των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται αυτό) σπεύδουν να επιβεβαιώσουν την παραμορφωτική αυτή αίσθηση με τις αμυντικές δηλώσεις τους κάθε φορά που συζητούνται δημοσίως τα σχετικά θέματα. Π.χ. στο ζήτημα της αποτέφρωσης, όπου οι ίδιοι οι Δήμοι οι οποίοι λαμβάνουν όλα ανεξαιρέτως τα έσοδα από τα νεκροταφεία και προφανώς δεν έχουν κανένα συμφέρον να δημιουργηθούν αποτεφρωτήρια, θα δείξουν με το δάχτυλο τις θεολογικές αντιρρήσεις της Εκκλησίας, με την υπόνοια ότι… φταίνε εκείνες (και με την καλλιέργεια της ασάφειας ότι προσπορίζονται έσοδα οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο). Ή, επί παραδείγματι, με την ομολογία αποτυχίας τους στην (ή και παραίτησή τους από την) εντός ενοριακού πλαισίου κατήχηση του ποιμνίου τους, όπως φαίνεται από κάθε δημόσια διαμαρτυρία τους για το κρατικό μάθημα των θρησκευτικών.

Βέβαια, η Εκκλησία θα είχε μόνο να κερδίσει από μιαν απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος. Και αυτό φαίνεται ιδιαζόντως σε χαριτωμένα ενσταντανέ όπως το τρέχον. Διότι ναι μεν ρητορικά ουκ ολίγοι πολιτικοί θέτουν το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους (το ακριβές-ακριβές περιεχόμενο του οποίου αποτελεί αντικείμενο… χρησμολογίας), όταν όμως υφίσταται κάποιο εκκλησιαστικό παγκάρι το οποίο, λόγω μεγέθους, θα μπορούσε να ενδιαφέρει τον πολιτικό κόσμο, εξαίφνης ο χωρισμός εξαφανίζεται και το κράτος επιδεικνύει έναν διακομματικό πόθο εμπλοκής στα εσωτερικά της εκκλησίας και της διοίκησής της.

Έτσι κατετέθη, με διακομματικές υπογραφές από επτά Βουλευτές η «Βουλευτική Τροπολογία υπ’ αριθμ. 1488/152/22.2.2018 για το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου (Π.Ι.Ι.Ε.Τ.)», σύμφωνα με την οποία κατά τη διαδικασία επιλογής του αντιπροέδρου και του γενικού γραμματέα της διοίκησης ενός θρησκευτικού/εκκλησιαστικού οργανισμού… παύει να έχει δικαίωμα ψήφου ο μοναδικός εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ο τοπικός Μητροπολίτης, και ο οργανισμός εξαιρείται από τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας χωρίς γνώση της τελευταίας, με το κράτος να εισέρχεται ενθουσιωδώς στη διαχείριση των πόρων του και των εσόδων του.

Η υπόθεση είναι περίπλοκη, και φυσικά έχει αφιερωθεί αρκετός κόπος στο να πλαστουργηθεί και η «αντίθετη άποψη», σύμφωνα με την οποία… είναι απολύτως φυσιολογική η μονομερής αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Κράτος (!) και η ευθεία εμπλοκή και παρεμβολή στα εκκλησιαστικά πράγματα. Σύμφωνα με την παρέμβαση του Νίκου Ξυδάκη (ΣΥΡΙΖΑ) στη Βουλή, με το να μπει χέρι στο παγκάρι «αποκαθιστούμε την συνύπαρξη κλήρου και λαού» γιατί «αυτό είναι η Εκκλησία» — κρατικές θεολογίες…

Θα μείνω μόνο σε ένα σημείο της επιστολής της Ιεράς Συνόδου μέσω του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στον Υπουργό Παιδείας (26/2/2018 Πρωτ. 799), όπου γίνεται και λόγος για «παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της αρχής της αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος (3 παρ. 1, 12, 13 παρ. 1 Συντάγματος, 9, 11 ΕΣΔΑ)»: στο σημείο όπου η Ιερά Σύνοδος συγχαίρει την ΚΟΒΑ του ΚΚΕ για την αταλάντευτη στάση της στα θέματα χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, την ώρα που διακομματικοί πολιτικοί βάζουν… καισαροπαπικό χέρι στο παγκάρι. Τα συγχαρητήρια αυτά της Ιεράς Συνόδου μοιάζουν να είναι απολύτως ειλικρινή, αφού τουλάχιστον στην περίπτωση της στάσης του ΚΚΕ βρίσκει έναν συνομιλητή που εννοεί ό,τι λέει και εμμένει σε μια συνεπή στάση χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους — όχι ένα κόμμα που με υψωμένο το δάχτυλο του δεξιού χεριού αγορεύει για το ουδετερόθρησκο κράτος ενώ με το αριστερό ψαχουλεύει το παγκάρι:

«Ανακύπτει επομένως η εύλογη απορία: πως είναι δυνατόν βουλευτές, και μάλιστα από πολιτικούς χώρους, που τάσσονται υπέρ των «διακριτών ρόλων» ή υπέρ του «χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας» και της απόλυτης «θρησκευτικής ουδετερότητας» του Κράτους, να εισηγούνται μεταβολές στην Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος υποκαθιστώντας την Ιερά Σύνοδο Αυτής ή να εισηγούνται τροπολογίες για τη διοίκηση και διαχείριση Ιερών Ιδρυμάτων Ναών χωρίς γνώση της Εκκλησίας;»

«Για τον λόγο αυτό οφείλουμε να συγχαρούμε την Κομματική Οργάνωση Βάσης (Κ.Ο.Β.) Τήνου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.). για τη στάση ιδεολογικής συνέπειας, επειδή –αν και εκκινώντας από αντίθετη προς την Εκκλησία αφετηρία σε επίπεδο ορολογίας και ουσίας (του χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας)– είχε ανακοινώσει σε σχέση με το Ιερό Ίδρυμα της Ευαγγελιστρίας Τήνου: «Ο Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε. και οι βουλευτές του τοποθετούνται πάντοτε με βάση το πλαίσιο του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, την πάγια δηλαδή θέση του κόμματος για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Θέση του ΚΚΕ είναι ότι ο έλεγχος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στη διακρίβωση των τυπικών προϋποθέσεων, χωρίς να παρεμβαίνει στην εσωτερική οργάνωση των θρησκευτικών ενώσεων, των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων κ.λπ.».

Ηθικόν δίδαγμα από το χαριτωμένο αυτό περιστατικό: η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ανάγκη να κατανοήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα γίνεται πως το κράτος και το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό που το «τρέχει» δεν θα είναι ποτέ (ή ποτέ πια, αν προτιμάτε) ούτε φιλικό ούτε φερέγγυο. Την ίδια ώρα που ο πολιτικός κόσμος (και το μηντιακό πλέγμα) θα δείχνει με το δάχτυλο «τους παπάδες» για να αποπροσανατολίσει το εκλογικό σώμα από την εγκληματική αποτυχία του (το πόσα κωμικά άρθρα τύπου Σώρρα για τα «απιθανικομμύρια στα σεντούκια της Εκκλησίας» είδαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν περιγράφεται), την ίδια ακριβώς ώρα θα παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Εκκλησίας με διαφόρους και, στο μέλλον, ριζικούς τρόπους — με αντάλλαγμα την τακτική αλλά βέβαιη μισθοδοσία όσων κληρικών θα μισθοδοτούνται ακόμη στα μεταμνημονιακά χρόνια (με άδηλο το μέλλον, χάρη στη μνημονιακή αναλογία 5:1 διορισμών-αποχωρήσεων ενώ προφανώς… ο αριθμός των ενοριών δε μειώνεται) και την επαρχιώτικη χαρά του «Ελληνική Δημοκρατία» στο μητροπολιτικό επιστολόχαρτο. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας είτε θα προτείνει ένα δικό της σχέδιο θεσμικής αποσαφήνισης των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους (απελευθέρωσης της Εκκλησίας από το Κράτος ή, αν προτιμάτε, χωρισμού τους) είτε θα βρεθεί προ όλο και διογκούμενων εκπλήξεων. Η όποια θεσμική ασάφεια γύρω από το θέμα με την εφιαλτικά πολύκλαδη νομοθεσία θα καθίσταται, προοδευτικά, κόμπος στραγγαλισμού της — την ώρα που το πολιτικό σύστημα θα παίζει το σόου ενοχοποίησης με τους παραμορφωτικούς καθρέπτες.

 

*Γράφει ο δρ Σωτήρης Μητραλέξης, Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και στο Πανεπιστήμιο του Winchester

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΚΚΕ και Εκκλησία υπέρ του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος κατά / Σωτήρης Μητραλέξης

Ελληνικός Συντηρητισμός; Συζητώντας με τον Κώστα Ιορδανίδη / Παρ 16 Φεβρουαρίου, 18.00

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την ιστορική πορεία, τα υφολογικά χαρακτηριστικά και τις προοπτικές ενός ρεύματος Ελληνικού Συντηρητισμού στην πατρίδα μας, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής εγκαινιάζει μια σειρά εκδηλώσεων με ομιλητές από τον ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο.


Την επόμενη Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, στις φιλόξενες εγκαταστάσεις του New York College, Λεωφ. Αμαλίας 38, στο Σύνταγμα, και ώρα 18:00, η πρώτη εκδήλωση με τη παρουσία του γνωστού δημοσιογράφου της εφημερίδας «Καθημερινή» Κώστα Ιορδανίδη.


Σχολιάζει ο υπ. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Λεωνίδας Σταματελόπουλος, εταίρος του ΙΝΣΠΟΛ.

 

Posted in Εκδηλώσεις | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ελληνικός Συντηρητισμός; Συζητώντας με τον Κώστα Ιορδανίδη / Παρ 16 Φεβρουαρίου, 18.00

Τέλος ή Αρχή;

Η επιτυχία των δυο συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα οφείλεται στο ότι ενσάρκωναν ταυτόχρονα δυο πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας: τον πατριωτισμό/εθνικισμό, και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι διαδεδομένα φαινόμενα για λόγους που άπτονται των συνθηκών γέννησης και διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτά τα δυο ρεύματα αναπόφευκτα αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Η σύζευξή τους όμως σήμερα υπό συνθήκες κυβερνώσας αριστεράς ανοίγει πρωτοφανείς προοπτικές.

Ο εθνικισμός θεωρείται συνήθως ένα πιο δεξιόστροφο φαινόμενο ενώ ο λαϊκισμός, καθώς αμφισβητεί ιεραρχίες και κατεστημένα, αφορμά από ένα σημείο πιο κοντά στην αριστερά. Πέραν αυτών των προδιαθέσεων όμως, εθνικισμός και λαϊκισμός μπορούν να συνυφανθούν με ιδέες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η ιστορική παράταξη της ελληνικής δεξιάς γεννήθηκε ως αντισυστημικός αντιβενιζελισμός, ενώ η αριστερά αύξησε την επιρροή της όποτε υιοθέτησε πατριωτικά συνθήματα και μοτίβα (ΕΑΜ, Παπανδρέου, και πιο πρόσφατα ΣΥΡΙΖΑ).

Όποτε ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός συναντιούνται, το ιδεολογικό πρόσημο που προκύπτει εξαρτάται από το σχετικό βάρος της κάθε μιας ιδεολογίας στο μείγμα. Στο παρελθόν, τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία το 1992 και 1994 και οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες το 2000 εμπεριείχαν το στοιχείο αμφισβήτησης κυρίαρχων επιλογών του κράτους, επικρατούσαν όμως εθνικιστικά/ταυτοτικά μοτίβα. Η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 από την άλλη χρησιμοποίησε και το λεξιλόγιο του πατριωτισμού, αλλά στο μήνυμά της κυριαρχούσαν αντισυστημικά μοτίβα και ιδέες κοινωνικής δικαιοσύνης, και για αυτό εκφράστηκε κομματικά από την αριστερά.

Τα σημερινά συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» φαίνεται να ορίζονται κυρίως από τον εθνικισμό/πατριωτισμό, αν και εμπεριέχουν και μια αντισυστημική διάσταση. Αν κοιτάξει κανείς προηγούμενα παραδείγματα εθνικοπατριωτικής μαζικής κινητοποίησης, θα δει ότι αυτές δεν τείνουν να προκαλούν συστημικές πολιτικές αλλαγές. Ούτε τα συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του ’90 αμφισβήτησαν τον τότε δικομματισμό, ούτε οι λαοσυνάξεις έπαιξαν ρόλο στον κομματικό ανταγωνισμό (η ήττα του ΠΑΣΟΚ το 2004 μάλλον θα ερχόταν και χωρίς αυτές). Πιο παλαιά, οι διαδηλώσεις για το Κυπριακό την δεκαετία του ’50 ταρακούνησαν το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά η δυναμική τους εξανεμίστηκε με την έλευση της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο νέων αντισυστημικών αιτημάτων.

Αντίθετα, είναι οι ρήξεις στις οποίες κυριαρχεί το αντισυστημικό/αντικαθεστωτικό, εξισωτικό, λαϊκιστικό στοιχείο που παραδοσιακά προκαλούν βαθιές πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα, ενώ συνήθως καναλιζάρονται στον κομματικό ανταγωνισμό προς προοδευτικά/ριζοσπαστικά κόμματα που γρήγορα καταλαμβάνουν ηγεμονικό ρόλο: το Γουδί που οδήγησε στον Βενιζελισμό, οι μαζικές κινητοποιήσεις την δεκαετία του ’60 που τελικά αποκρυσταλώθηκαν πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ, και η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 που γιγάντωσε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μεγάλη συζήτηση γιατί ο αριστερόστροφος αντισυστημισμός είναι ιστορικά σημαντικότερος καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από τον δεξιόστροφο εθνικισμό. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς-δομικούς παράγοντες, όπως την περιφερειακή θέση υστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της δυτικής νεωτερικότητας, ή το γεγονός ότι το κράτος (βασικό συστατικό της ιδεολογίας του εθνικισμού) μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αιτήματα που εξυφαίνονται γύρω από τον εθνικισμό παρά γύρω από τον λαϊκισμό.

