Μόνοι Μας

‘Αρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στα Νέα της 3ης Μαρτίου 2020 με θέμα την μεταναστευτική κρίση

Βασική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα τα τελευταία 20 χρόνια, είναι η «διεθνοποίηση» των διμερών προβλημάτων με την Τουρκία. Αυτή η αρχή εφαρμόστηκε αρχικά με επιφυλακτικότητα, για να οδηγήσει σταδιακά, και την τελευταία δεκαετία ολοένα και πιο έντονα, στην υπέρμετρη αισιοδοξία ότι η Ελλάδα θα μπορούσε ακόμα και να αντικαταστήσει την Τουρκία ως προνομιακό εταίρο της Δύσης στην περιοχή.

Αυτό βέβαια είχε να κάνει λιγότερο με τις πράξεις της Ελλάδας – που τα τελευταία δέκα χρόνια έχει υποστεί καθίζηση σε όλους τους δείκτες ισχύος της – και πιο πολύ με το ότι ο Ερντογάν ακολουθούσε στρατηγική έντασης με την Δύση. Σε όποια περίπτωση, η Ελλάδα μέχρι πριν ένα μήνα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι η Τουρκία είναι «διεθνώς απομονωμένη», αν και η στήριξη που βρήκαμε σε ζητήματα όπως οι γεωτρήσεις ή το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν μηδαμινή.

Αν όμως υπήρχαν ακόμα ελπίδες ότι η «διεθνοποίηση» των διμερών μας προβλημάτων μπορεί να συνετίσει τον Ερντογάν, αυτές κατέρρευσαν τις τελευταίες ημέρες, όπου η αντίδραση των εταίρων στον εκβιασμό της Τουρκίας στο μεταναστευτικό ήταν απογοητευτική. Στην συνάντηση του ΝΑΤΟ για την Συρία το κύριο μέλημα των συμμάχων ήταν να στηρίξουν την Τουρκία έναντι της Ρωσίας στο Ιντλίμπ αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στις υποχρεώσεις της στο μεταναστευτικό. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι ΗΠΑ εξετάζουν τώρα την παροχή πυραυλικών συστημάτων στην Τουρκία για να αντιμετωπίσει την ρωσική υπεροπλία στην Συρία.

Οι πιο θλιβερές δηλώσεις όμως ήρθαν –  από πού αλλού; – από την Γερμανία, όπου η υπουργός άμυνας Κραμπ-Κάρενμπαουερ και ο πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Μπούντεσταγκ Νόρμπερτ Ρέτγκεν κατηγόρησαν ως υποκινητή της νέας κρίσης την…Ρωσία! Ο Ρέτγκεν μάλιστα αποκάλεσε τον εκβιασμό Ερντογάν «μια κραυγή αγωνίας η οποία υποδηλώνει ότι η Τουρκία θέλει να εγκαταλείψει την Ρωσία και να επιστρέψει στην Δύση»!

Ποιος είναι άρα «απομονωμένος»; Η Τουρκία, που εμπαίζει ατιμώρητη την Δύση; Ή η Ελλάδα, που τα τελευταία χρόνια έχει κάνει την εξωτερική της πολιτική παράρτημα των στρατηγικών, διπλωματικών και ενεργειακών προτεραιοτήτων τρίτων με μηδενικό αντίκρισμα; Και έχοντας ακυρώσει μάλιστα κάθε εναλλακτική – ας θυμηθούμε την δημόσια ρήξη με την Ρωσία μετά την συμφωνία των Πρεσπών, από την οποία οι ελληνορωσικές σχέσεις ακόμα δεν έχουν συνέλθει.

Κάποιος θα αντέτεινε ότι η Ελλάδα δεν είχε εξαρχής επιλογές. Αυτό δεν δικαιολογεί όμως την μαλθακότητα και τον εφησυχασμό. Mε την Τουρκία και την Ρωσία ξανά σε φάση αντιπαλότητας σε Λιβύη και Συρία, ήταν λογικό ο Ερντογάν να εκβιάσει την Δύση με δέλεαρ την εγκατάλειψη της συμμαχίας με την Ρωσία. Καθώς ο κύριος μοχλός πίεσης που έχει είναι το μεταναστευτικό, η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι πλήρως προετοιμασμένη για την διαχείρισή του ως στρατηγικής απειλής. Αντί αυτού είδαμε τις εικόνες διάλυσης σε Λέσβο και Χίο αρχικά και στον Έβρο σήμερα.

Το δίδαγμα αυτής της αποτυχίας δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται συμμαχίες. Αυτές είναι απαραίτητες, αλλά στον σημερινό κόσμο της υποχώρησης της Δύσης και του αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, «συμμαχίες» σημαίνει πολυσχιδής και αντισυμβατική διπλωματία, κυνική εκμετάλλευση των ανασφαλειών παραδοσιακών συμμάχων, και ανάπτυξη νέων σχέσεων ακόμα και σε περιοχές όπου η Ελλάδα δεν είχε ιστορικά ενεργή παρουσία.

Ακόμα και αν αυτά γίνουν στο εξωτερικό όμως, δεν μπορούν ποτέ να είναι υποκατάστατο για όσα πρέπει να γίνουν στο εσωτερικό: συνολική αλλαγή νοοτροπίας, θεσμικής λειτουργίας και παραγωγικού προτύπου. Εδώ που βρισκόμαστε, οτιδήποτε λιγότερο από μια εκ βάθρων αλλαγή στις σχέσεις κράτους-κοινωνίας, και κυρίως στην νοοτροπία με την οποία και οι δυο αυτοί πόλοι λειτουργούν, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Posted in Uncategorized

Πώς να είσαι ένας μη-φιλελεύθερος αντι-σοσιαλιστής συντηρητικός. Roger Scruton

κατάλογος

 

Μετάφραση: Δημήτρης Βερδελής

Επιμέλεια-διορθώσεις: Ομάδα συνεργατών του ΙΝΣΠΟΛ.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καλό φίλο Δημήτρη Βερδελή για την όμορφη αυτή πρωτοβουλία και στον Λ.Κ. για την υπομονή και τον χρόνο που αφιέρωσε στην επιμέλεια του κειμένου.

 

Οι μεταπολεμικοί διανοούμενοι έχουν κληρονομήσει δύο σημαντικά συστήματα πολιτικής σκέψης με τα οποία ικανοποιούν τη λαγνεία τους για το δόγμα: φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός. Το γεγονός ότι, ακόμα και στην Ανατολική Ευρώπη, η «παγκόσμια σύγκρουση» που κράτησε για εβδομήντα χρόνια ειδώθηκε συχνά σε σχέση με την αντίθεση μεταξύ αυτών των συστημάτων μαρτυρεί την ανθεκτικότητα αυτής της νοοτροπίας διχοτόμησης.    Και επειδή πρόκειται για συστήματα, συχνά υποτίθεται ότι διαθέτουν οργανική ενότητα – ότι δεν μπορείτε να ασπαστείτε κάποιο μέρος ενός από αυτά χωρίς να το ασπαστείτε ολόκληρο. Αλλά ας πούμε εξαρχής ότι από την άποψη των σημερινών μας δεινών, τίποτα δεν είναι πιο προφανές για αυτά τα συστήματα από το γεγονός ότι είναι, ως προς τις προϋποθέσεις τους, ουσιαστικά τα ίδια.

Το κάθε σύστημα προτείνει μια περιγραφή της κατάστασής μας και μια ιδανική λύση για αυτήν, με όρους κοσμικούς, αφηρημένους, καθολικούς που διέπονται από την αρχή της πολιτικής ισότητας. Το κάθε ένα βλέπει τον κόσμο με «αποϊεροποιημένους» όρους, με όρους που, στην πραγματικότητα, δεν αντιστοιχούν σε μια διαρκή κοινή ανθρώπινη εμπειρία, αλλά μόνο στα ψυχρά, αποστεωμένα ερμηνευτικά παραδείγματα που στοιχειώνουν τους εγκεφάλους των διανοουμένων. Και τα δύο είναι αφηρημένα, ακόμη και όταν ισχυρίζονται ότι δίνουν μια θέαση της ανθρώπινης ιστορίας. Η ανθρώπινη ιστορία, όπως και η φιλοσοφία, αποσπάται από τη συγκεκριμένη συνθήκη του ανθρώπινου παράγοντα και, μάλιστα, στην περίπτωση του μαρξισμού,  φτάνει στο σημείο να αρνείται την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης  πράξης , προτιμώντας να βλέπει τον κόσμο ως συρροή απρόσωπων δυνάμεων. Οι ιδέες με τις οποίες οι άνθρωποι ζουν και βρίσκουν την τοπική τους ταυτότητα – ιδέες πίστης, χώρας ή έθνους, θρησκείας και χρέους – όλα αυτά είναι, για τον σοσιαλιστή, απλή ιδεολογία, και για τον φιλελεύθερο, θέματα «ιδιωτικής» επιλογής, σεβαστά από το κράτος μόνο επειδή δεν μπορούν να έχουν πραγματική σημασία στο κράτος.

Μόνο σε λίγα μέρη στην Ευρώπη και την Αμερική μπορεί κάποιος να αυτό-αποκαλείται συντηρητικός και να περιμένει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Επομένως, το πρώτο καθήκον του συντηρητισμού είναι να δημιουργήσει μια γλώσσα στην οποία ο όρος «συντηρητικός» δεν θα είναι πλέον υβριστικός. Αυτό το καθήκον είναι μέρος ενός άλλου, και μεγαλύτερου εγχειρήματος: του  εξαγνισμού της γλώσσας από την ύπουλη συνθηματοποίηση που την κατέλαβε . Δεν πρόκειται για απλό εγχείρημα  . Πράγματι, συνιστά, κατά μία έννοια, το σύνολο της πολιτικής.

Όπως οι κομμουνιστές συνειδητοποίησαν από την αρχή, ο έλεγχος της γλώσσας είναι ο έλεγχος της σκέψης – όχι της πραγματικής σκέψης, αλλά των δυνατοτήτων της σκέψης.

Οι γονείς μας σκέφτονταν με όρους θεμελιακών διχοτομιών, εν μέρει εξαιτίας των επιτυχημένων προσπαθειών των κομμουνιστών, οι οποίες ευνοήθηκαν από ένα παγκόσμιο πόλεμο τον οποίο οι κομμουνιστές επιτάχυναν.  Αριστερά-δεξιά, κομμουνιστής-φασίστας, σοσιαλιστής-καπιταλιστής και ούτω καθεξής. Αυτοί ήταν οι «όροι συζήτησης» που κληρονομήσαμε. Στο βαθμό που δεν είσαι «στην Αριστερά», υπονοούσαν, τότε σε αυτό το βαθμό είσαι «στην Δεξιά». Στον βαθμό που δεν είσαι κομμουνιστής, τότε τόσο πλησιέστερα βρίσκεσαι στο φασισμό. Εάν δεν είσαι σοσιαλιστής, τότε είσαι συνήγορος του «καπιταλισμού», ως οικονομικού και πολιτικού  συστήματος .

Αν υπάρχει μια βασική διχοτομία που μας φέρνει αντιμέτωπους  αυτή τη στιγμή, είναι μεταξύ ημών – των κληρονόμων  των σωζομένων τμημάτων του Δυτικού Πολιτισμού  και της δυτικής πολιτικής σκέψης – και των κομιστών των διχοτομιών. Δεν υπάρχει τέτοια αντίθεση όπως αυτή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, ή μεταξύ κομμουνισμού και φασισμού. Υπάρχει απλώς μια αιώνια συμμαχία μεταξύ εκείνων που σκέφτονται  με όρους διχοτομιών και ετικετών – αν και πρόκειται για μια «συμμαχία των φαύλων», οι οποίοι  είναι πάντα έτοιμοι να παραβιάσουν τους όρους που τους δεσμεύουν -. Είναι το νέο στυλ της πολιτικής, η επιστήμη που έχει αντικαταστήσει στην πραγματικότητα την «πολιτική» όπως ήταν πάντοτε γνωστή. Είναι ένας κόσμος «δυνάμεων» και «κινημάτων «. Ο κόσμος με τη μορφή που γίνεται αντιληπτός από αυτά τα παιδαριώδη μυαλά βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση αναταραχής και σύγκρουσης, προχωρώντας τώρα προς την αριστερά, τώρα προς τα δεξιά, σύμφωνα με τις πρόχειρες προβλέψεις  του τάδε ή του δείνα θεωρητικού του κοινωνικού πεπρωμένου του ανθρώπου. Πάνω απ ‘όλα, το διχοτομικό μυαλό έχει ανάγκη από ένα σύστημα. Επιδιώκει μια  θεωρητική αποτύπωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης του ανθρώπου, από την οποία να προκύπτει ένα δόγμα που θα απαντά σε κάθε ουσιώδη περίσταση.

Κάθε ένα από αυτά τα δύο συστήματα  είναι επίσης παγκόσμιο. Ο διεθνής σοσιαλισμός είναι το δηλωμένο ιδανικό των περισσότερων σοσιαλιστών. Ένας διεθνής φιλελευθερισμός είναι η άδηλη τάση των φιλελεύθερων.  Κανένα από τα δύο συστήματα δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι άνθρωποι ζουν, όχι με καθολικές προσδοκίες αλλά με τοπικούς δεσμούς,  όχι από μια «αλληλεγγύη» που εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο από τη μια άκρη στην άλλη, αλλά από υποχρεώσεις που κατανοούνται με όρους που διακρίνουν τους ανθρώπους από τους περισσότερους από τους συνανθρώπους τους – με όρους όπως η εθνική ιστορία, η θρησκεία, η γλώσσα και τα έθιμα που παρέχουν νομιμοποιητική βάση. Τέλος – και η σημασία αυτού δεν πρέπει ποτέ να υποτιμηθεί – τόσο ο σοσιαλισμός όσο και ο φιλελευθερισμός είναι, σε τελευταία ανάλυση, εξισωτικοί. Και οι δύο υποθέτουν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι από κάθε άποψη που σχετίζεται με   το πολιτικό τους πλεονέκτημα. Για τον σοσιαλιστή, οι άνθρωποι είναι ίσοι στις ανάγκες τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα τους παρέχονται για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Για τον φιλελεύθερο, είναι ίσοι στα δικαιώματά τους και πρέπει να είναι ίσοι σε όλα όσα επηρεάζουν την κοινωνική και πολιτική τους θέση.

Πρέπει να πω αμέσως ότι έχω περισσότερη συμπάθεια για τη φιλελεύθερη παρά για τη σοσιαλιστική θέση. Διότι βασίζεται σε μια φιλοσοφία που δεν σέβεται μόνο την πραγματικότητα του ανθρώπινου παράγοντα, αλλά προσπαθεί επίσης να συμβιβάσει την πολιτική μας ύπαρξη με τις στοιχειώδεις ελευθερίες που απειλούνται συνεχώς από αυτήν. Αλλά -όποια και αν είναι η αξία του ως φιλοσοφικό σύστημα- ο φιλελευθερισμός παραμένει, για μένα, απλά και  μόνο αυτό ένα σταθερό διορθωτικό της  συγκεκριμένης  πραγματικότητας, αλλά δεν συνιστά  μια πραγματικότητα από μόνη της. Πρόκειται για μια σκιά του φωτός της λογικής, της οποίας η ύπαρξη εξαρτάται από το τεράστιο  σώμα που εμποδίζει αυτό το φως, το σώμα της συγκεκριμένης πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου.

Αυτή η συγκεκριμένη πολιτική ύπαρξη αψηφά τα τέσσερα αξιώματα του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού. Δεν είναι κοσμική, αλλά πνευματική, ούτε αφηρημένη, αλλά συγκεκριμένη, όχι παγκόσμια αλλά ιδιαίτερη, και όχι ισότιμη αλλά γεμάτη από ποικιλότητα, ανισότητα, προνόμια και εξουσία. Και έτσι πρέπει να είναι. Λέω ότι είναι πνευματική, γιατί πιστεύω ότι ο κόσμος όπως τον καταλαβαίνει ο άνθρωπος – ο κόσμος της ζωής (Lebenswelt) – του δίνεται με όρους που φέρουν το ανεξίτηλο αποτύπωμα υποχρεώσεων που ξεπερνούν την κατανόησή του. Γεννιέται σε έναν κόσμο που τον καλεί να κάνει θυσίες, και ο οποίος του υπόσχεται ασαφή ανταμοιβή. Αυτός ο κόσμος είναι συγκεκριμένος-δεν μπορεί να περιγραφεί στην αφηρημένη ανιστορική γλώσσα του σοσιαλιστή ή φιλελεύθερου θεωρητικού χωρίς να αφαιρεθεί το δέρμα της σημασίας που τον καθιστά αντιληπτό. Ο κόσμος του σοσιαλιστή και ο κόσμος του φιλελεύθερου είναι σαν τους νεκρούς σκελετούς, από τους οποίους έχει αφαιρεθεί το ζωντανό δέρμα. Αλλά αυτός ο πραγματικός, ζωντανός, κοινωνικός κόσμος είναι ένα ιδιαίτερο πράγμα, ένα ζωτικό πράγμα και πρέπει, εάν πρόκειται να ανθίσει, να κατανείμει τη ζωή του με διαφορετικό και άνισο τρόπο στα διάφορα μέρη του. Η αφηρημένη ισότητα του σοσιαλιστή και του φιλελεύθερου δεν έχει θέση σε αυτόν τον κόσμο και θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα μόνο με την διεκδικητική επιβολή ελέγχων τόσο τεράστιων που θα αυτοκαταστρέφονταν.

Προκειμένου να δικαιολογήσει και μάλιστα να κερδίσει τον πόλεμό του με την πραγματικότητα, ο διανοητικός νους έχει αναπτύξει μια εκμηδενιστική γλώσσα για να τον περιγράψει. Όλες οι πολιτικές πραγματικότητες περιγράφονται ανιστορικά, σαν να μπορούσαν να εγκαθιδρυθούν  οπουδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Έτσι, το συγκεκριμένα  πολωνικό φαινόμενο της «Αλληλεγγύης» συμπιέζεται στις αφηρημένες μορφές που υπαγορεύονται από τη θεωρία της «φιλελεύθερης δημοκρατίας». Θεωρείται ακόμη και ως ένα είδος σοσιαλισμού, ειδικά από γάλλους διανοούμενους για τους οποίους τίποτα δεν είναι καλό αν δεν μπορούν να του αποδώσουν σοσιαλιστικό όνομα. Το παράδειγμα είναι ασήμαντο. Αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, πρέπει να αναζητήσουμε μια γλώσσα που να είναι σχολαστική σε ο, τι αφορά τον ανθρώπινο κόσμο.

Μια γενικότητα, ωστόσο, είναι χρήσιμη για μας, ακριβώς επειδή, πίσω από αυτήν, κρύβονται χιλιάδες ιδιαιτερότητες. Αναφέρομαι στην ιδέα της νομιμότητας. Πρέπει να επαινέσουμε ιδιαιτέρως τους φιλελευθέρους διότι προσπάθησαν να παράσχουν μια εναλλακτική ιδέα νομιμότητας – με την οποία θα αμφισβητούσαν τα ιστορικά δικαιώματα που θα απαλείφονταν  από τον θρίαμβο του συστήματος τους. Η πρώτη και η τελική καταδίκη του κομμουνισμού είναι ότι απέρριψε ολόκληρη την ιδέα της νομιμότητας με ένα σκοτεινό και ηχηρό γέλιο. Το μέλημά μου δεν είναι να διαφωνήσω με τους φιλελεύθερους, μερικές από τις ιδέες των οποίων πρέπει τελικά να ενσωματωθούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία νόμιμης διακυβέρνησης. Θα ήθελα μόνο να προτείνω μια μη-φιλελεύθερη εναλλακτική, που θα είναι απαλλαγμένη από το μόλυσμα της θεωρίας.

Μεταξύ των πολυάριθμων διχοτομιών που έχουν κονιορτοποιήσει τη σύγχρονη ευφυία, -εξαιτίας, υποθέτω  του Weber-  η διχοτομία μεταξύ νομιμοποίησης και νομιμότητας, μεταξύ «παραδοσιακών» και «νομικά-ορθολογικών» τρόπων εξουσίας, είναι η πιο επιζήμια. Μόνο αν ο νόμος  παρερμηνευθεί ως σύστημα αφαίρεσης, η νομιμότητα μπορεί να θεωρηθεί ως μια εναλλακτική λύση – και όχι ως μια συγκεκριμένη πραγματοποίηση – της νομιμοποίησης. Αλλά ο αφηρημένος νόμος στερείται, για τον λόγο αυτό, διαρκούς δύναμης.

Η νομιμοποίηση είναι, απλά, το δικαίωμα άσκησης της πολιτικής διοίκησης. Και αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την άσκηση του νόμου. Τι αποδίδει αυτό το δικαίωμα σε έναν λαό; Κάποιοι θα έλεγαν η «επιλογή» τους. Αλλά αυτή η ιδέα παραβλέπει το γεγονός ότι έχουμε μόνο τα πιο πρωτόγονα εργαλεία με τα οποία μετριούνται οι επιλογές, και αυτές οι επιλογές αφορούν μόνο τα πιο τυχαία πράγματα. Εκτός αυτού, τι οδηγεί τους ανθρώπους να δεχτούν την «επιλογή» την οποία τους επιβάλλουν οι συνάνθρωποί τους , αν όχι μια  προϋπάρχουσα αίσθηση ότι συνενώνονται μεταξύ τους σε μια νομιμoποιημένη τάξη;

Το καθήκον του συντηρητικού είναι να βρει συγκεκριμένα τους λόγους της πολιτικής ύπαρξης και να εργαστεί για την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης σε έναν κόσμο που έχει σαρωθεί από τις πνευματικές αφαιρέσεις. Το τελικό μοντέλο μας για μια νομιμοποιημένη τάξη είναι αυτό που δίνεται ιστορικά, σε ανθρώπους που ενώνονται με την αίσθηση ενός κοινού πεπρωμένου, ενός κοινού πολιτισμού και μιας κοινής πηγής των αξιών που διέπουν τη ζωή τους.

Η φιλελεύθερη διανόηση στη Δύση, όπως και η παλιά κομμουνιστική διανόηση στην Ανατολή, αρνείται επίμονα να δεχτεί τον δεδομένο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έχει κάνει τη ζωή, και συγκεκριμένα την πολιτική ζωή, ένα είδος διανοητικού πειράματος. Βλέπει τη δυστυχία του ανθρώπου  και ρωτάει, «τι έχει πάει στραβά»; Και ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο ένα αφηρημένο ιδανικό της δικαιοσύνης θα γίνει πραγματικότητα. Ψάχνει παντού για την ενιαία λύση που θα επιλύσει τις συγκρούσεις και θα αποκαταστήσει την αρμονία παντού, είτε στον Βόρειο Πόλο είτε στον Ισημερινό. Από εκεί προέρχεται και η πλήρης αδυναμία του φιλελευθερισμού να δώσει λύση σε όσους πλήττονται από την εκνομία του ολοκληρωτισμού. Ο φιλελεύθερος ξεκινά από την ίδια υπόθεση με τον  οπαδό του ολοκληρωτισμού, δηλαδή ότι η πολιτική είναι ένα μέσο  και ο σκοπός είναι η ισότητα – όχι, στα αλήθεια η υλική ισότητα, αλλά η ηθική ισότητα, η ισότητα των «δικαιωμάτων». το απαραίτητο αποτέλεσμα αυτού του φιλελεύθερου ιδεώδους, αφού η δημοκρατία είναι η τελική πραγματοποίηση της πολιτικής ισότητας. Για τους φιλελεύθερους, ο μόνος τρόπος να αντιταχθούμε στον ολοκληρωτισμό είναι ο αργός, σταθερός εκδημοκρατισμός της κοινωνικής τάξης.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την επίκληση αυτής της ιδέας; Αλλά παραγνωρίζει το ένα, αναπόφευκτο γεγονός. Δεν βλέπω την δική μου ζωή όπως ο φιλελεύθερος επιθυμεί να δει την πολιτική ζωή. Δεν βλέπω τη δική μου ζωή ως πείραμα. Ούτε μπορώ να θεωρήσω τις υποχρεώσεις μου ως δημιουργημένες εξ ολοκλήρου από τις ελεύθερες, υπεύθυνες ενέργειές μου. Εγώ γεννήθηκα σε μια κατάσταση που δεν δημιούργησα και είμαι βεβαρημένος από την γέννησή μου με υποχρεώσεις που δεν είναι δικές μου επινοήσεις. Το βασικό μου χρέος προς τον κόσμο δεν είναι η δικαιοσύνη αλλά η ευσέβεια, και μόνο όταν αναγνωρίζω αυτό το γεγονός μπορώ να είμαι πραγματικά ο εαυτός μου. Μόνο σε σχέση με τη δεδομένη κατάστασή μου μπορώ να διαμορφώσω εκείνες τις αξίες και τις κοινωνικές αντιλήψεις που μου δίνουν δύναμη, επιτέλους, να πειραματιστώ με την ελευθερία.

Κάθε γνήσια περιγραφή του αισθήματος που έχουμε για τη νομιμότητα πρέπει να ξεκινά από την αναγνώριση ότι ο σεβασμός προηγείται της δικαιοσύνης, τόσο στη ζωή μας όσο και στη σκέψη μας, και μέχρι να προσκολληθούμε σε ένα μέρος και τους ανθρώπους και να αρχίσουμε να τους θεωρούμε ως ‘’δικούς μας’’, οι ισχυρισμοί της δικαιοσύνης και η δεισιδαιμονία της ισότητας δεν έχουν νόημα για μας. Αλλά αυτή η προσήλωση στον τόπο και στους ανθρώπους δεν είναι επιλεγμένη, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φιλελεύθερου στοχασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε είναι σχεδιασμένη στο πειραματικό πνεύμα που είναι τόσο σημαντικό για το σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Μας δίνεται, στην ίδια την υφή της κοινωνικής ύπαρξής μας. Γεννιόμαστε με υποχρεώσεις της οικογένειας και με  εμπειρία του εαυτού μας ως τμήμα ενός μεγαλύτερου συνόλου. Το να μην αναγνωρίσουμε την προτεραιότητα αυτής της εμπειρίας είναι σαν να παραδεχόμαστε την  βασική προϋπόθεση της ολοκληρωτικής σκέψης, δηλαδή ότι η πολιτική ύπαρξη δεν είναι παρά ένα μακροπρόθεσμο πείραμα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη άποψη, ακόμα δημοφιλής μεταξύ των αριστερών διανοουμένων στη Δύση, ότι το σοβιετικό σύστημα ήταν «ο σοσιαλισμός που πήγε στραβά». Αυτή η σκέψη εκφράζει ακριβώς τον σημαντικότερο πολιτικό κίνδυνο της εποχής μας, που είναι η πεποίθηση ότι η πολιτική ενέχει μια επιλογή ανάμεσα τα συστήματα, τα οποία αποτελούν μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού, έτσι ώστε ένα σύστημα μπορεί να «πάει στραβά» ενώ ένα άλλο «πηγαίνει καλά». Η αλήθεια είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι λάθος, ακριβώς επειδή πιστεύει ότι μπορεί να πάει καλά – ακριβώς επειδή βλέπει την πολιτική σαν μέσο για ένα σκοπό. Η πολιτική είναι ένας τρόπος κοινωνικής ύπαρξης, της οποίας το υπόβαθρο είναι οι δεδομένες υποχρεώσεις από τις οποίες διαμορφώνονται οι κοινωνικές μας ταυτότητες. Η πολιτική είναι μια μορφή σχέσεων που δεν αποτελεί μέσο για ένα τέλος, αλλά ένα αυτοσκοπό. Βασίζεται στις αντιλήψεις μας για το δίκαιο και οι αντιλήψεις μας για το δίκαιο ενοικούν στην αίσθηση ότι διαμορφωνόμαστε από την κληρονομιά μας.

Ως εκ τούτου, αν θέλουμε να ανακαλύψουμε ξανά τις ρίζες της πολιτικής τάξης, πρέπει να προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε τις ακούσιες υποχρεώσεις που μας προσδίδουν την πολιτική μας ταυτότητα και οι οποίες καθορίζουν ότι είναι αδύνατον ένας Πολωνός  να κυβερνηθεί από τη Μόσχα και ότι ένας κάτοικος των Νήσων Φώκλαντ, δεν μπορεί να κυβερνάται νόμιμα από το Μπουένος Άιρες.

Αξίζει να σταματήσουμε να αναφέρουμε μια άλλη και ανταγωνιστική γενίκευση   που ήταν χρήσιμη στον αριστερό φιλελεύθερο διανοούμενο στην εποχή μας, στην προσπάθειά του να εξαλείψει το παρελθόν και να βρει μια βάση για πολιτική υποχρέωση που προσβλέπει μόνο προς το παρόν και το μέλλον. Αυτή είναι η ιδέα του «λαού», ως πηγή της νόμιμης τάξης. Η ιδέα συνδυάζεται συνήθως με τη φαντασίωση ότι ο διανοούμενος έχει κάποια ιδιόμορφη ικανότητα  να ακούει και να εκφράζει τη «φωνή του λαού». Αυτή η αυταπάτη, η οποία έχει παραμείνει αναλλοίωτη από τις ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης, εκφράζει την διανοητική επιδίωξη  να επανασυνδεθεί με την κοινωνική τάξη από την οποία ο δικός του τρόπος σκέψης τον τράβηξε τόσο τραγικά. Θέλει να λυτρώσει τον εαυτό του από την «εξωτερική του θέση». Δυστυχώς, όμως, καταφέρνει να ενώσει τον εαυτό του όχι με την κοινωνία, αλλά μόνο με μια άλλη διανοητική αφαίρεση  – «τον λαό» – που σχεδιάστηκε σύμφωνα με άψογες θεωρητικές προδιαγραφές, ακριβώς για να καλύψει με ένα πέπλο την απαράδεκτη πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. «Ο λαός δεν υπάρχει». Ακόμη και αν υπήρχε, δεν θα εξουσίαζε τίποτα, δεδομένου ότι δεν θα είχε συγκεκριμένη βάση για την οικοδόμηση της νομιμότητάς του. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του λαού. Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό κανενός. Η αλήθεια, ωστόσο, προσπαθεί να  ειπωθεί  και μπορεί να βρει έκφραση, τώρα στα χείλη του ενός,  κάποια άλλη στιγμή στα χείλη κάποιου άλλου.

Σε αντίθεση με τον «λαό», το έθνος δεν είναι αφαίρεση. Είναι μια δεδομένη ιστορική πραγματικότητα. Γίνεται συγκεκριμένη και άμεση στη γλώσσα, το έθιμο, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Περιέχει μέσα του την υπόρρητη δήλωση μιας νομιμοποιημένης τάξης. Αυτό, νομίζω, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε, ακόμη και αυτοί – και αυτό περιλαμβάνει και τους περισσότερους από εμάς τώρα – που διστάζουν να υιοθετήσουν τον μονοκόμματο εθνικισμό που προέκυψε από το συνέδριο της Βιέννης και που αρχικά επέβαλε την ειρήνη, αλλά στην συνέχεια κατέστρεψε την ήπειρό μας.

Αλλά σίγουρα, θα πείτε, δεν υπάρχει άλλη πηγή νομιμότητας – η οποία  να μην απαιτεί την υποστήριξη αυτών των ευσεβών υποχρεώσεων που φαίνεται να μας δεσμεύουν τόσο πολύ επί τη βάσει τόσων λίγων; Δεν μπορούμε να βρούμε νομιμοποίηση στη δημοκρατία, που θα αντικαταστήσει μια μέρα την έκκληση προς την ευσέβεια; Αυτή είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Αλλά δύο πράγματα πρέπει να ειπωθούν ως απάντηση σε αυτό. Πρώτον, η «δημοκρατία» είναι ένας αμφιλεγόμενος όρος και κανείς δεν γνωρίζει τί στο καλό σημαίνει ή πώς να την εξασφαλίσει. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι να επιλυθούν όλα τα παράδοξα της κοινωνικής επιλογής πριν διαμορφώσουμε τις πολιτικές δεσμεύσεις μας;

Δεύτερον, αυτό που εκτιμούν οι πολίτες στη δημοκρατία δεν είναι μια περιοδική συλλογική επιλογή – γιατί τί είναι τόσο αξιοθαύμαστο στο γεγονός ότι η άγνοια της πλειοψηφίας κάθε φορά επιλέγει να καθοδηγείται από ένα νέο κόμμα, προς στόχους που δεν καταλαβαίνει καλύτερα από ό, στόχους του προηγούμενου;  Εκτιμώνται ορισμένες πολιτικές αρετές, τις οποίες σωστά συνδέουμε με τη βρετανική και αμερικανική δημοκρατία, αλλά που υπήρχαν πριν από τη δημοκρατία και θα μπορούσαν να εδραιωθούν αλλού χωρίς τη βοήθειά της. Αυτές οι αρετές είναι οι εξής:

(i) Περιορισμένη εξουσία: κανείς δεν μπορεί να ασκεί απεριόριστη εξουσία όταν τα σχέδιά του μπορούν να σβήσουν με μια εκλογή.

(ii) Συνταγματική κυβέρνηση: όμως ποιο είναι το στήριγμα του συντάγματος;

(iii) Δικαιολόγηση μέσω της συναίνεσης.

(iv) Την ύπαρξη αυτόνομων θεσμών και την  ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι   που τους καθιστά δυνατούς.

(v) Κράτος δικαίου: με άλλα λόγια, η δυνατότητα ελέγχου νομιμότητας κάθε πράξης, ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη ενός υπαλλήλου – ακόμη και όταν πρόκειται για πράξη στο όνομα της κυριαρχικής εξουσίας.

(vi) Νόμιμη αντιπολίτευση: με άλλα λόγια, το δικαίωμα να σχηματίζονται κόμματα, να δημιουργούνται πολιτικοί σχηματισμοί και να δημοσιεύονται απόψεις που αντιτίθενται στην κυβέρνηση. Και το δικαίωμα να διεκδικούμε  ανοιχτά για εξουσία.

Οι πολιτικοί θεωρητικοί είναι φυσικά εξοικειωμένοι με αυτά τα θέματα και εδώ   δεν είναι το μέρος για να τα συζητήσουμε λεπτομερώς. Αλλά αξίζει να συνοψίσουμε την εισαγωγή τους. Συνολικά, αυτά τα έξι χαρακτηριστικά της κυβέρνησης σημαίνουν όχι τη δημοκρατία, αλλά τον συνταγματικό περιορισμό. Για να το θέσουμε πιο ευθέως, υποδηλώνουν το χωρισμό του κράτους (που είναι ο τόπος της νόμιμης εξουσίας) από εκείνους που κατέχουν την εξουσία μέσω του κράτους. Όσοι ασκούν την εξουσία μπορούν να κριθούν με βάση τα ίδια τα αξιώματα που κατέχουν. Αυτό είναι σίγουρα ένα ουσιαστικό μέρος της αληθινής πολιτικής τάξης. Είναι επίσης ένα αναπόσπαστο κομμάτι μιας πλήρως επεξεργασμένης νομιμοποιημένης τάξης. Πράγματι, μπορούμε να δούμε τη νομιμοποίηση στο σύγχρονο κράτος ως αποτελούμενο από δύο μέρη: μια ρίζα, η οποία είναι η ευσεβής προσήλωση που προσελκύει τους ανθρώπους σε μια ενιαία πολιτική οντότητα. και ένα δέντρο που εξελίσσεται από τη ρίζα αυτή, η οποία είναι το κυρίαρχο κράτος, το οποίο είναι διατεταγμένο σύμφωνα με τις αρχές που έχω υποστηρίξει. Σε αυτή την κατάσταση, η εξουσία γίνεται αντικείμενο κατοχής υπό συνθήκες που την περιορίζουν και με τρόπο που την καθιστά υποκείμενη λογοδοσίας σε όσους μπορεί να υποφέρουν από την άσκησή της. Αυτό το κράτος δείχνει την πραγματική άνθηση μιας «κοινωνίας των πολιτών» – μιας δημόσιας ζωής που είναι ανοιχτή, αξιοπρεπής και εμποτισμένη με μια ενστικτώδη νομιμοποίηση. Αυτή η νομιμοποίηση μεγαλώνει και εκφράζει τη νομιμοποίηση που είναι συσσωρευμένη στη ρίζα της. Είναι αυτό το ανώτερο, ορατό τμήμα της πολιτικής νομιμότητας που καταστρέφεται τόσο προφανώς από τα πολιτικά δόγματα της εποχής μας. Αλλά η καταστροφή της είναι δυνατή, όχι τόσο από την εξάλειψη της δημοκρατίας, όσο και από την κατάπνιξη της αυθόρμητης πηγής του νόμιμου αισθήματος από το οποίο τροφοδοτείται.

Η δημοκρατία έχει βέβαια την δυνατότητα να υποστυλώσει τις έξι πολιτικές αρετές που ανέφερα. Αλλά μπορεί επίσης να τα καταστρέψει. Γιατί όλες αυτές εξαρτώνται  από το ένα πράγμα που δεν μπορεί να προσφέρει η δημοκρατία και το οποίο υπαινίσσεται το ερώτημα που έχω προσθέσει στον υπ’ αριθμόν (ii): αυθεντία -εξουσία . Τι προτρέπει τους ανθρώπους να αποδεχθούν και να δεσμεύονται από τα αποτελέσματα μιας δημοκρατικής εκλογής ή από τον ισχύοντα νόμο ή από τους περιορισμούς που ενσωματώνονται σε ένα αξίωμα; Τι εν ολίγοις, δημιουργεί το «δημόσιο πνεύμα» που έχει εξαφανιστεί από τα θεσμικά όργανα κυβέρνησης σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ευρώπης; Σίγουρα είναι ο σεβασμός – για τα θεσμικά όργανα, για τις διαδικασίες, για τις εξουσίες και τα προνόμια που πραγματικά απολαμβάνουν. Ο σεβασμός αυτός προκύπτει από την αίσθηση ότι αυτές οι εξουσίες, τα προνόμια και οι διαδικασίες αντανακλούν κάτι που είναι πραγματικά «δικό μας», κάτι που μεγαλώνει από τον κοινωνικό δεσμό που καθορίζει την κατάστασή μας. Εδώ βρίσκεται η εξουσία του πραγματικού: ότι φαίνεται ότι περιέχει μέσα του τα κατάλοιπα της αφοσίωσης και πίστης που καθορίζει τη θέση μου.

Τι είναι τώρα αληθινή νομιμότητα; Έχω ήδη υπαινιχθεί τη διάκριση μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου νόμου και υπονόησα ότι μόνο αυτός μπορεί να γεμίσει πραγματικά το κενό της νομιμοποίησης που βρίσκεται σήμερα μπροστά μας. Η παράδοση του κοινού δικαίου  αποτελεί παράδειγμα της καλύτερης μορφής του συγκεκριμένου νόμου. Οι δικαστές δημιουργούν αυτό το δίκαιο ως απόκριση στα συγκεκριμένα προβλήματα που έρχονται ενώπιον τους και στο πλαίσιο του οποίου οι αρχές αναδύονται με πολύ αργούς ρυθμούς και από την στιγμή της ανάδυσής τους υπόκεινται στην σκληρή δοκιμασία του πραγματικού. Κάθε νόμος που αποτελεί το αποτέλεσμα σοβαρών δικαστικών συλλογισμών, θεμελιωμένος  σε προηγούμενα και αρχές, φέρει τη σφραγίδα μιας ιστορικής τάξης. Διατηρεί την ικανότητά του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των ανθρώπινων συγκρούσεων και αποτελεί μια πραγματική προσπάθεια επίλυσης αυτών, αντί να υπαγορεύει μια διανοητικά ικανοποιητική λύση η οποία μπορεί να είναι μη αποδεκτή στα μέρη. Αυτός ο τύπος νόμου περικλείει την πραγματική πηγή της νομικής εξουσίας, η οποία είναι η πεποίθηση του ενάγοντος ότι θα αποδοθεί  δικαιοσύνη όχι αφηρημένα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων περιστάσεων της περίπτωσης του, και οι οποίες ίσως είναι μάλιστα μοναδικές του. Για να υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία υπό οποιαδήποτε μορφή, πρέπει να υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία. Και όταν υπάρχει δικαστική ανεξαρτησία, υπάρχει οτιδήποτε έχει ποτέ επιδιωχθεί κάτω από το λάβαρο των «δικαιωμάτων του ανθρώπου». Γιατί σε αυτό το σημείο υπάρχει η διαβεβαίωση ότι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από τη δύναμη που επιδιώκει να την σβήσει.

Υπάρχουν δύο σημαντικές απειλές για συγκεκριμένο δίκαιο. Το ένα είναι η κατάργηση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Αυτό επιτεύχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, προς το συμφέρον μιας «αφηρημένης» δικαιοσύνης – μιας «ισότητας» της ανταμοιβής – η οποία πρέπει αναπόφευκτα να έρχεται σε σύγκρουση με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η δεύτερη απειλή είναι ο πολλαπλασιασμός των γραπτών νομοθετημάτων , του νόμου μέσω διαταγμάτων: πρόκειται για δίκαιο το οποίο δημιουργείται ξανά  και ξανά σύμφωνα με τι απαιτήσεις των ανεπεξέργαστων ιδεών των πολιτικών και των συμβούλων τους. Όλοι αυτοί οι νόμοι είναι ανεπανόρθωτα  ελαττωματικοί : το Κομμουνιστικό Κόμμα στήριξε ολόκληρη την διεκδίκηση νομιμότητας στη δημιουργία τέτοιων νόμων,  εκριζώνοντας παράλληλα το μοναδικό όργανο, την νομική ανεξαρτησία – που θα μπορούσε να τους κάνει πραγματικούς νόμους και όχι στρατιωτικές διαταγές.

Ο φιλελευθερισμός ανέκαθεν εκτιμούσε τη σημασία της νομιμότητας. Αλλά η φιλελεύθερη νομιμότητα είναι μια αφηρημένη νομιμότητα που ασχολείται με την προώθηση μιας καθαρώς φιλοσοφικής ιδέας των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τι αξία έχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς τη δικαστική διαδικασία που θα τα υποστηρίξει; Και εκτός από το γεγονός ότι, στηρίζοντας την πίστη του σε αυτή την απατηλή αφαίρεση, δεν μπορεί κανείς να δώσει στον εχθρό του άλλο ένα προπύργιο κατά της αναγνώρισης της παρανομίας του;  Δεν είναι δυνατόν να πει ότι υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα – μόνο διαφορετικά δικαιώματα; (Το δικαίωμα εργασίας, για παράδειγμα, ή το δικαίωμα συμμετοχής στην ιδιοκτησία των μέσων  παραγωγής.) Αν στρέψουμε το βλέμμα μας  πίσω στη Γαλλική Επανάσταση, βλέπει κανείς πόσο εύκολο είναι να γίνει το δόγμα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ένα όργανο της πιο τρομακτικής τυραννίας. Αρκεί να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Ιακωβίνοι – να καταργήσουν τη δικαστική εξουσία και να την αντικαταστήσουν με «λαϊκά δικαστήρια». Κατόπιν, οτιδήποτε μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε, στο όνομα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ως εκ τούτου, ως απάντηση στον φιλελευθερισμό είναι απαραίτητο να εργαστούμε για την αποκατάσταση των συγκεκριμένων συνθηκών της δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος νόμος που υποστηρίζω είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που θα επιδοκίμαζε  ένας σοσιαλιστής ή  ένας φιλελεύθερος. Διατηρεί τις ανισότητες, επιδαψιλεύει προνόμια, δικαιολογεί την εξουσία. Αυτό όμως είναι και η δύναμή του. Γιατί πάντα θα υπάρχουν ανισότητες: πάντα θα υπάρχει προνόμιο και εξουσία. Αυτά δεν είναι παρά τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε πραγματικής πολιτικής τάξης. Δεδομένου ότι υπάρχουν ανισότητες, προνόμια και εξουσίες, είναι σωστό να συνυπάρχουν με το νόμο που μπορεί να τα δικαιολογεί. Αλλιώς καταλύονται αδικαιολόγητα και επίσης ανεξέλεγκτα.

 

*O Roger Vernon Scruton (1944-2020) ήταν Άγγλος φιλόσοφος και συγγραφέας.

Μεταξύ άλλων δικτυακών τόπων το παραπάνω κείμενο στην αγγλική διαθέσιμο εδώ,  https://isi.org/intercollegiatereview/howtobeanonliberalantisocialistconservative/?fbclid=IwAR0X_4Y2bNBeFZA4YryHNm7pFiDMtSYHtQcSCP2UaNYc70Q3twsVYU89As

 

Posted in Uncategorized

Άλλος ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα, ‘Αλλος στην Ευρώπη: συνέντευξη του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου στην Καθημερινή της Κυριακής, 16/2/2020

Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κρίση της δημοκρατίας; Ως μια υπαρξιακή απειλή ή ως ένα χρήσιμο εργαλείο υγιούς επανεκκίνησης, τουλάχιστον δυνητικά; 
Όταν ένα σύστημα νοσεί η κρίση αποτελεί έκκληση να προσαρμοστεί αυτό σε νέα λαϊκά αιτήματα. Υπό αυτήν την έννοια, η σημερινή κρίση της δημοκρατίας έχει την θετική διάσταση ότι θέτει το αίτημα της αλλαγής στο τραπέζι. Πέραν αυτής της συνειδητοποίησης όμως, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς πρέπει να γίνει ή τι θα ικανοποιούσε τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. 
Υπάρχει η άποψη ότι τα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας είναι συστημικού χαρακτήρα. Αφορούν πχ την θεμελιώδη αδυναμία του έθνους-κράτους, μέσα στα όρια του οποίου λειτουργεί η δημοκρατία, να διαχειριστεί προβλήματα υπερεθνικού χαρακτήρα. Ή τον ρόλο των ΜΜΕ και του διαδικτύου, που συντελεί στον κατακερματισμό της δημόσιας σφαίρας και τον αναχωρητισμό των πολιτών από την πολιτική διαδικασία. Ο λαϊκισμός αποτελεί σύμπτωμα όλων αυτών των διαδικασιών, δεν προτείνει όμως συγκεκριμένες λύσεις. Το πιθανότερο σενάριο επομένως είναι η διατήρηση αυτής της λανθάνουσας αίσθησης κρίσης της δημοκρατίας με παροδικές εξάρσεις με διάφορες αφορμές (πχ οικονομικές ή μεταναστευτικές κρίσεις).

 

Λαϊκισμός. Πώς έχει επιδράσει τα τελευταία χρόνια στα συστήματα των δυτικών χωρών; Έχει ταβάνι;

Η βασική επίπτωση του λαϊκισμού είναι ο κατακερματισμός, η πολιτική αστάθεια και η αδυναμία σχηματισμού ισχυρών κυβερνήσεων. Πλέον στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες χρειάζονται τρία ή και περισσότερα κόμματα για να σχηματιστούν κυβερνήσεις, βλέπουμε νέους και περίεργους συνδυασμούς όπως ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Πρασίνων στην Αυστρία, ενώ έχουμε παρατεταμένες περιόδους πολιτικού κενού όπως στην Ισπανία. Πλέον στις περισσότερες χώρες με ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις κυβερνούν κόμματα με ισχυρά λαϊκιστικά ή εθνοσυντηρητικά χαρακτηριστικά, όπως η Βρετανία, η Πολωνία και η Ουγγαρία. Η σύνθεση και το ιδεολογικό προφίλ της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί την εξαίρεση πανευρωπαϊκά. 

Σχετικά με το αν ο λαϊκισμός έχει ‘ταβάνι’: αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες κάθε χώρας. Είναι πιθανό κάπου να δούμε υποχώρηση του λαϊκισμού, αλλού ενίσχυσή του. Αυτό που πιστεύω είναι μη-αναστρέψιμο είναι η πολυδιάσπαση, η πολυκομματικότητα και οι ασταθείς κυβερνήσεις. Αυτό είναι πια μια μόνιμη κατάσταση που κάνει την λήψη αποφάσεων στην ΕΕ μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση.
 
Για την Ελλάδα έχει διατυπωθεί η άποψη ότι είναι η ευρωπαϊκή χώρα η οποία πρώτη ήρθε αντιμέτωπη με την έξαρση του λαϊκισμού και τις επιπτώσεις του. Ποιο κενό ήρθε να καλύψει η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και ποια είναι η «παρακαταθήκη» της για την ελληνική δημοκρατία;
Όσο περνάει ο καιρός σχηματίζω την άποψη ότι ο ελληνικός ‘αντιμνημονιακός’ λαϊκισμός ήταν ένα φαινόμενο που ναι μεν συνέπεσε αλλά ήταν θεμελιωδώς διαφορετικός από ό,τι συνέβη αλλού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, με εξαίρεση ίσως τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Λόγω της έντασης της οικονομικής κρίσης, ο δικός μας λαϊκισμός είχε κυρίως ένα αριστερό πρόσημο και στηριζόταν σε οικονομικά-υλικά αιτήματα. Αντίθετα στο εξωτερικό είδαμε σχεδόν παντού κυρίως δεξιόστροφους λαϊκισμούς με έμφαση σε ζητήματα μετανάστευσης και εθνικής κυριαρχίας.
 
Θα φανεί παράξενο, αλλά ίσως τελικά ο ελληνικός λαϊκισμός της κρίσης ήταν ένα λιγότερο δραματικό και περισσότερο παροδικό φαινόμενο σε σχέση με αυτά που ζουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήταν ένας λαϊκισμός που, μέσα από παλινδρομήσεις και περιπέτειες, απορρόφησε την λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς τελικά να ανατραπούν ούτε η θέση της χώρας στην ΕΕ ούτε το πολίτευμά της. Σε σχέση πχ με την Βρετανία που έφυγε από την ΕΕ ή την Ουγγαρία που έχει διολισθήσει σε ένα ημι-αυταρχικό πολίτευμα, η Ελλάδα διατήρησε τις σταθερές της . 
 
Αντί λοιπόν να βλέπουμε την Ελλάδα ως την πρώτη χώρα που ‘πέρασε λαϊκισμό’ , θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η Ελλάδα ακόμα δεν έχει γνωρίσει έναν λαϊκισμό πραγματικά ανάλογο με ό,τι συνέβη στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, που θα αφορά πχ την μετανάστευση, τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης και της τεχνολογικής αλλαγής στην αγορά εργασίας, ή την αλλαγή στον τρόπο ζωής και την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης που επιφέρει το άνοιγμα της οικονομίας σε επενδύσεις και διεθνείς πιέσεις. Υπό μια έννοια, η πραγματική λαϊκιστική έκρηξη ακόμα εκκρεμεί στην Ελλάδα. 
 
Γίνεται λόγος σήμερα για την ελληνική «επιστροφή στην κανονικότητα»; Ποια είναι η γνώμη σας; Σε κάθε περίπτωση, θα λέγατε ότι η Ελλάδα κινείται σήμερα κόντρα στο ρεύμα που επικρατεί στην Ευρώπη; 
Το σύνθημα της ‘κανονικότητας’ έχει ένα διττό νόημα. Από την μια μεριά υπονοεί την επιστροφή σε μια πιο ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημόσιας συζήτησης, χωρίς τις υπερβολές και την πόλωση της προηγούμενης περιόδου. Αυτό είναι κάτι που ήταν όντως αίτημα της κοινωνίας και το οποίο η νέα κυβέρνηση υπήρετει όσο οι συνθήκες της το επιτρέπουν. 
 
Το άλλο νόημα της ‘κανονικότητας’ που υπονοείται είναι η επιστροφή στις προ κρίσης πολιτικές και αξίες. Αν όμως κάποιοι ευελπιστούν στην επιστροφή στο οικονομικό και κοινωνικό φιλελεύθερο κονσένσους των πρώτων δυο μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών, φοβάμαι ότι οι εξελίξεις τους έχουν ξεπεράσει. Η οικονομική κρίση, η άνοδος της Κίνας, η μετανάστευση και οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες είναι όλες εξελίξεις που συντείνουν σε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους, προστασία των συνόρων, γενικά σε μια επαναφορά της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής έναντι της αγοράς και του εθνικού έναντι του υπερεθνικού.
 
Δεν γίνεται επομένως να συζητούμε πια για τον Τραμπ και το Μπρέξιτ σαν να είναι παροδικά φαινόμενα ή αποτελέσματα εκλογικών ‘ατυχημάτων’. Είναι γεγονότα που ήδη παράγουν αποτελέσματα στα οποία άλλωστε βλέπουμε και την νέα ηγεσία της ΕΕ να αντιδρά, με την συζήτηση περί ‘Ευρωπαίων βιομηχανικών πρωταθλητών’, ‘ψηφιακής κυριαρχίας’ και ‘γεωπολιτικής Ευρώπης’. Πλέον όλες οι μεγάλες δυνάμεις ενσωματώνουν τα λαϊκά αιτήματα για κυριαρχία, σύνορα και ρύθμιση στις εξωτερικές, οικονομικές και τεχνολογικές πολιτικές τους. Αν υπάρχει πια ‘κανονικότητα’ στην διεθνή πολιτική, εκεί πρέπει να την αναζητήσουμε
 
Νομίζω, ή τουλάχιστον ελπίζω, ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πολύ πιο συνειδητοποιημένη και καταλαβαίνει ότι οι σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια. Αυτή που εμφανίζεται πλήρως ασύγχρονη με τις διεθνείς εξελίξεις είναι η διανόηση σε πανεπιστήμια, ΜΜΕ και δεξαμενές σκέψης που παραμένει στην πλειοψηφία της προσκολημένη σε μια νοσταλγία για μια εποχή φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Posted in Uncategorized

Μπόρις, Brexit και υπερβολές

Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 17ης Δεκεμβρίου 2019

Η εκλογική νίκη του Μπόρις Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία παρουσιάστηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του ξένου τύπου με τον, γνώριμο πια, συνδυασμό κινδυνολογίας και ηθικολογίας που συνοδεύει κάθε επιτυχία αυτού που ο δημόσιος διάλογος έχει ονομάσει «λαϊκισμό». Στην περίπτωση Τζόνσον, η εκλογική του νίκη παρουσιάστηκε ως ένα ακόμα βήμα προς την κατάρρευση της δημοκρατίας στην Βρετανία, την διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. Σκωτία), την ύφεση της οικονομίας και την ρήξη με την ΕΕ.

Χωρίς να υποβαθμίζονται οι συνέπειες του Μπρέξιτ, οφείλουμε να δούμε τις πρόσφατες εξελίξεις με περισσότερη ψυχραιμία. Αυτό υπαγορεύει να αναγνωρίσουμε πχ ότι η ρητορική της καμπάνιας του Τζόνσον ήταν πολύ πιο μετριοπαθής από αυτήν του Leave στο δημοψήφισμα του 2016. Η εκστρατεία υπέρ του Μπρέξιτ τότε ήταν μια πραγματική λαϊκιστική εξέγερση που συνάρθρωσε μια σειρά οικονομικών και ταυτοτικών (βλ. μετανάστευση) αντισυστημικών αιτημάτων. Η εκστρατεία του Τζόνσον φέτος δεν παρουσίασε το Μπρέξιτ ως ευκαιρία και ιδεώδες αλλά ως εκκρεμότητα με την οποία πρέπει να τελειώνουμε («get Brexit done»).

Οφείλουμε επίσης να δούμε πίσω από την ρητορική και τα αχτένιστα ξανθά μαλλιά για να αξιολογήσουμε τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής της κυβέρνησης Τζόνσον. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι στους λίγους μήνες παραμονής του στην εξουσία, ο Τζόνσον επαναδιαπραγματεύτηκε την συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ κάνοντας παραχωρήσεις στο ζήτημα της Ιρλανδίας, με ελάχιστες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος και της χώρας του.

Ο υποτιθέμενος «λαϊκισμός» του Τζόνσον επομένως του επέτρεψε να περάσει μια συμφωνία που περιορίζει τα άμεσα κόστη του Μπρέξιτ, κάτι που προϊδεάζει και για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την μελλοντική σχέση με την ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, που μέχρι πρότινος αντιμετώπιζαν σκωπτικά τον κωμικό Μπόρις, χαιρέτισαν την νίκη του με ανακούφιση, αν όχι ενθουσιασμό που η Βρετανία απέκτησε σταθερή κυβέρνηση.

Αν κάποιος θέλει να βρει στις βρετανικές εκλογές μια πραγματική περίπτωση αντισυστημικού λαϊκισμού, αυτή δεν ήταν ο Τζόνσον αλλά ο Τζέρεμυ Κόρμπυν, το πρόγραμμα του οποίου υποσχόταν ριζοσπαστικές αλλαγές και αναδιανομή από τους «λίγους» στους «πολλούς». Κι όμως, το Μπρέξιτ και η απέχθεια προς τον Τζόνσον έκαναν ακόμα και τον Κόρμπυν να παρουσιάζεται από πολλά κατεστημένα διεθνή ΜΜΕ με συμπάθεια, ή εν πάση περιπτώσει ως μικρότερη απειλή από τον Τζόνσον.

Το ερώτημα τελικά είναι αν, πέραν από τον εντυπωσιασμό και την κινδυνολογία, η επιτυχία του Μπόρις Τζόνσον είναι απλά μια κλασική περίπτωση νίκης ενός συντηρητικού κόμματος που χρησιμοποίησε στρατηγικά τις αξίες του πατριωτισμού και της κοινωνικής ιεραρχίας για να υπερκεράσει τον ταξικό ριζοσπαστισμό των αντιπάλων του. Αν αυτό ισχύει, ίσως πρέπει πια να αναρωτηθούμε αν η εμμονή με τον «λαϊκισμό» στην διεθνή συζήτηση δεν εκφράζει τόσο ειλικρινείς φόβους για το μέλλον της δημοκρατίας, όσο δυσανεξία με την εκλογική επιτυχία και την ικανότητα κεντροδεξιών κομμάτων να απαντούν σε λαϊκές ανησυχίες.

Posted in Uncategorized

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα Ιωάννης Σ. Λάμπρου

πολυπολιτισμικότητα

 

Η έννοια της πολυπολιτισμικής  κοινωνίας έχει καταστεί κυρίαρχη τις  τελευταίες δεκαετίες στον δημόσιο διάλογο της χώρας. Η προσέγγιση πολλών συμπατριωτών μας στη συγκεκριμένη  έννοια είναι επιφανειακή περιορίζοντάς  της στην συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, θρησκείας και πολιτιστικού υπόβαθρου. Προσεγγίζεται, ίσως, με όρους εξερεύνησης του αγνώστου ή και περιπέτειας αγνοώντας τις βαθύτερες επιπτώσεις.

Επί παραδείγματι  πως θα γίνει η εξιστόρηση της 28ης Οκτωβρίου σε έναν μαθητή αλβανικής καταγωγής; Θα τονιστεί η συνέργεια των Τιράνων στην ιταλική εισβολή, η εργαλειοποίηση των Τσάμηδων  από την Ρώμη, η συνεργασία των τελευταίων  με τις  δυνάμεις κατοχής και τα εγκλήματα τους στην Θεσπρωτία, η τρίτη απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό, σε διάστημα είκοσι  ετών, και η καταπίεση της εκεί Ελληνικής Μειονότητας, από το αλβανικό κράτος μέχρι τις ημέρες μας;  Όλα τα παραπάνω αποτελούν ενιαίο σύνολο και η αποσιώπηση κάποιων στοιχείων  συνιστά ακρωτηριασμό της εθνικής μνήμης.

Παράλληλα, τονίζεται από τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, η ανάγκη πλουραλιστικής κοινωνίας συγχέοντας συνειδητά  τους όρους «πλουραλισμός» – «πολυπολιτισμικότητα»  αποκρύβοντας ότι και στο πλαίσιο  μιας εθνικά ομοιογενούς κοινωνίας  μπορεί κάλλιστα να υφίσταται πλουραλισμός (πολυκομματισμός, πολιτιστικές τάσεις, διαφορετικές προσεγγίσει σε πληθώρα ζητημάτων). Μια εθνικά ομοιογενής, μονοπολιτισμική κοινωνία δεν αποκλείει τις διαφοροποιήσεις, ούτε επιβάλλει μια  τυραννική ομοείδεια σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Τουναντίον, εντός της  σφυρηλατούνται στενότεροι δεσμοί  μεταξύ των μελών της κοινωνίας,  τέτοιοι ώστε η παρούσα γενιά πιο πρόθυμα να αποδεχθεί θυσίες χάριν μελλοντικών γενεών στο πλαίσιο της διαγενεακής δικαιοσύνης, όπως ακριβώς ο παππούς και ο πατέρας για το εγγόνι και το παιδί του  αντίστοιχα. Αντίθετα, η πολυύμνητη πολυπολιτισμική κοινωνία καταλήγει  στη δημιουργία «παράλληλων κόσμων» στην καλύτερη περίπτωση περιορίζοντας την ενιαία νοηματοδότηση στον καταστατικό χάρτη της χώρας (συνταγματικός πατριωτισμός)  χωρίς ευρύτερες συνδηλώσεις ταυτότητας, και στην χειρότερη στην λειτουργία βάσει ποσοστώσεων (εθνοτικών, θρησκευτικών) όπως ο Λίβανος.

Παράλληλα, γίνεται ανηλεής  απόπειρα  επιβολής ενοχών και τύψεων στην ελλαδική κοινωνία και απαίτησης από την τελευταία να σηκώσει συνειδησιακά βάρη τέως αποικιοκρατικών χωρών. Η δε  συλλήβδην κατηγορία του «ρατσισμού» – «φασισμού», προς διασυρμό όσων πρεσβεύουν  αντίθετη άποψη  απονομιμοποιώντας τα τυχόν θεμιτά επιχειρημάτων που μπορεί να έχουν, αν και μπορεί να καταδεικνύει μερικές μεμονωμένες  περιπτώσεις, δεν στοιχειοθετεί  την ύπαρξη συγκροτημένου ρατσιστικού-φασιστικού φαινομένου  στην ελλαδική κοινωνία.

Αν  η ελλαδική κοινωνία καταλήξει  συνειδητά να αποδεχθεί το αναπότρεπτο της  έλευσης της πολυπολιτισμικής κοινωνίας  οφείλει να αποδεχθεί και την λογική της απόληξη, η οποία συνίσταται στην απουσία κυρίαρχου συνεκτικού πολιτιστικού άξονα. Οι διαφορετικές παραδόσεις θα είναι ισότιμες  και  ισόκυρες μεταξύ τους λαμβάνοντας ίση μεταχείριση από τη νομοθεσία της πολιτείας. Η έννοια δε της πολυπολιτισμικής συμβίωσης θα διαπερνά κάθε  πτυχή της κοινωνίας, από το  αν τα τοστ στα σχολικά κυλικεία θα περιέχουν χοιρινό μέχρι τον τρόπο με τον οποίο αναγιγνώσκουμε την ιστορία μας και συνεπώς  με ποιους όρους νοηματοδοτούμε την εθνική μας ταυτότητα. Επιπτώσεις απτές,  διαστατές τόσο στην καθημερινή πρακτική, όσο και στην ευρύτερη θέαση της πατρίδας.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019.

 

 

Posted in Uncategorized

 

 

 

Posted in Uncategorized

Ο αγώνας κατά των αφαιρέσεων και η ανάδειξη ενός εθνικού σχεδίου. Η προβληματική της νεοελληνικής ιδιομορφίας στο βιβλίο του Αρίστου Δοξιάδη, το Αόρατο Ρήγμα.

Του Λεωνίδα Σταματελόπουλου

Πριν λίγα χρόνια εκδόθηκε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που βρέθηκε για εβδομάδες, στην κορυφαία θέση των πωλήσεων στην κατηγορία του δοκιμίου. Πρόκειται για το έργο του Αρίστου Δοξιάδη, Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2013. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης αλλά ανακινεί ζητήματα που όφειλαν να ανήκουν στην ημερήσια διάταξη κάθε σοβαρής συζήτησης για τον ελλαδικό κοινωνικό σχηματισμό. Ο λόγος είναι ότι ο Δοξιάδης θέτει ορισμένους καταστατικούς όρους ως προϋπόθεση σύλληψης του τρόπου λειτουργίας της ελλαδικής κοινωνίας που η σημασία τους υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση δεν είναι παρά μία αφορμή για να ξεδιπλώσει την προβληματική του· το βιβλίο άλλωστε, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στον πρόλογο, ξεκίνησε να συγγράφεται πολύ πριν από την κρίση.

Πέρα από τις καθ’ ύλην, οικονομολογικής υφής, παρατηρήσεις, η σημαντικότερη εισφορά του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται τα ζητήματα που θέτει. Στην αρχή του βιβλίου ο ορίζοντας που προσανατολίζει τον συγγραφέα εκφράζεται με γενικούς, οιωνεί γνωσιολογικούς, όρους. Το πρόβλημα που ο συγγραφέας θέτει στο εαυτό του είναι –με τα ίδια του τα λόγια– η ανάγκη του να καταλάβει «πώς ταιριάζουν οι εμπειρικές παρατηρήσεις» του «με τις αναλύσεις των θεωρητικών οικονομολόγων και με τον λόγο των πολιτικών παρατάξεων» (σελ. 11). Η γενικότητα των όρων δεν πρέπει να μας παραπέμψει στο κοινότοπο, αλλά θεμελιώδες ούτως ή άλλως, πρόβλημα της σχέσης μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητας ή ιδεολογίας και πρακτικών. Στα όσα έπονται ο συγγραφέας στέκεται στο χάσμα ανάμεσα σε θεωρία και πραγματικότητα που έχει διανοιχθεί ειδικά στον τόπο μας. Τα στοιχεία της γενικής οικονομικής θεωρίας που θα αξιοποιηθούν στην εργασία τους καλούνται να συναρμοστούν με την παρατήρηση του συγκεκριμένου. Το βιβλίο του Δοξιάδη δεν κομίζει μόνον ένα διαφορετικό τρόπο πραγμάτευσης του υλικού του, αρθρώνει συγχρόνως κριτική κατέναντι των κυρίαρχων εξηγήσεων της κρίσης, γεγονός που εξ ανάγκης θα οδηγήσει σε διαφορετική πρόταση για την ανασυγκρότηση της ελλαδικής οικονομίας. Γνώμονας είναι πάντοτε ότι οι όροι θα ταιριάζουν, κατά την έκφραση του συγγραφέα, στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό (σ. 19).

Εκείνο που είναι σημαντικό στην περίπτωση μας είναι ο διαφορετικός διανοητικός προσανατολισμός του συγγραφέα, ο οποίος για να το πούμε σχηματικά έγκειται στην κατ’αρχάς αποκοπή του από κανονιστικές προθέσεις που έρχονται έξωθεν στην ελλαδική κοινωνία και στην προσπάθεια του διαγνώσει την ιδιαίτερη ορθολογικότητα που τη διαπερνά. Με άλλα λόγια, η βασική πρόθεση του έργου του είναι η διατύπωση μιας συνεκτικής πρότασης για την αξιοποίηση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και δυναμικών, ιδεολογιών και νοοτροπιών προς την κατεύθυνση της ανατίμησης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Στα εισαγωγικά μας σχόλια τονίστηκε η διάσταση του διανοητικού προσανατολισμού του συγγραφέα. Είναι και αυτή που θέλουμε να αναδείξουμε στο σύντομο αυτό σημείωμα. Εύλογα μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι ο προσανατολισμός αποτυπώνεται κυρίως στη μέθοδο· δηλαδή, στον τρόπο πραγμάτευσης του υλικού. Ο Δοξιάδης συντάσσεται με μία συγκεκριμένη ερευνητική παράδοση, αναφερόμενος ρητά στη νεοθεσμική προσέγγιση. Δεν θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμο να προβούμε εδώ σε λεπτομερή ανάλυση της θεωρητικής αυτής μεθόδου. Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει –και με πολύ γενικούς όρους– η νεοθεσμική θεωρία, δεν συνιστά παρά έναν άλλον όρο για μία πολυπαραγοντική ανάλυση, στην οποία εμπεριέχονται και οι άτυπες πρακτικές, δίχως μία εξ υπαρχής δοσμένη ιεράρχηση των παραγόντων αυτών. Σε γενικές γραμμές η νεοθεσμική προσέγγιση προσπαθεί να συνθέσει την οικονομική ανάλυση με την ανάλυση των θεσμών και ιδιαίτερα την αλληλεπίδραση των οικονομικών συμπεριφορών και θεσμών ως προς την οικονομική επίδοση της κάθε εθνικής οικονομίας. Οι θεσμοί αποτελούν τους επίσημους κανόνες που την ορίζουν αλλά στην περίπτωση της νεοθεσμικής ανάλυσης περιλαμβάνονται σε αυτούς και οι άτυποι κανόνες που διέπουν τις κοινωνικές συμπεριφορές. Σημαντική διάσταση της ερευνητικής μεθόδου είναι, επίσης, η έμφαση που αποδίδει στο συγκεκριμένο ατομικό, στους συγκεκριμένους δρώντες και όχι στην όλη κοινωνία. Η εικόνα της τελευταίας θα προκύψει μετά τη μελέτη των ατομικών δρώντων. Συνεπώς, η νεοθεσμική παράδοση εντάσσεται στην θεωρητική παράδοση του μεθοδολογικού ατομισμού, ο οποίος αρνείται τον μεθοδολογικό ολισμό που ξεκινά από την εκ των προτέρων σύλληψη του γενικού για να φωτίσει τα επιμέρους. Εδώ, δηλαδή, η πορεία είναι αντίστροφη, καθώς δίδεται έμφαση στις συγκεκριμένες πρακτικές των συγκεκριμένων οικονομικών δρώντων για να προχωρήσει κατόπιν στις θεωρητικές γενικεύσεις. Έπειτα από τα παραπάνω δεν είναι συμπτωματική η αποστροφή του συγγραφέα προς τις αφαιρέσεις των υψιπετών γενικών θεωρήσεων που, το κυριότερο, εφαρμόζονται άκριτα στην ελλαδική περίπτωση. Ο συγγραφέας αποδύεται σε έναν διμέτωπο, τρόπον τινά, θεωρητικό αγώνα ο οποίος έχει πολιτικές απολήξεις. Ήδη από τη αρχή του βιβλίου του κάνει λόγο για τις τεχνοκρατικές αλλά και για τις αριστερές αφαιρέσεις (σελ. 20-26). Ο σκοπός του δεν είναι αυστηρά θεωρητικός. Μέριμνά του είναι να τις εντοπίσει, σχηματικά σίγουρα αλλά με διανοητική εντιμότητα, να αναδείξει τις ιδεολογικές τους χρήσεις και τις παρεπόμενες ψευδαισθητικές τους λειτουργίες –ιδίως στον δημόσιο διάλογο.

Η τεχνοκρατική αφαίρεση ταυτίζεται στην ουσία της με το νεοκλασικό υπόδειγμα. Οι θεράποντες της διανοητικής αυτής παράδοσης προχώρησαν σε διαδοχικές αφαιρέσεις αποβάλλοντας κατ’ αρχάς από την ανάλυση τους τις τάξεις, όπως και κάθε κοινωνικό προσδιορισμό· εξοβέλισαν την ύλη από τα προϊόντα διακρίνοντας μονάχα μείξεις αφηρημένων συντελεστών, και, τέλος, παρέκαμψαν την κρατική εντοπιότητα, δηλαδή το εθνικό κράτος, ωσάν αυτό να είχε καταργηθεί. Τα ιδεώδη τους υποκατέστησαν την πραγματικότητα –θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε. Απέναντι σε αυτές τις αφαιρέσεις ο Δοξιάδης κρατάει το νήμα των κοινωνικών προσδιορισμών και τη θέση των υποκειμένων στον καταμερισμό της εργασίας, προσδίδει στα προϊόντα την υλικότητά τους, σκέπτεται γύρω από τις διαδικασίες παραγωγής τους, όπως και γύρω από τις συνέπειές τους στον χώρο των νοοτροπιών και της ιδεολογίας. Τέλος, επαναφέρει την έννοια της εθνικής οικονομίας που αντιστοιχεί σε μία διαστατή πραγματικότητα και η οποία αλληλεπιδρά με άλλες οικονομίες υπενθυμίζοντάς μας συγχρόνως ότι η Ευρώπη «δεν είναι πολιτικό υποκείμενο. Είναι ένα σύνολο από εθνικές κυβερνήσεις, κόμματα, κοινοβούλια, ψηφοφόρους, καθώς και από υπερεθνικούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχουν αυστηρά ορισμένες αρμοδιότητες» (σ. 234).

Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές αφαιρέσεις εκφράστηκαν, και συνεχίζουν να εκφράζονται, μέσα από τρία βασικά θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα. Καταγωγικά, στην κλασική μαρξιστική εκδοχή τους, τοποθετούσαν στο επίκεντρο τη βασική αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία βλέποντας μόνον την ταξική αντίθεση ανάμεσα σε κεφαλαιοκρατία και εργατική τάξη. Η ανάδυση της ευρωπαϊκής, πολύμορφης μεσαίας τάξης καθώς και το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους, της εργοδοσίας και της εργατικής τάξης έθεσε στο πολιτικό περιθώριο την παραπάνω διαίρεση. Μεταπολεμικά αναδείχθηκε εξ αριστερών μία νέα διαίρεση· αυτή ανάμεσα στην ανεπτυγμένη μητρόπολη και την εξαρτημένη περιφέρεια, για να περάσουμε στα τελευταία χρόνια στην αντίθεση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και τους εργαζόμενους, τους πραγματικούς παραγωγούς. Οι αριστερές αφαιρέσεις, εν συνόλω θεωρούμενες, παρακάμπτουν το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ιδιαίτερα πολωμένη ταξικά, ενώ συγχρόνως την χαρακτηρίζει η «πολυσθένεια» των υποκειμένων (όρο που ο Δοξιάδης αντλεί από τον Κ. Τσουκαλά). Ακόμη περισσότερο, δεν αναλύονται οι σχέσεις παραγωγής και ιδιοποίησης στην Ελλάδα κι ως εκ τούτου δεν διαμορφώνεται ένα αντίστοιχο πολιτικό σχέδιο.

Οι κριτικές ενστάσεις του Δοξιάδη έναντι των αφαιρέσεων είτε τεχνοκρατικής, είτε αριστερής κοπής δεν εξαντλούνται στα παραπάνω. Αποτελούν στόχους τις κριτικής του είτε σε ιδιαίτερες υποενότητες, είτε σε παρεκβάσεις καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο συχνά διαλογική την υφή του έργου του.

Ο Α. Δ. δίνει έμφαση στον όρο νεοθεσμική προσέγγιση αλλά η μεθοδολογική καινοτομία της εργασίας του εδράζεται αλλού. Καταφάσκει στην έννοια της ελληνικής ιδιομορφίας την οποία δεν ανάγει στον απόλυτο βαθμό που θα την έκανε ευεπίφορη στην απλώς ιδεολογική της αξιοποίηση – άλλωστε ο ίδιος ο Δοξιάδης κάνει λόγο για την ιδιομορφία του καπιταλισμού σε κάθε χώρα. Η ελληνική ιδιομορφία τίθεται στην προοπτική ενός συγκεκριμένου πλαισίου που προϋποθέτει, και παραπέμπει, στη συγκριτική ανάλυση. Σημειώνει ο συγγραφέας: «Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε (η υπογράμμιση του ιδίου) από τις ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα κι όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες» (σελ. 37). Με την παρατήρησή του αυτή αναγνωρίζεται ότι η έννοια της ιδιομορφίας δεν τίθεται στο κενό. Η ιδιαιτερότητα προκύπτει από τη σύγκριση με τις «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες». Στο ερώτημα γιατί να επιλεγούν οι δυτικές κοινωνίες ως μέτρο σύγκρισης δίνεται και η απάντηση ότι θέλουμε να συγκλίνουμε με αυτές στο επίπεδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Από τη σύγκριση αυτή θα ανακύψει και η εννοιολογία αφού εννοιολογικές μορφές που προέκυψαν από τη μελέτη των δυτικών κοινωνιών θα συγκριθούν με εννοιολογικές μορφές που αναδεικνύονται από τη μελέτη της ελλαδικής συνθήκης. Με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η ελλαδική ιδιαιτερότητα της οικονομικής και κοινωνικής μας οργάνωσης. Από την άλλη πλευρά, διαμορφώνεται μία ένταση στο εσωτερικό της λογικής του. Αν κάθε χώρα έχει τον δικό της ιδιόμορφο καπιταλισμό, τότε σε τι συνίσταται η κατασκευή της έννοιας «ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες»; Σε ποιο ιδεότυπο αναφέρεται; Θα μπορούσε να ενταχθεί κάθε χώρα σε αυτόν τον ιδεότυπο; Απαντούμε εμείς· φυσικά και όχι. Η «ιδιομορφία» έχει νόημα ως όρος όταν τα χαρακτηριστικά μιας χώρας είναι τέτοια που αποκλίνουν σε κρίσιμες όψεις της έννοιας «ανεπτυγμένη δυτική κοινωνία». Και η Ελλάδα προδήλως ανήκει σε αυτές –δίχως αυτό να σημαίνει ότι οι αποκλίσεις της είναι τέτοιας έκτασης όσο οι αποκλίσεις άλλων χωρών. Αλλά το πρόβλημα δεν τίθεται μόνο με αφηρημένους όρους· η προϊούσα ενσωμάτωση της Ελλάδας στον διεθνή καπιταλισμό το έθεσε με οξύτητα στην ιστορική διαχρονία. Η ενσωμάτωση στην ανάλυσή των άτυπων, αλλά όχι λιγότερο θεσμισμένων, πρακτικών, αυτών που δεν έχουν θέση στο δημόσιο λόγο τον οδηγεί σε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τις θεωρητικές ορθοδοξίες και τούτο γιατί αναδεικνύει όψεις του κοινωνικού βίου που καλούν σε θεματοποίηση και εννοιολογική εκλέπτυνση. Ακόμη περισσότερο θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την ανάταξη της οικονομίας: «Έχουμε επιλογές και πρακτικές των οικογενειών και των ατόμων, που είναι άτυπες νόρμες που θα μπορούσαν να είναι πηγές ανάπτυξης αν η δημόσια πολιτική τις αναγνώριζε και τις αξιοποιούσε. Το “μυστικό του κεφαλαίου” στον επιτυχημένο δυτικό καπιταλισμό, όπως γράφει ο De Soto, είναι ότι οι νομοθέτες “ανακάλυψαν” το νόμο που υπάρχει μέσα στις κοινωνικές πρακτικές, δεν τον κατασκεύασαν μέσα στη γυάλα. Αντίθετα, στον Τρίτο κόσμο συχνά η νομοθεσία έρχεται εισαγόμενη από τις δυτικότροπες ελίτ που δεν βλέπουν καθαρά τι συμβαίνει στη δική τους οικονομία» (σ. 175). Αυτή όμως η προβληματική δεν έχει την καταγωγή της στη νεοθεσμική θεωρία αλλά συνοδεύει το ελλαδικό κράτος σχεδόν από τη σύστασή του –έστω κι αν λαμβάνει χώρα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, με ποικίλα περιεχόμενα και άλλες στοχεύσεις.

Η εκ μέρους του Δοξιάδη διακηρυγμένη (μερική) ελευθερία έναντι της μεθόδου του επιτρέπει μιαν ορισμένη ευελιξία στην απόπειρα σύλληψης του προς έρευνα αντικειμένου. «Αντικείμενο» εδώ είναι οι βαρύνουσας σημασίας όψεις των οικονομικών και κοινωνικών πρακτικών εν σχέσει προς την κρίση και η απόπειρα διατύπωσης προτάσεων για την εν καιρώ υπέρβασή της. Υπό την έννοια αυτή πέραν της μεθόδου και της ιδιαίτερης ματιάς του συγγραφέα σημασία έχει η δοκιμασία τους στο συγκεκριμένο. Είναι η τελευταία που προσδιορίζει και τη λεπταισθησία της κρίσης ενός εκάστου. Εύλογο είναι βέβαια ότι δεν γίνεται εδώ να λάβει χώρα μία λεπτομερή ανάλυση των αναλύσεων του στα επιμέρους. Αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι η μικρή επιχείρηση και οι συνεταιρισμοί, ο τουρισμός και η ναυτιλία, η γεωργία και η παιδεία, η διοίκηση, η εκπαίδευση και οι συνοδές νοοτροπίες αναλύονται και πάντοτε συγκρίνονται με αντίστοιχες των ανεπτυγμένων χωρών, όχι για να κριθούν και καταδικασθούν, αλλά για να αναφανούν οι ιδιαίτερες λειτουργίες τους, καθώς και να υποδειχθούν τρόποι αξιοποίησης τους. Το ελλαδικό κράτος ακολουθεί έναν άλλον δρόμο και τούτο κατοπτρίζεται κυρίως στη νομοθεσία μέσα από την οποία εκφράζονται οι δημόσιες πολιτικές του. Προσπαθεί να ρυθμίσει την κοινωνία καταρτίζοντας (πιθανόν και μεταφράζοντας θα σχολιάζαμε εμείς) νόμους που δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα καθ’ημάς, δίχως καμία μελέτη των επιπτώσεων που θα έχουν. Όμως «το πρόβλημα με τους ανεφάρμοστους νόμους είναι ότι κάνουν ζημιά και όταν εφαρμόζονται και όταν δεν εφαρμόζονται» (σ. 82). Όταν με τη σειρά του ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται γύρω από τις κατ’ όνομα προτεραιότητες που θέτουν οι νόμοι – κι αφού έχουν τεθεί εκτός του ορίζοντά μας οι καθημερινές μας εμπειρίες οι οποίες παραμένουν δίχως νοηματοδότηση, ανερμήνευτες – ή γύρω από γενικούς και αφηρημένους ιδεολογικούς προσανατολισμούς, η γενικευμένη υποκρισία είναι το αποτέλεσμα. Η εμβάθυνση στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα δεν είναι η μόνη εισφορά του έργου. Το έργο του Δοξιάδη ερεθίζει τη σκέψη ακόμη περισσότερο όταν είτε εξηγεί είτε ερμηνεύει τις καθημερινές πρακτικές και νοοτροπίες της κοινωνίας μας. Οι οικογενειακές στρατηγικές, η προσοδοθηρία, ο καιροσκοπισμός εξηγούνται και διακριβώνεται η ορθολογική λειτουργία τους στο πλαίσιο του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού.

Η βασική αιτία της ελλαδικής κρίσης, που δεν εξοβελίζει τις υπόλοιπες αλλά αναδεικνύεται σε καθοριστική, βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα σε διεθνώς εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες (σελ. 196). Η σημασία της διάκρισης εκκινεί από τη σπουδαιότητα του εμπορικού ελλείμματος για κάθε εθνική οικονομία. Πρόκειται για το αόρατο ρήγμα μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων που αναπτύσσεται κυρίως στο 16ο κεφάλαιο αλλά ακολουθεί την ανάλυση του Δοξιάδη σε πλήθος πεδία (ενδεικτικά και μόνον: εν σχέσει προς την υφή των μεγάλων επιχειρήσεων, σελ. 65 κ.εξ., 92-94, εν σχέσει προς το υφιστάμενο νομοθετημένο πλαίσιο σελ. 87, σχετικά με τον χαρακτήρα της μεσαίας τάξης, σελ. 103-107, κ.α.), τέμνοντας την κυρίαρχη αφήγηση του βιβλίου, ενώ λανθάνει μονίμως όπου γίνεται λόγος για ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της οικονομίας. Η σταδιακή διόγκωσή του χάσματος συνυφάνθηκε με τη σταδιακή κατακυριάρχηση των πρακτικών των εισαγωγών και της κατανάλωσης έναντι των εξαγωγών. Οι κοινωνικές πρακτικές συνυφάνθηκαν με τις αντίστοιχες νοοτροπίες για να οδηγήσουν με τη σειρά τους στις ποικίλες αποκρυσταλλώσεις κοινωνικών τάσεων που αγκάλιασαν το σύνολο κοινωνικό σώμα. Εδώ όμως βρισκόμαστε συγχρόνως ενώπιον ενός θεμελιώδους πολιτικού προβλήματος: από «τη στιγμή που παγιώθηκε το υψηλό ποσοστό κατανάλωσης στο εθνικό εισόδημα, ήταν πολύ δύσκολο, από πολιτική άποψη, να μειωθεί το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, γιατί το έλλειμμα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το βιοτικό επίπεδο της εκλογική βάσης των κομμάτων» (σ. 189). Ανεξάρτητα λοιπόν από τις υφιστάμενες κοινωνικοοικονομικές διαιρέσεις και κομματικές εκπροσωπήσεις τους ο ελληνικός καπιταλισμός «χαρακτηρίζεται από τη συμβίωση των μεγάλων προμηθευτών του Δημοσίου και του μικροκαπιταλισμού. Και οι δύο αυτοί τρόποι παραγωγής απειλούνται από τον καπιταλισμό της συσσώρευσης παραγωγικών πόρων και της καινοτομίας. Γι’αυτό, και παρ’όλες τις αντιθέσεις τους, είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες μια συμμαχία που δεσπόζει στο πολιτικό σύστημα της χώρας, και μια σιωπηρή συναίνεση για το τι επιτρέπεται και τι διώκεται σ’αυτή τη χώρα. Η συμμαχία αυτή όριζε την ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού, αυτή που έφτασε σε αδιέξοδο το 2009» (σ. 70).

Το βιβλίο αυτό προβάλλει την αξίωση για μία ευρύτερη επίδραση καθώς δεν είναι γραμμένο κατά τα ακαδημαϊκά πρότυπα, δίχως να στερείται ακαδημαϊκής θεμελίωσης· το αντίθετο. Οι προσανατολισμοί που θέτει δύνανται να μπολιάσουν όχι μόνον την οικονομική ανάλυση αλλά και την πολιτική κοινωνιολογία ή ακόμη και την κοινωνιολογία του νεοελληνικού πολιτισμού. Συνιστά όχι μία ολοκληρωμένη απάντηση στα προβλήματα που θέτει αλλά χαράσσει τον δρόμο για μία διαφορότροπη και ουσιαστική σύλληψη της νεοελληνικής κοινωνίας και την αντίστοιχη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδής της και χάραξης δημόσιων πολιτικών.

Ο ρηχός, δηλαδή ο απροϋπόθετος, φιλελευθερισμός ειρωνεύεται την αντίληψη περί ελληνικής ιδιαιτερότητας: «Η απελευθέρωση της αγοράς που λειτούργησε σε όλο τον κόσμο δεν ταιριάζει στις ιδιομορφίες μας… Γενικώς για κάθε λύση έχουμε μία ιδιαιτερότητα… Κι έτσι κινδυνεύουμε να πάθουμε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Μια ιδιαιτερότητα που δεν χωρά στην Ευρώπη» (Πάσχος Μανδραβέλης, «Το πολιτισμικό Grexit», Καθημερινή 9/2/2013). Σίγουρα ο λόγος περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να λειτουργήσει με τον τρόπο που περιγράφεται στο παραπάνω απόσπασμα – όπως κάθε λόγος μπορεί να χρησιμεύσει σε ποικίλες προοπτικές και για να νομιμοποιήσει ποικίλα συμφέροντα. Αλλά μόνον στο πλαίσιο ενός λόγου περί ελληνικής ιδιαιτερότητας μπορεί να αναπτυχθεί μία προβληματική γόνιμη, μακριά από πάσης φύσεως ριζοσπαστισμούς, που θα προσπαθεί να ανατιμήσει την παρουσία του Έθνους στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δίχως να συντρίψει τις κοινωνικές δομές και βελτιώνοντας ή πρακτικές όπως αυτές έχουν φθάσει σε εμάς ίσαμε σήμερα. Νύξη εμπεριέχουν τα λόγια του Δοξιάδη: «Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση κεφαλαίου» (σελ. 44).

Στα παραπάνω δόθηκε έμφαση στη θεμελιώδη κατά την εκτίμησή μας όψη του έργου του. Δεν είναι η μόνη, και πλήθος εμπειρικού χαρακτήρα παρατηρήσεις το διαπερνούν. Ευελπιστούμε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού να προβάλλουμε ορισμένες θέσεις με άξονα τα όσα ο ίδιος γράφει για τη δημόσια διοίκηση και θέτοντας τις σε σχέση προς το ζήτημα του «ποιος φταίει», εισφέροντας ορισμένες κριτικές ενστάσεις, με την ελπίδα να είναι γόνιμες.

Ο Αρίστος Δοξιάδης αυτοκατανοείται ως κεντροαριστερός. Από τους συμμετέχοντες στην κίνηση των 58, έχει αναφερθεί στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός «ριζοσπαστικού κέντρου». Σε αντίθεση με την αυτοκατανόησή του κυρίου Δοξιάδη, όσο διάβαζα το βιβλίο του αισθάνθηκα ότι τα όσα γράφει συνταιριάζουν με ένα απόσπασμα του Έντμουντ Μπέρκ από τους Στοχασμούς για την Επανάσταση στη Γαλλία – δηλωτικό της απόστασής του Α. Δ. από κάθε είδους ριζοσπαστισμό:

«Υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από τη μοναδική εναλλακτική ανάμεσα στην απόλυτη καταστροφή, από τη μια, και τη συντήρηση χωρίς καμιά μεταρρύθμιση από την άλλη. Spartam nactus est; Hanc exorna [σ.τ.μ. Σπάρτην ἔλαγχες· κείνην κόσμει]. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συνετός κανόνας και δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ενός έντιμου μεταρρυθμιστή. Δεν μπορώ να συλλάβω πως οποιοσδήποτε άνθρωπος είναι δυνατόν να φθάσει σε τέτοιο βαθμό έπαρσης, ώστε να θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία carte blanche, ένα λευκό χαρτί, πάνω στο οποίο μπορεί να μουντζουρώσει ό,τι ευαρεστηθεί. Ένας καλοπροαίρετος θεωρητικός μπορεί να φλέγεται από την επιθυμία η κοινωνία του να είναι φτιαγμένη διαφορετικά απ’ ό,τι είναι, μολαταύτα, ένας καλός πατριώτης και ένας πραγματικός πολιτικός εξετάζει πάντα πως θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα υπάρχοντα υλικά της χώρας του».

(Έντμουντ Μπέρκ (Edmund Burke), Στοχασμοί για την Επανάσταση στη Γαλλία, μεταφρ. Χ. Γρηγορίου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2010, σ. 207).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ, εδώ]

 

Posted in Λεωνίδας Σταματελόπουλος | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , ,