ΕΚΔΗΛΩΣΗ: Το Ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε. Εξελίξεις και προοπτικές.

 

depositphotos_98103942-stock-photo-european-union-and-greece-the

 

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής και το ΑΡΔΗΝ διοργανώνουν, την Τετάρτη 5 Ιουνίου και ώρα 17:00, στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής», Ξενοφώντος 4 ( πλησίον πλατείας Συντάγματος), 6ος όροφος, εκδήλωση με θέμα: «Το ελλαδικό εθνικό κράτος στο πλαίσιο της Ε.Ε.: Εξελίξεις και προοπτικές». Θα μιλήσουν: Γιώργος Καραμπελιάς, συγγραφέας, επικεφαλής ΑΡΔΗΝ και Κωνσταντίνος Λάβδας, Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Ομάδων Συμφερόντων του Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Με αφορμή τις επίκαιρες ευρωπαϊκές εκλογές μπορούν να τεθούν μία σειρά από ερωτήματα που υπερβαίνουν την επικαιρότητα και οφείλουν να τίθενται παραμόνιμα στη δημόσια σφαίρα:

Ποιες εκδοχές συνένωσης των ευρωπαϊκών κρατών υφίστανται; Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προδιαγεγραμμένη; Κι αν ναι προς ποια κατεύθυνση; Τα λεγόμενα «ακροδεξιά» κόμματα επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την μεταρρύθμισή της προς μία άλλη κατεύθυνση; Τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του ελληνικού έθνους δύνανται να πραγματωθούν στο πλαίσιο μίας πολιτικά ενοποιημένης Ε.Ε.; Η πραγματικότητα της εθνικής ανεξαρτησίας συνιστά μία αναπαλλοτρίωτη πραγματικότητα; Κι αν ναι, μπορεί να συμβαδίσει με την πολιτική ολοκλήρωση της Ε.Ε.; Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μία ένωση ισοτίμων εθνών-κρατών ή διέπεται από μίαν ορισμένη ιεραρχία στο εσωτερικό της; Το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα»  στο εσωτερικό της συνιστά ανυπέρβλητο χαρακτηριστικό;

Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που, δίχως να προοικονομούν τις ομιλίες των εκλεκτών προσκεκλημένων, δύνανται είτε να τεθούν ρητά είτε να λανθάνουν στον λόγο τους. Σε κάθε περίπτωση στόχος είναι να αναδειχθεί ένας λόγος στη δημόσια σφαίρα που, αντί να συνθηματολογεί, προκρίνει  την μία ή την άλλη επιλογή σε ένα πλαίσιο όπου η πορεία της σκέψης ενδιαφέρει περισσότερο κι από αυτά τα ίδια τα συμπεράσματά της.

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει.

 

 

Posted in Uncategorized

Ευρωπαϊκές Εκλογές, Εθνικές Αναταράξεις

(Άρθρο του προέδρου του ΙΝΣΠΟΛ Άγγελου Χρυσόγελου που δημοσιεύτηκε στα Νέα της 29 Μαΐου 2019)

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τελικά αντί για σεισμός αποδείχτηκε ασθενής δόνηση. Το ακροδεξιό κύμα ήταν μικρότερο του αναμενομένου, ενώ οι σημαντικές απώλειες των δυο μεγάλων οικογενειών – κεντροδεξιάς και σοσιαλιστών – σε μεγάλο βαθμό αναπληρώθηκαν από τα κέρδη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων του κέντρου, φιλελευθέρων και πρασίνων. Οι ευρωεκλογές όμως παραμένουν ένα άθροισμα 28 εθνικών εκλογών, και διάφορα κατά τόπους αποτελέσματα προοιωνίζουν μεγαλύτερη αστάθεια για το μέλλον από όση μια πανευρωπαϊκή ανάγνωση των εκλογών αφήνει να φανεί.

Στη Μεγάλη Βρετανία, η κατάρρευση των δυο μεγάλων κομμάτων προς όφελος κομμάτων με ξεκάθαρη στάση στο ζήτημα του Μπρέξιτ τα ωθεί να αναπροσαρμόσουν τη στάση τους. Υπό την πίεση του Νάιτζελ Φάρατζ, οι Συντηρητικοί προσέρχονται στις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του διαδόχου της Τερέζα Μέι με διάθεση να εκλέξουν έναν θιασώτη του σκληρού Μπρέξιτ. Ο Τζέρεμι Κόρμπιν από την άλλη αναγκάζεται να έρθει πιο κοντά στο αίτημα των φιλοευρωπαίων για ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Η πόλωση και το πολιτικό αδιέξοδο αναμένεται να ενταθούν εν όψει της νέας προθεσμίας εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ στις 31 Οκτωβρίου.

Στην Πολωνία η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) κέρδισε σημαντική νίκη σε βάρος της ενωμένης φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης χάρη σε έναν συνδυασμό οικονομικών παροχών και έντασης της εθνικιστικής της ρητορικής που κινητοποίησε ένα εκλογικό ακροατήριο (ηλικιωμένοι, λιγότερο μορφωμένοι) που συνήθως δεν ψηφίζει σε ευρωεκλογές. Το PiS φαίνεται έτσι να έχει πολύ καλές προοπτικές για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου μετά τις οποίες θέλει να ξαναβάλει μπρος τη διαδικασία συνταγματικών αλλαγών που η ΕΕ είχε μπλοκάρει ως επικίνδυνες για το κράτος δικαίου.

Στην Ιταλία η νίκη της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι σε βάρος των Πέντε Αστέρων επιταχύνει την κατάρρευση του μεταξύ τους συνασπισμού, όχι όμως πριν ο Σαλβίνι διεκδικήσει για την Ιταλία ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με προτίμηση στον τομέα της οικονομίας με ό,τι αυτό σημαίνει για τη συνοχή της Ευρωζώνης. Αν ο Σαλβίνι μετά προχωρήσει στη δημιουργία μιας δεξιάς κυβέρνησης μαζί με τα απομεινάρια του μπερλουσκονισμού, θα αποκτήσει ρόλο και στις εξελίξεις στον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς η οποία παραμένει διχασμένη μεταξύ οπαδών και πολέμιων της προσέγγισης με τους λαϊκιστές.

Τέλος, στη Γερμανία η εποχή Μέρκελ φτάνει στο τέλος της χωρίς ξεκάθαρη εικόνα τι θα την διαδεχτεί. Το αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών ήταν μέτριο, την ώρα που οι συνεργαζόμενοι στον κυβερνητικό συνασπισμό Σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν πια σημάδια αποσύνθεσης. Η νίκη των Πρασίνων χαιρετίστηκε ως ένα φιλοευρωπαϊκό αποτέλεσμα, εκφράζει όμως ταυτόχρονα και ένα αίτημα ανανέωσης που είναι αμφίβολο αν μπορεί να ικανοποιήσει όχι μόνο η Μέρκελ αλλά και η διάδοχός της Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ. Αν η άνοδος του λαϊκισμού φαίνεται προς στιγμήν να περιορίζεται, η Γερμανία εισέρχεται σε μια περίοδο ρευστότητας την ώρα που η Ευρώπη αναζητεί εναγωνίως ένα νέο πολιτικό κέντρο βάρους.

Posted in Uncategorized

Συμφωνία των Πρεσπών: Ευρύτεροι Προβληματισμοί Ιωάννης Σ. Λάμπρου

συμφωνια Πρεσπών

Η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από τη Βουλή των Ελλήνων, στις 25 Ιανουαρίου, αποτελεί τον δυσμενή επίλογο της διαχείρισης του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες και αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της εξωτερικής πολιτικής της ελλαδικής πολιτείας. Παθογένειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση μακροχρόνιας, απαλλαγμένης από ιδεολογικές ή άλλες εξαρτήσεις, πολιτικής η οποία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της χώρας και του Ελληνισμού ευρύτερα.