Με βάση τα παραπάνω, να αναμένουμε ότι τα τελευταία συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν θα δημιουργήσουν πολιτική δυναμική; Η πολιτική συγκυρία σήμερα έχει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα π.χ. με την ήττα του 1897 ή την Κυπριακή τραγωδία του 1974, η εθνική υποχώρηση σήμερα απειλεί να λάβει χώρα όχι από μια συντηρητική, κουρασμένη και απομονωμένη από τον λαό ηγεσία, αλλά από μια αριστερή ηγεσία που δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα του λαού αν και έχει από πίσω της δυόμισι χρόνια που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Η επάνοδος ενός αιτήματος εθνικού και ταυτοτικού χαρακτήρα σε μια τέτοια συγκυρία απειλεί να το καταστήσει για πρώτη φορά μια αμφισβήτηση που το κυρίαρχο σύστημα δεν θα μπορεί να απορροφήσει όπως στο παρελθόν. Για πρώτη φορά το πειθαρχημένο προς το κράτος «έθνος» είναι έτοιμο να λειτουργήσει σαν διεκδικητικός και αντισυστημικός «λαός».

Φυσικά ποτέ δεν πρέπει να ευχόμαστε μια εθνική υποχώρηση ή ήττα προκειμένου να υπηρετηθούν εσωτερικοί πολιτικοί στόχοι. Ακόμα και σήμερα το επικρατέστερο σενάριο παραμένει, πιστεύουμε και ελπίζουμε, η αναδίπλωση των Τσίπρα-Κοτζιά με εύσχημο τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το εσωτερικό ακροατήριο χωρίς να χαθεί πλήρως το παιχνίδι του διεθνούς blame-game.

Από την άλλη, με δεδομένη την πλήρη προδοσία των αριστερών ιδανικών από την κυβέρνησή του, γιατί να μην προσπαθήσει μέχρι τέλους ο Αλέξης Τσίπρας να σώσει έστω και λίγο την τιμή του σε ένα θέμα που η παράταξή του πάντα το έβλεπε διαφορετικά από την πλειοψηφία του λαού; Ειδικά αν αυτό συνοδεύεται από την απέλπιδα πίστη στην υπόσχεση που ενδεχομένως κάποιοι εκ των συμμάχων-δανειστών θα του έδωσαν για χαλάρωμα στα δημοσιονομικά το 2019; Σαν άλλος Ιωαννίδης, ο Τσίπρας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συναινέσει στην απομείωση της εθνικής μας υπόστασης πιστεύοντας ότι έχει την κάλυψη των έξω – και αναμένοντας κέρδη για τον εαυτό του.

Αν αυτό συμβεί θα αποτελεί μια πρωτοφανή καμπή στην ιστορία της χώρας. Όπως γίνεται συνήθως με τα καθεστώτα που έχουν κλείσει τον κύκλο τους, το μεταπολιτευτικό ευρω-πελατειακό κράτος θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο του με μια πράξη ιστορικής εθνικής υποχώρησης στο εξωτερικό και μέσα σε γενικευμένη χλεύη και απέχθεια στο εσωτερικό. Οικοδομημένο στις στάχτες μιας εθνικής τραγωδίας, θα καταρρεύσει υπό το βάρος μιας ντροπιαστικής διεθνούς ήττας. Σε αντίθεση όμως με άλλα παρόμοια επεισόδια στην ελληνική ιστορία, το πολιτικό υποκείμενο που θα κληθεί να ξαναστήσει το κράτος δεν θα είναι ένας ριζοσπαστικοποιημένος και αντισυστημικός «λαός» αλλά ένα κινητοποιημένο «έθνος».

Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία Τσίπρα-Κοτζιά ξεφτίσει, η άμεση πολιτική κληρονομιά της εθνικής κινητοποίησης για το Μακεδονικό θα είναι πιθανότατα μικρή, ανάλογη άλλωστε της αυτοσυγκράτησης και σύνεσης που δείχνουν συνήθως οι Έλληνες όταν συνέρχονται και κινητοποιούνται ως έθνος (αντί ως λαός). Μια μεγαλύτερη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία στον επόμενο εκλογικό κύκλο ίσως να είναι ό,τι μείνει να την θυμίζει – αν η ηγεσία της ΝΔ φερθεί στοιχειωδώς έξυπνα. Στην αντίθετη περίπτωση όμως το διακύβευμα θα είναι τελείως άλλης τάξης: η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ηγεμονίας όπου, για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία, η λογική του έθνους θα κυριαρχεί πάνω σε αυτήν του λαού.

Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος ΙΝΣΠΟΛ

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τέλος ή Αρχή;

Ο έντιμος θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας

SPD

Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος

Το έκτακτο συνέδριο του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Βόννη ίσως φτάσει να θεωρείται στο μέλλον η ληξιαρχική πράξη θανάτου της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Tο κόμμα αποφάσισε να ξεκινήσει επίσημες διαπραγματεύσεις με τους Χριστιανοδημοκράτες για τον σχηματισμό ενός ακόμη μεγάλου συνασπισμού παρά το καταστροφικό αποτέλεσμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, την υπόσχεση του Μάρτιν Σουλτς ότι το SPDθα επέστρεφε στην αντιπολίτευση, και την ιστορική καθίζηση στις δημοσκοπήσεις.

Η οριστική μάλλον περιθωριοποίηση του SPD αντανακλά τα ιστορικά διλήμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σήμερα καθώς προσπαθεί να φανεί  πιστή στις δυο βασικές της αξίες: το μαζικό δημοκρατικά οργανωμένο κόμμα, και την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε προοδευτικές βάσεις.

Παρακολουθώντας κάποιος τις συζητήσεις στο SPD δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την μαζικότητα των εσωκομματικών διεργασιών. Σε εποχές που το μαζικό κόμμα, ο θεσμός που ταυτίστηκε με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, έχει δώσει σχεδόν παντού την θέση του είτε στην επικοινωνιακή διαχείριση από άχρωμους επαγγελματίες πολιτικούς είτε στο ριζοσπαστικό λαϊκισμό, το SPD εμμένει στο ρόλο του κόμματος ως όργανο αντιπροσώπευσης ενός οργανωμένου και πολιτικά ενεργού κομματιού της κοινωνίας.

Η τραγική ειρωνεία για το SPD είναι ότι η μαζική αντιπροσώπευση έρχεται σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη αξία που το κόμμα ασπάζεται, αυτήν της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στα χρόνια της κρίσης της Ευρωζώνης το SPD σταθερά υποστήριζε την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν η Γερμανία αναλάμβανε το σχετικό κόστος. Το κόμμα συνέχισε στο δρόμο της αλληλεγγύης υποστήριζοντας την πολιτική Μέρκελ στο προσφυγικό.

Αυτές οι θέσεις όμως ενοχλούσαν πολλούς στην εργατική βάση του SPD, για τους οποίους ευρωπαϊκή ενοποίηση και ανοιχτά σύνορα συνιστούν απειλή. Η άφιξη του Μάρτιν Σουλτς από τις Βρυξέλλες εν όψει των εκλογών του 2017 επέτεινε το πρόβλημα. Περισσότερο από πότε το κόμμα ταυτίστηκε με την «περισσότερη Ευρώπη». Το αποτέλεσμα ήταν η διαρροή πολλών παραδοσιακών ψηφοφόρων του προς τα άκρα της αριστεράς και, κυρίως, της δεξιάς.

Για τις ελίτ του SPD, στην Ευρώπη της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος πολιτικές αλληλεγγύης και πρόνοιας είναι πια δυνατές μόνο στο υπερεθνικό επίπεδο. Μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βάσης του κόμματος όμως νιώθει ότι η οικονομική του ευημερία και η πολιτική του αντιπροσώπευση είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Οι ελίτ του SPD έχουν εξαρτήσει την επιτυχία των διαπραγματεύσεων με τη Μέρκελ – και τη δική τους πολιτική επιβίωση – από την επιβολή ακόμα πιο φιλοευρωπαϊκών πολιτικών στο νέο συνασπισμό. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι πολιτικές που τις έχουν ήδη αποξενώσει από μεγάλο μέρος του SPD–στη Βόννη μόλις το 55% του συνεδρίου ψήφισε για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Σε εποχές γενικευμένης απογοήτευσης με την πολιτική, ο αργός θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στον βωμό των αντιφατικών αξιών της έχει κάτι το έντιμο και τραγικό μαζί. Πόση αξία όμως έχει η μαζικότητα των διαδικασιών αν η βασική προγραμματική θέση ενός κόμματος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των μελών του; Η αποτυχία του SPD υπενθυμίζει, έστω και σε περίοδο ύφεσης των μεγάλων κρίσεων της ΕΕ, ότι η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής, αυτή μεταξύ πολιτικής αντιπροσώπευσης και υπερεθνικής ολοκλήρωσης, παραμένει δυσεπίλυτη.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο, τεύχος 27-28 Ιανουαρίου 2018.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο έντιμος θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας

Η Μακεδονική ταυτότητα και η δέουσα εθνική γραμμή

 

243537-macedonia

*Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου για το ζήτημα ονομασία του κράτους των Σκοπίων, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής δημοσιεύει κείμενα σχετικά με το ζήτημα. Κείμενα με διαφορετικά επιχειρήματα, τα οποία φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του ζητήματος και τα οποία μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς το ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση της ελλαδικής κυβέρνησης. Σκοπός είναι η όσο το δυνατόν πληρέστερη παρουσίαση του εν λόγω θέματος και η συνεισφορά του ΙΝΣΠΟΛ, στα μέτρα των δυνατοτήτων του, στον δημόσιο διάλογο.

 

Με αφορμή την επικαιρότητα, όπου κυριαρχεί εδώ και εβδομάδες το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και μετά το απρόσμενα μεγαλειώδες συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, η ανάγκη για μία περισσότερο βαθειά γνώση σχετικά με την ιστορία και με τις πτυχές εκείνες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι επιτακτική. Οι τελευταίες εβδομάδες απέδειξαν έμπρακτα ότι το θέμα αυτό συνεχίζει να ευαισθητοποιεί τους Έλληνες, παρ’ότι έχουν περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες από τότε που ανέκυψε. Πολλοί συμπατριώτες μας (και πολιτικοί ανάμεσά τους) φαίνεται να θεωρούν αδιανόητη την όποια σύνδεση της σλαβικής καταγωγής με την Μακεδονία, η οποία όμως ιστορικά σε κάποιο βαθμό ισχύει.  Από την άλλη μεριά υπάρχουν εκείνοι που χρησιμοποιούν ιστορικά στοιχεία εργαλειακά, προκειμένου να δικαιολογήσουν ενδοτικές θέσεις. Για να τεθεί το θέμα με ορθό τρόπο, καταρχάς, θα πρέπει να προσδιορισθεί το από που προκύπτει ο μακεδονισμός των Σλάβων ιστορικά.

Οι Σλάβοι, ως γνωστόν, κάνουν την εμφάνισή τους στην ιστορία τον 6ο μ.Χ. αιώνα εισβάλοντας στο Βυζάντιο, ενώ στη συνέχεια ακολουθείται από το Βυζάντιο πολιτική πολιτιστικής τους αφομοίωσης, με πρωτεργάτες τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, οι οποίοι τους εκχριστιάνισαν και τους παραχώρησαν το γλαγολιτικό αλφάβητο. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ένα σημαντικό μέρος των Σλάβων κατοίκησε στη Μακεδονία και παρέμεινε εκεί μέχρι και τον 20ο αιώνα. Στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου οι Σλάβοι της Μακεδονίας υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Rum Millet των Χριστιανών Ορθοδόξων όπως και οι Έλληνες, κατά την εποχή που τα εθνικιστικά κινήματα δεν είχαν αναδυθεί και η ταυτότητα προσδιοριζόταν ως επί τo πλείστον με βάση τη θρησκεία. Εκείνη την περίοδο Έλληνες και Σλάβοι της Μακεδονίας δεν έχουν κάτι να χωρίσουν και ανήκουν στο ίδιο Γένος (των Ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), το οποίο επαναστατεί το Φεβρουάριο του 1821 στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η Πηνελόπη Δέλτα στα «Μυστικά του βάλτου» αναφέρει ότι «δύσκολα χώριζες Έλληνα από Βούλγαρο» που ήταν οι δύο κυρίαρχες φυλές και ότι «ήταν ένα κράμα των βαλκανικών εθνοτήτων τότε οι Μακεδονία» που «ζούσαν φύρδην μίγδην κάτω από το βαρύ ζυγό των Τούρκων», «ταυτότητα δεν είχαν παρά μόνο Μακεδονική» συνεχίζει.

Βέβαια, είναι κάπως άτοπο να μιλήσει κανείς για μακεδονική εθνότητα επικαλούμενος τα παραπάνω, καθώς οι Σλάβοι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν είχαν  εθνική συνείδηση τον 18ο και 19ο αιώνα, και η μόνη ταυτότητα που μπορεί κάποιος να τους προσδώσει είναι αυτή που αφορά όλους τους Χριστιανούς της αυτοκρατορίας, δηλαδή το γένος που αναφέρεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό που όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, είναι πως οι Σλάβοι της Μακεδονίας, οι οποίοι ανέπτυξαν και δική τους ιδιαίτερη διάλεκτο, είχαν την περιοχή της Μακεδονίας ως τόπο καταγωγής και πατρίδα τους. Η περιπλοκότητα του Μακεδονικού ζητήματος ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι Βούλγαροι στα πλαίσια του Πανσλαβισμού αποκόπτονται εκκλησιαστικά από το Φανάρι με την δημιουργία του αυτόνομου βουλγάρικου πατριαρχείου, της «Εξαρχίας».

Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εξαρχία ανταγωνίζονταν για το ποιος θα προσεταιριστεί τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους, ο μακεδονισμός των Σλάβων εξελίσσεται σε όχημα απόσχισης τους -αφενός- από τη σφαίρα επιρροής που αναφερόταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, και υπαγωγής τους -αφετέρου- στα σχέδια των Βουλγάρων για έξοδο στη Μακεδονία του Αιγαίου μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν και Σλαβομακεδόδες που δεν αποκόπηκαν από το Φανάρι. Έτσι, η εξέγερση του Ίλιντεν που ακολουθεί το 1903, οργανωμένη από  την Εσωτερική Μακεδονο-Ανδιανουπολίτικη Επαναστατική οργάνωση, έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους που θα λειτουργεί ως δορυφόρος της Βουλγαρίας.

Γίνεται αντιληπτό, πως η ανάδυση του βουλγαρικού εθνικισμού αποτέλεσε το έναυσμα για την σταδιακή ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας. Ωστόσο, στον μεσοπόλεμο υπήρχαν σλαβομακεδόνες στην περιοχή της Μακεδονίας που εξακολουθούσαν να παραμένουν πιστοί στο Φανάρι. Στο μυθιστόρημα «Ζωή εν τάφω» ο Στρατής Μυριβήλης το 1923 γράφει : «Και κυττάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης»[…] Ως τόσο δε θέλουν νάναι μήτε  «Μπουλγκάρ»,μήτε «Σρρπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ». Ακολουθεί το 1934 η συνεδρίαση της «Γραμματείας βαλκανικών κρατών» της κομμουνιστικής διεθνούς, όπου για λόγους αναχαίτισης των βουλγαρικών βλέψεων επί της Μακεδονίας -εν όψει της διαφαινόμενης συμμαχίας τους με τη ναζιστική Γερμανία- , υιοθετήθηκε η υπόθεση ύπαρξης ενός «μακεδονικού» έθνους, που θα αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του στα πλαίσια μίας «Μακεδονικής Δημοκρατίας των Εργαζόμενων Μαζών». Στη διάρκεια της κατοχής πολλοί Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας συνεργάστηκαν με τη φασιστική Βουλγαρία και την οργάνωση «Οχράνα», ενώ στη συνέχεια ίδρυσαν το ΣΝΟΦ, το κομμουνιστικό κίνημα που απέβλεπε στην ίδρυση ανεξάρτητης «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Μεταπολεμικά, ως τμήμα της ενιαίας «Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», το σημερινό κράτος των Σκοπίων ονομάστηκε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται και παγιώνεται η ανάπτυξη της μακεδονικής εθνικής συνείδησης, για να φτάσουμε στην σημερινή έξαρση των αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και του αλυτρωτικού συντάγματος.

Με βάση τα παραπάνω, είναι αναγκαίο για την κατανόηση του φαινομένου του μακεδονισμού των Σλάβων να βγάλουμε δύο συμπεράσματα : α) Ότι η σλάβικη καταγωγή, ιστορικά, δεν είναι ασυμβίβαστη με τη μακεδονική ταυτότητα, όπως πιστεύει η πλειοψηφία των συμπατριωτών μας, που επικαλείται απλώς την αρχαία Μακεδονία, τον Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη και β) ότι όμως η χρήση της ταυτότητας αυτής προς δημιουργία μακεδονικού έθνους και ομώνυμης κρατικής οντότητας -διαφοροποιούμενης από την ελληνική-ρωμαίικη ταυτότητα, που ιστορικά και πολιτισμικά συμπεριλαμβάνει την μακεδονική- είναι ουσιαστικά προϊόν «σχισματικής» ενέργειας που επιβουλεύεται τον ελληνισμό εδαφικά και πολιτισμικά. Οι ρίζες αυτής της ενέργειας ανάγονται στον βουλγαρικό εθνικισμό, με τον οποίον «φλερτάρει» σήμερα το κράτος και η εκκλησία των Σλαβομακεδόνων.

Αναφορικά με το όνομα της γείτονος χώρας, η όποια σύνθετη ονομασία εμπεριέχει  τον όρο Μακεδονία, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό, εγείρει τις επεκτατικές διαθέσεις των Σκοπίων και δεν λύνει το πρόβλημα. To «nova» (νέα) ως προσδιορισμός, όσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί στην ιστορία παραπέμπει ταυτοτικά ή νοσταλγικά σε κάτι παλαιότερο. Είναι κάτι νέο που πατάει όμως στο παλιό, εθνικά και πολιτισμικά (στην περίπτωση των Σκοπίων μπορεί κάλλιστα να πατάει στη νοσταλγία για τη Μακεδονία του Αιγαίου). Το «άνω» από την άλλη, αποτελεί από μόνο του αιτία για επανασύνδεση με το «κάτω», προς την πραγμάτωση του «όλου». Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν η κάτω χώρα (Ελλάδα) δεν συμπεριλαμβάνει στο όνομά της το όνομα της άνω χώρας (Μακεδονία), αφού η Μακεδονία είναι απλά μία περιφέρεια στο «όλον» της Ελλάδας. Συνεπώς -δεδομένου του ότι είναι δύσκολο η χώρα μας να επιβάλλει αλλαγές στο σύνταγμα και κυρίως στις συνειδήσεις των γειτόνων-, η μόνη σύνθετη ονομασία που θα κατοχύρωνε τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς και συνιστούσε ουσιαστική λύση του θέματος συμβάλλοντας στην ειρήνη και στην σταθερότητα , είναι αυτή που θα έχει εθνοτικό προσδιορισμό, πχ.  «Σλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει σαφής διαχωρισμός Ελλήνων και Σλάβων που έχουν μακεδονική καταγωγή. Με τα υπόλοιπα σύνθετα ονόματα που κυκλοφορούν ως πιθανές λύσεις, ο μακεδονισμός ουσιαστικά εκχωρείται σχεδόν αποκλειστικά στους Σλάβους.

Κλείνοντας, είναι ανάγκη να απαντηθεί και η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να υποκύψει στις πιέσεις και να κλείσει αυτό το μέτωπο, προκειμένου να προσεταιριστεί η ίδια το κράτος αυτό, ως δορυφόρο της στα βαλκάνια. Αυτή η άποψη αγνοεί ή υποβιβάζει το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ φαίνεται να παίζει ήδη αυτόν τον ρόλο προς όφελος της Βουλγαρίας. Το να κάνει η χώρα μας τέτοια παραχώρηση, δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, προκειμένου να διεκδικήσει κάτι που πραγματολογικά δεν υφίσταται ως προοπτική, συνιστά αυτοακρωτηριασμό. Η ελληνική πλευρά οφείλει να αναπροσαρμόσει την «εθνική γραμμή», στοχαζόμενη με ρεαλισμό την πραγματικότητα και τα συμφέροντα της περισσότερο προσεκτικά. Δεν έχει λόγο να βιάζεται  για λύση. Δεν ισχύει το ίδιο για την ΠΓΔΜ, που επιθυμεί διακαώς να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Επομένως, τα αναγκαία βήματα προς μία βιώσιμη λύση, που θα εξασφαλίζει την εξομάλυνση των σχέσεων και τη σταθερότητα στην περιοχή, πρέπει να γίνουν από εκείνους.

Μιχάλης Ρέττος

Τελειόφοιτος Φιλολογίας ΕΚΠΑ

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Μακεδονική ταυτότητα και η δέουσα εθνική γραμμή

Αντίλογος για το «Μακεδονικό».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αγαπητέ Γιάννη

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ ένα άρθρο, με του οποίου το σκεπτικό διαφωνεί απ’ αρχής έως τέλους ; Και που, επιπλέον, με το εναρκτήριο ήδη «παράθεμα» για τους φιλαλέξανδρους gay του Φρίσκο, μοιάζει να ακυρώνει κάθε απόπειρα συζήτησης, γελοιογραφώντας προκαταβολικά την όποια πιθανή αντιγνωμία;

Είναι βεβαίως δικαίωμά σου να αποκαλείς ανερμάτιστη «φοβία» ό,τι η μεγάλη πλειονότητα αισθάνεται ως δικαιολογημένο φόβο απέναντι σε μια υπαρκτή απειλή. Αν είναι να σου απαντήσω με αντίστοιχο, ψυχιατρικό ή ψυχαναλυτικό τρόπο, θα έλεγα ότι αυτή σου η βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύουμε από τίποτα και από κανέναν (θυμάμαι τώρα και τα γραφόμενά σου υπέρ της ευρωπαϊκής Τουρκίας) μου φαίνεται τυπικό προϊόν του αμυντικού μηχανισμού της απώθησης ή της υπεραναπλήρωσης. Ο μεγάλος κίνδυνος συνήθως αφυπνίζει τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης. Ενίοτε όμως, όταν επιπέσει επάνω σ’ ένα συλλογικό σώμα αδρανές, τα παραλύει. Τότε η συνείδηση, για να μας ανακουφίσει από το ψυχικό άγχος που μας πιέζει να λάβουμε άμεσες και επώδυνες αποφάσεις, στήνει εμπρός μας μια δεύτερη, ποθεινή πραγματικότητα. Η απειλή παρουσιάζεται εκεί ως ανύπαρκτη ή και ως ευκαιρία γεμάτη τάχατες δυνατότητες. Και πάντως, ως γεγονός ανάξιο να διακόψει τον εφησυχασμό μας – για την ώρα τουλάχιστον. Όσο για την αύριον, ας μεριμνήσει τα εαυτής. Όπως θα έλεγε και ο Κονδύλης, πρόκειται για το φαινόμενο του σακάτη που δεν ανησυχεί, γιατί είναι βέβαιος ότι την κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουνε φτερά.

Από τις δύο αυτές αντίρροπες διαγνώσεις, δε θέλει ρώτημα, εύχομαι ολόψυχα η ορθή να είναι η δική σου. Προσωπικά, θα ήμουν ευγνώμων σε όποιον με έπειθε ότι η δική μου στάση απέναντι στο «Μακεδονικό» είναι προϊόν φοβίας, ότι οι ανησυχίες μου είναι ολότελα ασύστατες. Όμως, τα επιχειρήματα που προβάλλεις δεν τις διασκεδάζουν. Κάθε άλλο μάλιστα : τις επιβεβαιώνουν εκ του αντιθέτου. Ξεχωρίζω τρία από αυτά, επειδή είναι τυπικά και συχνάκις ανακυκλούμενα στην (παρα)διπλωματική σχολιογραφία μας :

1. «Εμείς είμαστε μεγάλοι και ισχυροί, αυτοί μικροί και ανίσχυροι, τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε ;»

Αν ήταν αληθές κάτι τέτοιο, ιδίως οι μεγάλες Δυνάμεις δεν θα είχαν ποτέ να φοβηθούν τίποτε από τους μικρότερους γείτονές τους. Πάμπολλα ιστορικά προηγούμενα όμως διδάσκουν ακριβώς το αντίθετο. Καίτοι μικρή το δέμας, η Ψευδομακεδονία αντιπροσωπεύει έναν υπαρκτό ανταπαιτητή στα βόρεια σύνορά μας, ικανό να μας προξενήσει πλήγμα στην πρώτη ευκαιρία που θα του δοθεί, ακριβώς όπως η αμελητέα Ελλάς, που το έβαζε τα πόδια εμπρός στον Τούρκο το 1897, έμπαινε θριαμβεύτρια δεκαπέντε χρόνια αργότερα στα Γιάννενα και την Θεσσαλονίκη. Τι είχε αλλάξει ; Μα η συναστρία των συνασπισμών και οι ισορροπίες των ευρωπαϊκών Δυνάμεων μεταξύ τους, που επέτρεψαν στον μικρό να πετύχει ό,τι έως τότε φάνταζε αδύνατο. Είναι πιθανό να επαναληφθεί κάτι τέτοιο, ένας συνασπισμός δηλαδή εναντίον μας, στο μέλλον ; Μια ματιά στον χάρτη, πείθει πως ναι. Τα στρατιωτικά επιτελεία και τα ινστιτούτα γεωπολιτικών μελετών ανά τον κόσμο γέμουν από σενάρια τέτοια, που εμπλέκουν άμεσα και την Ελλάδα. Είναι όλοι αυτοί αλαφροΐσκιωτοι ; Και όταν ο μίστερ Κίσσινγκερ δηλώνει ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους, που δεν κατανοούν τους φόβους των Ελλήνων για το Μακεδονικό, «εκείνος γνωρίζει ιστορία και τους κατανοεί», τι πρέπει να εικάσουμε ; Ότι και ο Κίσσινγκερ έγινε στα στερνά του φιλέλλην και μάλιστα «φοβικός» ;

2. «Η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να κλείσει το ζήτημα, αρνούμενη τον συμβιβασμό Πινέιρο, που προέβλεπε την σύνθετη ονομασία.»

Πρόκειται για μύθο, που κυκλοφορήθηκε από τους γνωστούς πολιτικούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και έκτοτε επαναλαμβάνεται ατεκμηρίωτος. Το κράτος του Γκλιγκόρωφ ουδέποτε αποδέχτηκε τον όρο της σύνθετης ονομασίας, ούτε είχε σκοπό ποτέ να τον αποδεχθεί. Απλώς καιροσκοπούσε, ποντάροντας στο γεγονός ότι η ελληνική πλευρά ήταν βέβαιο ότι θα τον απέρριπτε, και επιδιώκοντας να επιρρίψει την ευθύνη του αδιεξόδου αποκλειστικά σ’ αυτήν, πράγμα που όντως πέτυχε. Αν υπήρχε πράγματι τέτοια δέσμευση από τα Σκόπια, θα τους ήταν σήμερα αδύνατο να υπαναχωρήσουν, με την ίδια λογική που είναι σήμερα αδύνατο στο Ισραήλ να διαπραγματευθεί ειρήνη με τη Συρία χωρίς προηγουμένως να αποσυρθεί από τα υψίπεδα του Γκολάν, όρο τον οποίο είχε (ατύπως !) παραδεχθεί επί κυβερνήσεως Ραμπίν, και έκτοτε θεωρείται, και από τους Αμερικανούς ακόμη, ως εκ των ων ουκ άνευ κάθε μελλοντικής διευθέτησης του Μεσανατολικού.

Οι μόνες υποχωρήσεις των Σκοπιανών, που περιελήφθησαν στην Ενδιάμεση Συμφωνία, ήταν στο ζήτημα της σημαίας και του Συντάγματος. Το ότι και γι’ αυτά ακόμη τα αυτονόητα, απαιτήθηκε προηγουμένως να εφαρμόσει η Αθήνα εμπάργκο εις βάρος τους, θα έπρεπε να μας είχε φρονηματίσει, αφού δείχνει ότι στο ζήτημα του ονόματος οι βόρειοι γείτονές μας δεν προτίθενται μελλοντικά να κάνουν καμμία παραχώρηση, αν δεν τους ασκηθούν πιέσεις.

 

3. «Το γεγονός ότι ένα νεοπαγές εθνίδιο ζητάει να σφετεριστεί την ελληνική ιστορία, δεν θα πρέπει να μας θορυβεί, αλλά να μας χαροποιεί. Αποδεικνύει εντέλει την μεγάλη αφομοιωτική ακτινοβολία του Ελληνικού πολιτισμού.»

Παράδοξο επιχείρημα, μα την αλήθεια! Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οι εφημερίδες (και στην Ελλάδα) έγραφαν για την σινομογγολική έριδα, απ’ αφορμή την μετονομασία του αεροδρομίου της Ουλάν Μπατόρ σε Α/Δ Τζέγκινς Χαν. Οι Κινέζοι, που θεωρούν τον στρατηλάτη δικό τους (!), επιζητούν στην ουσία να απαγορεύσουν στους Μογγόλους γείτονές τους να αναφέρονται στο εμβληματικότερο πρόσωπο της μογγολικής ιστορίας !! ‘Αραγε, σύμφωνα πάντα με τη δική σου λογική, μήπως οι Μογγόλοι θα έπρεπε να νιώσουν και κολακευμένοι από πάνω για την ακτινοβολία του πολιτισμού τους ; Σε διαβεβαιώ ότι δεν νιώθουν διόλου έτσι. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι οι Κινέζοι, έχοντας ήδη καταπιεί την λεγόμενη εσωτερική Μογγολία, και αφού προηγουμένως κατέστησαν τον εκεί γηγενή πληθυσμό αμελητέα μειονότητα, εγγράφουν προσημείωση και για τα υπόλοιπα.

Ευτυχώς για μας, οι Ψευδομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν την ισχύ των κυβερνώντων το Πεκίνο. Όμως η τακτική τους δεν διαφέρει. Το όνομα εδώ αποτελεί πρόγραμμα. Όποιος έχει την εξουσία να ερμηνεύει αυθεντικά τις λέξεις, μπορεί να διεκδικήσει αύριο και την κυριαρχία πάνω στα πράγματα. Η «λύση» της υποχώρησής μας στο ζήτημα του ονόματος, όπως την απαιτούν σήμερα από μας πανταχόθεν ως χειρονομία δήθεν ανωτερότητος και μεγαλοθυμίας, αντί να κλείσει το ζήτημα όπως προφητεύουν οι καλοθελητές, θα το ανοίξει οριστικά. Ακόμη και η προσχώρηση εκ μέρους μας στην λογική της σύνθετης ονομασίας, όπως διαφαίνεται, θα αποτελέσει κολοσσιαία συμβολική, τουτέστιν πολιτική ήττα.

Εν κατακλείδι, δεν σου κρύβω ότι απόψεις όπως οι δικές σου, το ίδιο σχεδόν όσο και η θλιβερή αναξιοπρέπεια της επίσημης εξωτερικής πολιτικής μας, με γεμίζουν απαισιοδοξία για την ικανότητά μας ως συλλογικής οντότητας να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε ως τέτοιες ακόμη και τις πιο ιταμές προσβολές. Την ίδια εκείνη Κυριακή που δημοσιευόταν το άρθρο σου, τα πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν ότι ακόμη και ένας «ένθερμος υποστηρικτής της ευρωατλαντικής προοπτικής της ΠΓΔΜ και της συνταγματικής ονομασίας της χώρας», όπως η κ. Αγγέλικα Μπερ, Γερμανίδα ευρωβουλευτίνα των Πρασίνων, ομολογούσε το αυτονόητο, πως δηλαδή η απόφαση να μετονομαστεί το αεροδρόμιο των Σκοπίων σε «Μέγας Αλέξανδρος» συνιστά πρόκληση εις βάρος της Ελλάδος. Εμείς ώς πότε θα εξακολουθούμε να στρέφουμε ανέμελα και την άλλη παρειά στο χέρι που μας ραπίζει ;

Μετά πάσης ειλικρινείας
δικός σου

Κώστας Κουτσουρέλης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή την 11η Φεβρουαρίου 2007 και ελήφθη από τον προσωπικό ιστότοπο του συγγραφέα. 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Κώστας Κουτσουρέλης | Tagged , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αντίλογος για το «Μακεδονικό».

Μόνιμη υποχώρηση

images 2

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνιμη επωδός όσων επιθυμούν άμεση λύση του ζητήματος της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων είναι η εσωτερική αστάθεια της γειτονικής χώρας και ο κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης  με συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή σε περίπτωση διαιώνισης του προβλήματος.

Το εν λόγω επιχείρημα έχει χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ και της Αλβανίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.  Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσει η Ελλάς καλείται να δείξει κατανόηση και να καταβάλει το κόστος ομαλοποίησης της  αστάθειας γειτονικών κρατών. Η Αθήνα νουθετείται από συμμάχους ότι πρέπει να υποχωρεί τόσο απέναντι στην Άγκυρα λόγω υπέρτερης ισχύος της τελευταίας, όσο και απέναντι σε Τίρανα και Σκόπια λόγω αδυναμίας των τελευταίων και επίδειξης ανωτερότητας εκ μέρους μας! Σε κάθε περίπτωση υποχώρηση.

Και όλα αυτά απέναντι σε σύμμαχο με νεκρούς στην Κορέα και με το όνειδος της τουρκικής εισβολής της Κύπρου από τη «σύμμαχο» Τουρκία ανεξίτηλο. Σύμμαχος  ο οποίος πολλάκις κατά το παρελθόν επέδειξε αφελή συμμαχική νομιμοφροσύνη ζημιώνοντας ίδια συμφέροντα όπως η θεώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως τουρκική, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για λόγους σταθερότητας της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Πως θα επέλθει η σταθερότητα στη γειτονική χώρα με την απονομή του ονόματος Μακεδονία;  Θα βελτιωθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης; Θα βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας; Θα εξαφανιστεί η εκτεταμένη διαφθορά; Θα παύσει η καχυποψία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών όταν μάλιστα η απονομή του ονόματος Μακεδονία -με τη συναίνεση των Αθηνών πλέον- θα δικαιώσει τους Σλάβους και θα εντείνει τις προσπάθειες τους  να προσδώσουν καθαρά «μακεδονικό» χαρακτήρα στη γειτονική χώρα υπονομεύοντας περαιτέρω την συνύπαρξη με το σύνοικο αλβανικό στοιχείο;

Οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας πρώτα συνετέλεσαν στην αποσταθεροποίηση της ΝΑ Ευρώπης ενισχύοντας τον ισλαμικό παράγοντα, εδώ και δύο δεκαετίες, και κατόπιν επιθυμούν ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα χριστιανικά κράτη που η δική τους πολιτική γέννησε. Παράλληλα, συνιστά χαριτωμένη ειρωνεία το γεγονός ότι οι σύμμαχοι πιέζουν την Αθήνα να αποδεχτεί  πολιτικές της κομμουνιστικής ηγεσίας της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, 30 σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού…

 

Το παραπάνω άρθρο ( αρχικός τίτλος »Συμμαχική <<αλληλεγγύη>> και σταθερότητα» ) δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία, το Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018.

 

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόνιμη υποχώρηση

Ερμηνεύοντας τον εθνολαϊκισμό

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί επιστολή του Άγγελου Χρυσόγελου, Προέδρου του Ινστιτούτου μας, προς την εφημερίδα Καθημερινή όπου και επισημαίνονται εσφαλμένες χρήσεις του όρου «λαϊκισμός» από την ίδια εφημερίδα. 

Ακολουθεί η επιστολή:

Κύριε διευθυντά,

Μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση η απόφαση της εφημερίδας σας να μεταφράσει το άρθρο του Steven Erlanger με τίτλο «In Eastern Europe, Populism Lives, Widening a Split in the EU» ως «Ο εθνολαϊκισμός παραμένει δημοφιλής στην Αν. Ευρώπη», στο φύλλο της 3ης Δεκεμβρίου. Για κάποιον λόγο, ο λαϊκισμός («populism») στο άρθρο του Erlanger μεταφράζεται ως «εθνολαϊκισμός».

Πέρα από προφανή ζητήματα εγκυρότητας και δεοντολογίας που αυτή η απόφαση εγείρει (γνωρίζει άραγε ο δημοσιογράφος ότι τα γραπτά του μεταφράζονται στα ελληνικά με τρόπο που ξεφεύγει καίρια από το αρχικό τους νόημα;), αποτελεί επίσης και μια απόδειξη του πόσο η χρήση του όρου «εθνολαϊκισμός» έχει καταστεί κοινός τόπος στην Ελλάδα. Πρόκειται δυστυχώς για μια εξόχως προβληματική τάση, για δύο κυρίως λόγους:

α) Για λόγους εννοιολογικής ακρίβειας. Στην ξένη βιβλιογραφία ο «εθνολαϊκισμός» («ethnopopulism») σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τον λαϊκισμό ο οποίος ορίζει τον «λαό» με εθνοφυλετικά κριτήρια. Παράδειγμα εθνολαϊκισμού είναι ο Εβο Μοράλες στη Βολιβία, όπου ο λαός ταυτίζεται με τους αυτόχθονες πολίτες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ελίτ ευρωπαϊκής καταγωγής. Αν κάποιος θέλει να αναφερθεί στη λαϊκιστική ακροδεξιά στην Ευρώπη, ο όρος «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν πιο δόκιμος. Ακόμα κι έτσι όμως, το άρθρο του Erlanger στα αγγλικά αναφέρεται στον λαϊκισμό χωρίς επίθετο, επομένως η χρήση του όρου «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν και πάλι περιττή.
β) Γιατί στρεβλώνει την πολιτική συζήτηση. Η ταύτιση εθνολαϊκισμού και λαϊκισμού υποδηλώνει ότι ο λαϊκισμός είναι απαραίτητα ένα δεξιό φαινόμενο, εφόσον το πρόθεμα «εθνο» παραπέμπει στον εθνικισμό. Αν όμως ο λαϊκισμός είναι πάντα εθνολαϊκισμός, κανένας λαϊκιστής δεν μπορεί να είναι αριστερός, ή (ανάποδα) αν ένας αριστερός είναι λαϊκιστής παύει να είναι αριστερός.

Προφανώς αυτό το συμπέρασμα δεν έχει βάση ούτε στην επιστημονική συζήτηση ούτε στις πολιτικές εξελίξεις διεθνώς. Η διεθνής βιβλιογραφία συμφωνεί ότι ο λαϊκισμός μπορεί να έχει και δεξιές και αριστερές εκφράσεις. Κανένας σοβαρός ερευνητής δεν ισχυρίζεται ότι ο Κόρμπιν ή ο Μελανσόν δεν είναι αριστεροί επειδή είναι και λαϊκιστές, και κανένας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «ethnopopulism» ή «nationalist populism» για να περιγράψει τον Σάντερς, τον Μελανσόν, ή τον Τσίπρα.

Η εμμονή με τον «εθνολαϊκισμό» σε μια περίοδο διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πόσο έχει διαβρωθεί η αστική διανόηση από το αριστερόστροφο πνεύμα της μεταπολίτευσης. Βασική αρχή της μεταπολιτευτικής ορθότητας ήταν ότι οτιδήποτε ήταν δεξιό (όπως η αξία του έθνους) ήταν αυτομάτως ύποπτο. Πλέον έχουμε φτάσει στο ακόμα χειρότερο σημείο, οτιδήποτε είναι κακό (όπως ο λαϊκισμός) να το θεωρούμε αυτομάτως και δεξιό (μετατρέποντας τον λαϊκισμό σε εθνολαϊκισμό).

Αυταπάται όποιος νομίζει ότι, διατελώντας σε τέτοια ιδεολογική σύγχυση, μπορεί να αντιταχθεί σοβαρά στην ηγεμονία της αριστεράς.

Δρ Αγγελος Χρυσογελος, Διδάσκων Department of European and International Studies, King’s College London, Πρόεδρος Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ)

Posted in Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ερμηνεύοντας τον εθνολαϊκισμό

Πρόσωπο ή Άτομο; Μια Συντηρητική Οπτική στο Ζήτημα του Φύλου

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Εκατό χιλιάδες. Τόσοι υπολογίζονται (το πολύ) οι Έλληνες πολίτες με διαταραχή φύλου. Σύμφωνα με κάποιους επιστημονικούς υπολογισμούς, το ποσοστό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τέτοιου τύπου διαταραχές (και, εξ όσων μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από μια πρόχειρη έρευνα, η επιστήμη επιμένει στην χρήση του όρου «διαταραχή» ή «δυσφορία») ανέρχεται περίπου στο 1%. Ο νέος νόμος της κυβέρνησης για την ταυτότητα και αλλαγή φύλου επομένως αφορά δυνητικά έως περίπου 100.000 Έλληνες.

Ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτοί οι 100.000 συμπολίτες μας; Από πολύ μικρή ηλικία, η λειτουργία του μυαλού δεν ευθυγραμμίζεται με την λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Λόγω μιας βιολογικής-σωματικής δυσλειτουργίας, προκύπτουν σημαντικές ψυχολογικές διαταραχές. Ουσιαστικά, γυναίκες και άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε σώματα του αντίθετου φύλου. Το μυαλό και η ψυχή γίνονται έγκλειστοι στην φυλακή του σώματος.

Πόσοι από εμάς άραγε θα είχαν αντίρρηση σε μια ρύθμιση που θα αναγνώριζε το πρόβλημα που ένας μικρός, αλλά όχι ασήμαντος, αριθμός συμπολιτών μας αντιμετωπίζει, που θα παρείχε σε αυτούς τους ανθρώπους την δυνατότητα να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ μυαλού και σώματος και να ζήσουν μια ομαλή ζωή; Η απάντηση είναι εύκολη: Όλοι αυτοί που βλέπουν στον νέο νόμο και στην περιρρέουσα πολεμική όχι την στήριξη μιας κατηγορίας συμπολιτών μας, αλλά το ξεδίπλωμα μιας ατζέντας η οποία οικειοποιείται τις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, προκειμένου από ένα άθροισμα εξαιρέσεων να δημιουργήσει μια νέα εναλλακτική κανονικότητα.

Στον πυρήνα αυτής της ατζέντας βρίσκεται η έννοια του «δικαιώματος», το οποίο μετατρέπει την βιολογική εξαίρεση σε πολιτικό διεκδικούμενο με αξιώσεις γενίκευσης στην βάση της προσωπικής επιλογής. Η έννοια του δικαιώματος υπονοεί διεκδίκηση εκ μέρους του ατόμου έναντι της κοινωνίας, γιατί ένα δικαίωμα δεν υπάρχει γενικώς και αορίστως αλλά «ασκείται», δηλ. κατά κυριολεξία διατυπώνεται ως διεκδίκηση. Η δε ανώτερη αξιακή θέση του δικαιώματος προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό εκπορεύεται από την φύση του ατόμου, δηλ. από το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι-ως-άτομα είναι ίδιοι ως φορείς δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση της ταυτότητας φύλου, η κατανόηση της διαδικασίας αλλαγής με όρους «δικαιώματος» αλλάζει ουσιωδώς το περιεχόμενο της συζήτησης. Από την παραχώρηση ενός καθεστώτος εξαίρεσης στην βάση επιστημονικών δεδομένων και αυστηρών κριτηρίων (π.χ. ψυχολογική γνωμάτευση και ώριμη, ανεπηρέαστη έκφραση βούλησης από τον χρήστη της εξαίρεσης), περνάμε στην άσκηση του γενικευμένου για όλα τα άτομα δικαιώματος «επιλογής» μιας εκ διαφόρων διαθέσιμων «ταυτοτήτων». Από την αποδοχή της διαφορετικότητας στην βάση της αναγνώρισής της ως τέτοια, περνάμε στην αναβάπτιση της διαφορετικότητας σε δυνητική κανονικότητα που αρκεί να διατυπωθεί με όρους δικαιώματος για να επιβληθεί και πρακτικά ως τέτοια.

Η παρουσίαση των αντιδράσεων στον νόμο ως οπισθοδρομικές αντιρρήσεις από γραφικούς και αντιδραστικούς (κάποιες εκ των οποίων όντως ήταν) αποτελεί μια δοκιμασμένη μέθοδο αποφυγής κρίσιμων ερωτημάτων, θεωρητικών και πρακτικών. Οι εκφραστές της δικαιωματιστικής ατζέντας για παράδειγμα δεν εξηγούν την εσωτερική αντίφαση της ταυτόχρονης επίκλησης της επιστήμης και της βιολογίας από την μια μεριά, και της επιλογής και του δικαιώματος από την άλλη.

Υποστηρίζουν ότι το φύλο, όπως και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα της βιολογίας του κάθε ανθρωπίνου σώματος. Από την άλλη όμως, μιλούν για «κοινωνικές ταυτότητες» οι οποίες πρέπει να αναγνωρίζονται άμα τη επικλήσει τους. Αν όμως τα πάντα είναι υποκειμενική «ταυτότητα» και ατομική επιλογή, τότε ποια αξία έχει το βιολογικό-επιστημονικό επιχείρημα; Εφόσον το φύλο είναι ατομική, ταυτοτική, ιδεολογικοπολιτική επιλογή, οι όποιες αντιρρήσεις στον τρόπο κατανόησής του προφανώς δεν μπορούν να απορρίπτονται περιπαικτικά ως «αντιεπιστημονικές» και «σκοταδιστικές».

Οι υποστηρικτές των νέων αιτημάτων πρέπει να διαλέξουν: Ή ομιλούν εξ ονόματος συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά οι οποίοι δικαιούνται ξεχωριστής μεταχείρισης στην βάση αξιών δικαιοσύνης και αλληλεγγύης και των επιστημονικών πορισμάτων. Ή εκφράζουν πολιτικές και αξιακές διεκδικήσεις στην βάση της ρευστότητας της ατομικής ταυτότητας, κάτι που σημαίνει όμως ότι κάποιοι άλλοι (συχνά πολύ περισσότεροι) κάλλιστα μπορεί να έχουν τις ακριβώς αντίθετες, αλλά εξ ίσου βάσιμες, απόψεις στην βάση της δικής τους αυτοσυνειδησίας.

Εξ άλλου, το παιχνίδι του «δικαιώματος» μπορούν να το παίξουν και άλλοι. Ποιος προστατεύει π.χ. το «δικαίωμα» ενός παιδιού να ζει με γονείς διαφορετικού φύλου; Ποιος προστατεύει το «δικαίωμα» στην ψυχική ηρεμία ανθρώπων που νιώθουν άνετα στο φύλο τους, αλλά βομβαρδίζονται καθημερινά με την προτροπή να εξερευνήσουν την «ρευστότητα» των «έμφυλων» ταυτοτήτων; Δεν υπάρχουν τομείς άλλωστε όπου στην αντιπαράθεση μεταξύ του δικαιώματος επιλογής των λίγων και του δικαιώματος προστασίας των πολλών οι νόμοι έχουν πάρει το μέρος των τελευταίων (π.χ. κάπνισμα); Από πού προκύπτει ότι σε ζητήματα φύλου, οικογένειας και σεξουαλικότητας το δικαιωματιστικό επιχείρημα εξ ορισμού αφορά τους λίγους και όχι τους πολλούς;

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της αλλαγής φύλου, είναι ειρωνικό επίσης ότι πολλοί εκφραστές αυτής της ατζέντας διακηρύσσουν το μεγαλείο και την γοητεία του «διαφορετικού» και της «ρευστότητας», την στιγμή που το αίτημα αυτών των ανθρώπων είναι η ευθυγράμμιση της βιολογικής με την ψυχολογική και κοινωνική τους πραγματικότητα, δηλ. η απόκτηση επιτέλους μιας μονοδιάστατης κανονικότητας ανάλογης με αυτήν που η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απολαμβάνει. Στον πυρήνα του το αίτημα αφορά το ξεπέρασμα μιας διαταραχής, όχι την αναβάπτισή της σε «ταυτότητα» και «δικαίωμα» με αποτέλεσμα την γενίκευσή της.

Η διαφορά μεταξύ συντηρητικών και (σοσιαλ)φιλελευθέρων είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά στην οπτική του ανθρώπου ως προσώπου ή ατόμου. Στην μια περίπτωση έχουμε ένα σύνολο εξατομικευμένων αλλά ίδιων μονάδων, όπου οι συνεχώς αναδυόμενες επιμέρους ατζέντες διατυπωμένες στην γλώσσα του δικαιώματος μετατρέπονται σε κανόνα και υποχρέωση για όλους. Στην άλλη περίπτωση έχουμε μια ένωση ιδιοπροσωπιών, η οποία αναγνωρίζει την μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Εκεί όπου οι (σοσιαλ)φιλελεύθεροι βλέπουν φορείς δικαιωμάτων των οποίων η «ταυτότητα» καθορίζεται από την τυχόν ιδιαιτερότητά τους (φύλου, σεξουαλική, εθνοτική κ.λπ.), οι συντηρητικοί βλέπουν συνανθρώπους που πέραν των όποιων βιολογικών χαρακτηριστικών τους φέρουν επίσης και πολλές άλλες ιδιότητες που ορίζονται από την συμμετοχή σε ένα ευρύτερο σύνολο: το μέλος του έθνους των Ελλήνων, ο πιστός της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ο.κ.

Μια συντηρητική πολιτική πρόταση λοιπόν θα μπορούσε να αποδεχτεί στο ζήτημα του φύλου την ανάγκη ρύθμισης και διευκόλυνσης της ζωής συνανθρώπων μας στην βάση επιστημονικών ευρημάτων, με αναλογικό και ισορροπημένο τρόπο. Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι ένας άνθρωπος, κατόπιν σοβαρής σκέψης και με σεβασμό στην πολυπλοκότητα του ανθρωπίνου σώματος και των κοινωνικών σχέσεων, θα μπορούσε να επανακαθορίσει μέρος της (βιολογικής και ψυχικής) ιδιοπροσωπίας του. Αυτό όμως δεν αποτελεί προϋπάρχον δικαίωμα που ενεργοποιείται, γίνεται αποδεκτό και τελικά γενικεύεται, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης που η κοινωνία παραχωρεί σε συγκεκριμένες ομάδες με σκοπό την ανανέωση της ενότητας και συνοχής της.

Φυσικά όμως η παραχώρηση αυτού του καθεστώτος εξαίρεσης περιορίζεται από πολύ συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» οι οποίες χαράσσονται εκεί όπου ο σεβασμός και η αλληλεγγύη προς την εξαίρεση και το πρόσωπο του συνανθρώπου επιδιώκεται να επαναδιατυπωθεί ως νέα κανονικότητα, αυτομάτως ικανοποιηθείσα απαίτηση, δικαίωμα επιλογής χωρίς προσεκτική εξέταση των συνεπειών, προθάλαμος απαξίωσης βασικών εκφάνσεων του ανθρωπίνου προσώπου προς όφελος «ρευστών» και «υβριδικών» ταυτοτήτων. Το περιεχόμενο και η αξιακή πλαισίωση του νέου νόμου για το φύλο σαφέστατα ξεπερνούν αυτές τις κόκκινες γραμμές και τις λογικές ανάγκες κάποιων χιλιάδων συμπολιτών μας με διαταραχή φύλου.

Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι πρόεδρος του ΙΝΣΠΟΛ.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πρόσωπο ή Άτομο; Μια Συντηρητική Οπτική στο Ζήτημα του Φύλου

Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο

πανεπιστήμιο

του Πάρη Μπίνου

Η ελευθερία είναι ένας από τους βασικούς σκοπούς μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ελευθερία στην επιλογή και ευκαιρίες για τους νέους. Το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης διέπεται σήμερα από τις παραπάνω κατευθύνσεις ή «τα τούβλα» της ιδεολογικής προκατάληψης χτίζουν τοίχους άρνησης της πραγματικότητας? Μήπως αυτό το κυρίαρχο ακόμα και σήμερα, «σιδηρούν παραπέτασμα» της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, μαζί με τους εκφραστές του, βυθίζει στο σκοτάδι και το ελληνικό πανεπιστήμιο?

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα τα κατάφερε και πάλι. Είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που αρνείται την πραγματικότητα, περιχαρακωμένη πίσω από τον τοίχο της ιδεολογικής προκατάληψης. Το «ηθικό πλεονέκτημα» των οικοδόμων της οπισθοδρόμησης, έχει μετατραπεί σε ένα βαθιά συντηρητικό και αντιμεταρρυθμιστικό «ιδεολογικό μειονέκτημα», που συμπαρασύρει το παρόν και το μέλλον της νέας γενιάς. Ακούγεται συχνά από τους «οικοδόμους της οπισθοδρόμησης», το επιχείρημα ότι στην ουσία δεν υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στο κόσμο. Όμως, άλλο η μη-επιτυχία και άλλο η ανυπαρξία. Ενδεικτικά, μόνο σε χώρες της Δ. Ευρώπης λειτουργούν περί τα 140 ιδιωτικά πανεπιστήμια (πηγή hca.gr), ενώ ακόμα και ο οργανισμός CEPES της UNESCO έχει αναλάβει την επέκταση της έρευνας για την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ακόμα και οι παλαιοί θιασώτες των σοσιαλιστικών συστημάτων στην Αν. Ευρώπη, σήμερα ασπάζονται την σημασία της ύπαρξης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Η εποχή που μια θέση θεωρούνταν εκ προοιμίου προοδευτική όταν απλά και μόνο εκφέρονταν από συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους τελείωσε. Σήμερα, ο πολίτης που υπερ-φορολογείται θέλει να κρίνει συγκεκριμένες θέσεις αντί ιδεολογημάτων, προτάσεις επί συγκεκριμένων προβλημάτων και κυρίως η εφαρμογή της πολιτικής στη καθημερινότητα είναι που χαρακτηρίζει το τί είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό. Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση, την οποία αρνούνται να αντικρίσουν οι «οικοδόμοι της οπισθοδρόμησης»? Γιατί χτίζουν γραφεία καθηγητών, πρυτάνεων και μειοψηφίες απολαμβάνουν μιας ιδιότυπης κρατικής ανοχής στις παρανομίες του κοινού ποινικού δικαίου στις οποίες αρέσκονται να επιδίδονται εντός των ελληνικών ιδρυμάτων? Γιατί καλλιεργείται ένα κλίμα φόβου στο ελληνικό πανεπιστήμιο?

Η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι αρνούνται τη κατάργηση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, διότι αυτό θα είναι άλλη μια παραδοχή της ιδεολογικής τους πτώχευσης. Μια πτώχευση που διέπει όλο το φάσμα της καθημερινότητας και απλά θα επιβεβαιωθεί και μέσα στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Τα τείχη που υψώνουν ακόμα και σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν δουν όλοι ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Γυμνός από ιδεολογικά επιχειρήματα, γυμνός και οπισθοδρομικός, ένας κανονικός δικτατορίσκος που κρατά όμηρο το ελληνικό πανεπιστήμιο και μαζί την ελληνική νεολαία που διωκόμενη στη πατρίδα της θριαμβεύει στο εξωτερικό.

Πλέον των 35.000 Ελλήνων βρίσκονται για σπουδές εκτός Ελλάδος, χωρίς να συνυπολογίσουμε όσους πληρώνουν προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε ιδρύματα του εξωτερικού, μιας και στην Ελλάδα ποινικοποιούνται κάθε είδους δίδακτρα. Αρνούνται το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ενώ την ίδια ώρα αναγνωρίζουν, μετά από επιβολή προστίμων της ΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων κολεγίων. Γνωρίζουν πως με απόφαση του ΣτΕ 2287/2001 και με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος, επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών ανώτερων σχολών με απόφαση του Υπ. Παιδείας. Άλλωστε, με το ΠΔ 38/2010 και τους Ν. 3696/2008, Ν. 3919/2011, Ν. 3328/2005, Ν. 3845/2010, την απόφαση του ΣτΕ 853/2010 η Ελλάδα αναγνωρίζει τα Κολέγια που λειτουργούν σε συνεργασία με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έστω και μόνο σε επίπεδο αναγνώρισης επαγγελματικών και όχι ακαδημαϊκών δικαιωμάτων.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερή η υποκρισία της εφαρμοζόμενης πολιτικής και το μέγεθος του πολιτικού τσαρλατανισμού των «οικοδόμων της οπισθοδρόμησης». Έφτιαξαν μια πραγματικότητα χωρίς ίχνος λογικής. Αναγνωρίζουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μέσω ΔΟΑΤΑΠ, των αποφοίτων ξένων ιδρυμάτων, ενώ απαγορεύουν εντός χώρας την λειτουργία τους. Έτσι, απόφοιτος των κολεγίων μπορεί να λάβει εκτός Ελλάδος ακόμα και διδακτορικό τίτλο από το Harvard ή να γίνει καθηγητής του Yale, αλλά στην Ελλάδα να θεωρείται απόφοιτος λυκείου…Αυτή τη πραγματικότητα έχει αντιληφθεί ο μέσος πολίτης. Σε έρευνα της εταιρείας «διαΝΕΟσις» (Φεβρουάριος 2016), η πλειονότητα των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων σε ποσοστό που αγγίζει το 60%. Τα αποτελέσματα φανερώνουν πως η κοινωνία έχει αντιληφθεί πια το μέγεθος του λαϊκισμού των αρνητών της προόδου.

Είναι οι ίδιοι που αρνούνται την αυτονομία των πανεπιστημίων, αρνούνται την στροφή των ιδρυμάτων προς αναζήτηση νέων πηγών εσόδων. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για τα έτη 2011-2015, ο επιχειρηματικός τομέας αναδεικνύεται 2η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα με το εξαιρετικό ποσό των 534 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, οι πηγές της ΕΕ έρχονται μόλις στην 3η θέση. Τα στοιχεία μιλούν. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και υπεράνω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Γιατί να μην στηριχθεί το ελληνικό πανεπιστήμιο στον υπάρχοντα επιχειρηματικό τομέα, λαμβάνοντας στήριξη για την εξαιρετικά υψηλού επιπέδου έρευνα που μπορεί να παράγει βασιζόμενο στο εξαιρετικό δυναμικό του?

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Κολεγίων περί τα 6 εκατ. ευρώ υπολογίζεται η δαπάνη για ίδρυση και λειτουργία ενός μικρού ιδιωτικού ανώτατου ιδρύματος, το οποίο θα δώσει επιπλέον επιλογές στον Έλληνα νέο και θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας στο ερευνητικό προσωπικό της χώρας. Πολλοί φορείς και του εξωτερικού και του εσωτερικού, μπορούν να αναλάβουν μια τέτοια προσπάθεια με το κόστος αυτό. Το σίγουρο είναι όμως, ότι κανένας σοβαρός φορέας δεν θα δώσει χρήματα στο ελληνικό ΑΕΙ των καταλήψεων, της αναξιοκρατίας, της αδιαφάνειας, της οικογενειοκρατίας και της οικοδόμησης τοίχων που απομονώνουν και περιχαρακώνουν τα ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα και τις ιδεολογίες της οπισθοδρόμησης. Στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο έρμαιο των «τούβλων» της περιχαράκωσης και της ιδεοληψίας. Η συνταγματική απαγόρευση, απομεινάρι της χουντικής περιόδου είναι καιρός να κατεδαφιστεί. Ένα εκσυγχρονισμένοκαι ανταγωνιστικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τα πολύ λίγα πιθανά ιδιωτικά πανεπιστήμια, αντιθέτως έχει να κερδίσει. Πρώτα και κυρίως για λόγους επιλογής, για λόγους ελευθερίας, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να γίνει πλέον πραγματικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί τη κατάλληλη στιγμή, για να σπάσουν οι τοίχοι της οπισθοδρόμησης στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ο Πάρης Μπίνος, MA MS PhD, είναι Διδάκτορας Τμήματος Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής, Παν. Μακεδονίας & Διδάσκων ιδιωτικού πανεπιστημίου εξωτερικού.

Πρώτη ανάρτηση, Liberal.gr, http://www.liberal.gr/arthro/156260/apopsi/arthra/akoma-ena-toublo-ston-toicho.html

 

Posted in Πάρης Μπίνος | Tagged , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο

Αναζητώντας ένα αφήγημα εθνογένεσης

images 22-8-2017

του Δρ. Κωνσταντίνου Σαμπάνη

Η απήχηση και η επακόλουθη έντονη συζήτηση σε διάφορα διαδικτυακά fora η οποία προκλήθηκε από το δημοσιευθέν στο Nature άρθρο σχετικά με την γενετική συσχέτιση μεταξύ Μυκηναίων και Μινωιτών και την πληθυσμιακή συνέχεια του ελληνικού χώρου κατέδειξε ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον μέρους της ελληνικής κοινωνίας για τα περί των ιστορικών καταβολών της, ενδιαφέρον ζωηρό και ειλικρινές μεν, εντούτοις ενίοτε επιστημονικά ανερμάτιστο και ως εκ τούτου ανήκον στην σφαίρα της παρα- και ψευδοεπιστήμης η οποία άλλωστε εμφανίζει μια ιδιαίτερη άνθιση τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μέσω “εθνικόφρονων” ή νεοπαγανιστικών εκδόσεων. Περιττό να ειπωθεί ότι η επιστημονική εγκυρότητα αυτών των εκδόσεων είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Αντιθέτα, το εν λόγω άρθρο στο Nature αποτελεί, προφανώς, μια επιστημονικά έγκυρη δημοσίευση και όπως συμβαίνει πάντα με τα πορίσματα μιας επιστημονικής έρευνας αυτά (πρέπει να) λαμβάνονται μεν σοβαρά υπ’ όψιν αλλά υπόκεινται στην ανάλογη κριτική για να επαληθευτούν, να απορριφθούν ή να εξελιχθούν. Δηλαδή, δεν πρόκειται ούτε για κάτι που μπορούμε να αγνοήσουμε, ούτε να θεωρήσουμε θέσφατο και τελικό συμπέρασμα. Ήδη άλλωστε υπήρξαν κριτικές ότι το πληθυσμιακό δείγμα είναι αρκετά μικρό για να έχουμε ασφαλή τελικά συμπεράσματα, επομένως οφείλουμε να αναμένουμε περαιτέρω ανάλογες έρευνες.

Ασφαλώς η επιστήμη διαφέρει από τα αφηγήματα τα οποία εξιστορούν την εμφάνιση και την πορεία ενός λαού και τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται στην σφαίρα της μυθολογίας και αναφέρονται σε χρόνους μη-ιστορικούς, δηλαδή μη καταγεγραμμένους σε γραπτά κείμενα. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους, οι εθνογενετικοί μύθοι είναι αυτό ακριβώς που προδίδει η ονομασία τους, δηλαδή μυθολογία, ένα διήγημα το οποίο εξελίσσεται σε ενοποιητικό αφήγημα το οποίο συντελεί στην εδραίωση του εθνικού συνανήκειν. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτών των αφηγημάτων σημαίνει ότι αυτά συχνά κείνται πέραν της όποιας ιστορικής αληθείας (ασχετώς του αν μεταφορικά απηχούν κάποια γεγονότα), εξ ου και η σύνδεση με το θείο (π.χ. ο εβραϊκός Γιαχβέ) ή με ένα μυθικό ον όπως είναι η μορφή της τροφοδότριας λύκαινας στην ρωμαϊκή ή την τουρκική μυθολογία.

Η ελληνική παράδοση υπήρξε περισσότερο πλουραλιστική με αποτέλεσμα  την απουσία ενός ισχυρού συμβολικού ενοποιητικού αφηγήματος. Τέτοια αφηγήματα μπορεί να υπήρχαν στην γενεολογία των διαφόρων ελληνικών φύλων ή πιο συλλογικά τα ομηρικά έπη να είχαν μια παρόμοια λειτουργία, ενώ στην ελληνορθόδοξη παράδοση υπάρχουν ανάλογα μοτίβα (η Υπέρμαχος Στρατηγός, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κτλ.). Απουσιάζει ωστόσο ένα ισχυρό κεντρικό αφήγημα.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους, κατά την γνώμη μου, για τους οποίους η (νεο)ελληνική κοινή γνώμη στρέφεται σε επιστημονικές και παραεπιστημονικές θεωρίες. Ο άλλος είναι η αρχαιολατρεία / αρχαιοπληξία και η απόλυτη προτεραιότητα η οποία δίνεται στην αρχαιότητα έναντι άλλων περιόδων της ελληνικής ιστορίας. Σε συνδυασμό,αυτά τα αίτια έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εμμονική θεώρηση σχετικά με τις απαρχές του ελληνικού έθνους όπου έμφαση δίνεται στην αυτοχθονία, την γενετική συνοχή (κοινώς την φυλετική καθαρότητα) και την παλαιότητα του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Η διατύπωση, για παράδειγμα, ότι η ελληνική είναι η αρχαιότερη γλώσσα της υφηλίου δεν ακούγεται ως παράλογη πεποίθηση στα αυτιά πολλών συμπατριωτών μας.

Η έρευνα του Nature λοιπόν κολακεύει τα ώτα μας και αυτό δεν είναι αναγκαστικά κάτι κακό. Τουναντίον, εάν όντως στοιχειοθετείται και βιολογικά η συνέχεια του ελληνικού πληθυσμού από την αρχαιότητα, θεωρίες τύπου Falmerayer και η γενικότερη δυτικότροφη εντύπωση περί “άριου” αρχαίου πολιτισμού καθώς και η διαρκώς αμφισβητούμενη (και από Έλληνες διανοητές) συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να αντικρουστούν επιστημονικά, δίνοντας μια ιστορική αυτοπεποίθηση στον Νεοέλληνα του οποίου η (καλώς ή κακώς ούτως) διαμορφωθείσα ταυτότητα τίθεται υπό αίρεσιν.

Το προβληματικό στοιχείο στην πρόσληψη τέτοιων ερευνών προκύπτει όταν τα πορίσματά της ξεχειλώνουν για να χωρέσουν σε ένα εθνικό αφήγημα που θέλει να θεωρείται επιστημονικά εδρασμένο αλλά εν τέλει τείνει προς την μυθολογία ή έστω την αυθαιρεσία και την υπερβολή. Τέτοια είναι η περίπτωση της όλης παραφιλολογίας περί “Πελασγών”, ενός εθνολογικού όρου ασαφούς ήδη από την αρχαιότητα για τους οποίους όμως έχουν γραφεί βιβλία με αναγνωσιμότητα υψηλότερη έγκυρων ακαδημαϊκών εκδόσεων, φαινόμενο στο οποίο σε έναν βαθμό έχω αναφερθεί σε αυτήν την ανακοίνωση.

Το ερώτημα λοιπόν που μας απασχολεί και για το οποίο επιθυμούμε ως εθνική κοινωνία να δώσουμε μια απάντηση που, παράλληλα με την ενασχόληση με το “υπαρξιακό” ζήτημα της εθνογένεσης, θα τονώνει τα αισθήματά μας είναι το “πόθεν και πότε οι Έλληνες” (έκφραση δανεισμένη από τον τίτλο του εξαιρετικού, παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις,έργου του αρχαιολόγου Θ. Γιαννόπουλου), δηλ. ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων και οι απαρχές της ιστορίας μας.

Στην σύντομη αυτή ανάρτηση δεν σκοπεύουμε (και δεν δυνάμεθα) να παραθέσουμε τις σχετικές επιστημονικές (ιστορικές, αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και βιολογικές) θεωρίες που σχετίζονται με την προέλευση των Ελλήνων και την δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού έθνους. Δεδομένο είναι όμως, ότι αναφερόμενοι σε “Έλληνες” πρέπει να ορίσουμε τι αντιλαμβανόμαστε με το εθνώνυμο που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Ήδη από την αρχαιότητα γίνονται αναφορές στην διαφορετική καταγωγή Ιώνων και Δωριέων, όπου οι πρώτοι θεωρούνται εξελληνισθέντες Πελασγοί και οι δεύτεροι οι “κατεξοχήν” Έλληνες[1] ενώ και η ελληνική γενεολογία φαίνεται να έχει ετερογενείς καταβολές (όπως διαπιστώνει για παράδειγμα η Finkelberg).

Αυτός οπροβληματισμός περί του τι ορίζουμε ως “ελληνικό”είναι έκδηλος στο ζήτημα της γλώσσας. Στις περιπτώσεις ετυμολόγησης, οι γλωσσολόγοι ονομάζουν“ελληνικές” τις λέξεις που είναι Ινδο-ευρωπαϊκής προέλευσης και ανήκουν σε έναν κοινό κλάδο (στην Πρωτοελληνική από την οποία προέκυψαν μεαγενέστερα οι διάφορες διάλεκτοι) και “προ-ελληνικές” τις λέξεις που δεν ανήκουν σε αυτόν τον κλάδο, αλλά στο γλωσσικό υπόστρωμα που προϋπήρχε, κατά την κυρίαρχη εκδοχή, του ερχομού των “Άριων” Ελλήνων. Είναι δύσκολο να πούμε εάν αυτό το υπόστρωμα αποτελείτο από μία ή περισσότερες γλώσσες Ινδο-ευρωπαϊκές ή μη. Ενδεχομένως η εικόνα να ήταν περίπλοκη και να είχαμε ένα γλωσσολογικό και πολιτιστικό μωσαϊκό όπου πολλαπλές ζυμώσεις και αλληλοεπιδράσεις ελάμβαναν χώρα, δεδομένης και της γεωγραφικής δομής του Αρχιπελάγους. Γεγονός είναι σε κάθε περίπτωση ότι λέξεις και τοπωνύμια με τα επιθήματα -σσ- / -ττ- και -νθ- (π.χ. κυπάρισσος, Λυκαβηττός, Κόρινθος, λαβύρινθος, Παρνασσός) ανήκουν σε αυτό το “προελληνικό” υπόστρωμα και επομένως η παρουσία τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι πρίν της ελεύσεως των Ελλήνων ο ελληνικός χώρος εκατοικείτο από έναν λαό ή και περισσότερους λαούς διαφορετικής καταγωγής.

Αν και είναι δόκιμο να κάνουμε την διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Προ-Ελλήνων γλωσσολογικά και πολιτιστικά, είναι ωστόσο εύλογο να ονομάζουμε μια ελληνικότατη λέξη όπως είναι η ‘θάλασσα’ (η οποία δεν έχει ΙΕ ετυμολόγηση) “προελληνική” δηλαδή μη-ελληνική; Και εδώ διαφαίνεται ο προβληματισμός περί του τι θεωρούμε ελληνικό. Η εμφάνιση και η διαμόρφωση της ελληνικότητας δεν μπορεί να ειδωθεί παρά ως η διαδικασία όπου εντός ενός ιστορικού και γεωγραφικού πλαισίου επιτελέστηκε η ελληνική εθνογένεση ως σύζευξη λαών, πολιτισμών, γλωσσών και παραδόσεων που συνυπήρξαν, ειρηνικά ή βίαια, στον χώρο του Αιγαίου.

Πέρα λοιπόν από τις διάφορες, ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους, επιστημονικές θεωρήσεις περί της καταγωγής και προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού, αυτό που χρειάζεται ένα αφήγημα εθνογένεσης είναι να εμπνέει έναν λαό. Η ελληνική περίπτωση, ιδιάζουσα λόγω του χρονικού βάθους και των ποικίλων διαδρομών της ιστορίας μας, μπορεί και οφείλει να συνδεθεί με την διαδρομή όσων έζησαν και μοιράστηκαν κοινή μοίρα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ώστε η ελληνική εθνογένεση να αποκοπεί από εμμονικούς μαξιμαλισμούς απόλυτης καθαρότητας, αυτοχθονίας και χρονολογικής υπερβολής και να λάβει τις διαστάσεις τις οποίες όντως έχει. Εάν απαλλαγούμε από αυτήν την ημιμάθεια, η ίδια η ιστορία θα μας οδηγήσει στην δημιουργία ενός αφηγήματος αιγαιακής και μεσογειακής υπερηφάνειας η οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για την κατανόηση της ιστορίας αλλά και για την ορθή αντιμετώπιση σύγχρονων διλημμάτων και γεωστρατηγικών προκλήσεων.

Dr. Phil. Κωνσταντίνος Σαμπάνης, γλωσσολόγος, απόφοιτος του Salzburg Universität, μεταδιδακτορικός ερευνητής του  Πανεπιστημίου Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών.

[1] Το γνωστό απόσπασμα στον Ηρόδοτο (1.56): «ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα»

 

Posted in Κωνσταντίνος Σαμπάνης | Tagged , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αναζητώντας ένα αφήγημα εθνογένεσης

Σκέψεις περί σημαιοφόρων

σημαιοφόρος

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου 

Αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης ( Προεδρικό Διάταγμα 79/2017) να ορίζονται οι μαθητές της ΣΤ΄ Δημοτικού σημαιοφόροι, παραστάτες και οι υπεύθυνοι κατάθεσης στεφάνων στις εθνικές εορτές με κλήρωση ανεξάρτητα από τη βαθμολογία του κάθε μαθητή. Ορίζονται – μέσω κλήρωσης – δύο σημαιοφόροι, ο ένας μέχρι την 31η Ιανουαρίου και ο δεύτερος από την επόμενη 1η Φεβρουαρίου μέχρι το τέλος του διδακτικού  έτους.  Σε περίπτωση δύο τμημάτων ΣΤ΄ Δημοτικού, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας καθορίζεται ο τρόπος επιλογής των μαθητών.

Μέχρι σήμερα οι δύο σημαιοφόροι, ένας για το διάστημα μέχρι την 31 Ιανουαρίου και ο έτερος από την επομένη έως το τέλος της σχολικής χρονιάς, ορίζονταν με βάση τον γενικό μέσο όρο τους στο προηγούμενο σχολικό έτος. Σε περίπτωση ισοβαθμίας γινόταν κλήρωση. Παράλληλα, οι δέκα παραστάτες, πέντε για την πρώτη περίοδο και πέντε για τη δεύτερη περίοδο, επιλέγονταν, όπως και οι δύο σημαιοφόροι, βάσει βαθμολογίας.

Από τη στιγμή κατά την οποία οι μαθητές, κατά τη διάρκεια της παρέλασης, φέρουν τη σημαία και όχι ο δάσκαλος ή ο διευθυντής/διευθύντρια του σχολείου, πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο βάσει του οποίου θα καθορίζεται ο σημαιοφόρος. Υπέρ της κλήρωσης συνηγορεί το επιχείρημα ότι εφ’ όσον πρόκειται για εθνική εορτή, τότε όλοι οι μαθητές, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη του έθνους, έχουν το ίδιο δικαίωμα να φέρουν τη σημαία και άρα για να κατοχυρωθεί το ίσο αυτό δικαίωμα πρέπει να προκριθεί η λύση της κλήρωσης. Όλοι οι μαθητές, ανεξαιρέτως, τιμούν τους νεκρούς και του αγώνες του Έθνους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Συνεπώς, όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν τις ίδιες πιθανότητες να φέρουν τη σημαία. Βάσει αυτής της λογικής αρκεί  ο μαθητής να ανήκει  στο ελληνικό έθνος για να κατοχυρώσει το δικαίωμα του να γίνει σημαιοφόρος. Αποδοχή του παραπάνω επιχειρήματος, φυσικά, ως του αποκλειστικού κριτηρίου συνεπάγεται  τον αποκλεισμό αλλοδαπών μαθητών από τη διαδικασία επιλογής. Από την άλλη πλευρά, η ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών στην εθνική εορτή μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς να δίνεται σε όλους το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Όλοι συμμετέχουν στην παρέλαση και στις εκδηλώσεις στο σχολείο. Το να φέρει, όμως, κάποιος/α μαθητής/τρια τη σημαία είναι κάτι παραπάνω από τη συμμετοχή στις εορταστικές εκδηλώσεις και για αυτό θα πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο, η βαθμολογία, κριτήριο υποκειμενικό αλλά σαφώς πιο αντικειμενικό από τη διαγωγή, γενικά και αόριστα, του εκάστοτε μαθητή. Σαφώς η ηθική επιβράβευση για ένα καλό μαθητή δεν περιορίζεται μόνο στο να φέρει τη σημαία στην παρέλαση. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί και άλλες ανταμοιβές, φερ’ ειπείν βιβλία. Δεν παύει, όμως, να συνιστά την πλέον τιμητική γιατί γίνεται ορατή και εκτός σχολείου, δεν περιορίζεται μόνο στο σχολείο. Ο σημαιοφόρος παρελαύνει φέροντας τη σημαία στο κέντρο της πόλης έτσι ώστε όλοι, φυσικά και οι υπερήφανοι συγγενείς του εκάστοτε μαθητή, τον/την βλέπουν. Μεγαλύτερη επιβράβευση από αυτό δεν υπάρχει για ένα μαθητή.

Παράλληλα, μπορεί να υπάρχουν αυτοί που  δεν επιθυμούν η σημαία να είναι δώρο κλήρωσης αλλά ούτε και βραβείο για μια μαθητική επίδοση. Αλλά τότε πως οι μαθητές, άνευ σημαίας,  θα τιμούν τους προγόνους και τους αγώνες του Έθνους; Με κάθε σχολείο να έχει τη δική του ξεχωριστή σημαία; Δεν αρκεί. Χρειάζεται η εθνική σημαία.

Εδώ μπορούν να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Το πρόβλημα, φυσικά, που γεννάται είναι κατά πόσο η βαθμολογία  αντικατοπτρίζει πιστά την επίδοση κάθε μαθητή στην τάξη ή εξισωτικές νοοτροπίες της ήσσονος προσπάθειας έχουν καταστεί νόμος με αποτέλεσμα η αριστεία πλέον να είναι ο κανόνας και αυτό όχι για λόγους ανόδου του επιπέδου γνώσεων των μαθητών… Παράλληλα, κατά πόσο το αίτημα για αριστεία  συνιστά διαιώνιση της υπάρχουσας κατάστασης οικονομικών ανισοτήτων, όπου οικογένειες με μεγαλύτερο εισόδημα μπορούν να προσφέρουν σημαντική βοήθεια στα παιδιά τους σε σχέση με οικογένειες που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα,  ή εμπεριέχει μέσα του και την προοπτική ώστε η διαφορά στο εισόδημα να μην αποτελεί παράγοντα, καθοριστικό τουλάχιστον, στην εξέλιξη του κάθε μαθητή; Είναι εύκολο κάποιοι να μιλάνε, γενικά και αόριστα, για αριστεία ωσάν αυτή να μην έχει εξασφαλιστεί, σε αρκετές περιπτώσεις τουλάχιστον, χάρη στην οικονομική επιφάνεια των οικογενειών τους.

Από την άλλη, προκαλεί δυσπιστία το επιχείρημα, εκ μέρους κυβερνητικών κύκλων, υπέρ της κλήρωσης σύμφωνα με το οποίο οι μαθητές εξισώνονται ώστε όλοι να έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Η παρούσα κυβέρνηση δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες για τα εθνικά σύμβολα. Η ακολουθούμενη προσέγγιση στα σχολικά βιβλία ιστορίας το πιστοποιεί. Παράλληλα, η μη συμμετοχή πλέον των σημαιοφόρων (άρα και της σημαίας)  και των παραστατών  στις επίσημες δοξολογίες εθνικών επετείων στους Ιερούς Ναούς μπορεί να κατανοηθεί, χωρίς υπερβολή, ως ένα πρώτο, μικρό βήμα  απομάκρυνσης   εθνικών συμβόλων και Εκκλησίας. Προάγγελος, ίσως, για αυτά που θα ακολουθήσουν.

Ίσως να υπάρχει εξίσωση αλλά υπό άλλη έννοια. Εξίσωση μέσω της εξομοίωσης της μετριότητας συνέπεια της έλλειψης κινήτρου, της επιβράβευσης, είτε υλικής, είτε ηθικής όπως η σημαία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το υπάρχον σύστημα διδασκαλίας και βαθμολόγησης δεν έχει προβλήματα και ότι δεν πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε οι δάσκαλοι να βγάζουν τον καλύτερο εαυτό των παιδιών, σε επίπεδο γνώσης και συμπεριφοράς, μακριά από μια επιφανειακή βαθμοθηρία αλλά, παράλληλα, να τους ενσταλάζουν την θέληση για συνεχή βελτίωση για το καλό των ίδιων των μαθητών, της κοινωνίας  και της πατρίδα μας. Αλλά όσο ο κόπος, η προσπάθεια, η θέληση για διάκριση έρχονται αντιμέτωπα με φονταμενταλιστικές νοοτροπίες ισοπέδωσης κάθε αξίας προς εμπέδωση μιας διεστραμμένης έννοιας της ισότητας τότε η ημέρα που θα έχουμε σχολεία με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά θα αργήσει να έρθει.

Τέλος, ένα σχόλιο αναφορικά με μια άλλη διάταξη στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα 79. Σύμφωνα με το άρθρο 3.2γ  του συγκεκριμένου Προεδρικού Διατάγματος  (αριθμός φύλλου 109, τεύχος πρώτο, 1-8-2017, σελ. 1838) ως εορταστική εκδήλωση που συμμετέχουν νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία αναφέρεται η 17η Νοεμβρίου «… για την επέτειο του Πολυτεχνείου, τον αντιδικτατορικό αγώνα και την Εθνική Αντίσταση». Η τελευταία, όμως, χρονικά και ιστορικά, ανήκει στην 28η Οκτωβρίου και στον Β΄ΠΠ. Με ποιο κριτήριο, άλλο από το ιδεολογικό,  η Εθνική Αντίσταση (όλες οι αντιστασιακές ομάδες, μεγάλες και μικρές) αφαιρείται από το ιστορικό πλαίσιο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τοποθετείται πλάι στον αντιδικτατορικό αγώνα και το Πολυτεχνείο; Θα μπορούσε η Εθνική Αντίσταση να μνημονεύεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της 28ης Οκτωβρίου και να προσθέσει ο νομοθέτης, στην επέτειο της 17ης Νοεμβρίου,  εκτός του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα, και την περίοδο 1949-1967 ως περίοδο ελλειμματικής δημοκρατίας (σαφώς προτιμότερης, πάντως, από τη σταλινική λαϊκή δημοκρατία υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη) η οποία και οδήγησε στην επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος και να συνδεθεί με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, Κύπρος η οποία και κατέβαλλε το μέγιστο των τιμημάτων για την δημιουργία δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα. Συνιστά αυθαιρεσία να μετατοπίζεται η χρονική σειρά ιστορικών γεγονότων λόγω ιδεολογικής νομιμοφροσύνης.

ΥΓ: Είμαι υπόχρεος στην Α.Π. για τις οξυδερκείς και εύστοχες παρατηρήσεις της.

 

 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Ιωάννης Σ. Λάμπρου | Tagged , , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σκέψεις περί σημαιοφόρων

Fake news και εκκλησιαστικές τροπολογίες

του Σωτήρη Μητραλέξη

Βασική αρχή κάθε θέματος είναι ότι πάντοτε φταίει ο παπάς. Κρούσμα fake news παρουσιάστηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», όπου σε άρθρο της (Ο Αθως, ο ΕΝΦΙΑ και τα Θρησκευτικά) η κα. Ξένια Κουναλάκη ενημέρωσε τους αναγνώστες της εφημερίδας πως προωθείται φοροαπαλλαγή για κάτι που είναι… ήδη φοροαπηλλαγμένο (χωρίς να διερωτηθεί πώς στο καλό γίνεται αυτό!), θέμα που με κάποιον περίεργο τρόπο κατάφερε να το συνδέσει με το μάθημα των θρησκευτικών και με διάφορες χαριτωμενιές («Φυσικά, είναι αστείο να στηλιτεύει κανείς την πελατειακή σχέση πολιτικού προσωπικού και Εκκλησίας στη χώρα μας. Είναι σαν να διαμαρτύρεται για τη ζέστη στην Ελλάδα. Μοιάζει με φυσικό φαινόμενο.» – «Η Καθημερινή», 29/07/2017).

Στο θέμα μας, σύμφωνα με το άρθρο της κας Κουναλάκη, μέχρι σήμερα οι κτήσεις μονών του Αγίου Όρους εκτός Αγίου Όρους κατέβαλαν φορολογικές υποχρεώσεις σχετιζόμενες με την ιδιοκτησία του ακινήτου, όμως χάρη σε αυτήν την τροπολογία, εάν περνούσε, θα φοροαπαλλάσσονταν.

Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα είναι περίπου η αντίστροφη!

Γενικώς, τα ισχύοντα μέχρι στιγμής:

Αν και δεν είναι άμεσα σχετικό με το θέμα μας, σημειώνουμε ότι οι ευκτήριοι οίκοι (δηλαδή οι ίδιες οι εκκλησίες) κάθε γνωστής θρησκείας και δόγματος δεν έχουν υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ (όπως άλλωστε μια σειρά από άλλα πρόσωπα, π.χ. σπίτια προξένων, ιδιωτικοί φορείς που δεν εντάσσονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση μορφωτικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, αθλητικού, θρησκευτικού, φιλανθρωπικού και κοινωφελούς σκοπού ή παραχωρούνται δωρεάν στο Δημόσιο και άλλα — νόμος 4223/2013 άρθρο 3). Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως (και καλώς ισχύει, θα ήταν απολύτως ανεφάρμοστο αν οι ίδιοι οι ναοί ως χώροι, ενίοτε του 11ου ή του 14ου αιώνος, είχαν υποχρέωση ΕΝΦΙΑ — και ακριβώς έτσι γίνεται σε σωρεία άλλων κρατών). Το θέμα μας όμως εδώ δεν είναι οι ευκτήριοι οίκοι, αλλά άλλου τύπου ιδιοκτησίες.

Καλώς και ούτως ή άλλως, μέσα στο ίδιο το Άγιον Όρος, τη χερσόνησο, δεν υπάρχει ΕΝΦΙΑ, κάτι που όντως σχετίζεται με το συνταγματικό καθεστώς του.

Κακώς, ο νόμος 4223/2013 άρθρο 3 δίδει φοροαπαλλαγή και σε κτήσεις τον Μονών του Αγίου Όρους εκτός αυτού, ανεξαρτήτως του εάν είναι ευκτήριοι οίκοι: αν, επί παραδείγματι, η τάδε μονή έχει το δείνα ακίνητο στο Άστρος Κυνουρίας, το οποίο νοικιάζει σε σούπερ-μάρκετ και λαμβάνει το κέρδος/μίσθωμα, το ακίνητο αυτού του σούπερ-μάρκετ απαλλάσσεται από υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ! Αυτό, όμως, ίσχυε και πριν την υπό συζήτηση τροπολογία. Περιγράφει την κατάσταση έως σήμερα.

Θυμίζουμε ότι τα παραπάνω ισχύουν μόνο για τις Μονές του Αγίου Όρους, όχι για την Εκκλησία της Ελλάδος που αθροιστικά πληρώνει πάνω από 10.000.000 ευρώ ετησίως ΕΝΦΙΑ ούτε για την Εκκλησία της Κρήτης ή τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.

Ποια είναι, λοιπόν, η ιστορία με την τροπολογία; Ο νόμος 4223/2013 για τον ΕΝΦΙΑ και συγκεκριμένα το άρθρο 3 ορίζει ως εξαιρετέες «τις υποκείμενες στο ειδικό συνταγματικό καθεστώς Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, κείμενα εντός ή εκτός αυτού»: διευκρινίζει δηλαδή πως, καλώς ή κακώς, αναφέρεται σε ό,τι ανήκει στις Μονές του Αγίου Όρους, ακόμη κι εκτός αυτού.  Παρόμοια πρόνοια όμως δεν υπήρχε στους νόμους-«προγόνους» του ΕΝΦΙΑ, 3634/2008 (ΕΤΑΚ-«χαράτσι») και 3642/2010 (Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας), που αναφέρουν απλώς «το Άγιον Όρος» — παρά τη μικρή διαφορά της διατύπωσης, στην ερμηνεία/πράξη ίσχυε το ίδιο καθεστώς όπως αποτυπώνεται καθαρότερα στον νόμο ΕΝΦΙΑ του 2013, δηλαδή (κακώς) απαλλάσσονταν από ΕΝΦΙΑ και τα (μη θρησκευτικής χρήσεως) ακίνητα των Μονών ακόμα και εκτός Όρους.

Τι γίνεται λοιπόν;

Σύμφωνα με πληροφορίες, εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα εκτός Αγίου Όρους, άσχετα με το Όρος, έχουν προσφύγει στο ΣτΕ, ζητώντας κι εκείνα απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ επί τη βάσει της ίσης μεταχείρισης (4 και 13 του Συντάγματος): «αφού οι μη-εκκλησιαστικές κτήσεις εκτός Αγίου Όρους ακόμα και εάν δεν χρησιμοποιούνται για θρησκευτικό σκοπό, δεν πληρώνουν, εμείς γιατί να πληρώνουμε;» Διότι ναι μεν το ιδιαίτερο, φορολογικό και άλλο, καθεστώς του Αγίου Όρους είναι κατοχυρωμένο συνταγματικά με το άρθρο 105 του Συντάγματος, αυτό όμως αφορά το γεωγραφικώς κατανοημένο Άγιο Όρος: ό,τι βρίσκεται μετά στην Ουρανούπολη και την Ιερισσό. Για τα εκτός τα ανήκοντα… εντός, δεν ισχύουν αυτονόητα οι προβλέψεις του 105.

Οπότε, σύμφωνα με τη λογική της προσφυγής, όταν το άρθρο 105 Συντάγματος που μιλά για ιδιαίτερο καθεστώς του «Αγίου Όρους», καθώς και οι νόμοι του 2008 και του 2010 όταν αναφέρονται στο «Άγιον Όρος», εννοούν… την χερσόνησο του Αγίου Όρους, όχι ό,τι ανήκει στις Μονές του, ακόμα και εάν κείται εκτός αυτού. Εάν ο νομοθέτης επεκτείνει την απαλλαγή και για τα ακίνητα εκτός αυτού και ακόμα και εάν δεν έχουν θρησκευτική χρήση, τότε το προνόμιο δεν απορρέει από το άρθρο 105 Συντάγματος — σύμφωνα με την προσφυγή — οπότε οφείλει να επεκτείνεται και στα λοιπά εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα άσχετα με το Όρος, κατά την άποψη, πάντοτε, του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου που προσέφυγε στο ΣτΕ.

Παράλληλα, άλλες πηγές μεταφέρουν ότι η τοπική ΔΟΥ απειλεί τις Αγιορειτικές Μονές με αναδρομική επιβολή ΕΤΑΚ και ΦΜΑΠ που κακώς «ξέχασε» και δεν τους επέβαλε, αφού οι νόμοι του 2008 και του 2010 δεν εξαιρούν σαφώς και ειδικώς και τις εκτός Αγίου Όρους κτήσεις των Μονών του, εξαίρεση που θεωρείτο μέχρι σήμερα ως η αυτονόητη ανάγνωση.

Η έκδοση δικαστικής απόφασης εκκρεμεί. Τρέχουν, λοιπόν, με την τροπολογία οι βουλευτές να συμπληρώσουν εκ των υστέρων διευκρίνηση στους προηγούμενους νόμους του 2008 και του 2010, ώστε να προλάβουν το (θεωρητικά υπαρκτό, ασχέτως αν είναι πιθανό) ενδεχόμενο να κρίνει το ΣτΕ πως ναι, όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα παντού πρέπει για λόγους θρησκευτικής ισότητας να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ και ότι η απαλλαγή των Μονών του Αγίου Όρους για τα ακίνητά του εκτός της χερσονήσου του δεν θεμελιώνεται στο 105 Συντάγματος, με επιχείρημα ότι δεν περιείχαν τέτοια απαλλαγή δεν προέβλεπαν οι νόμοι του 2008 και του 2010. Στόχος της τροπολογίας είναι να προβλέπεται παντού στην φορολογική νομοθεσία ότι ο νομοθέτης δεν εννοεί με τον όρο «Άγιον Όρος» την αθωνική χερσόνησο, αλλά, όπως αποσαφηνίζει ο νόμος του 2013, τις Μονές του και ό,τι τους ανήκει εντός ή εκτός αυτού.

Η τροπολογία, παράλληλα, ενδεχομένως να είχε ως στόχο και να μην συμβεί κάποιο «ατύχημα» στο ΣτΕ και καταλήξουν τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της επικράτειας (π.χ., της Εκκλησίας της Ελλάδος) να κραδαίνουν απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ που αυτή τη στιγμή πληρώνουν!

Οπότε, με την τροπολογία όχι μόνο δεν θα υπήρχε καινούργια ζημιά που θα προκληθεί στο δημόσιο, όπως κατά αλλόκοτη φαντασία γράφει η κα Κουναλάκη, αφού καλώς ή κακώς τα εκτός Όρους ακίνητα του Όρους (αλλά όχι γενικώς τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα!) ήδη απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ ακόμα και για μη θρησκευτικής χρήσης ακίνητα, αλλά η τροπολογία πήγαινε να προλάβει το ενδεχόμενο…. συνολικής απαλλαγής των φορέων της Εκκλησίας (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου) από τον ΕΝΦΙΑ!

Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι (ίσως και λόγω της από αρκετές πλευρές δημοσιογραφικής πίεσης στον ΣΥΡΙΖΑ για την τροπολογία;) η τροπολογία τελικά δεν πέρασε, ναυάγησε (αν και ενδέχεται να επιστρέψει σε νέα προσπάθεια): με αποτέλεσμα να είναι, θεωρητικά, έκθετο το Δημόσιο στον παραπάνω (όχι και πολύ πιθανό, είναι η αλήθεια) περιγραφόμενο κίνδυνο.

Όμως, η πραγματικότητα μοιάζει να είναι κάπως πιο περίπλοκη, και δεν γνωρίζω εάν θα είχε νόημα να ερωτηθούν διευκρινιστικά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές βουλευτές, αφού έχουν γράψει μια ό,τι να ‘ναι αιτιολογική έκθεση και Κύριος οίδε τι θα ήξεραν να απαντήσουν. Διότι τα προβλήματα της ερμηνείας, που κυκλοφόρησε ευρύτατα στη δημόσια σφαίρα διαφαίνονται ακόμα και από μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου της τροπολογίας και της εισηγητικής εκθέσεως, άνευ άλλων πληροφοριών: αφού «οι διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή» εάν τυχόν είχαν εκδοθεί πράξεις καταλογισμού φόρου και αφού «βάσει των ισχυουσών ρυθμιστικών διατάξεων» οι Μονές και τα εκτός Όρους ανήκοντα σε αυτές απαλλάσσονταν ήδη από τον ΕΝΦΙΑ, δεν αναρωτήθηκε κανείς τι στο καλό νομοθετεί τελικά αυτή η τροπολογία, πριν το συμπέρασμα ότι αναδρομικά νομοθετεί νέες, επιπρόσθετες φοροαπαλλαγές;

Το ζήτημα της συγκεκριμένης «διευκρινιστικής» τροπολογίας (που δεν είναι η απαλλαγή ΕΝΦΙΑ για τις εκτός Όρους κτήσεις του Όρους, αφού προηγείται αυτής -νόμος 4223/2013- και συνιστά διακριτό θέμα) θα αφορούσε μόνο μια μικρή ομάδα περίεργων, που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, εάν δεν εμφανιζόταν ως ενδεικτική μιας γενικότερης τάσης για έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης όλων των θεμάτων σχέσεων εκκλησίας-κράτους, στα οποία το fact checking δεν καταλαμβάνει την απόλυτη προτεραιότητα, εάν μπορεί να εξαχθεί χωρίς αυτό το συμπέρασμα ότι «φταίει ο παπάς». Όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα, κατά το «λύκος, λύκος», αυτό διασφαλίζει μόνον ένα πράγμα: ότι δεν θα υπάρξουν ευήκοα ώτα όταν όντως θα φταίει.

*Πρώτη εκδοχή δημοσιεύθηκε στο Unfollow.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις | Tagged , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Fake news και εκκλησιαστικές τροπολογίες

Παρουσίαση βιβλίου / Μεσαιωνικές Διεθνείς Σχέσεις, Τρίτη 18 Ιουλίου 19:30

Το ΙΝΣΠΟΛ παρουσιάζει το βιβλίο του Μάριου Νοβακόπουλου,

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Βυζαντινό και Δυτικό Σύστημα, 1054-1180

Με τον συγγραφέα θα συζητήσει ο Σωτήρης Μητραλέξης, ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester & επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη.

Τρίτη 18 Ιουλίου, 19.30 στο Βιβλιοπωλείο Εν Πλω,

Εμπορικό Κέντρο ATRIUM, Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ, προαιρετική συμβολή 2 ευρώ

Facebook event

Σύνοψη

Η ανά χείρας μελέτη αναλύει συγκριτικά και παράλληλα τα δύο πολιτικά και πολιτισμικά μισά της μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, το σύστημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας και το αντίστοιχο το λατινικού-φραγκογερμανικού κόσμου, με επίκεντρο την Παποσύνη και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Την παρουσίαση της εσωτερικής δομής και ιδεολογίας τους ακολουθεί η εξιστόρηση των διμερών επαφών την περίοδο των πρώτων Σταυροφοριών, συγκεκριμένα από το Σχίσμα (1054) μέχρι το θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1180). Τέλος γίνονται στρατηγικές παρατηρήσεις επί της περιόδου, αποπειράται η ερμηνεία των συστημάτων και γεγονότων βάσει της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, μεταξύ άλλων και της ιδέας περί συγκρούσεως των πολιτισμών.

Posted in Uncategorized | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παρουσίαση βιβλίου / Μεσαιωνικές Διεθνείς Σχέσεις, Τρίτη 18 Ιουλίου 19:30