Προσκόμματα

Ο παραπάνω στόχος επιτυγχάνεται, πρωτίστως, με την ορθή ανάγνωση των σταθερών και θεμελιωδών παραμέτρων του διεθνούς διακρατικού συστήματος. Η προσέγγιση του διεθνούς δικαίου, η εναπόθεση ελπίδων στη δράση των διεθνών οργανισμών, η αφελής προσέγγιση στην κάθε διαδικασία διακρατικού διαλόγου και η ακόμα πιο αφελής θέση ότι η ανάπτυξη προσωπικών φιλικών σχέσεων μπορούν να εκτρέψουν το ενδιαφέρον των ηγεσιών των χωρών από τις διαχρονικές τους στοχεύσεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την  άκριτη εισαγωγή πάσης φύσεως θεωρητικών κατασκευών από εκπαιδευτικά ιδρύματα χωρών της Δύσης, τα οποία πέραν της  έλλειψης επαλήθευσης των βασικών τους θέσεων στην κονίστρα της διεθνούς διπλωματίας επιπλέον ασκούν φθοροποιό επιρροή στους έχοντες ευθύνη χάραξης την εξωτερική πολιτική της χώρας αλλοιώνοντας τον τρόπο ανάλυσης του διεθνούς συστήματος με προφανείς επιπτώσεις.

Τέλος, η Αθήνα διαχρονικά  θεωρεί πως η συμμετοχή σε ένα δεδομένο συμμαχικό πλαίσιο βολικά την απαλλάσσει από οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αναζήτησης ερεισμάτων. Μεγάλο βαθμό ευθύνης φέρουν όσες πολιτικές δυνάμεις προσεγγίζουν τη συμμετοχή τη χώρας στους ευρωατλαντικούς  θεσμούς με μεταφυσικούς όρους αποστερώντας στην πράξη κάθε άλλη (παράλληλη) ενατένιση προς τα ιστορικά σημεία αναφοράς του Ελληνισμού ώστε να διαμορφωθεί ένα γεωπολιτικό δόγμα που να συνδυάζει τόσο τη μετοχή της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι όσο και τη Διασπορά, την θετική διάθεση απέναντι στον Ελληνικό Πολιτισμό παγκοσμίως, τους φιλικούς ορθόδοξους πληθυσμούς στη Αν. Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα τον Χριστιανικό Κόσμο της Ανατολής. Η στάση των συμμάχων σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ θα έπρεπε ίσως να προβληματίσει τους ένθερμους υποστηρικτές του μονοσήμαντου ευρωπαϊκού προσανατολισμού και του ευρύτερου ευρωατλαντικού συμμαχικού πλαισίου. Αν όντως η Ελλάς έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά λόγω των προβλημάτων της Τουρκίας με τον δυτικό παράγοντα γιατί η Αθήνα δεν κατόρθωσε να αποσπάσει καλύτερους όρους στη Συμφωνία των Πρεσπών; Ποια τα απτά ανταλλάγματα σε σχέση με την εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος; Για άλλη μια φορά η Αθήνα καταβάλλει το κόστος των προενταξιακών διαπραγματεύσεων Άγκυρας, Σκοπίων και Τιράνων και με τις υποχωρήσεις που κάνει διευκολύνει την όποια ευρωτλαντική προοπτική των Σκοπίων αυτή τη φορά. Μόνιμη επωδός αποτελεί τι τελευταίες δύο δεκαετίες ο συμμαχικός παράγοντας να ζητεί από την Αθήνα να επιδείξει μεγαθυμία και να λάβει υπ’ όψιν ευρύτερους συμμαχικούς σχεδιασμούς κάνοντας υποχωρήσεις στις διμερείς διαφορές με τα προαναφερθέντα κράτη.

Τις περισσότερες δε φορές η προαναφερόμενη προσέγγιση των εξωτερικών μας θεμάτων βρίσκει αντίθετη τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Σε αυτές τις περιπτώσεις αδιέξοδο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας αποτελεί η «αρχή της διολίσθησης» (βλέπε «Η αρχή της διολίσθησης» τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2018) βάσει της οποίας μια εκάστοτε ελλαδική κυβέρνηση δεν υποχωρεί άτακτα ώστε να μην χρεωθεί αποκλειστικά την  δυσμενή τροπή αλλά υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να διευκολύνονται περαιτέρω παραχωρήσεις ή να καθίσταται εξαιρετικό δύσκολο να υπάρξουν βελτιώσεις σε ένα μελλοντικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Και όλα αυτά με τη σιωπηρή επιβεβαίωση του εκλογικού σώματος που συναινεί σε αυτή την τακτική, είτε λόγω άγνοιας και αδιαφορίας, είτε ίσως φόβου μην τυχόν διαταραχθεί η βολική καθημερινότητά του από τυχόν επιδείνωση των σχέσεων με κάποια άλλη χώρα.

Ελλιπές Erga Omnes

Το παρόν κείμενο δεν θα προβεί σε εκτενή ανάλυση της ψηφισθείσης πλέον Συμφωνίας των Πρεσπών. Εκατοντάδες κείμενα έχουν γραφεί, τους τελευταίους επτά μήνες, για τις πρόνοιες, τους κινδύνους και τα θετικά στοιχεία του κειμένου των κ.κ. Τσίπρα και Ζάεφ τόσο στην έγκυρη «Άμυνα και Διπλωματία» όσο και αλλού. Θα γίνουν ορισμένες σύντομες επισημάνσεις αναφορικά με κάποιες πρόνοιες της Συμφωνίας της 17ης Ιουνίου 2018 και θα γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις για τις κινητοποιήσεις των πολιτών.

Επιγραμματικά, στα θετικά στοιχεία της Συμφωνίας μπορούν να αναφερθούν η αναγνώριση του κοινού συνόρου (Προοίμιο, άρθρα 3, 4.1) του 1913 και η απαγόρευση αλυτρωτικών ενεργειών (Προοίμιο, άρθρα 4.2, 6.1, 6.3, 8.5) εκατέρωθεν. Ο ενθουσιασμός, όμως, για τα παραπάνω επιτεύγματα πρέπει να μετριαστεί από το γεγονός ότι οι εν λόγω θετικές αναφορές αποτελούν αναγκαίες και θεμελιώδεις προϋποθέσεις  δύο χωρών μελών του ΟΗΕ, και άρα προκαταβολικά τις αποδέχονται ως πηγάζουσες από τον Καταστατικό Χάρτη του τελευταίου, αλλά και ειδικότερα για τα Σκόπια ως μιας χώρας που επιθυμεί να καταστεί μέλος της Ε.Ε. αλλά και του ΝΑΤΟ. Οι παρουσιαζόμενες ως κατακτήσεις συνιστούν τις ελάχιστες, στοιχειώδεις δεσμεύσεις κάθε κράτους το οποίο φιλοδοξεί να μετέχει στο διεθνές διακρατικό σύστημα. Επίσης, ως θετικής αναφοράς κρίνεται και το συνεργατικό πλαίσιο το οποίο παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος της Συμφωνίας, άρθρα 9-19. Συνεργασία, η οποία, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και στο υπάρχον πλαίσιο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ή εντός ενός επιπρόσθετου νομικού κειμένου.

Η έτερη δε παρουσιαζόμενη επιτυχία του erga omnes (άρα και από την Αθήνα με την σύγχυση που αυτό μπορεί να προκαλέσει στον αυτοπροσδιορισμό του Μακεδονικού Ελληνισμού αλλά και τις δυνητικές επιπτώσεις αναφορικά με την εργαλειοποίηση της παρουσίας Σλαβόφωνων Ελλήνων πολιτών) νοθεύεται σε πλείστες περιπτώσεις. Ήδη κυβερνητικοί αξιωματούχοι των Σκοπίων κάνουν λόγο για «Μακεδονία» άνευ του γεωγραφικού προθέματος. Ο όρος «Βόρεια Μακεδονία» πιθανότατα θα καταπέσει σε απλή τυπική χρήση στο εσωτερικό των Σκοπίων σε έγγραφα και δημόσια κτήρια ενώ στον καθημερινό δημόσιο διάλογο θα συνεχίζει να γίνεται απρόσκοπτη χρήση της λέξης «Μακεδονία». Για τις διεθνείς δε υποχρεώσεις η εμμονή των Σκοπιανών στη χρήση μόνο της λέξης «Μακεδονία» θα εναλλάσσεται, στον προφορικό λόγο, με περιστασιακή, προσχηματική και μεμονωμένη χρήση του όρου «Βόρεια Μακεδονία» ενώ στα επίσημα έγγραφα θα υπάρχει συμμόρφωση με τη Συμφωνία όπως άλλωστε και από την πλευρά των Αθηνών. Αναφορικά με την εφαρμογή του erga omnes στην ελληνική πλευρά στο εσωτερικό της χώρας δεν θα υπάρχει ομοιόμορφη πρακτική (στον προφορικό δημόσιο λόγο), γεγονός το οποίο θα προσφέρει στην άλλη πλευρά νομιμοποίηση της συνειδητής χρήσης μόνο του όρου Μακεδονία.

Αποδυνάμωση του erga omnes επίσης παρατηρείται και σε άλλα σημεία της Συμφωνίας: διαφοροποίηση των αρχικών των Σκοπίων στις πινακίδες οχημάτων (NM – NMK) και λοιπών χρήσεων (αρχικά MK, MKD) (άρθρο 1.3.ε), διαφοροποίηση χρήσεων του επιθετικού προσδιορισμού της ονομασίας του κράτους ( «της Βόρειας Μακεδονίας» – «μακεδονικός») μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων (άρθρο 1.3.ζ), ονομασία εμπορικών σημάτων και brand names όπου προβλέπεται διμερής διάλογος με την διαδικασία να διαρκεί έως τρία χρόνια (1.3 θ). Επίσης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1.8 τα δύο κράτη δεσμεύονται για καθολική χρήση εσωτερικά και διεθνώς του νέου ονόματος και των αντίστοιχων όρων, στη διάταξη 1.10 εισάγεται διάκριση μεταξύ μεταβατικής περιόδου για έγγραφα για διεθνή χρήση ή για εσωτερικά έγγραφα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εξωτερικό η συμμόρφωση των οποίων με τις πρόνοιες της Συμφωνίας θα γίνει εντός πέντε ετών, ενώ οι σχετικοί όροι στα δημόσια έγγραφα της Δημόσιας Διοίκησης αποκλειστικά για εσωτερική χρήση θα αλλάξουν εντός πέντε ετών από την έναρξη διαπραγματεύσεων ενός εκάστου  κεφαλαίου για την ένταξη στην ΕΕ. Κατανοεί κάποιος την ευρεία διασταλτική ερμηνεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η άλλη πλευρά για να καθυστερήσει την εφαρμογή των συμφωνημένων όρων. Στη δε περίπτωση προσκομμάτων των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Σκοπίων-Βρυξελλών δεν υφίσταται καμία δέσμευση για τα δημόσια έγγραφα εσωτερικής χρήσης τα οποία στην πράξη θα διαιωνίζουν την μέχρι σήμερα πολιτική. Στο άρθρο 7.5 ορίζεται πως η Συμφωνία δεν θα δυσφημήσει  την υπάρχουσα χρήση των όρων «Μακεδονία», «μακεδονικός» όπως χρησιμοποιείται από τους πολίτες των δύο χωρών – ακυρώνοντας εν μέρει την πρόβλεψη  στις τέσσερις προηγούμενες παραγράφους 7.1-7.4 όπου διαχωρίζεται η χρήση του όρου  «μακεδονικός» από τους πολίτες των Σκοπίων από την ελληνική αρχαιότητα – άρα θα συνεχίζει να υπάρχει μη ομοιόμορφη χρήση του όρου.

Απόλυτη εφαρμογή του erga omnes δεν θα υπάρξει από καμία πλευρά στις χρήσεις στο εσωτερικό των δύο χωρών. Οι δε αναλυτικές προβλέψεις για εθνότητα και γλώσσα αγνοούν την αρχή ότι η σύνδεση ή αποκοπή με μια συγκεκριμένη ταυτότητα δεν επιβάλλεται από διεθνείς συμφωνίες αλλά αποτελεί μια μακροχρόνια σύνθετη διαδικασία με τη συμμετοχή πλείστων παραγόντων. Ακόμα όμως και στην περίπτωση κατά την οποία μια συμφωνία δεν μπορούσε να αποφευχθεί στην υπάρχουσα χρονική περίοδο ας καθορίζονταν συσταλτικά το περιεχόμενό της περιοριζόμενο στο όνομα της γειτονικής χώρας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και να μην περιλάμβανε πρόνοιες σχετικά με γλώσσα και λοιπά στοιχεία εθνικής ταυτότητας (άρθρο 7.3). Εφ’ όσον η όποια ταυτότητα κάθε λαού άρα και των Σλάβων κατοίκων των Σκοπίων δεν μπορεί  να καθοριστεί απλά με μια αναφορά σε διεθνή συμφωνία ποιος ο λόγος συμπερίληψης της πέραν της εξυπηρέτησης της ανασφάλειας των Σλάβων κατοίκων της γειτονικής χώρας; Αν η παραπάνω παρατήρηση περί συνθετότητας της έννοιας του εθνικώς ανήκειν που δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αναφορά σε ένα διεθνές κείμενο ισχύει, τότε ακόμα και αν η εν λόγω συμπερίληψη έλαβε χώρα προς κατοχύρωση της ταυτότητας των γειτόνων έναντι των Βουλγάρων δεν παράγει πρακτικά αποτελέσματα. Συμπερίληψη αχρείαστη που αποτέλεσε υποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της τελευταίας.

Απουσία ηγεσίας και εθνικό συμφέρον

Οι αρνητικές πτυχές της Συμφωνίας αναφορικά με το όνομα της γειτονικής χώρας και τις ανακόλουθες (με το όνομα) πρόνοιες για γλώσσα και ταυτότητα έχουν επισημανθεί από πολλούς αναλυτές. Ο γράφων εστιάζει στην συρρίκνωση του ιστορικού βάθους του Ελληνισμού ως την πλέον αρνητική διάσταση της Συμφωνίας. Η έννοια «Μακεδονία» με τις ιστορικές τις συνδηλώσεις νοθεύεται και σε διεθνές επίπεδο οικειοποιείται από τη γειτονική χώρα. Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι ο Ελληνισμός, κατέχει, διαχρονικά, την απόλυτη εκπροσώπηση του γεωγραφικού και ιστορικού αποθέματος του όρου αλλά η  Μακεδονία αναδείχθηκε ιστορικά και έλαβε το περιεχόμενο της αυστηρά σε ελληνικό πλαίσιο. Ακόμα και στην οθωμανική δουλεία οι ελληνικοί πληθυσμοί, η ελληνική παιδεία και η παρουσία του Οικουμενικού Θρόνου ένωσαν με δεσμούς αιώνων τους Έλληνες με τη μακεδονική γη. Η επιρροή και παρουσία του Ελληνισμού υπήρξε κυρίαρχη στον χώρο της Μακεδονίας διαχρονικά. Η μονοπώληση του όρου, σε κρατικό επίπεδο, από τα Σκόπια παρά τις προβλέψεις για την σλαβική καταγωγή της αναγνωρισμένης ως «μακεδονικής» γλώσσας και τον διαχωρισμό του από την Αρχαιότητα αποτελεί στρατηγική ήττα των Αθηνών. Το γεωγραφικό δε πρόθεμα «Βόρειος» σε ποια ακριβώς γεωγραφική περιοχή αναφέρεται αν ληφθεί υπ’ όψιν πως τα γεωγραφικά και διοικητικά όρια της περιοχής της Μακεδονίας υπέστησαν αλλαγές από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και κατόπιν στην Ρωμαϊκή,  Βυζαντινή  και Οθωμανική περίοδο; Σε ποιο βαθμό ο όρος Βόρειος είναι ακριβής και με βάση ποια κριτήρια;

Ο ιστορικός χώρος του Ελληνισμού μικραίνει, όχι μόνο εδαφικά και πληθυσμιακά όπως έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν με τη γενοκτονία του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τους πρόσφυγες από Κύπρο, Αίγυπτο, Βόρειο Ήπειρο αλλά και σε επίπεδο ιστορικής αναφοράς. Η προαναφερόμενη παρατήρηση ίσως ακούγεται υπέρμετρα θεωρητική αλλά η αλλαγή στην πρόσληψη ιστορικών γεγονότων διαμορφώνει το πλαίσιο για απτές, γεωπολιτικές μεταβολές που δύνανται να ακολουθήσουν.

Η παραπάνω παρατήρηση γίνεται ενστικτωδώς αντιληπτή από τα εκατομμύρια των Ελλήνων που εναντιώθηκαν στην εν λόγω συμφωνία. Ασύντακτα αλλά συνειδητά. Όπως την περίοδο του 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν. Η θέση πολλών όσων συμμετείχαν στα συλλαλητήρια μπορεί να ήταν απλοϊκή και κάποιες φορές μπερδεμένη και σίγουρα δεν υπήρχε μια ενιαία αντιπρόταση στην κυβερνητική πολιτική.  Η μη συγκροτημένη άρθρωση όμως του εθνικού συμφέροντος φανερώνει τη διαχρονική ανυπαρξία ηγεσίας στη χώρα πρώτιστο καθήκον της οποίας θα ήταν να παιδεύσει το λαό ως προς τα θεμελιώδη και διαχρονικά συμφέροντα του με τον ίδιο τρόπο που κάθε Βρετανός ενστικτωδώς κατανοεί τους κινδύνους για το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρμετρης ενίσχυσης κάθε ηπειρωτικής ευρωπαϊκής δύναμης. Αντίθετα η κυβέρνηση λοιδόρησε τους συμμετέχοντες προσπαθώντας να γελοιοποιήσει τις  ανησυχίες τους. Οι καθολικές κινητοποιήσεις δεν χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχείο ενισχυτικό της διαπραγματευτικής θέσης της χώρας αλλά αντίθετα εργαλειοποιήθηκαν για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου -όπως η διαδικασία  της συνταγματικής αναθεώρησης και οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας -υπό την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος. Η σφοδρότητα με την οποία αντιμετωπίσθηκαν τα συλλαλητήρια καταδεικνύει αφ’ ενός την άγνοια όσων δεν μπορούν να κατανοήσουν πως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες παλαιότερα αλλά και θέματα εθνικής ταυτότητας και ιστορίας μπορούν να κινητοποιήσουν εκατομμύρια Έλληνες περισσότερο ακόμα και από τις μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας. Αφ’ ετέρου καταφαίνεται ο φθόνος όσων τα ιδεολογικά τους προτάγματα δεν μπορούν να εμπνεύσουν εκατομμύρια Έλληνες να συμμετέχουν σε ογκώδεις πανεθνικές διαδηλώσεις.

Το χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων διευρύνεται μετά από σχεδόν 10  οικονομικής επιτροπείας. Εντείνεται η αίσθηση στη συνείδηση των πολιτών της αδιαφορίας της ηγεσίας τη χώρας στις ανάγκες και ευαισθησίες τους. Ειδικότερα η διαφοροποίηση εκλογικού σώματος και κυβέρνησης μπορεί να λάβει χαρακτηριστικά αποξένωσης του Ελληνισμού της Μακεδονίας με δημιουργία εκφυλιστικών φαινομένων αυτόκλητων ηγετών της περιοχής, με την στήριξη οικονομικών κύκλων,  με συνέπεια την καλλιέργεια κλίματος απομάκρυνσης και διαφοροποίησης από την Αθήνα.

Η ευθύνη για την κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τη γειτονική χώρα είναι καθολική και επιμερίζεται σε όλους τους Έλληνες πολίτες. Δεν αρκούν σπασμωδικές κινητοποιήσεις και μεμονωμένες εξάρσεις. Απαιτείται συνεχή φροντίδα για τα Κοινά του τόπου. Η  επιβίωση καθίσταται πιο δύσκολη εντός μνημονιακού πλαισίου από ότι πριν ενώ παράλληλα κάθε συμπατριώτης μας αντιμετωπίζει τα δικά του ξεχωριστά προβλήματα και προκλήσεις. Τα παραπάνω, όμως, όσο και αν συνιστούν μια αναντίλεκτη πραγματικότητα δεν αποτελούν νομιμοποίηση αδιαφορίας και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Αντίθετα επιβάλλουν μια πιο δεσμευτική και ουσιαστική ενασχόληση με όσα διαδραματίζονται. Η ήττα της 25ης Ιανουαρίου ας καταστήσει σαφή, στους συμπατριώτες μας, την ανάγκη συνειδητής συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τεύχος Φεβρουαρίου 2019.

Posted in Uncategorized

Η διεθνής διάσταση του Εθνικού ∆ιχασµού (1915-17), Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

Περίληψη της ομιλίας του Επίκουρου Καθηγητή Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδωνα Γ. Πλουμίδη στην εκδήλωση του ΙΝΣΠΟΛ στις 24 Νοεμβρίου 2018.

 

Ο Εθνικός ∆ιχασµός (1915-17) υπήρξε µια πολύπλευρη, πολυεπίπεδη και πολυδιάσταση διαµάχη, η οποία έθεσε επί τάπητος κορυφαία πολιτειακά και συνταγµατικά ζητήµατα της ελληνικής πολιτείας. Ο πυρήνας αυτής της διαµάχης υπήρξε το ερώτηµα «πόλεµος ή ουδετερότητα», ένα ερώτηµα το οποίο ταλάνισε επίσης µια σειρά από άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτίου Ευρώπης εκείνα τα χρόνια (Βουλγαρία, Ρουµανία και Ιταλία). Το κρίσιµο αυτό ερώτηµα αναφορικά µε τον χειρισµό της εξωτερικής και της στρατιωτικής πολιτικής ξέφευγε εκ των πραγµάτων από τα στενά πλαίσια του interventismo και του neutralismo και άγγιζε το θεµελιώδες ζήτηµα τού που εδράζεται η «κυριαρχία» της Πολιτείας: «επί της Λαϊκής Κυριαρχίας ή εις την βασιλικήν εξουσίαν», και ποιος είναι «ο κυρίαρχος ιδρυτής του Συντάγµατος, ο λαός ή το Στέµµα», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αιτιολογική έκθεση για την ανασύσταση της Βουλής της Κ´ Περιόδου (εν Αθήναις 28 Ιουνίου 1917). Ως εκ τούτου, στα χρόνια του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου και σε µια σειρά από χώρες συγκρούστηκαν περί της µορφής του Κράτους και των κυριαρχικών λειτουργιών του η µοναρχική και η εθνική αρχή. Η µεν πρώτη αρχή πρεσβεύει πως το Κράτος ταυτίζεται µε το πρόσωπο του µονάρχη (κι εποµένως ο πόλεµος είναι προσωπική υπόθεσή του), η δε δεύτερη ότι η κυριαρχία ενυπάρχει εις το «έθνος», τουτέστιν –κατά τα διδάγµατα του Αββά Σεγιές‒ στην Τρίτη Τάξη (le tiers état), δηλαδή στον λαό.

Στην Ελλάδα, και οι δύο πολιτικές παρατάξεις (οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί) αναφέρονταν εξίσου στην έννοια «Έθνος» (ως φορέα της κρατικής κυριαρχίας) και κόπτονταν οµοίως για τη «σωτηρία του Έθνους», αλλά προσέδιδαν στην εν λόγω έννοια εντελώς διαφορετικό περιεχόµενο. Για παράδειγµα, ο εκλογικός συνδυασµός του ∆. Γούναρη ήταν ο «Εθνικός Συνδυασµός». Οι βενιζελικοί όµως µε τη λέξη «Έθνος» εννοούσαν τον λαό, ενώ οι αντίπαλοί του τον βασιλιά (βλέπε: µονάρχη). Πάνω σε αυτήν την πολιτειακή αντίληψη δοµήθηκε η αντιβενιζελική παράταξη, που είχε ως επίκεντρό της τον ∆. Γούναρη. Οι γουναρικοί «εθεώρουν ως πατρίδα τον Βασιλέα και ως Εθνικήν πολιτικήν τας προσωπικάς γνώµας αυτού». Στις (µονοµερείς) εκλογές της 6ης ∆εκεµβρίου 1915 «το σήµα των Γουναρικών υποψηφίων» ήτο «ο Αετός συµβολίζον τον Στρατηλάτην Βασιλέα». Ο Γουναρικός «εθνικός» (εκλογικός) συνδυασµός ήταν «ο Βασιλικός συνδυασµός», επίκεντρο της εκλογικής εκστρατείας ήταν «ο Άναξ», και ο ελληνικός λαός καλείτο τότε «να ψηφίση την πολιτικήν του Άνακτος» (δηλ. της «ουδετερότητος») και «πολίτας πονετούς και αγαπώντας τον θρόνον του Βασιλέως Κωνσταντίνου». Το Κόµµα των Εθνικοφρόνων ήταν εποµένως το Κόµµα των Βασιλοφρόνων, δηλ. µοναρχικό κόµµα.  Οµοίως, το 1920 το raison d’être του γουναρικού κόµµατος ήταν η «βασιλοφροσύνη» (εφ. Καθηµερινή αρ. 385, 23 Οκτωβρίου 1920, σ. 1).

 

 

Posted in Uncategorized

Εκδήλωση ΙΝΣΠΟΛ: Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17) / ΣΑΒ 24/11/18, 12.00

Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής έχει την τιμή να σας προσκαλέσει στην ομιλία του καθηγητή Σπυρίδωνα Πλουμίδη με τίτλο «Η διεθνής διάσταση του Εθνικού Διχασμού (1915-17)» η οποία αποτελεί μέρος ευρύτερης μελέτης που θα δημοσιευθεί σε λίγους μήνες.

Παράλληλα με την παρουσίαση του διεθνούς αντίκτυπου της εσωτερικής κατάστασης θα γίνουν επισημάνσεις για τη κομματική συγκρότηση και διαμόρφωση του αντιβενιζελικού μετώπου.

Πρόκειται για την αρχή μίας σειράς διαλέξεων που θα σχετίζονται με την ελλαδική Δεξιά. Έχει προηγηθεί η ομιλία του Κώστα Ιορδανίδη για τον Συντηρητισμό.

Η εκδήλωση θα λάβει χώρα το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018, στις 12.00 μ.μ., στο POLIS ART CAFE (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, 10559 Αθήνα).

Posted in Uncategorized

Ένθετο «Καθημερινής» 11/11/18: Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους / Σ. Μητραλέξης, Α. Χρυσόγελος [PDF]

Το ένθετο είναι προσβάσιμο εδώ:


Posted in Άγγελος Χρυσόγελος, έρευνες_δημοσιεύσεις

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας / Σωτήρης Μητραλέξης

Χρονολόγιο των σημείων τομής στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ ιδρύσεως ελληνικού κράτους

Σωτήρης Μητραλέξης

*

Μελέτη ΙΝΣΠΟΛ 30/B/19

*

2.8.1829: το ΙΑ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους αποφασίζει ότι το Κράτος θα αναλάβει την εκκλησιαστική περιουσία και από τα έσοδά της θα διατίθενται ποσά «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» και για την εκπαίδευση των νέων.

 

17.4.18332.5.1833: Η Εκκλησιαστική Επιτροπή, που συγκρότησε ο Αντιβασιλέας Georg Maurer, εισηγείται ένα σχέδιο απόσπασης της Εκκλησίας στην Ελλάδα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ίδρυσης αυτοκέφαλης Εκκλησίας του ελληνικού βασιλείου

 

15.7.1833: Αρχίζει τις εργασίες στο Ναύπλιο Σύνοδος 22 Επισκόπων, που συγκάλεσε με πρωτοβουλία της η Αντιβασιλεία, με συμμετοχή από εν ενεργεία Ιεράρχες που βρίσκονταν μέσα στο ελληνικό βασίλειο, καθώς περισσότερους Ιεράρχες διωγμένους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Σπυρίδων Τρικούπης παρουσιάζει τις προτάσεις της Αντιβασιλείας για δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας, οι οποίες υπογράφονται από τους επισκόπους χωρίς γνώση και συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τις επόμενες μέρες και άλλοι Επίσκοποι συνυπέγραψαν (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν «εμπερίστατοι», διωγμένοι από τα οθωμανικά εδάφη).

 

23.7.1833: Η Αντιβασιλεία εκδίδει, χωρίς απόφαση του Οικουμενικό Πατριαρχείου, βασιλικό διάταγμα που ανακηρύσσει την «ανεξαρτησία» της ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, η οποία έχει πλέον δογματική και όχι διοικητική ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Καθορίζει ως διοικητικό αρχηγό της τον καθολικό Βασιλέα Όθωνα, ενώ η Εκκλησία διοικείται πνευματικά από συλλογικό όργανο Επισκόπων («Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου του Ελλάδος») και στις συνεδριάσεις του υποχρεωτικά παρευρίσκεται ο Βασιλικός Επίτροπος καθώς «κάθε πράξις γενομένη εν απουσία του είναι άκυρος». Καμία απόφαση της Ιεράς Συνόδου δεν εκτελείται χωρίς την έγκριση της Κυβερνήσεως. Η παρουσία της Κυβέρνηση στις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου μέσω του Βασιλικού Επιτρόπου καταργήθηκε το 1977 με τον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας (νόμος 590/1977). Η Εκκλησία βρίσκεται πλέον σε απόλυτη εξάρτηση από το Κράτος.

 

25.9.1833: Με διάταγμα της Αντιβασιλείας διαλύονται οι Ιερές Μονές που έχουν κάτω και δημεύεται η περιουσία τους χωρίς αποζημίωση. Ο αριθμός τους υπολογίζεται από 426 έως 440 Μονές. Ο Αντιβασιλέας Maurer υπολόγιζε ότι το 1833 η έκταση της μοναστηριακής περιουσίας ανερχόταν στο 1/3 των «γαιών» της τότε ελληνικής επικράτειας. Προκαλούνται λαϊκές αντιδράσεις, ιδίως στην Πελοπόννησο, καθώς μοναχοί εκδιώκονται από τα μοναστήριά τους ή παραμένουν σε αυτά ως ενοικιαστές της Κυβέρνησης, ιερά σκεύη εκποιούνται από το Κράτος και τα μοναστηριακά κτήματα περιέρχονται στις Νομαρχίες.

 

1.12.1834: Η Αντιβασιλεία ιδρύει κρατικό φορέα («Εκκλησιαστικόν Ταμείον») για τη διαχείριση της περιουσίας των διαλελυμένων Μονών

 

29.6.1850: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί καθεστώς αυτοκεφαλίας και ιδρύει την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με εδαφική δικαιοδοσία τα όρια του τότε Ελλ. Βασιλείου (παλαιά Ελλάδα). Προβλέπει ότι η Εκκλησία αυτή θα πρέπει να διοικείται «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».

 

10.7.1852: Παρά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 η Κυβέρνηση εκδίδει νόμους με αντίθετες ρυθμίσεις για τη διοίκηση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος

 

22.11.1875: Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των «Σιμωνιακών» από την Κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη, η Βουλή παραπέμπει σε δίκη 2 μέλη της προηγούμενης Κυβέρνησης Δημ. Βούλγαρη (Υπουργούς Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης, Ιωάννη Βαλασόπουλο και Βασίλειο Νικολόπουλο) και τους 3 Μητροπολίτες Κεφαλληνίας (Σπυρίδωνα Κομποθέκρα), Πατρών και Ηλείας (Αβέρκιο Λαμπίρη) και Μεσσηνίας (Στέφανο Αργυριάδη) με την κατηγορία ότι οι Υπουργοί δωροδοκήθηκαν από 4 υποψηφίους μητροπολίτες, ώστε να εκλεγούν στις 3 κενές Μητροπόλεις (Μεσσηνίας, Κεφαλληνίας, Πατρών). Καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης και προστίμου για τα αδικήματα της δωροδοκίας, εκβίασης και σιμωνίας (χειροτονίας με οικονομικό αντάλλαγμα). Οι τρεις Μητροπολίτες αργότερα παραιτήθηκαν (18.11.1877).

 

ΟκτώβριοςΝοέμβριος 1901 (Ευαγγελικά): Η Εφημερίδα «Ακρόπολις» δημοσιεύει σε συνέχειες την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Φοιτητές παρακινούμενοι από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, που υποστηρίζουν την καθαρεύουσα, ετοιμάζουν κινητοποιήσεις, καθώς θεωρούν βέβηλη την πρωτοβουλία της εφημερίδας. Γίνονται μεγάλες διαδηλώσεις στην Αθήνα (3-4.11.1901) που λαμβάνουν και πολιτικές διαστάσεις με την συμμετοχή του κόμματος Θεοδ. Δηλιγιάννη και κατά τη διαδήλωση στους Στύλους Ολυμπίου Διός (7.11.1901) η Χωροφυλακή πυροβολεί το πλήθος, που προσπάθησε να κινηθεί προς την έδρα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών με νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Η εφημερίδα ζήτησε δημοσίως συγγνώμη, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος, όπως και η Κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν. Η αναθεωρητική Βουλή προσέθεσε διάταξη στο Σύνταγμα του 1911 κατά την οποία απαγορεύεται η μετάφραση της Αγίας Γραφής χωρίς την άδεια της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και αργότερα στο Σύνταγμα του 1927 ότι απαιτείται και η άδεια της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

19.11.1909: Το κράτος ιδρύει δημόσιο φορέα το «Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείον», και ορίζει ως προσόδους του τα εισοδήματα των διατηρουμένων Μονών, που δεν διαλύθηκαν το 1833-1834, ενώ αποφασίζει και συγχωνεύσεις Μονών που είχαν τότε (1909) λιγότερους των έξι μοναχών. Δεν καταργείται ωστόσο το Εκκλησιαστικό Ταμείο του Όθωνα που κατέχει από το 1834 την περιουσία των διαλελυμένων 426 Μονών (μετονομάζεται σε «Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο»).

 

1916: Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού οι Μητροπολίτες χωρίζονται σε βενιζελικούς και βασιλόφρονες. Το Κίνημα Εθνικής Άμυνας (Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης) κατά τη διάρκεια του 1916 φυλακίζει, περιορίζει ή και εξορίζει αντιφρονούντες Επισκόπους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, που έχει υπό τον έλεγχό του.

 

11.12.1916: η «Εντολοδόχος Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου Συντεχνιών» απευθύνει δια του τύπου πρόσκληση συμμετοχής του λαού και του κλήρου σε «Ανάθεμα» κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως. Η Ιερά Σύνοδος αποφασίζει ότι είναι αναρμόδια να εκδώσει απόφαση αφορισμού του Ελ. Βενιζέλου, αλλά επιτρέπει την παρουσία μελών της Ιεράς Συνόδου και του κλήρου της Αθήνας στην συμβολική τελετή λιθοβολισμού–αναθέματος κατά του Βενιζέλου (Πολύγωνο 12.12.1916).

 

28.4.1917-10.5.1917: Ο πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλος συγκαλεί στην Θεσσαλονίκη συνέλευση Επισκόπων («Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος») με συμμετοχή ιεραρχών κυρίως από τις Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρο κλπ) και την Κρήτη και λιγότερους από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η φιλοβασιλική Ιερά Σύνοδος της Αθήνας δεν αναγνώρισε ως σύμφωνη με τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας την «Συνέλευση Ιεραρχών της Νέας Ελλάδος» και ξεκίνησε διαδικασίες πειθαρχικών διώξεων σε βάρος φιλοβενιζελικών κληρικών.

 

1917: Η νέα Κυβέρνηση Βενιζέλου αρνείται να ορκισθεί από τον φιλοβασιλικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και ορκίζεται από τον Αρχιμανδρίτη (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο). Ο Ελ. Βενιζέλος τροποποιεί τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας, εκδιώκει από τα καθήκοντά τους τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο και τους 4 Αρχιερείς, μέλη της Ιεράς Συνόδου, που ενέκριναν το Ανάθεμα, οι οποίοι εκτοπίζονται σε μοναστήρια όπου μένουν φρουρούμενοι. Η Κυβέρνηση διόρισε νέα Ιερά Σύνοδο («αριστίνδην» Σύνοδο) μήνυσε όσους Αρχιερείς συμμετείχαν σε Αναθέματα στην Αθήνα και στις επαρχίες τους και συγκρότησε εκκλησιαστικό δικαστήριο με φιλοβενιζελικούς Επισκόπους, το οποίο τιμώρησε τους αντιφρονούντες Αρχιερείς.

 

29.12.1919: Η Κυβέρνηση κηρύσσει ως απαλλοτριωτέα όλα τα τότε αγροτικά μοναστηριακά ακίνητα προκαλώντας αντιδράσεις της Εκκλησίας προς τον σκοπό αποκατάστασης των γεωργών, με πρόβλεψη αποζημίωσης σε προπολεμικές τιμές, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν καταβλήθηκε.

 

28.2.1920: Η ψήφιση νέου Αγροτικού Νόμου (2052/1920), που επαναλαμβάνει τις απαλλοτριώσεις μοναστηριακών κτημάτων του 1917 και τις επεκτείνει σε όλη την χώρα

 

1922: Η Επαναστατική Κυβέρνηση αποφασίζει μαζικἐς απαλλοτριώσεις μοναστηριακών ακινήτων για την αποκατάσταση των προσφύγων. Απαλλοτριώνονται μεγάλα κτήματα, που δεν καταλήγουν ολόκληρα στους πρόσφυγες.

 

16.11.1920: Η νέα φιλομοναρχική Κυβέρνηση καθαιρεί την φιλοβενιζελική Ιερά Σύνοδο και τον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο (Μεταξάκη) και διορίζει νέα «αριστίνδην» Σύνοδο και επαναφέρει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο. Διενεργούνται αντίστοιχες πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος των έκπτωτων φιλοβενιζελικών Επισκόπων, όπως έπραξαν και πριν το 1920 οι βενιζελικοί σε βάρος των φιλομοναρχικών Επισκόπων.

 

1926: Η Βουλή αναστέλλει το Σύνταγμα του 1911 και παραχωρείόλες τις εξουσίες στον δικτάτορα Θ. Πάγκαλο, ο οποίος προβαίνει σε απαλλοτριώσεις περιουσιών Μονών χωρίς καταβολή αποζημίωση

 

12.7.1928: Η Κυβέρνηση έχοντας πληροφόρηση ότι επίκειται η παραχώρηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος «επιτροπικώς» της διοίκησης των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία Θράκη) σπεύδει και εκδίδει νόμο για την υπαγωγή τους στην Εκκλησία της Ελλάδος και θέτει όρους χωρίς συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

4.9.1928: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκδίδει Πράξη παραχωρεί «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδος τη διοίκηση των Νέων Χωρών θέτοντας στην Εκκλησία της Ελλάδος 10 όρους

 

10.5.1930: Με εισήγηση του Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου καταργείται το Γενικό Εκκλ. Ταμείο και ιδρύεται ο κρατικός «Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας» (ΟΔΕΠ). Το Δ.Σ. του Ο.Δ.Ε.Π. αποτελείται από 3 εκπροσώπους της Εκκλησίας και 4 εκπροσώπους της Πολιτείας. Με σειρά διαταγμάτων η περιουσία των Μονών διαιρείται σε «ρευστοποιητέα», η οποία περιέρχεται στη διαχείριση του κρατικού ΟΔΕΠ και «διατηρούμενη», που κρίνεται ότι πρέπει στη διαχείριση των Μονών για τις ανάγκες τους. Η ρευστοποιητέα περιουσία καταγράφεται από τον ΟΔΕΠ με τη βοήθεια των τοπικών υποκαταστημάτων της Εθνικής Τραπέζης, γίνονται εκποιήσεις της και τα χρηματικά ποσά επενδύονται σε καταθέσεις και μετοχές της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Έτσι προκύπτει το χαρτοφυλάκιο μετοχών του Ο.Δ.Ε.Π. στην Εθνική Τράπεζα. Επίσης, γίνονται πάλι νέες συγχωνεύσεις Μονών (που είχαν λιγότερους των 6 μοναχών).

 

5.11.1938: Εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός (Παπανδρέου), αλλά η εκλογή του ακυρώνεται μετά από αίτηση ακυρώσεως 3 Μητροπολιτών από το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο πιέζει η Δικτατορία Μεταξά. Κατά την νέα ψηφοφορία εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Χρύσανθος (Φιλιππίδης).

 

30.4.1941: Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος αρνείται να ορκίσει την Κυβέρνηση Τσολάκογλου απομακρύνεται από το αξίωμά του και στις 2.7.1941 εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός

 

5.9.1945: Ο Κλήρος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση και ζει από προσφορές πιστών. Ο αναγκαστικός νόμος 536/1945 απαγόρευσε την πληρωμή των κληρικών σε είδος από τους ενορίτες και προβλέπει για πρώτη φορά ότι το Δημόσιο ενισχύει την μισθοδοσία του Κλήρου. Η Εκκλησία συνεισφέρει στην μισθοδοσία μέσω της ενοριακής εισφοράς των χριστιανικών οικογενειών (αργότερα καταργήθηκε) και της εισφοράς ποσοστού 25% και αργότερα 35% από τα έσοδα των Ναών

 

18.9.1952: Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεψε κατ’ εξαίρεση για το διάστημα 1952-1955 τη δυνατότητα απαλλοτριώσεων με μειωμένη αποζημίωση (στο 1/3 της αξίας τους), ώστε να αποκατασταθούν οι ακτήμονες γεωργοκτηνοτρόφοι της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στις 15.8.1952 η Κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα με διάταγμα ορίζει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεούται να παραχωρήσει στο Δημόσιο όλη την αγροτολιβαδική περιουσία της εντός 2 μηνών με σύμβαση και με μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας της –αλλιώς το Κράτος θα προχωρήσει σε απαλλοτριώσεις. Συνάπτονται στις 18.9.1952 2 συμβάσεις μεταξύ Εκκλησίας, ΟΔΕΠ και Πολιτείας και παραχωρούνται στο Δημόσιο 770.000 στρέμματα αγροτολιβαδικής γης των Μονών, ενώ το Δημόσιο υποχρεούται να δώσει στην Εκκλησία μειωμένο αντάλλαγμα (με παραχώρηση δημόσιων ακινήτων και καταβολή χρήματος) ίσο με το 1/3 της αξίας των μοναστηριακών ακινήτων. Οι συμβάσεις αποδεικνύονται προβληματικές στη φάση εκτέλεσής τους, καθώς από τα 164 αστικά ακίνητα του Δημοσίου, που έπρεπε να λάβει η Εκκλησία από το Δημόσιο, η Εκκλησία ουδέποτε παρέλαβε τα 41 από αυτά, καθ’ όσον είτε ανήκαν εξαρχής σε τρίτους είτε ήταν καταπατημένα ή μη οικοδομήσιμα.

 

11.9.1962: Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου αποφασίζει την σύσταση μιας μεικτής (κληρικολαϊκής) Επιτροπής για να καταρτίσει νέο καταστατικό νόμο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σχέδιο που παρέδωσε στην Κυβέρνηση (1964) δεν ψηφίσθηκε όμως στοιχεία του χρησιμοποιήθηκαν για τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας του 1969.

 

27.4.1967: Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών εκδίδει σειρά νομοθετημάτων και διοικητικών πράξεων και πετυχαίνει την πραξικοπηματική αλλαγή στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αναστέλλει επ’ αόριστον (κατ’ ουσίαν απαγορεύει) την επικείμενη συνεδρίαση (11.5.1967) της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, καταργεί την υφιστάμενη σύνθεση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, και με νόμο (10.5.1967) θεσπίζει διαδικασία διορισμού 8μελούς Ιεράς Συνόδου της επιλογής της Κυβέρνησης (γνωστή ως «αριστίνδην» Σύνοδος), που διορίζεται από την Κυβέρνηση την επόμενη ημέρα. Επίσης αφαιρεί από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας το δικαίωμα να εκλέγει τους Μητροπολίτες της και επιβάλλει ηλικιακό όριο αποχώρησης (80 ετών) για τους Μητροπολίτες πετυχαίνοντας έτσι την αποχώρηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου). Στις 13.5.1967 η διορισθείσα από την Κυβέρνηση «αριστίνδην» Σύνοδος προτείνει στην Κυβέρνηση 3 πρόσωπα για την κενή θέση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και επιλέγεται με βασιλικό διάταγμα ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος (Κοτσώνης). Κατά το διάστημα 1967–1971 η «αριστίνδην» Σύνοδος εκλέγει και χειροτονεί 29 νέους Μητροπολίτες και 6 Επισκόπους. Κατά την περίοδο εκείνη 2 Μητροπολίτες εκδιώχθηκαν με αποφάσεις «Συνοδικού Δικαστηρίου» της Εκκλησίας, 5 Μητροπολίτες εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση και 9 Αρχιερείς (ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ καί 8 Μητροπολίτες) αποχώρησαν υποχρεωτικά λόγω του θεσπισμένου ορίου ηλικίας.

 

24.7.1968: Το κράτος αναλαμβάνει να συμπληρώνει τον μισθό του κληρικού τόσο ώστε να ισούται με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου

 

Νοέμβριος 1973Ιούλιος 1974: Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την ανατροπή του συνταγματάρχη Γεώργιου Παπαδόπουλου από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη (25.11.1973), παραιτείται και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης). Με Συντακτική Πράξη (3/1974) προβλέφθηκε η εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και αποκλείονται από τις εκλογές οι Μητροπολίτες, που συνέπραξαν ως μέλη της «αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Α΄ (1967), καθώς και όσοι Μητροπολίτες εξελέγησαν από την «αριστίνδην» Σύνοδο (1967-1972). Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας καταλήγει σε 3 υποψηφίους (τριπρόσωπο δελτίο υποψηφίων) και επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας). Μετά από αλληλοδιάδοχες αποφάσεις, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έκρινε τους 10 από τους 29 εκλεγέντες Μητροπολίτες της περιόδου 1967-1972 ως αντικανονικούς και τους κήρυξε μαζί με άλλους 2 Μητροπολίτες της «πρεσβυτέρας» Ιεραρχίας ως έκπτωτους και έκρινε τους υπόλοιπους κατ’ οικονομίαν (επιείκεια), ρητώς ή σιωπηρώς, ως κανονικούς.

 

1987: Ο νόμος 1700/1987 που εισηγήθηκε ο Υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης προβλέπει ότι όσα ακίνητα νέμεται η Εκκλησία χωρίς τίτλο, θεωρούνται με αμάχητο τεκμήριο ως ακίνητα του Δημοσίου και περιέρχονται στον κρατικό ΟΔΕΠ. Ορίζεται νέα διοίκηση του ΟΔΕΠ, ενώ η Ιερά Σύνοδος επιβάλλει στα μέλη της νέας διοίκησης «επιτίμιο ακοινωνησίας» (μικρό αφορισμό, προσωρινή αποκοπή από τα μυστήρια της Εκκλησίας).

 

11.5.1988: Γίνονται διαδηλώσεις της Εκκλησίας με συμμετοχή κληρικών και λαού στην Αθήνα κατά του «νόμου Τρίτση». Τελικά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ με τον Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου συμφωνούν ότι για όσα αγροτικά και δασικά και αγροτολιβαδικά ακίνητα νέμονται και κατέχουν οι Μονές μετά το 1952 χωρίς να διαθέτουν τίτλο ιδιοκτησίας θα παραχωρηθούν στην Πολιτεία με σύμβαση, ενώ οι Μονές θα παρακρατήσουν ορισμένα ακίνητα ως ζώνη περιβαλλοντικής προστασίας γύρω από τις Μονές. Μετά την αλλαγή πολιτικής της Κυβέρνησης ο Αντ. Τρίτσης παραιτείται (Φεβρουάριο 1988) αλλά η παραίτηση δεν γίνεται δεκτή. 149 Μονές αποδέχονται τον διακανονισμό και στις 11.5.1988 υπογράφεται η σύμβαση Εκκλησίας και Πολιτείας για τις Μονές αυτές και η Πολιτεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει στις Μονές το 1% του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο η παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας απαιτεί σύμπραξη Κράτους–Εκκλησίας (επιτροπές καθορισμού περιουσίας, αποφάσεις Νομαρχών κλπ). Ο μοναδικός Μητροπολίτης που συμμορφώθηκε με την Σύμβαση του 1988 ήταν ο τότε Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμος, σημερινός Αρχιεπίσκοπος. Η σύμβαση κυρώθηκε με νόμο, και προβλεπόταν ότι όσες Μονές δεν προσχώρησαν στην σύμβαση, διέπονται από τον «νόμο Τρίτση».

 

1990-1993: Οι 11 έκπτωτοι («Ιερωνυμικοί») Μητροπολίτες, που αποπέμφθηκαν με Συντακτικές Πράξεις το 1974 και χωρίς δικαίωμα δικαστικής προστασίας, προσφεύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) κατόπιν της τροπολογίας Ιωάννη Παλαιοκρασά, που τους έδωσε (μετά από 26 χρόνια) το σχετικό δικαίωμα. Οι αποφάσεις έκπτωσής τους ακυρώνονται από το ΣτΕ για τυπικό λόγο (δεν τους δόθηκε δικαίωμα απολογίας), οπότε η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί νομότυπα. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αρνείται να εφαρμόσει τις αποφάσεις του ΣτΕ. Παράλληλα ακυρώνονται από το ΣτΕ και οι εκλογές νέων Μητροπολιτών στις έδρες των δικαιωθέντων έκπτωτων Μητροπολιτών. Προκαλείται έκρυθμη κατάσταση στο εσωτερικό της Εκκλησίας, καθώς οι δικαιωθέντες Μητροπολίτες επιδιώκουν να επανέλθουν στις Μητροπόλεις τους. Η Πολιτεία αναγκάζεται να δημιουργήσει νέες «προσωποπαγείς» Μητροπόλεις (1991) για να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα. Μετά από βίαια επεισόδια από υποστηρικτές του έκπτωτου Μητροπολίτη Αττικής Νικοδήμου Γκατζιρούλη (5.8.1993, Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Κεφαλάρι), ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ συγκαλεί τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (10.8.1993), η οποία τιμωρεί με επιτίμιο ακοινωνησίας τους έκπτωτους Μητροπολίτες (Αττικής) Νικόδημο, (Λαρίσης) Θεολόγο και (Θεσσαλιώτιδος) Κωνσταντίνο λόγω της υποκίνησης επεισοδίων και της πρόκλησης «εν τοις πράγμασιν σχίσματος» μέσα στην Εκκλησία. Το 1996 το ΣτΕ απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεώς τους θεωρώντας ότι η ποινή που τους επιβλήθηκε ήταν «πνευματική» και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από πολιτειακό δικαστήριο.

 

9.12.1994: Οκτώ Μονές, που δεν υπέγραψαν την Σύμβαση της 11.5.1988 προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παραπονούμενες κατά του «νόμου Τρίτση» (ν. 1700/1987), ο οποίος συνέχιζε να ισχύει ως προς αυτές. Δικαιώνονται και το ΕΔΔΑ κάνει δεκτό ότι οι Μονές αν και είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν είναι κρατικοί φορείς και ο νόμος Τρίτση είναι αντίθετος με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς απαγόρευε ειδικά στις Μονές να αποδεικνύουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επικαλούμενες χρησικτησία, τεκμαίροντας ότι τα ακίνητά τους ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ το ελληνικό δίκαιο επέτρεπε γενικά την επίκληση χρησικτησίας σε κάθε άλλο ιδιοκτήτη.

 

17.7.2000: Μετά από γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (15.5.2000) οι Υπουργοί Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης Γιώργος Δρυς και Μιχάλης Χρυσοχοΐδης εκδίδουν απόφαση, που εξαιρεί το θρήσκευμα από τα αναγραφόμενα στοιχεία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Προκαλείται μέγιστη διαμάχη μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η Εκκλησία προβαίνει σε συγκέντρωση υπογραφών κατά της νέας ρύθμισης, ενώ στις 21.6.2000 μεγάλη συγκέντρωση, με παρουσία και μελών της Ιεράς Συνόδου, στην πλατεία Συντάγματος, όπου απευθύνει λόγο ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος

 

28.1.2004: Λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές (7.3.2004) η Κυβέρνηση Κώστα Σημίτη καταργεί την υποχρεωτική εισφορά της Εκκλησίας προς το Κράτος για την μισθοδοσία του Κλήρου (35% από τα έσοδα των παγκαριών των Ναών).

 

11.2.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο προβαίνει ρητά σε διοικητικό χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Διαχωρίζει από το Δημόσιο Τομέα και τη Γενική Κυβέρνηση του Κράτους την Εκκλησία, η οποία πλέον υπόκειται μόνο στον Καταστατικό της Χάρτη και στους Κανονισμούς που ψηφίζει η Ιερά Σύνοδος. Η Εκκλησία υποχρεούται να εφαρμόζει την κρατική νομοθεσία, μόνο όταν διαχειρίζεται κρατικό χρήμα (π.χ. επιχορηγήσεις) ή κοινοτικούς πόρους (π.χ. ΕΣΠΑ).

 

7.10.2014: Η Κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά με νόμο αναγνωρίζει ότι τα διατάγματα που εξέδωσε το κράτος τη δεκαετία του 1930 για την υπαγωγή της μοναστηριακής περιουσίας στον κρατικό ΟΔΕΠ και η σύμβαση Κράτους και Εκκλησίας της 18.9.1952 αποτελούν τίτλους ιδιοκτησίας για τα μοναστηριακά ακίνητα.

 

5.10.2016: Από τον Ιανουάριο 2016 ο Υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης είχε ανακοινώσει ότι θα τεθούν σε ισχύ νέα Προγράμματα για το μάθημα των Θρησκευτικών, που εισάγουν ένα μη ομολογιακό μάθημα. Στις 13.9.2016 δημοσιεύονται οι νέες υπουργικές αποφάσεις για το μάθημα. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος στέλνει στις 28.9.2016 υπόμνημα κατά των νέων Προγραμμάτων, με παραλήπτη τον Υπουργό Ν. Φίλη και τα κόμματα, ζητώντας διάλογο για το μάθημα. Στις 5.10.2016 γίνεται συνάντηση Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου και συμφωνείται η έναρξη επιστημονικού διαλόγου των 2 πλευρών. Στον επόμενο ανασχηματισμό ο Νίκης Φίλης αποπέμπεται από την Κυβέρνηση.

 

Ιούλιος 2017: Ο Υπουργός Παιδείας Ν. Γαβρόγλου εκδίδει νέες υπουργικές αποφάσεις για τα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών μετά από διάλογο αντιπροσωπείας της Εκκλησίας και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ο οποίος συνεχίζεται και το 2018.

 

6 Νοεμβρίου 2018: Κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας–Εκκλησίας της Ελλάδος και κοινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο. Σύμφωνα με την ανακοινωθείσα πρόθεση συμφωνίας:

 

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939 οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939 απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της.
  2. Το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε.
  3. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών.
  4. Το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία με μορφή επιδότησης ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του Ελληνικού Δημοσίου.
  5. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη Συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία.
  6. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών,με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών.
  7. Με τη Συμφωνία διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  8. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δεν δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης.
  9. Το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίζουν τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
  10. Το Ταμείο αυτό θα διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο. Δύο μέλη του Ταμείου θα διορίζονται από την Εκκλησία της Ελλάδος, δύο μέλη θα διορίζονται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ ένα μέλος θα διορίζεται από κοινού.
  11. Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας θα αναλάβει τη διαχείριση και αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας της Ελλάδος περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω Ταμείο προς αξιοποίηση.
  12. Τα έσοδα και οι υποχρεώσεις του ΤΑΕΠ επιμερίζονται κατά ίσο μέρος στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία της Ελλάδος.
  13. Τα ανάλογα ισχύουν και για τις περιουσίες των επιμέρους Μητροπόλεων, ήτοι των αμφισβητούμενων περιουσιών, αλλά και όσων οι Μητροπόλεις εθελοντικά παραχωρήσουν στο ΤΑΕΠ.
  14. Η ήδη συσταθείσα με τον Ν.4182/2013 Εταιρεία Αξιοποίησης Ακίνητης Εκκλησιαστικής Περιουσίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών εντάσσεται επίσης στο ΤΑΕΠ και διοικείται με το σημερινό κατά νόμο καθεστώς.
  15. Οι παραπάνω δεσμεύσεις των δύο μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τήρησης της Συμφωνίας στο σύνολό της.
Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις