Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο / Μιχάλης Ρέττος

Το ΙΝΣΠΟΛ δημοσιεύει τη μελέτη του Μιχάλη Ρέττου,

 

Σχόλιο για την οικιακή οικονομία στον αρχαίο ελληνικό κόσμο:

από τον Όμηρο και τον Ησίοδο στον Οικονομικό του Ξενοφώντα

 

Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις

Ενάντια στη βλακεία, με ευλογημένα στυλό

Του Σωτήρη Μητραλέξη

Σε κάθε δημόσια συζήτηση για τα εκκλησιαστικά συμβαίνει, πραγματικά, ένα θαύμα: στο χώρο της κάθε φορά ιεράς αγανάκτησης -χώρο όπου συναντιούνται πάντοτε αγαπητικά οι αριστεροί με τους νεοφιλελεύθερους υπό το φως του Ράμφειου Ευαγγελίου ότι «η Ελλάδα δεν πέρασε Διαφωτισμό»- απέναντι στην κοινότητα των πιστών αίφνης εξαφανίζεται κάθε λογική και ορθολογισμός, κάθε απαίτηση να αντιστοιχούν τα επιχειρήματα στην πραγματικότητα, κάθε αξίωση να έχει κανείς την οποιαδήποτε υποτυπωδώς ουσιαστική πληροφόρηση για το θέμα που σχολιάζει.

Έτσι ακριβώς έγινε και με το «Ευλογημένο Στυλό-gate», όπου ο Μητροπολίτης Βέροιας και Νάουσας Παντελεήμων μοίρασε στους φοιτητές στο τέλος της λειτουργίας στυλό με το μήνυμα «Καλή επιτυχία», τα οποία είχαν την ευχή του (η αρβύλα των συνειδητών ανακριβειών φρόντισε να κυκλοφορήσει το ψεύδος ότι τα στυλό «πουλήθηκαν»).

Στις υλακές και στους ολοφυρμούς που ακολούθησαν στη δημοσιά -γεμάτες, όπως πάντα, από τα «γίναμε Ιράν, γίναμε Τεχεράνη, αυτά δε συμβαίνουν πουθενά στην Ευρώπη»- οι Διαφωτιστές πληκτρολογίου έβαλαν στο μυαλό τους διάφορα πράγματα με τρόπο όλως αυθαίρετο και ανορθολογικό, για τα οποία όχι μόνο έχουν εδραία αν και αστήρικτη πεποίθηση, αλλά αν τους πληροφορήσεις περί του αντιθέτου θεωρούν αυτονοήτως ότι ψεύδεσαι ή ότι δικαιολογείς τα αδικαιολόγητα ή τέλος πάντων όποια άλλη αντίδραση αρμόζει σε φανατικούς θρησκόληπτους κάθε αδιάλλακτης και παγιωμένης άποψης ή στάσης.

Οι φωνασκούντες υποθέτουν, από μόνοι τους και με αυταπόδεικτη αυθεντία, πως οι πιστοί επικαλούνται τον Θεό -τον οποίο φαντάζονται ως διασταύρωση παγανιστικού ξοάνου και «God of the Gaps», δηλαδή ως κάτι στο οποίο δεν πιστεύει η εκκλησία- ούτως ώστε να προκαλέσει ένα υπερφυσικό θαύμα και ο φοιτητής/τρια που γράφει με το «ευλογημένο στυλό» να υποστεί κάποια έλλαμψη κατά τη διάρκεια των Πανελλαδικών. Προσβάλλουν, δηλαδή, οι φωνασκούντες με την αφέλειά τους τη νοημοσύνη των εκκλησιαζομένων φοιτητών, παρουσιάζοντάς τους ως καρικατούρες. Δεν μπορούν καν να υποθέσουν τη mutatis mutandis παραλληλία του «ευλογημένου στυλό» (στην εκκλησία ξέρετε αυτό κάνουμε, ευλογούμε/αγιάζουμε τα πάντα, νερά- ξύλα- πηγάδια – αμάξια – βραστά στάρια – ψωμιά – στυλό και ό,τι βάλει ο νους του ανθρώπου) με ένα ενθύμιο, με ένα αντικείμενο που αποκτά νέα αξία επειδή μας το έχει δώσει αγαπημένο πρόσωπο και το φυλάμε σαν κόρη οφθαλμού, ειδικά στις δύσκολες στιγμές. Επαρκούν μόνο για να το φανταστούν με όρους ταινίας επιστημονικής φαντασίας, ώστε να το χλευάσουν.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι φιλελεύθεροι και οι εξ Αριστεράς για το θέμα είναι ότι η εκδοχή «η προσευχή γίνεται διότι έτσι πιστεύουν ότι θα γράψουν καλύτερα με υπερφυσικό τρόπο, μα τι βλάκες» δεν εκθέτει τους πιστούς, αλλά τη δική τους, των επικριτών, αντιληπτική στενότητα, έλλειψη στοιχειώδους πληροφόρησης για τα εκκλησιαστικά που σχολιάζουν, και επηρμένη ασχετοσύνη. Διότι η λογική αιτιώδους σχέσης «θα κάνουμε μια ακολουθία στην εκκλησία, άρα θα πάω καλά στις Πανελλήνιες» απαντά μόνο, και εξ αντιθέτου/υβριστικά, στα μυαλά όσων επικριτών δεν διακρίνονται για την αντιληπτική τους εμβέλεια ως προς αυτά τα ζητήματα.

Εν αντιθέσει, για όσους βρίσκονται στη ζωή της εκκλησίας και είναι αυτή ο άξονας της ζωής τους, θα ήταν απλώς παράλογο να μη συνεχίσει να παρίσταται ο άξονας αυτός και στη φριχτή δοκιμασία των Πανελλαδικών. Δηλαδή, για όσους είναι χριστιανοί και μετέχουν στη ζωή της εκκλησίας, το μόνο λογικό είναι να θέλουν αυτή τη διευρυμένη οικογένεια μαζί τους στην επίπονη δοκιμασία – θα ήταν ανορθολογικό αν δεν την ήθελαν. Στην εκκλησία ξέρουμε να προσευχόμαστε, και προφανώς θα προσευχηθούμε κατ’ εξοχήν στα δύσκολα.

Επί Πανελλαδικών εξετάσεων ήμουν άθεος, αλλά εάν δεν ήμουν, θα ήταν πραγματικά σημαντικό για μένα να τις γράφω με ένα στυλό που σαρκώνει σε ύλη το ότι ολόκληρη η εκκλησιαστική μου κοινότητα είναι μαζί μου, με νοιάζεται, εύχεται και προσεύχεται για μένα – όχι μόνο για να τα πάω καλά, αλλά για να είμαι καλά, να μην τα παίξω και κλατάρω στη φρίκη των Πανελλαδικών. Αναφερόμαστε σε κυριολεκτικά υλική αγάπη και έγνοια, εμφανώς πιο ορθολογική από τα τυχαία «γούρια», τα αγαπημένα πουκάμισα, t-shirt και ούτω καθεξής. Προφανώς, λόγω της οργιώδους υστερίας σε κάθε τέτοια δημόσια συζήτηση, φυσικά και δεν μπορεί κανείς να έχει την απαίτηση ή την αξίωση να κατανοούν αυτά τα μάλλον προφανή και στοιχειώδη όσοι λειτουργούν επί τη βάσει προσχηματισμένων εμμονών.

Αν κάτι επιτυγχάνεται με όλη αυτή την υστερία, που ξεκινάει από τα σκωπτικά χάχανα και καταλήγει στον ανενημέρωτο ανορθολογισμό του «δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη», αυτό είναι το να καθίσταται αδύνατο να εξεταστούν με σοβαρότητα οι εφιαλτικές στρεβλώσεις που σχετίζονται με την εκκλησία στην Ελλάδα, καθ’ ότι καλύπτονται από τη φρενήρη υστερία για διάφορα μη-θέματα. Στρεβλώσεις, τη συνέχιση και μακροημέρευση των οποίων η παρούσα κυβέρνηση υπηρετεί με θαυμαστή συνέπεια, παρά τους εικονικούς περί του αντιθέτου διαπληκτισμούς και αποπροσανατολισμούς.

Προσωπικό σχόλιο: στη φρίκη των ημερών, η ανάγνωση της είδησης για τα «ευλογημένα στυλό» των Πανελλαδικών με γέμισε ελπίδα, παιδικό ενθουσιασμό ότι στο τέλος κάτι θα σωθεί. Στην εποχή της τέλειας ερημίας, τα «γούρια» κάποιων δεν θα αντικατοπτρίζουν απλώς τα αδιάφορα προσωπικά τους χούγια, αλλά το ότι ανήκουν σε μια κοινότητα∙ κάποιοι θα φέρουν στο αλεστικό μηχάνημα των Πανελληνίων το υλικό σημάδι -τον «τύπον των ήλων»- του πόσοι πολλοί τούς νοιάζονται και τους αγαπούν. Σταγόνα ζείδωρης λογικής μέσα στην τρέλα. Τελικά, κάπου διασώζεται ο ορθολογισμός, όταν έχει εξαφανιστεί από οπουδήποτε αλλού: σε ένα ευλογημένο στυλό.

 

Ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της εφημερίδας ΑΥΓΗ της Κυριακής 17 Ιουνίου 2018.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

ΑΔΙΚΗ, ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ: Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΠΟΛ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΣΙΠΡΑ-ΖΑΕΦ

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ήρθε σε συμφωνία με την κυβέρνηση Ζάεφ για επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος της πΓΔΜ. Το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα και είναι εξόχως προβληματική ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της. Η δε πρόβλεψη μη-επικύρωσής της από την ελληνική Βουλή αποτελεί προσβολή προς τον ελληνικό λαό ως συλλογικό υποκείμενο και την Ελλάδα ως ανεξάρτητη δημοκρατική χώρα. Πιο συγκεκριμένα:

α) Αναλύουμε την συμφωνία με καλή θέληση, αναγνωρίζοντας ότι πρέπει κάποια στιγμή να βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση μεταξύ των δυο πλευρών. Ακόμα κι έτσι όμως, αυτή δεν είναι μια καλή συμφωνία. Σε ό,τι αφορά το όνομα της πΓΔΜ, η Ελλάδα συμφωνεί σε ένα γεωγραφικό προσδιορισμό ο οποίος θα μεταφράζεται διεθνώς, δηλ. δεν θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα σλαβικά, κάτι που θα κατεδείκνυε την απόσταση του κράτους αυτού από την ιστορική Μακεδονία. Ο όρος «Σεβέρνα Μακεντόνια», που χρησιμοποίησε στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός, δεν εμφανίζεται στη συμφωνία.

Ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει επίσημα «μακεδονική» υπηκοότητα, ταυτότητα και γλώσσα σε συνδυασμό με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Ο κίνδυνος του γεωγραφικού προσδιορισμού ήταν πάντα ότι αυτός θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι τα Σκόπια είναι το επίκεντρο μιας ευρύτερης Μακεδονίας της οποίας ένα μόνο μέρος (το Βόρειο, το Άνω κοκ) έχει κρατική υπόσταση. Ο μόνος τρόπος αποφυγής της μονοπώλησης της ιδέας της Μακεδονίας από τα Σκόπια ήταν ακριβώς ο σαφής χαρακτηρισμός της ταυτότητας ή/και υπηκοότητάς τους ώστε αυτή να συμπίπτει με την κρατική τους υπόσταση (π.χ. «βορειομακεδονική»).

Η συμφωνία κάνει το ακριβώς αντίθετο. Ονοματίζοντας την πΓΔΜ «Βόρεια Μακεδονία», δημιουργεί την ιδέα ότι υπάρχει και κάποια «νότια» ή «όλη» Μακεδονία για λογαριασμό της οποίας τα Σκόπια μπορούν να ομιλούν εφόσον η ταυτότητα και γλώσσα τους είναι «μακεδονικά». Το κράτος των Σκοπίων γίνεται επίσημα φορέας και λίκνο της ταυτότητας της όλης Μακεδονίας. Πρόκειται για την τέλεια συνταγή αλυτρωτισμού! Και αν οι σχετικές (σωστές) διατάξεις της συμφωνίας αποκλείουν ενδεχόμενο εδαφικού αλυτρωτισμού και την ανακίνηση μειονοτικών ζητημάτων, το πνεύμα της ανοίγει το δρόμο για διεμβόλιση και υφαρπαγή ελληνικού πολιτιστικού κεφαλαίου, καθώς και για μια τεράστια κρίση αυτοσυνειδησίας στην ελληνική Μακεδονία.

Η μνεία για την πολιτική εξαρχαϊσμού προηγούμενων κυβερνήσεων και την αποκοπή της σκοπιανής ταυτότητας από την ελληνική αρχαιότητα είναι θετική. Παράλληλα όμως, η εμμονή περί αρχαίας καταγωγής συνιστούσε την πλέον φαιδρή όψη της σκοπιανής αναθεωρητικής πολιτικής, η οποία συν το χρόνω αποτελούσε βαρίδι για την εξωτερική εικόνα της πΓΔΜ. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, μονοσήμαντα, ως κέρδος της ελλαδικής πλευράς αλλά ως μια προσπάθεια των Σκοπίων να ενισχύσουν τα ερείσματα τους στην ιστορία του εικοστού αιώνα, πηγή άλλωστε του σκοπιανού αναθεωρητισμού. Τονίζεται δε πως στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 7 επισημαίνεται πως οι πολίτες των συμβαλλομένων μερών θα συνεχίσουν να κάνουν χρήση των όρων «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αποδίδοντας το περιεχόμενο που υιοθετούν μέχρι τώρα.

β) Η διαδικασία εφαρμογής και επικύρωσης που προκρίθηκε σε συνδυασμό με τη διαδικασία ένταξης της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δημιουργεί ερωτήματα. Σύμφωνα με το έγγραφο Τσίπρα-Ζάεφ, η Ελλάδα θα υποστηρίξει να απευθύνει το ΝΑΤΟ πρόσκληση ένταξης στα Σκόπια αμέσως αφότου η βουλή της πΓΔΜ υπερψηφίσει τη συμφωνία. Η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να υπερψηφίσει την ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ μόνο όταν ολοκληρωθούν εκεί όλες οι διαδικασίες συνταγματικής αλλαγής. Αυτή είναι όμως μια διαδικασία που θα διαρκέσει μήνες με δεδομένη την πολιτική πόλωση στην πΓΔΜ. Σε όλο αυτό το διάστημα η πΓΔΜ θα προετοιμάζεται για την ένταξή της, με την Ελλάδα να έχει συμφωνήσει ότι θα επικυρώσει τη συμφωνία ταυτόχρονα με την επίσημη είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Η ολοκλήρωση της διαδικασίας με την επικύρωση από την ελληνική Βουλή θεωρητικά καθιστά την Ελλάδα τον τελικό επιδιαιτητή. Αυτό όμως θα είχε νόημα αν τα Σκόπια δεν είχαν κερδίσει την πρόσκληση ένταξης στο ΝΑΤΟ (που είχε αποφευχθεί στο Βουκουρέστι). Με αυτό το καθεστώς και την υποστήριξη από άλλα κράτη της Συμμαχίας, η πΓΔΜ θα έχει περιθώρια άσκησης πίεσης στην Ελλάδα – διεκδικήσης επιπλέον παραχωρήσεων ή «δημιουργικής» εφαρμογής των συμφωνημένων – για να επιτύχει την επικύρωση και τις συνταγματικές αλλαγές που απαιτούνται. Στο τέλος, ποια ελληνική κυβέρνηση και Βουλή θα μπορεί να φέρει αντιρρήσεις λίγο πριν την επίσημη ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ για τυχόν πλημελλή εφαρμογή της συμφωνίας όταν θα τελεί υπό ασφυκτικές πιέσεις «να μην χαλάσει η δουλειά»;

Σε όλο αυτό το διάστημα η συμφωνία θα είναι έρμαιο των εξελίξεων στα Σκόπια. Αν η Ελλάδα είχε επικυρώσει τη συμφωνία και διατηρούσε το δικαίωμα της τελικής εκτίμησης κατά πόσο τα Σκόπια συμμορφώθηκαν, όλη η πίεση θα ήταν στο Ζάεφ να εφαρμόσει τα συμφωνημένα πλήρως και το ταχύτερο δυνατόν. Τώρα, ακόμα και σε περίπτωση που η διαδικασία επικύρωσης ή συνταγματικής αλλαγής αποτύχει στην πΓΔΜ, αυτή δεν θα ενταχτεί μεν στο ΝΑΤΟ θα διατηρήσει όμως και θα διαφημίσει ως κεκτημένα τα περιεχόμενα της συμφωνίας σχετικά με ταυτότητα, υποκοότητα και γλώσσα. Ταυτόχρονα, θα διατηρεί το στάτους της χώρας υπό επίσημη πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η θέση της Ελλάδας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις δυσχεραίνεται εξαιρετικά.

γ) Ο ανωτέρω διακανονισμός αποτελεί προφανή μεθόδευση των Τσίπρα-Κότζια να αναβάλουν την ψήφιση της συμφωνίας στην Βουλή. Εγείρεται εδώ ένα μείζον ηθικό και πολιτικό ζήτημα. Με βάση την συμφωνία, η πΓΔΜ θα συζητήσει και ψηφίσει πάνω σε αυτήν διαδοχικά και με διαφόρους τρόπους. Η βουλή της θα την επικυρώσει. Οι πολίτες της θα εκφραστούν σε δημοψήφισμα. Το σύνταγμά της θα αλλάξει με βάση τις νόμιμες διαδικασίες. Ο Ζάεφ έχει επίσης δηλώσει ότι αν η διαδικασία κολλήσει θα κάνει πρόωρες εκλογές.

Προφανώς οι πολίτες μιας χώρας πρέπει να μπορούν να εκφραστούν για ένα ζήτημα όπως το όνομα και η ταυτότητά τους. Το ίδιο όμως αυτό δικαίωμα στερείται πλήρως από τους Έλληνες πολίτες! Ενώ η συμφωνία θα περνάει από απανωτά στάδια συζητήσεων και ψηφοφοριών στην πΓΔΜ, στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα και οι ψηφοφόροι δεν θα έχουν καμιά δυνατότητα έκφρασης! Δικαιώνονται έτσι τα συλλαλητήρια του χειμώνα και το ένστικτο του ελληνικού λαού ότι η όποια λύση θα προωθηθεί με τρόπο αντιδημοκρατικό και ενάντια στην θέληση της πλειοψηφίας.

Υπό τις σημερινές συνθήκες ποιον άλλον τρόπο έχουν οι ΄Ελληνες για να εκφράσουν την αντίθεσή τους παρά νέα συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις; Κυβερνητικοί αξιωματούχοι είναι σίγουρο ότι θα αναφερθούν υπεροπτικά και απαξιωτικά στην αντίδραση του ελληνικού λαού. Η σωστή, ορθολογική προσέγγιση φαίνεται να αποτελεί αποκλειστικό κτήμα της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ η διαφωνία με τις θέσεις αυτές, ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, απορρίπτεται ως ένδειξη άγνοιας και φανατισμού. Παράλληλα, ο λαός – στο όνομα του οποίου η κυβέρνηση αυτή ανέλαβε την αρχή – που συμμετέχει σε θεμιτές, ανοικτές και δημοκρατικές δράσεις υβρίζεται.

Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για «μνημόνιο εξωτερικής πολιτικής», ακόμα όμως και τα μνημόνια συζητώνται και ψηφίζονται στην Βουλή. Εδώ έχουμε μια μεθόδευση πρωτοφανούς αυταρχικότητας και αντιδημοκρατικότητας, όπου μια κυβέρνηση με συζητήσιμη (αν όχι ανύπαρκτη) κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε αυτό το ζήτημα δεσμεύει την χώρα. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για το περιεχόμενο της συμφωνίας, ο τρόπος εφαρμογής της συνιστά ηθικό και πολιτικό εξανδραποδισμό ενός λαού και καταλύει κάθε έννοια δημοκρατικότητας και πολιτικής ηθικής.

Συμπερασματικά, το ΙΝΣΠΟΛ θεωρεί ότι η συμφωνία δεν εξασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα, απειλεί να ξανακαταστήσει την Ελλάδα αντικείμενο πιέσεων και να την εκθέσει στους Συμμάχους της, ενώ τα Σκόπια αποκτούν περιθώριο νέων ελιγμών, και συμβάλλει στην περαιτέρω διάβρωση των δημοκρατικών θεσμών και του αισθήματος εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς το κράτος τους και το πολιτικό σύστημα. Είναι μια άδικη, επιζήμια και αντιδημοκρατική συμφωνία και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Posted in Uncategorized

Επεισόδιο Μπουτάρη: Τα όρια μιας απαίδευτης κοινωνίας Ιωάννης Σ. Λάμπρου

κατάλογος

 

Η επίθεση πολλών σε λίγους είναι αποκρουστική. Εμφανής ο φόβος στο πρόσωπο του επιτιθέμενου, όπως προη μερών, του Δημάρχου Θεσσαλονίκης. Υπενθυμίζεται η επίθεση στον Υπουργό Αμύνης στο Κερατσίνι προ ετών αλλά και η προτροπή του τελευταίου σε πολίτες να «λιντσάρουν τον Πάχτα». Απαράδεκτος ο πατέρας με την κόρη του στα χέρια, όχι να αποδοκιμάζει απλά τον Μπουτάρη αλλά να τον ακολουθεί βρίζοντάς τον με τη μικρή να κοιτάει σαστισμένη.

Στο όνομα της αγανάκτησης γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθούν πάσης φύσεως πράξεις, ειδικά στα χρόνια των μνημονικών δεσμεύσεων. Μια κοινωνία χωρίς κατεύθυνση και προσανατολισμό, χωρίς πολιτική και πνευματική ηγεσία να την κατευθύνει και να την παιδεύσει καθίσταται ευεπίφορη να γίνει άθυρμα συναισθημάτων και παρορμήσεων και ανίκανη να διακρίνει την επιβεβλημένη, κάποιες φορές, αποδοκιμασία από την φυσική βία όπως στην περίπτωση του κ. Μπουτάρη.

Αυτοί οι οποίοι δυσανασχετούν με όσα, κατά καιρούς, έχει πει ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης είναι πολλοί, πολλοί περισσότεροι από όσους του επιτέθηκαν. Αποκαλυπτικό το βίντεο όπου δηλώνει πως «χ…  αν ο Μουσταφά Κεμάλ σκότωσε Έλληνες».[1] Δύσκολο να φανταστούμε τον δήμαρχο κάποιας ισραηλινής πόλης να δηλώνει κάτι παρόμοιο  για τον Αδόφλο Χίτλερ…Ή τον Δήμαρχο της Νέας Υόρκης να δηλώνει πως δεν τον απασχολεί αν φανατικοί ισλαμιστές διέπραξαν το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Παράλληλα, γνωστή και η πρότασή του για μετονομασία της οδού Αποστόλου Παύλου σε Κεμάλ Ατατούρκ, επαναφέροντας το όνομα του  Τούρκου δικτάτορα, όπως είχε γίνει κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά στο πλαίσιο μιας άλλης ιστορικής φάσης ελληνοτουρκικής φιλίας, η οποία, όπως όλες άλλωστε, τελείωσε άδοξα με την επιβολή του επαχθούς φόρου περιουσίας  Varlik Vergisi τo 1942 επιφέροντας καταστρεπτικές απώλειες σε Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους. Αιτιολογώντας την παραπάνω πρόταση ο κ. Μπουτάρης μίλησε για αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ο αυξημένος τζίρος εστιατορίων και ξενοδοχείων πιο σημαντικός από τα θύματα της Γενοκτονίας…

Ή όταν καλούσε ανοικτά, τον Φεβρουάριο του 2016, τον κόσμο να βιαιοπραγήσει κατά του Μητροπολίτη Πειραιώς: «Έχουμε ένα Μητροπολίτη, λίγο ακραίων αντιλήψεων. Εμένα με ενοχλεί όταν πάω να ακούσω τη δοξολογία να ακούω τον εθνικό ύμνο. Αν δεν ξεχωρίσει η πολιτική με την εκκλησιαστική εξουσία πάντα θα έχουμε έναν Άνθιμο να μας δημιουργεί προβλήματα. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ είναι για ξύλο! Τι να τον κάνεις; Να του πεις μη τα λες»;[2] Συνεπώς, ο κ. Δήμαρχος δέχεται τη βία ως μέσο επίλυσης διαφορών…

Ο κ. Μπουτάρης γνωρίζοντας πως με απόφαση του Ελληνικού Κοινοβουλίου η 19η Μαΐου έχει αναγνωριστεί ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα της τουρκικής γενοκτονικής πολιτικής στον Πόντο, εντούτοις την ίδια ημέρα, και ενώ στη Θεσσαλονίκη ως κατεξοχήν πόλη Μικρασιατών και Θρακών προσφύγων δεν θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα καμιά άλλη ανοικτή εκδήλωση, συναίνεσε στην Πολύχρωμη Παρέλαση  στο πλαίσιο του  2ου Αυτοοργανωμένου Thessaloniki Pride. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί. Πήγε να δώσει το παρών και στον χώρο των εκδηλώσεων για τη γενοκτονία θέλοντας να γελοιοποιήσει περαιτέρω τους διοργανωτές.

Η αντισυμβατικότητα και η συνεχής επίκληση  προοδευτικών τσιτάτων, η άκριτη αποδοχή οτιδήποτε βαφτίζεται αντισυμβατικό και «σπάει τον κανόνα» είναι άκρως προσοδοφόρα ασχολία στην πατρίδα μας, τις τελευταίες δεκαετίες. Απείρως πιο κερδοφόρα από την αντιαισθητική επίκληση εθνικοφροσύνης πριν το 1974…

Ταυτόχρονα, η βία κατά του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία εκ μέρους της προοδευτικής «ελίτ» της χώρας να ξεσπαθώσει κατά του εθνικολαικισμού (ότι και αν σημαίνει αυτό) απονομιμοποιώντας οποιαδήποτε διαμαρτυρία πολιτών (όχι τον ξυλοδαρμό Μπουτάρη) για ζητήματα ταυτότητας. Βαφτίζονται συλλήβδην όλοι ακροδεξιοί… Κάτι παρόμοιο δεν έκαναν αξιωματούχοι της κυβέρνησης για όσους συμμετείχαν στα δύο συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων;

Όσοι κατηγορούν τον λαό για τραμπουκικές μεθόδους είναι αυτοί που επί δεκαετίες ελέγχουν την Παιδεία και καθορίζουν το πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου. Το πολύ χαμηλό επίπεδο δημοσίου διαλόγου, και η προτίμηση σε φωνές και χειρονομίες αποτελούν τα επίχειρα της πολιτικής τους. Η απαξίωση της αριστείας και της έννοιας της ποιότητας και η αντικατάστασή τους από τη  μετριότητα, την τσαπατσουλιά και τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή, χάριν της ισότητας, έχει συνέπειες. Σε συνδυασμό πάντα με την επιβολή μιας ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, η οποία στο πρόσχημα της αξιολογικά ουδέτερης στάσης και υποκειμενικής προσέγγισης των πάντων, γελοιοποιεί ως αφελή, ανώριμη και αταβιστική την μέχρι πρότινος ανάγνωση της ιστορίας.

Ένα τελευταίο σχόλιο για τον κ. Δήμαρχο. Δεν μπορεί ο κ. Μπουτάρης να είναι Δήμαρχος μιας ιστορικής πόλης, πόλης με ταυτότητα και βιώματα τουρκικής καταπίεσης αιώνων, και από αντισυμβατικό κόμπλεξ και προοδευτικές εμμονές να πηγαίνει ενάντια  στην ταυτότητα αυτής της πόλης. Κάποιος ο οποίος δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει αν ο Μουσταφά Κεμάλ εξόντωσε εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριωτών του, τα δεινά των οποίων συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας της πόλης τη Θεσσαλονίκης δεν είναι άξιος να φέρει τον τίτλο του Δημάρχου έστω και αν έχει εκλεγεί σε αυτό μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Δήμαρχος θα παραμείνει μέχρι το τέλος της θητείας του, άξιος του τίτλου δεν είναι.

Ποια αντιμετώπιση, άραγε, ανέμενε από τους απογόνους των σφαγιασθέντων των Τσετών; Επευφημία; Θαυμασμό; Πως θα αντιδρούσε έκαστος εξ’ ημών, αν έχοντας χάσει γονείς και αδέλφια από δολοφονικές επιθέσεις, ερχόταν κάποιος και του έλεγε, μέσα στο σπίτι του, ότι δεν τον ενδιαφέρει αυτό; Πως θα αντιδρούσε η οικογένεια του δολοφονηθέντος Φύσσα αν τους έλεγε κάποιος ότι δεν τον απασχολεί ότι μέλη της Χρυσής Αυγής σκότωσαν το παιδί τους; Πολλώ δε μάλλον όταν δεν πρόκειται για τη δολοφονία ενός προσώπου αλλά εκατοντάδων χιλιάδων.

Ένας απλός πολίτης, από αδιαφορία, έλλειψη γνώσεων ή οτιδήποτε άλλο  μπορεί να επιλέξει να έχει τις παραπάνω απόψεις του κ. Μπουτάρη. Ο Δήμαρχος της πόλης όχι. Κανένας δεν μπορεί να αλλοιώνει την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης κατέχοντας το δημαρχιακό αξίωμα και να πληρώνεται από τους πολίτες για αυτό. Τυπικά μπορεί να το κάνει όπως ο κ. Μπουτάρης αλλά δεν είναι έντιμο και δεν εξελέγην για αυτό. Η επίκληση της δημοκρατικής εκλογής δεν αρκεί για να νομιμοποιηθεί η διαστροφή της ιστορίας εκ μέρους της δημοτικής αρχής.

Οι απαράδεκτοι τραμπουκισμοί και η βία εις βάρος του 76χρονου Δημάρχου Θεσσαλονίκης δεν του δίνουν συγχωροχάρτι για την πολιτεία του στο δήμο τα τελευταία χρόνια. Το εις βάρος του επεισόδιο δεν αποτελεί απλά γνώρισμα των παθογενειών της κοινωνίας μας, όπως μονοσήμαντα σχολιάζεται, αλλά καταδεικνύει και τα όρια γελοιοποίησης της ιστορίας της που είναι διατεθειμένη, με τρόπο βάρβαρο, να χαράξει μια κοινωνία.

 

[1] Το βίντεο εδώ, https://www.youtube.com/watch?v=lA6nLwugLlk

[2] Βλέπε εδώ, https://www.protothema.gr/greece/article/555577/boutaris-kata-mitropoliton-o-anthimos-einai-ligo-akraion-adilipseon-o-peiraios-einai-gia-xulo/0

Posted in Uncategorized

Συνέντευξη για το ζήτημα ονομασίας των Σκοπίων

fyrom-greek_flags

Επ’ ευκαιρία των εξελίξεων, τους τελευταίους μήνες, σχετικά με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης Ελλάδος- Σκοπίων για το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας παραθέτουμε το τελικό κείμενο συνέντευξης του μέλους του ΙΝΣΠΟΛ Ιωάννη Λάμπρου στην σκοπιανή δημοσιογράφο Marija Kotovska, ανταποκρίτρια του MRTV, στις 5 Αυγούστου 2016, σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Η συνέντευξη δόθηκε  με αφορμή κείμενο με τίτλο »Το αδιέξοδο του ζητήματος της ονομασίας των Σκοπίων», https://inspol.gr/2016/07/27/545623/ . Το κείμενο είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, τέυχος Ιουνίου 2016.

In your latest analysis you wrote that your position on the name issue is that the possible solution should not contain the word Macedonia at all, and that the adjective «Macedonian« should not be allowed for naming the language and the nation. On the other hand the position of the ruling VMRO-DPMNE party in the neighboring country led by Nikola Gruevski, is that there will be no change of the constitutional name Republic of Macedonia  while also there won`t be any modifications in the name of the nation and the people as Macedonian. Do you agree with the majority of the Greek public opinion, that considers VMRO-DOMNE as the most non flexible political option in Macedonia, because of this position but as well as because of the Skopje 2014 project ?

I wrote that the Greek government should not accept the name containing the word Macedonia nor its derivatives.  I am fully aware of the position adopted by VMRO and Mr. Gruevski in relation to the name of the country. Mr Gruevsky’s –  and not only Mr. Gruevsky’s – intransigence and fanaticism has been repeatedly demonstrated.

The use of the name   “Republic of Macedonia” in international organizations – including the United Nations – that it has joined under the condition that it use the provisional name “Former Yugoslav Republic of Macedonia”.

The use of the symbol of the Vergina Sun, even your current flag denotes the Vergina Sun.The renaming of Skopje’s airport “Alexander the Great”.Insulting actions at the Carnival of Vevčani. The defilement of the Greek flag in 2008, with the substitution of the Nazi swastika for the Christian Cross although Greek people paid a heavy price for fighting both against Mussolini and Hitler at the same time when VMRO volunteers under the leadership of Mihailov and Kaltcef made up companions and fought alongside the 4th SS Mechanized Infantry Division.

Lastly, your country’s government never showed any sign of even the slightest compromise. It is worth mentioning that during Costas  Simitis’  premiership, the Greek government had accepted the name «Republic of Macedonia-Skopje» and the  government in Skopje rejected it. That name, which is contrary to the wishes of the Greek people, gave almost everything that Skopje wants, yet your government did not accept it. That tells us something about your government’s mentality on the use of dialogue.

 On the other hand – I mentioned Skopje 2014 project before – we have a situation where the opposition in the neighboring country, SDSM lead by Zoran Zaev, for e.g. agrees with Greece in showing discontent with this huge project of the ruling party, while at the same time we had the opposition leader years ago saying that on this issue it wouldn`t be so bad if we comply a bit. Do you think that if the opposition, by any chance, wins on the upcoming early parliamentary elections in the country in December, there could be also changes in the attitude regarding the name issue talks ?

It clearly demonstrates the insecurity concerning the national identity of a large part of the Slavs in Skopje . I know that municipal review commission is investigating charges of illegal public procurement and lack of transparency of the contracts given to the architects. An all these at an estimated cost of more than 600.000.000 euros.

I suppose there is a clash of interests between different political and business groups. I cannot say which are the true  motives of certain politicians concerning their misgivings to Project 2014.

As far as I know president of opposition SDSM party, Zoran Zaev in an interview he gave to  “Radio Free Europe”, in the end of last June, he said that he looks for a solution that will protect «our national identity, our constitutional name». I do not see how that differs from what Mr. Gruevsky is saying.

Don’t forget that former President of Skopje Branko Crvenkovski, coming from SDSM, from the podium of the 62nd UN General Assembly stated that “the name of my country is and shall remain the Republic of Macedonia”. I remind again that your country was accepted as member of the UN under the condition that for the purposes of the UN, use would be made of the name FYROM. When political figures coming from SDSM ridicule UN inside the General Assembly conference hall I cannot see any difference with Mr. Gruevsky. If there is a difference then it is one of form not of substance.

Few months ago, the opposition leader Kyriakos Mitsotakis asked for early elections in your country, so do you believe there will be early elections here and what could a possible  change of the ruling party mean in regards to the name issue talks?

The biggest parties currently in Greece, Syriza which is the bigger government partner and Nea Dimokratia, larger opposition party, are of the same mind. That is, a compound name with a geographical qualifier which will be used in relation to everyone (erga omnes), for all uses domestic and international and not be limited for use between the two countries. The notion of geographical qualifier is debatable because the government of Skopje  has attached  the term «Macedonia» primarily an ethnological attribute.

Even in the case of an election, in the immediate future or later on, the official stand will not change and there will not be a shift. The change of government will have no impact upon the name.

Let’s finish with what we start, and that is your position on the name issue. Do you feel that this position has or will gain wider support among some of the political forces in Greece?

The biggest parties, as I mentioned, currently in Greece area of the same mind.

It should be pointed out though that there is no correspondence  between the official line of the state and the voters although it is difficult to see that because the parties which support the above mentioned solution form the big majority in the parliament. Issues of foreign policy do not attract, for the time being, the interest of the people in Greece since their attention is directed to the awful economic crisis but it is naïve to think that there will not be a reaction if this government or any government for that matter will attempt to accept a solution close to the preference of your country.

We experienced a similar situation in Cyprus where in 2004 the biggest party of the country the center-right DISI and a part of the communist AKEL supported the Anan plan which supposed to unify Cyprus but in reality legitimized the invasion, the illegal settlers and the demise of the Republic of Cyprus.

Two thirds of DISI voters rejected party line and voted against, the overall percentage being 76% against the proposed plan.

In case of a referendum the vast majority of the Greek people will vote against such a solution. We should always bear in mind that the people in Greece and the Greek Diaspora, indeed the whole nation, must accept the solution as well irrespective of what any Greek government does. Do not confuse Athens’s readiness for almost any solution with the overall disposition of the nation. They are not in correspondence. Repeated polling, on the name issue, over many years, demonstrates that lack of correspondence.

Also, we must take into account that the name issue is not strictly bilateral. Albanians form a part of your country and they should have a say on how their country will be called. Bulgaria has raised a number of issues concerning national identity and history as well.

I would like also to point that if what is happening with the name of Macedonia takes place for a number of other historical regions of Europe whose size and geographical extent varied through time like Banat, Karinthia, Lusatia, Dobrudja, Silesia. What the implications for the stability of borders in Europe would be; There is the international dimension on the name issue that cannot be ignored.

Καταληκτικά Σχόλια

Although I am resentful of the appropriation of Greece’s historical heritage and arbitrary seizing of cultural symbols I do not hate  the people of your country. I understand that they inherited situations that took place in the past and that history, quite often bestows problems of the past that we must deal with.

I acknowledge and respect the right of your people to have a name and an identity. We are given birth, live and die within national communities and our lives become meaningful only within these national communities. But your right to have a name and an identity does not entail that Greeks should accept  your arguments. Just as you have the right for national identity so do we. Your right to have a name does not give you the right to take it from me.

I hope that we will stand firm on issues as serious as this is and not accept the abandonment of a part of our history but at the same time we should not allow our society to slide into fanaticism and actions that will blemish our standing in the world and undermine our democratic institutions. I do realize that this can be very hard to accomplish, when issues of national identity are at stake, but there is no other way if we Greeks want to keep our national integrity intact home and abroad.

Επιπρόσθετη ερώτηση:

In case of VMRO-DPMNE wins the next election how you see the situation unfolding?

The situation will continue as it is. I do not see any change. Foreign diplomats have advanced the idea that Greece should exhibit flexibility on the name issue due to the economic crisis. This suggestion is insulting because it implies that Greece should sell off the name in order to get better treatment from its creditors. Based on that logic Skopje, which have worse economic indicators  than Greece the last 25 years, should have retreated from its position many years ago. Issues of national identity cannot be solved through international agreements but only with the passage of time.

 

 

 

Posted in Uncategorized

Μακεδονικό: Ο βιασμός της επιστήμης

του Πάρη Μπίνου

«Καί βασιλέϊ τω πέμψαντι άπαγγείλητε ως ανήρ «Ελλην, Μακεδόνων ύπαρχος, εύ ύμέας έδεξατο» (Μετάφρ. Νά αναγγείλετε, λέει ο Αλέξανδρος στους πρέσβεις των Περσών που φιλοξένησε, να αναγγείλετε στο βασιλιά σας ότι ένας ‘Έλληνας, βασιλιάς των Μακεδόνων, σάς υποδέχτηκε φιλικά). Αυτό αναφέρει ο Ηρόδοτος (5,20) για την σχέση Μακεδόνων και Ελλήνων. Το ίδιο αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας και για την συμμετοχή του προγόνου του Μεγ. Αλεξάνδρου, Αλέξανδρου του Α΄ στους Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονταν στην Νότια Ελλάδα και συμμετείχαν μόνο Έλληνες. Ο Ηρόδοτος μάλιστα αναφέρει για την συμμετοχή του Αλεξάνδρου Α΄, πως οι Μακεδόνες δικαιούνται συμμετοχή ως άμεσα σχετιζόμενοι με τους Δωριείς. Πώς θα μπορούσε να μετέχει ο βασιλιάς των Μακεδόνων αν δεν τον είχαν θεωρήσει οι υπόλοιποι Έλληνες, ως συν-Έλληνα; Ποιος ο λόγος αν δεν ένιωθαν οι Μακεδόνες κομμάτι του ελληνιστικού κόσμου, να προστρέξουν οι Τροιζήνιοι που ήταν Μακεδονικό έθνος, στον πόλεμο της Σαλαμίνας; Γιατί ο Μεγ. Αλέξανδρος, κατά τον Ηρόδοτο, απευθύνεται στους Αθηναίους λέγοντας «ο ίδιος είμαι Έλληνας το γένος ανέκαθεν και δε θαθελα να δω την Ελλάδα από ελεύθερη να γίνη σκλάβα»;

Αυτά μαρτυρά η Ιστορία. Για λόγους όμως που δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη της γλωσσολογίας, της αρχαιολογίας και της ιστορίας ακούμε από το γειτονικό κράτος εξωφρενικές απόψεις που βιάζουν κάθε αρχαιολογικό εύρημα, κάθε γραπτό κείμενο της εποχής χωρίς καμιά είδους ιστορική βάση. Τι είπε πρόσφατα ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων; Ότι μιλούν την «μακεδονική γλώσσα» η οποία είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών! Δηλαδή, με κάποιο άγνωστο ιστορικά τρόπο, οι αρχαίοι Μακεδόνες-Δωριείς «μεταλλάχθηκαν» σε Σλάβους οι οποίοι ήρθαν στον Βαλκανικό χώρο 1100 χρόνια μετά την παρουσία των Μακεδόνων-Δωριέων στον χώρο κυρίως της Βαλκανικής. Με κάποιο περίεργό τρόπο ο Υπ. Εξωτερικών των Σκοπίων εννοεί ότι ο Αλέξανδρος όταν απευθύνονταν στον Αριστοτέλη του έλεγε /daskale, soɧ prajs, ne ma pari/ (Немам пари)?

Ποιος γλωσσολόγος, ιστορικός, αρχαιολόγος έχει βρει μια εξήγηση για αυτή την ανιστόρητη άποψη? Όπως αναφέρει και ο Lockwood WB (1972), από το πανεπιστήμιο του Reading, UK στο σπουδαίο έργο του «A panorama of Indo-european languages”, αναφέρει την αρχαία Μακεδονική ως διάλεκτο της αττικής γλώσσας. Παρόμοια άποψη φέρει και ο Καθηγητής του ΑΠΘ Ανδριώτης Ν. που μιλά για διάλεκτο και όχι πρότυπη γλώσσα. Συνεπώς, αφού οι ίδιοι παραδέχονται στα Σκόπια ότι η γλώσσα τους είναι μέρος των σλαβικών γλωσσών, πότε «μεταλλάχθηκε» μια διάλεκτος της δωρικής (αρχαίων Μακεδόνων) σε σλαβικό ιδίωμα; Ο γλωσσολόγος καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης αναφέρει την Σλαβομακεδονική ως «ψευδώνυμη γλώσσα» (Το Βήμα, 3/8/2008- Γλωσσικές παραχαράξεις). Ακόμα και η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών (Ioannidou, 2015, “Blaze koneski, his successors and the peculiar narrative of a late stardardization in the Balkans”) αναφέρει το Σκοπιανό ιδίωμα, ως διάλεκτο της Βουλγαρικής. Άρα δεν πρόκειται για επίσημη πρότυπη γλώσσα, αλλά για ένα διαλεκτικό συνεχές των Βουλγαρικών, δηλαδή ένα κράμα του πυρήνα των Νότιων Σλαβικών διαλέκτων.

Κάθε αξίωση ή εξομοίωση επί των λεγόμενων «εντόπικων» με τις προαναφερόμενες γλώσσες είναι αντιεπιστημονική. Η γλώσσα των Σκοπίων πέρασε ιστορικά λοιπόν από διάφορες φάσεις. Αρχικά Βουλγαρική, εμπλουτίστηκε κατ’ εντολή του Τίτο με στοιχεία της Σερβο-Κροατικής, ώστε να αυξηθεί η Σερβική επιρροή στην περιοχή. Οι Βούλγαροι μάλιστα την αποκαλούσαν και «κολισεφσκική» διότι, οι ίδιοι πολιτικοί της περιοχής των Σκοπίων έδωσαν στην Βουλγάρικη γλώσσα τους, στοιχεία της Σερβικής γλώσσας «εκσερβίζοντάς» την. Συνεπώς, η γλώσσα των Σκοπίων δεν έχει σχέση με την διάλεκτο που μιλούν ακόμα, κυρίως μεγάλης ηλικίας κάτοικοι εντός της Ελλάδας. Υπερθεματίζοντας, η Online Εγκυκλοπαίδεια Γλωσσών και Γραπτών Συστημάτων αναφέρει πως η «μακεδονική γλώσσα» γίνεται κυρίως κατανοητή από Βούλγαρους και μετά Σέρβους, επιβεβαιώνοντας την καταγωγή της γλώσσας των Σκοπίων.

Σήμερα, είναι καθιερωμένη επιστημονικά η άποψη πως η αρχαία μακεδονική ήταν μια διάλεκτος της αττικής γλώσσας που ήταν κυρίαρχη εκείνη την εποχή σε όλη την Μεσόγειο. Το κυριλλικό αλφάβητο δεν έχει καμία σχέση τον κατάδεσμο της Πέλλας (του 4ου αιώνα π.Χ.) που είναι γραμμένος σε μια ιδιότυπη δωρική διάλεκτο. Όσοι ελαφρά τη καρδία απεμπολούν το Ελληνικό όνομα της Μακεδονίας σε Σλάβους εποίκους της Βαλκανικής, λόγω πολιτικών επιδιώξεων ή πιστεύοντας πως εφαρμόζουν «ρεαλιστική πολιτική», δεν προετοιμάζουν μόνο μια εθνική ήττα, αλλά και μια άνευ προηγουμένου παραχάραξη της ιστορίας και πληθώρας άλλων επιστημών. Ένα προηγούμενο που στον εύθραυστο χώρο της Βαλκανικής μπορεί να γεννήσει αναθεωρητισμούς τύπου κατάργησης Λωζάνης. Είναι λογικό ένας εθνικός ρομαντισμός, να πασχίζει να συνδεθεί με μια προηγούμενη εθνότητα, όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί εις βάρος της ιστορικής αλήθειας.

Ο Πάρης Μπίνος είναι Δρ. , Τμήμα Γλώσσας & Γλωσσολογίας Έσσεξ, Μεγ. Βρετανίας

Posted in Πάρης Μπίνος, Uncategorized | Tagged , , , , ,

ΚΚΕ και Εκκλησία υπέρ του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος κατά / Σωτήρης Μητραλέξης

 

Έχει ο καιρός γυρίσματα!

Πάμε από την αρχή:

«Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» σημαίνει το εξής απλό: το να μην μπλέκεται η Εκκλησία στις αρμοδιότητες και εξουσίες του Κράτους και το να μην μπλέκεται το Κράτος στις αρμοδιότητες και στην οργάνωση της Εκκλησίας. Το να μην ασκεί το Κράτος εκκλησιαστικές αρμοδιότητες, το να μην ασκεί η Εκκλησία κρατικές εξουσίες. Το να μην «θρησκεύει» θεσμικά το Κράτος, το να διατηρεί το αυτοδιοίκητό της η Εκκλησία χωρίς κρατικό υποβολέα.

Παρέκβαση αναγκαία: «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» δεν σημαίνει εξορία της Εκκλησίας από το δημόσιο χώρο, ούτε βέβαια σημαίνει πως με έναν μαγικό τρόπο κάποια νομοθεσία θα καταστήσει τους πιστούς ανεπηρέαστους από την ιεραρχία τους. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι είτε οι πιστοί είτε οι κληρικοί θα χάσουν το δικαίωμα να ομιλούν περί πολιτικής, γινόμενοι πολίτες β΄ κατηγορίας. Άλλο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (βλέπε ΗΠΑ, Γερμανία, Κύπρο) και άλλο βίαιη αποστείρωση του δημοσίου χώρου από τη «μισερή θρησκεία», κατά το βαθιά αντιδημοκρατικό γαλλικό μοντέλο της laïcité — μια εξαίρεση της εξαίρεσης σε παγκόσμια κλίμακα. Δε χρειάζεται διδακτορικό κοινωνιολογίας για να καταστεί σαφές ότι η θρησκεία είναι τα πάντα εκτός από «ιδιωτική υπόθεση». Για να ξέρουμε τι συζητάμε, διότι έχει προκύψει στον ελληνικό δημόσιο λόγο να λέμε «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» και να εννοούμε… να μην πολιτικολογεί ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, ως εάν αυτό θα μπορούσε να είναι αντικείμενο κάποιας νομοθετικής παρέμβασης εντός δημοκρατικού πλαισίου.

Κάθε φορά που συζητείται ο «Χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους», η περιρρέουσα αίσθηση είναι πως η Εκκλησία, εμμένοντας σε κάποια προνόμια όπως η μισθοδοσία (ακριβής εικόνα εδώ και εδώ) επιδιώκει το να μην λάβει ο χωρισμός χώρα, ενώ ο πολιτικός κόσμος ναι μεν αντιλαμβάνεται δήθεν αυτήν την ανάγκη —κάτι που «ξεμυτίζει» σε όσους ηρωικούς πολιτικούς θέτουν το ζήτημα— αλλά, υπό την πολιτική πίεση της Εκκλησίας, ο χωρισμός αενάως αναβάλλεται. Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι η παραπάνω εικόνα τυγχάνει παντελώς παραμορφωτική, είναι όμως επίσης αλήθεια ότι πολλοί ιεράρχες (και οι ίδιοι έχοντες ενίοτε μερική και αποσπασματική εικόνα των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται αυτό) σπεύδουν να επιβεβαιώσουν την παραμορφωτική αυτή αίσθηση με τις αμυντικές δηλώσεις τους κάθε φορά που συζητούνται δημοσίως τα σχετικά θέματα. Π.χ. στο ζήτημα της αποτέφρωσης, όπου οι ίδιοι οι Δήμοι οι οποίοι λαμβάνουν όλα ανεξαιρέτως τα έσοδα από τα νεκροταφεία και προφανώς δεν έχουν κανένα συμφέρον να δημιουργηθούν αποτεφρωτήρια, θα δείξουν με το δάχτυλο τις θεολογικές αντιρρήσεις της Εκκλησίας, με την υπόνοια ότι… φταίνε εκείνες (και με την καλλιέργεια της ασάφειας ότι προσπορίζονται έσοδα οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο). Ή, επί παραδείγματι, με την ομολογία αποτυχίας τους στην (ή και παραίτησή τους από την) εντός ενοριακού πλαισίου κατήχηση του ποιμνίου τους, όπως φαίνεται από κάθε δημόσια διαμαρτυρία τους για το κρατικό μάθημα των θρησκευτικών.

Βέβαια, η Εκκλησία θα είχε μόνο να κερδίσει από μιαν απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος. Και αυτό φαίνεται ιδιαζόντως σε χαριτωμένα ενσταντανέ όπως το τρέχον. Διότι ναι μεν ρητορικά ουκ ολίγοι πολιτικοί θέτουν το ζήτημα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους (το ακριβές-ακριβές περιεχόμενο του οποίου αποτελεί αντικείμενο… χρησμολογίας), όταν όμως υφίσταται κάποιο εκκλησιαστικό παγκάρι το οποίο, λόγω μεγέθους, θα μπορούσε να ενδιαφέρει τον πολιτικό κόσμο, εξαίφνης ο χωρισμός εξαφανίζεται και το κράτος επιδεικνύει έναν διακομματικό πόθο εμπλοκής στα εσωτερικά της εκκλησίας και της διοίκησής της.

Έτσι κατετέθη, με διακομματικές υπογραφές από επτά Βουλευτές η «Βουλευτική Τροπολογία υπ’ αριθμ. 1488/152/22.2.2018 για το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου (Π.Ι.Ι.Ε.Τ.)», σύμφωνα με την οποία κατά τη διαδικασία επιλογής του αντιπροέδρου και του γενικού γραμματέα της διοίκησης ενός θρησκευτικού/εκκλησιαστικού οργανισμού… παύει να έχει δικαίωμα ψήφου ο μοναδικός εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ο τοπικός Μητροπολίτης, και ο οργανισμός εξαιρείται από τον καταστατικό νόμο της Εκκλησίας χωρίς γνώση της τελευταίας, με το κράτος να εισέρχεται ενθουσιωδώς στη διαχείριση των πόρων του και των εσόδων του.

Η υπόθεση είναι περίπλοκη, και φυσικά έχει αφιερωθεί αρκετός κόπος στο να πλαστουργηθεί και η «αντίθετη άποψη», σύμφωνα με την οποία… είναι απολύτως φυσιολογική η μονομερής αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Κράτος (!) και η ευθεία εμπλοκή και παρεμβολή στα εκκλησιαστικά πράγματα. Σύμφωνα με την παρέμβαση του Νίκου Ξυδάκη (ΣΥΡΙΖΑ) στη Βουλή, με το να μπει χέρι στο παγκάρι «αποκαθιστούμε την συνύπαρξη κλήρου και λαού» γιατί «αυτό είναι η Εκκλησία» — κρατικές θεολογίες…

Θα μείνω μόνο σε ένα σημείο της επιστολής της Ιεράς Συνόδου μέσω του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στον Υπουργό Παιδείας (26/2/2018 Πρωτ. 799), όπου γίνεται και λόγος για «παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της αρχής της αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος (3 παρ. 1, 12, 13 παρ. 1 Συντάγματος, 9, 11 ΕΣΔΑ)»: στο σημείο όπου η Ιερά Σύνοδος συγχαίρει την ΚΟΒΑ του ΚΚΕ για την αταλάντευτη στάση της στα θέματα χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, την ώρα που διακομματικοί πολιτικοί βάζουν… καισαροπαπικό χέρι στο παγκάρι. Τα συγχαρητήρια αυτά της Ιεράς Συνόδου μοιάζουν να είναι απολύτως ειλικρινή, αφού τουλάχιστον στην περίπτωση της στάσης του ΚΚΕ βρίσκει έναν συνομιλητή που εννοεί ό,τι λέει και εμμένει σε μια συνεπή στάση χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους — όχι ένα κόμμα που με υψωμένο το δάχτυλο του δεξιού χεριού αγορεύει για το ουδετερόθρησκο κράτος ενώ με το αριστερό ψαχουλεύει το παγκάρι:

«Ανακύπτει επομένως η εύλογη απορία: πως είναι δυνατόν βουλευτές, και μάλιστα από πολιτικούς χώρους, που τάσσονται υπέρ των «διακριτών ρόλων» ή υπέρ του «χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας» και της απόλυτης «θρησκευτικής ουδετερότητας» του Κράτους, να εισηγούνται μεταβολές στην Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος υποκαθιστώντας την Ιερά Σύνοδο Αυτής ή να εισηγούνται τροπολογίες για τη διοίκηση και διαχείριση Ιερών Ιδρυμάτων Ναών χωρίς γνώση της Εκκλησίας;»

«Για τον λόγο αυτό οφείλουμε να συγχαρούμε την Κομματική Οργάνωση Βάσης (Κ.Ο.Β.) Τήνου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.). για τη στάση ιδεολογικής συνέπειας, επειδή –αν και εκκινώντας από αντίθετη προς την Εκκλησία αφετηρία σε επίπεδο ορολογίας και ουσίας (του χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας)– είχε ανακοινώσει σε σχέση με το Ιερό Ίδρυμα της Ευαγγελιστρίας Τήνου: «Ο Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε. και οι βουλευτές του τοποθετούνται πάντοτε με βάση το πλαίσιο του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, την πάγια δηλαδή θέση του κόμματος για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας. Θέση του ΚΚΕ είναι ότι ο έλεγχος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στη διακρίβωση των τυπικών προϋποθέσεων, χωρίς να παρεμβαίνει στην εσωτερική οργάνωση των θρησκευτικών ενώσεων, των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων κ.λπ.».

Ηθικόν δίδαγμα από το χαριτωμένο αυτό περιστατικό: η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ανάγκη να κατανοήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα γίνεται πως το κράτος και το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό που το «τρέχει» δεν θα είναι ποτέ (ή ποτέ πια, αν προτιμάτε) ούτε φιλικό ούτε φερέγγυο. Την ίδια ώρα που ο πολιτικός κόσμος (και το μηντιακό πλέγμα) θα δείχνει με το δάχτυλο «τους παπάδες» για να αποπροσανατολίσει το εκλογικό σώμα από την εγκληματική αποτυχία του (το πόσα κωμικά άρθρα τύπου Σώρρα για τα «απιθανικομμύρια στα σεντούκια της Εκκλησίας» είδαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν περιγράφεται), την ίδια ακριβώς ώρα θα παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Εκκλησίας με διαφόρους και, στο μέλλον, ριζικούς τρόπους — με αντάλλαγμα την τακτική αλλά βέβαιη μισθοδοσία όσων κληρικών θα μισθοδοτούνται ακόμη στα μεταμνημονιακά χρόνια (με άδηλο το μέλλον, χάρη στη μνημονιακή αναλογία 5:1 διορισμών-αποχωρήσεων ενώ προφανώς… ο αριθμός των ενοριών δε μειώνεται) και την επαρχιώτικη χαρά του «Ελληνική Δημοκρατία» στο μητροπολιτικό επιστολόχαρτο. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας είτε θα προτείνει ένα δικό της σχέδιο θεσμικής αποσαφήνισης των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους (απελευθέρωσης της Εκκλησίας από το Κράτος ή, αν προτιμάτε, χωρισμού τους) είτε θα βρεθεί προ όλο και διογκούμενων εκπλήξεων. Η όποια θεσμική ασάφεια γύρω από το θέμα με την εφιαλτικά πολύκλαδη νομοθεσία θα καθίσταται, προοδευτικά, κόμπος στραγγαλισμού της — την ώρα που το πολιτικό σύστημα θα παίζει το σόου ενοχοποίησης με τους παραμορφωτικούς καθρέπτες.

 

*Γράφει ο δρ Σωτήρης Μητραλέξης, Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton και στο Πανεπιστήμιο του Winchester

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Ελληνικός Συντηρητισμός; Συζητώντας με τον Κώστα Ιορδανίδη / Παρ 16 Φεβρουαρίου, 18.00

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την ιστορική πορεία, τα υφολογικά χαρακτηριστικά και τις προοπτικές ενός ρεύματος Ελληνικού Συντηρητισμού στην πατρίδα μας, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής εγκαινιάζει μια σειρά εκδηλώσεων με ομιλητές από τον ακαδημαϊκό, δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο.


Την επόμενη Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου, στις φιλόξενες εγκαταστάσεις του New York College, Λεωφ. Αμαλίας 38, στο Σύνταγμα, και ώρα 18:00, η πρώτη εκδήλωση με τη παρουσία του γνωστού δημοσιογράφου της εφημερίδας «Καθημερινή» Κώστα Ιορδανίδη.


Σχολιάζει ο υπ. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Λεωνίδας Σταματελόπουλος, εταίρος του ΙΝΣΠΟΛ.

 

Posted in Εκδηλώσεις

Τέλος ή Αρχή;

Η επιτυχία των δυο συλλαλητηρίων για το «Μακεδονικό» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα οφείλεται στο ότι ενσάρκωναν ταυτόχρονα δυο πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας: τον πατριωτισμό/εθνικισμό, και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός είναι διαδεδομένα φαινόμενα για λόγους που άπτονται των συνθηκών γέννησης και διαμόρφωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτά τα δυο ρεύματα αναπόφευκτα αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημα. Η σύζευξή τους όμως σήμερα υπό συνθήκες κυβερνώσας αριστεράς ανοίγει πρωτοφανείς προοπτικές.

Ο εθνικισμός θεωρείται συνήθως ένα πιο δεξιόστροφο φαινόμενο ενώ ο λαϊκισμός, καθώς αμφισβητεί ιεραρχίες και κατεστημένα, αφορμά από ένα σημείο πιο κοντά στην αριστερά. Πέραν αυτών των προδιαθέσεων όμως, εθνικισμός και λαϊκισμός μπορούν να συνυφανθούν με ιδέες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Η ιστορική παράταξη της ελληνικής δεξιάς γεννήθηκε ως αντισυστημικός αντιβενιζελισμός, ενώ η αριστερά αύξησε την επιρροή της όποτε υιοθέτησε πατριωτικά συνθήματα και μοτίβα (ΕΑΜ, Παπανδρέου, και πιο πρόσφατα ΣΥΡΙΖΑ).

Όποτε ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός συναντιούνται, το ιδεολογικό πρόσημο που προκύπτει εξαρτάται από το σχετικό βάρος της κάθε μιας ιδεολογίας στο μείγμα. Στο παρελθόν, τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία το 1992 και 1994 και οι λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες το 2000 εμπεριείχαν το στοιχείο αμφισβήτησης κυρίαρχων επιλογών του κράτους, επικρατούσαν όμως εθνικιστικά/ταυτοτικά μοτίβα. Η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 από την άλλη χρησιμοποίησε και το λεξιλόγιο του πατριωτισμού, αλλά στο μήνυμά της κυριαρχούσαν αντισυστημικά μοτίβα και ιδέες κοινωνικής δικαιοσύνης, και για αυτό εκφράστηκε κομματικά από την αριστερά.

Τα σημερινά συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» φαίνεται να ορίζονται κυρίως από τον εθνικισμό/πατριωτισμό, αν και εμπεριέχουν και μια αντισυστημική διάσταση. Αν κοιτάξει κανείς προηγούμενα παραδείγματα εθνικοπατριωτικής μαζικής κινητοποίησης, θα δει ότι αυτές δεν τείνουν να προκαλούν συστημικές πολιτικές αλλαγές. Ούτε τα συλλαλητήρια των αρχών της δεκαετίας του ’90 αμφισβήτησαν τον τότε δικομματισμό, ούτε οι λαοσυνάξεις έπαιξαν ρόλο στον κομματικό ανταγωνισμό (η ήττα του ΠΑΣΟΚ το 2004 μάλλον θα ερχόταν και χωρίς αυτές). Πιο παλαιά, οι διαδηλώσεις για το Κυπριακό την δεκαετία του ’50 ταρακούνησαν το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά η δυναμική τους εξανεμίστηκε με την έλευση της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο νέων αντισυστημικών αιτημάτων.

Αντίθετα, είναι οι ρήξεις στις οποίες κυριαρχεί το αντισυστημικό/αντικαθεστωτικό, εξισωτικό, λαϊκιστικό στοιχείο που παραδοσιακά προκαλούν βαθιές πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα, ενώ συνήθως καναλιζάρονται στον κομματικό ανταγωνισμό προς προοδευτικά/ριζοσπαστικά κόμματα που γρήγορα καταλαμβάνουν ηγεμονικό ρόλο: το Γουδί που οδήγησε στον Βενιζελισμό, οι μαζικές κινητοποιήσεις την δεκαετία του ’60 που τελικά αποκρυσταλώθηκαν πολιτικά στο ΠΑΣΟΚ, και η αντιμνημονιακή κινητοποίηση του 2010-11 που γιγάντωσε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι μεγάλη συζήτηση γιατί ο αριστερόστροφος αντισυστημισμός είναι ιστορικά σημαντικότερος καταλύτης πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από τον δεξιόστροφο εθνικισμό. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ιστορικούς-δομικούς παράγοντες, όπως την περιφερειακή θέση υστέρησης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της δυτικής νεωτερικότητας, ή το γεγονός ότι το κράτος (βασικό συστατικό της ιδεολογίας του εθνικισμού) μπορεί ευκολότερα να απορροφήσει αιτήματα που εξυφαίνονται γύρω από τον εθνικισμό παρά γύρω από τον λαϊκισμό.

Με βάση τα παραπάνω, να αναμένουμε ότι τα τελευταία συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» δεν θα δημιουργήσουν πολιτική δυναμική; Η πολιτική συγκυρία σήμερα έχει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα π.χ. με την ήττα του 1897 ή την Κυπριακή τραγωδία του 1974, η εθνική υποχώρηση σήμερα απειλεί να λάβει χώρα όχι από μια συντηρητική, κουρασμένη και απομονωμένη από τον λαό ηγεσία, αλλά από μια αριστερή ηγεσία που δηλώνει ότι ενεργεί στο όνομα του λαού αν και έχει από πίσω της δυόμισι χρόνια που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Η επάνοδος ενός αιτήματος εθνικού και ταυτοτικού χαρακτήρα σε μια τέτοια συγκυρία απειλεί να το καταστήσει για πρώτη φορά μια αμφισβήτηση που το κυρίαρχο σύστημα δεν θα μπορεί να απορροφήσει όπως στο παρελθόν. Για πρώτη φορά το πειθαρχημένο προς το κράτος «έθνος» είναι έτοιμο να λειτουργήσει σαν διεκδικητικός και αντισυστημικός «λαός».

Φυσικά ποτέ δεν πρέπει να ευχόμαστε μια εθνική υποχώρηση ή ήττα προκειμένου να υπηρετηθούν εσωτερικοί πολιτικοί στόχοι. Ακόμα και σήμερα το επικρατέστερο σενάριο παραμένει, πιστεύουμε και ελπίζουμε, η αναδίπλωση των Τσίπρα-Κοτζιά με εύσχημο τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί το εσωτερικό ακροατήριο χωρίς να χαθεί πλήρως το παιχνίδι του διεθνούς blame-game.

Από την άλλη, με δεδομένη την πλήρη προδοσία των αριστερών ιδανικών από την κυβέρνησή του, γιατί να μην προσπαθήσει μέχρι τέλους ο Αλέξης Τσίπρας να σώσει έστω και λίγο την τιμή του σε ένα θέμα που η παράταξή του πάντα το έβλεπε διαφορετικά από την πλειοψηφία του λαού; Ειδικά αν αυτό συνοδεύεται από την απέλπιδα πίστη στην υπόσχεση που ενδεχομένως κάποιοι εκ των συμμάχων-δανειστών θα του έδωσαν για χαλάρωμα στα δημοσιονομικά το 2019; Σαν άλλος Ιωαννίδης, ο Τσίπρας δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να συναινέσει στην απομείωση της εθνικής μας υπόστασης πιστεύοντας ότι έχει την κάλυψη των έξω – και αναμένοντας κέρδη για τον εαυτό του.

Αν αυτό συμβεί θα αποτελεί μια πρωτοφανή καμπή στην ιστορία της χώρας. Όπως γίνεται συνήθως με τα καθεστώτα που έχουν κλείσει τον κύκλο τους, το μεταπολιτευτικό ευρω-πελατειακό κράτος θα κλείσει οριστικά και αμετάκλητα τον κύκλο του με μια πράξη ιστορικής εθνικής υποχώρησης στο εξωτερικό και μέσα σε γενικευμένη χλεύη και απέχθεια στο εσωτερικό. Οικοδομημένο στις στάχτες μιας εθνικής τραγωδίας, θα καταρρεύσει υπό το βάρος μιας ντροπιαστικής διεθνούς ήττας. Σε αντίθεση όμως με άλλα παρόμοια επεισόδια στην ελληνική ιστορία, το πολιτικό υποκείμενο που θα κληθεί να ξαναστήσει το κράτος δεν θα είναι ένας ριζοσπαστικοποιημένος και αντισυστημικός «λαός» αλλά ένα κινητοποιημένο «έθνος».

Σε περίπτωση που η πρωτοβουλία Τσίπρα-Κοτζιά ξεφτίσει, η άμεση πολιτική κληρονομιά της εθνικής κινητοποίησης για το Μακεδονικό θα είναι πιθανότατα μικρή, ανάλογη άλλωστε της αυτοσυγκράτησης και σύνεσης που δείχνουν συνήθως οι Έλληνες όταν συνέρχονται και κινητοποιούνται ως έθνος (αντί ως λαός). Μια μεγαλύτερη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία στον επόμενο εκλογικό κύκλο ίσως να είναι ό,τι μείνει να την θυμίζει – αν η ηγεσία της ΝΔ φερθεί στοιχειωδώς έξυπνα. Στην αντίθετη περίπτωση όμως το διακύβευμα θα είναι τελείως άλλης τάξης: η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής ηγεμονίας όπου, για πρώτη φορά ίσως στην ελληνική ιστορία, η λογική του έθνους θα κυριαρχεί πάνω σε αυτήν του λαού.

Άγγελος Χρυσόγελος, πρόεδρος ΙΝΣΠΟΛ

Posted in Uncategorized

Ο έντιμος θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας

SPD

Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος

Το έκτακτο συνέδριο του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Βόννη ίσως φτάσει να θεωρείται στο μέλλον η ληξιαρχική πράξη θανάτου της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Tο κόμμα αποφάσισε να ξεκινήσει επίσημες διαπραγματεύσεις με τους Χριστιανοδημοκράτες για τον σχηματισμό ενός ακόμη μεγάλου συνασπισμού παρά το καταστροφικό αποτέλεσμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, την υπόσχεση του Μάρτιν Σουλτς ότι το SPDθα επέστρεφε στην αντιπολίτευση, και την ιστορική καθίζηση στις δημοσκοπήσεις.

Η οριστική μάλλον περιθωριοποίηση του SPD αντανακλά τα ιστορικά διλήμματα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σήμερα καθώς προσπαθεί να φανεί  πιστή στις δυο βασικές της αξίες: το μαζικό δημοκρατικά οργανωμένο κόμμα, και την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε προοδευτικές βάσεις.

Παρακολουθώντας κάποιος τις συζητήσεις στο SPD δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την μαζικότητα των εσωκομματικών διεργασιών. Σε εποχές που το μαζικό κόμμα, ο θεσμός που ταυτίστηκε με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, έχει δώσει σχεδόν παντού την θέση του είτε στην επικοινωνιακή διαχείριση από άχρωμους επαγγελματίες πολιτικούς είτε στο ριζοσπαστικό λαϊκισμό, το SPD εμμένει στο ρόλο του κόμματος ως όργανο αντιπροσώπευσης ενός οργανωμένου και πολιτικά ενεργού κομματιού της κοινωνίας.

Η τραγική ειρωνεία για το SPD είναι ότι η μαζική αντιπροσώπευση έρχεται σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη αξία που το κόμμα ασπάζεται, αυτήν της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στα χρόνια της κρίσης της Ευρωζώνης το SPD σταθερά υποστήριζε την περαιτέρω εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και αν η Γερμανία αναλάμβανε το σχετικό κόστος. Το κόμμα συνέχισε στο δρόμο της αλληλεγγύης υποστήριζοντας την πολιτική Μέρκελ στο προσφυγικό.

Αυτές οι θέσεις όμως ενοχλούσαν πολλούς στην εργατική βάση του SPD, για τους οποίους ευρωπαϊκή ενοποίηση και ανοιχτά σύνορα συνιστούν απειλή. Η άφιξη του Μάρτιν Σουλτς από τις Βρυξέλλες εν όψει των εκλογών του 2017 επέτεινε το πρόβλημα. Περισσότερο από πότε το κόμμα ταυτίστηκε με την «περισσότερη Ευρώπη». Το αποτέλεσμα ήταν η διαρροή πολλών παραδοσιακών ψηφοφόρων του προς τα άκρα της αριστεράς και, κυρίως, της δεξιάς.

Για τις ελίτ του SPD, στην Ευρώπη της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος πολιτικές αλληλεγγύης και πρόνοιας είναι πια δυνατές μόνο στο υπερεθνικό επίπεδο. Μεγάλο μέρος της παραδοσιακής βάσης του κόμματος όμως νιώθει ότι η οικονομική του ευημερία και η πολιτική του αντιπροσώπευση είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Οι ελίτ του SPD έχουν εξαρτήσει την επιτυχία των διαπραγματεύσεων με τη Μέρκελ – και τη δική τους πολιτική επιβίωση – από την επιβολή ακόμα πιο φιλοευρωπαϊκών πολιτικών στο νέο συνασπισμό. Είναι όμως ακριβώς αυτές οι πολιτικές που τις έχουν ήδη αποξενώσει από μεγάλο μέρος του SPD–στη Βόννη μόλις το 55% του συνεδρίου ψήφισε για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων.

Σε εποχές γενικευμένης απογοήτευσης με την πολιτική, ο αργός θάνατος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στον βωμό των αντιφατικών αξιών της έχει κάτι το έντιμο και τραγικό μαζί. Πόση αξία όμως έχει η μαζικότητα των διαδικασιών αν η βασική προγραμματική θέση ενός κόμματος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες των μελών του; Η αποτυχία του SPD υπενθυμίζει, έστω και σε περίοδο ύφεσης των μεγάλων κρίσεων της ΕΕ, ότι η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής, αυτή μεταξύ πολιτικής αντιπροσώπευσης και υπερεθνικής ολοκλήρωσης, παραμένει δυσεπίλυτη.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο, τεύχος 27-28 Ιανουαρίου 2018.

Posted in Uncategorized

Η Μακεδονική ταυτότητα και η δέουσα εθνική γραμμή

 

243537-macedonia

*Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου για το ζήτημα ονομασία του κράτους των Σκοπίων, το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής δημοσιεύει κείμενα σχετικά με το ζήτημα. Κείμενα με διαφορετικά επιχειρήματα, τα οποία φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του ζητήματος και τα οποία μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς το ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στάση της ελλαδικής κυβέρνησης. Σκοπός είναι η όσο το δυνατόν πληρέστερη παρουσίαση του εν λόγω θέματος και η συνεισφορά του ΙΝΣΠΟΛ, στα μέτρα των δυνατοτήτων του, στον δημόσιο διάλογο.

 

Με αφορμή την επικαιρότητα, όπου κυριαρχεί εδώ και εβδομάδες το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και μετά το απρόσμενα μεγαλειώδες συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, η ανάγκη για μία περισσότερο βαθειά γνώση σχετικά με την ιστορία και με τις πτυχές εκείνες που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα είναι επιτακτική. Οι τελευταίες εβδομάδες απέδειξαν έμπρακτα ότι το θέμα αυτό συνεχίζει να ευαισθητοποιεί τους Έλληνες, παρ’ότι έχουν περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες από τότε που ανέκυψε. Πολλοί συμπατριώτες μας (και πολιτικοί ανάμεσά τους) φαίνεται να θεωρούν αδιανόητη την όποια σύνδεση της σλαβικής καταγωγής με την Μακεδονία, η οποία όμως ιστορικά σε κάποιο βαθμό ισχύει.  Από την άλλη μεριά υπάρχουν εκείνοι που χρησιμοποιούν ιστορικά στοιχεία εργαλειακά, προκειμένου να δικαιολογήσουν ενδοτικές θέσεις. Για να τεθεί το θέμα με ορθό τρόπο, καταρχάς, θα πρέπει να προσδιορισθεί το από που προκύπτει ο μακεδονισμός των Σλάβων ιστορικά.

Οι Σλάβοι, ως γνωστόν, κάνουν την εμφάνισή τους στην ιστορία τον 6ο μ.Χ. αιώνα εισβάλοντας στο Βυζάντιο, ενώ στη συνέχεια ακολουθείται από το Βυζάντιο πολιτική πολιτιστικής τους αφομοίωσης, με πρωτεργάτες τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο, οι οποίοι τους εκχριστιάνισαν και τους παραχώρησαν το γλαγολιτικό αλφάβητο. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο ένα σημαντικό μέρος των Σλάβων κατοίκησε στη Μακεδονία και παρέμεινε εκεί μέχρι και τον 20ο αιώνα. Στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου οι Σλάβοι της Μακεδονίας υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Rum Millet των Χριστιανών Ορθοδόξων όπως και οι Έλληνες, κατά την εποχή που τα εθνικιστικά κινήματα δεν είχαν αναδυθεί και η ταυτότητα προσδιοριζόταν ως επί τo πλείστον με βάση τη θρησκεία. Εκείνη την περίοδο Έλληνες και Σλάβοι της Μακεδονίας δεν έχουν κάτι να χωρίσουν και ανήκουν στο ίδιο Γένος (των Ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας), το οποίο επαναστατεί το Φεβρουάριο του 1821 στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η Πηνελόπη Δέλτα στα «Μυστικά του βάλτου» αναφέρει ότι «δύσκολα χώριζες Έλληνα από Βούλγαρο» που ήταν οι δύο κυρίαρχες φυλές και ότι «ήταν ένα κράμα των βαλκανικών εθνοτήτων τότε οι Μακεδονία» που «ζούσαν φύρδην μίγδην κάτω από το βαρύ ζυγό των Τούρκων», «ταυτότητα δεν είχαν παρά μόνο Μακεδονική» συνεχίζει.

Βέβαια, είναι κάπως άτοπο να μιλήσει κανείς για μακεδονική εθνότητα επικαλούμενος τα παραπάνω, καθώς οι Σλάβοι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν είχαν  εθνική συνείδηση τον 18ο και 19ο αιώνα, και η μόνη ταυτότητα που μπορεί κάποιος να τους προσδώσει είναι αυτή που αφορά όλους τους Χριστιανούς της αυτοκρατορίας, δηλαδή το γένος που αναφέρεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό που όμως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, είναι πως οι Σλάβοι της Μακεδονίας, οι οποίοι ανέπτυξαν και δική τους ιδιαίτερη διάλεκτο, είχαν την περιοχή της Μακεδονίας ως τόπο καταγωγής και πατρίδα τους. Η περιπλοκότητα του Μακεδονικού ζητήματος ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι Βούλγαροι στα πλαίσια του Πανσλαβισμού αποκόπτονται εκκλησιαστικά από το Φανάρι με την δημιουργία του αυτόνομου βουλγάρικου πατριαρχείου, της «Εξαρχίας».

Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εξαρχία ανταγωνίζονταν για το ποιος θα προσεταιριστεί τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους, ο μακεδονισμός των Σλάβων εξελίσσεται σε όχημα απόσχισης τους -αφενός- από τη σφαίρα επιρροής που αναφερόταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, και υπαγωγής τους -αφετέρου- στα σχέδια των Βουλγάρων για έξοδο στη Μακεδονία του Αιγαίου μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν και Σλαβομακεδόδες που δεν αποκόπηκαν από το Φανάρι. Έτσι, η εξέγερση του Ίλιντεν που ακολουθεί το 1903, οργανωμένη από  την Εσωτερική Μακεδονο-Ανδιανουπολίτικη Επαναστατική οργάνωση, έχει ως στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους που θα λειτουργεί ως δορυφόρος της Βουλγαρίας.

Γίνεται αντιληπτό, πως η ανάδυση του βουλγαρικού εθνικισμού αποτέλεσε το έναυσμα για την σταδιακή ανάπτυξη του μακεδονικού εθνικισμού των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας. Ωστόσο, στον μεσοπόλεμο υπήρχαν σλαβομακεδόνες στην περιοχή της Μακεδονίας που εξακολουθούσαν να παραμένουν πιστοί στο Φανάρι. Στο μυθιστόρημα «Ζωή εν τάφω» ο Στρατής Μυριβήλης το 1923 γράφει : «Και κυττάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης»[…] Ως τόσο δε θέλουν νάναι μήτε  «Μπουλγκάρ»,μήτε «Σρρπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ». Ακολουθεί το 1934 η συνεδρίαση της «Γραμματείας βαλκανικών κρατών» της κομμουνιστικής διεθνούς, όπου για λόγους αναχαίτισης των βουλγαρικών βλέψεων επί της Μακεδονίας -εν όψει της διαφαινόμενης συμμαχίας τους με τη ναζιστική Γερμανία- , υιοθετήθηκε η υπόθεση ύπαρξης ενός «μακεδονικού» έθνους, που θα αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του στα πλαίσια μίας «Μακεδονικής Δημοκρατίας των Εργαζόμενων Μαζών». Στη διάρκεια της κατοχής πολλοί Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας συνεργάστηκαν με τη φασιστική Βουλγαρία και την οργάνωση «Οχράνα», ενώ στη συνέχεια ίδρυσαν το ΣΝΟΦ, το κομμουνιστικό κίνημα που απέβλεπε στην ίδρυση ανεξάρτητης «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Μεταπολεμικά, ως τμήμα της ενιαίας «Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», το σημερινό κράτος των Σκοπίων ονομάστηκε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται και παγιώνεται η ανάπτυξη της μακεδονικής εθνικής συνείδησης, για να φτάσουμε στην σημερινή έξαρση των αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και του αλυτρωτικού συντάγματος.

Με βάση τα παραπάνω, είναι αναγκαίο για την κατανόηση του φαινομένου του μακεδονισμού των Σλάβων να βγάλουμε δύο συμπεράσματα : α) Ότι η σλάβικη καταγωγή, ιστορικά, δεν είναι ασυμβίβαστη με τη μακεδονική ταυτότητα, όπως πιστεύει η πλειοψηφία των συμπατριωτών μας, που επικαλείται απλώς την αρχαία Μακεδονία, τον Αλέξανδρο και τον Αριστοτέλη και β) ότι όμως η χρήση της ταυτότητας αυτής προς δημιουργία μακεδονικού έθνους και ομώνυμης κρατικής οντότητας -διαφοροποιούμενης από την ελληνική-ρωμαίικη ταυτότητα, που ιστορικά και πολιτισμικά συμπεριλαμβάνει την μακεδονική- είναι ουσιαστικά προϊόν «σχισματικής» ενέργειας που επιβουλεύεται τον ελληνισμό εδαφικά και πολιτισμικά. Οι ρίζες αυτής της ενέργειας ανάγονται στον βουλγαρικό εθνικισμό, με τον οποίον «φλερτάρει» σήμερα το κράτος και η εκκλησία των Σλαβομακεδόνων.

Αναφορικά με το όνομα της γείτονος χώρας, η όποια σύνθετη ονομασία εμπεριέχει  τον όρο Μακεδονία, με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό, εγείρει τις επεκτατικές διαθέσεις των Σκοπίων και δεν λύνει το πρόβλημα. To «nova» (νέα) ως προσδιορισμός, όσες φορές έχει χρησιμοποιηθεί στην ιστορία παραπέμπει ταυτοτικά ή νοσταλγικά σε κάτι παλαιότερο. Είναι κάτι νέο που πατάει όμως στο παλιό, εθνικά και πολιτισμικά (στην περίπτωση των Σκοπίων μπορεί κάλλιστα να πατάει στη νοσταλγία για τη Μακεδονία του Αιγαίου). Το «άνω» από την άλλη, αποτελεί από μόνο του αιτία για επανασύνδεση με το «κάτω», προς την πραγμάτωση του «όλου». Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν η κάτω χώρα (Ελλάδα) δεν συμπεριλαμβάνει στο όνομά της το όνομα της άνω χώρας (Μακεδονία), αφού η Μακεδονία είναι απλά μία περιφέρεια στο «όλον» της Ελλάδας. Συνεπώς -δεδομένου του ότι είναι δύσκολο η χώρα μας να επιβάλλει αλλαγές στο σύνταγμα και κυρίως στις συνειδήσεις των γειτόνων-, η μόνη σύνθετη ονομασία που θα κατοχύρωνε τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς και συνιστούσε ουσιαστική λύση του θέματος συμβάλλοντας στην ειρήνη και στην σταθερότητα , είναι αυτή που θα έχει εθνοτικό προσδιορισμό, πχ.  «Σλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει σαφής διαχωρισμός Ελλήνων και Σλάβων που έχουν μακεδονική καταγωγή. Με τα υπόλοιπα σύνθετα ονόματα που κυκλοφορούν ως πιθανές λύσεις, ο μακεδονισμός ουσιαστικά εκχωρείται σχεδόν αποκλειστικά στους Σλάβους.

Κλείνοντας, είναι ανάγκη να απαντηθεί και η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να υποκύψει στις πιέσεις και να κλείσει αυτό το μέτωπο, προκειμένου να προσεταιριστεί η ίδια το κράτος αυτό, ως δορυφόρο της στα βαλκάνια. Αυτή η άποψη αγνοεί ή υποβιβάζει το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ φαίνεται να παίζει ήδη αυτόν τον ρόλο προς όφελος της Βουλγαρίας. Το να κάνει η χώρα μας τέτοια παραχώρηση, δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, προκειμένου να διεκδικήσει κάτι που πραγματολογικά δεν υφίσταται ως προοπτική, συνιστά αυτοακρωτηριασμό. Η ελληνική πλευρά οφείλει να αναπροσαρμόσει την «εθνική γραμμή», στοχαζόμενη με ρεαλισμό την πραγματικότητα και τα συμφέροντα της περισσότερο προσεκτικά. Δεν έχει λόγο να βιάζεται  για λύση. Δεν ισχύει το ίδιο για την ΠΓΔΜ, που επιθυμεί διακαώς να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Επομένως, τα αναγκαία βήματα προς μία βιώσιμη λύση, που θα εξασφαλίζει την εξομάλυνση των σχέσεων και τη σταθερότητα στην περιοχή, πρέπει να γίνουν από εκείνους.

Μιχάλης Ρέττος

Τελειόφοιτος Φιλολογίας ΕΚΠΑ

 

Posted in Uncategorized

Αντίλογος για το «Μακεδονικό».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αγαπητέ Γιάννη

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ ένα άρθρο, με του οποίου το σκεπτικό διαφωνεί απ’ αρχής έως τέλους ; Και που, επιπλέον, με το εναρκτήριο ήδη «παράθεμα» για τους φιλαλέξανδρους gay του Φρίσκο, μοιάζει να ακυρώνει κάθε απόπειρα συζήτησης, γελοιογραφώντας προκαταβολικά την όποια πιθανή αντιγνωμία;

Είναι βεβαίως δικαίωμά σου να αποκαλείς ανερμάτιστη «φοβία» ό,τι η μεγάλη πλειονότητα αισθάνεται ως δικαιολογημένο φόβο απέναντι σε μια υπαρκτή απειλή. Αν είναι να σου απαντήσω με αντίστοιχο, ψυχιατρικό ή ψυχαναλυτικό τρόπο, θα έλεγα ότι αυτή σου η βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύουμε από τίποτα και από κανέναν (θυμάμαι τώρα και τα γραφόμενά σου υπέρ της ευρωπαϊκής Τουρκίας) μου φαίνεται τυπικό προϊόν του αμυντικού μηχανισμού της απώθησης ή της υπεραναπλήρωσης. Ο μεγάλος κίνδυνος συνήθως αφυπνίζει τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης. Ενίοτε όμως, όταν επιπέσει επάνω σ’ ένα συλλογικό σώμα αδρανές, τα παραλύει. Τότε η συνείδηση, για να μας ανακουφίσει από το ψυχικό άγχος που μας πιέζει να λάβουμε άμεσες και επώδυνες αποφάσεις, στήνει εμπρός μας μια δεύτερη, ποθεινή πραγματικότητα. Η απειλή παρουσιάζεται εκεί ως ανύπαρκτη ή και ως ευκαιρία γεμάτη τάχατες δυνατότητες. Και πάντως, ως γεγονός ανάξιο να διακόψει τον εφησυχασμό μας – για την ώρα τουλάχιστον. Όσο για την αύριον, ας μεριμνήσει τα εαυτής. Όπως θα έλεγε και ο Κονδύλης, πρόκειται για το φαινόμενο του σακάτη που δεν ανησυχεί, γιατί είναι βέβαιος ότι την κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουνε φτερά.

Από τις δύο αυτές αντίρροπες διαγνώσεις, δε θέλει ρώτημα, εύχομαι ολόψυχα η ορθή να είναι η δική σου. Προσωπικά, θα ήμουν ευγνώμων σε όποιον με έπειθε ότι η δική μου στάση απέναντι στο «Μακεδονικό» είναι προϊόν φοβίας, ότι οι ανησυχίες μου είναι ολότελα ασύστατες. Όμως, τα επιχειρήματα που προβάλλεις δεν τις διασκεδάζουν. Κάθε άλλο μάλιστα : τις επιβεβαιώνουν εκ του αντιθέτου. Ξεχωρίζω τρία από αυτά, επειδή είναι τυπικά και συχνάκις ανακυκλούμενα στην (παρα)διπλωματική σχολιογραφία μας :

1. «Εμείς είμαστε μεγάλοι και ισχυροί, αυτοί μικροί και ανίσχυροι, τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε ;»

Αν ήταν αληθές κάτι τέτοιο, ιδίως οι μεγάλες Δυνάμεις δεν θα είχαν ποτέ να φοβηθούν τίποτε από τους μικρότερους γείτονές τους. Πάμπολλα ιστορικά προηγούμενα όμως διδάσκουν ακριβώς το αντίθετο. Καίτοι μικρή το δέμας, η Ψευδομακεδονία αντιπροσωπεύει έναν υπαρκτό ανταπαιτητή στα βόρεια σύνορά μας, ικανό να μας προξενήσει πλήγμα στην πρώτη ευκαιρία που θα του δοθεί, ακριβώς όπως η αμελητέα Ελλάς, που το έβαζε τα πόδια εμπρός στον Τούρκο το 1897, έμπαινε θριαμβεύτρια δεκαπέντε χρόνια αργότερα στα Γιάννενα και την Θεσσαλονίκη. Τι είχε αλλάξει ; Μα η συναστρία των συνασπισμών και οι ισορροπίες των ευρωπαϊκών Δυνάμεων μεταξύ τους, που επέτρεψαν στον μικρό να πετύχει ό,τι έως τότε φάνταζε αδύνατο. Είναι πιθανό να επαναληφθεί κάτι τέτοιο, ένας συνασπισμός δηλαδή εναντίον μας, στο μέλλον ; Μια ματιά στον χάρτη, πείθει πως ναι. Τα στρατιωτικά επιτελεία και τα ινστιτούτα γεωπολιτικών μελετών ανά τον κόσμο γέμουν από σενάρια τέτοια, που εμπλέκουν άμεσα και την Ελλάδα. Είναι όλοι αυτοί αλαφροΐσκιωτοι ; Και όταν ο μίστερ Κίσσινγκερ δηλώνει ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους, που δεν κατανοούν τους φόβους των Ελλήνων για το Μακεδονικό, «εκείνος γνωρίζει ιστορία και τους κατανοεί», τι πρέπει να εικάσουμε ; Ότι και ο Κίσσινγκερ έγινε στα στερνά του φιλέλλην και μάλιστα «φοβικός» ;

2. «Η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να κλείσει το ζήτημα, αρνούμενη τον συμβιβασμό Πινέιρο, που προέβλεπε την σύνθετη ονομασία.»

Πρόκειται για μύθο, που κυκλοφορήθηκε από τους γνωστούς πολιτικούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και έκτοτε επαναλαμβάνεται ατεκμηρίωτος. Το κράτος του Γκλιγκόρωφ ουδέποτε αποδέχτηκε τον όρο της σύνθετης ονομασίας, ούτε είχε σκοπό ποτέ να τον αποδεχθεί. Απλώς καιροσκοπούσε, ποντάροντας στο γεγονός ότι η ελληνική πλευρά ήταν βέβαιο ότι θα τον απέρριπτε, και επιδιώκοντας να επιρρίψει την ευθύνη του αδιεξόδου αποκλειστικά σ’ αυτήν, πράγμα που όντως πέτυχε. Αν υπήρχε πράγματι τέτοια δέσμευση από τα Σκόπια, θα τους ήταν σήμερα αδύνατο να υπαναχωρήσουν, με την ίδια λογική που είναι σήμερα αδύνατο στο Ισραήλ να διαπραγματευθεί ειρήνη με τη Συρία χωρίς προηγουμένως να αποσυρθεί από τα υψίπεδα του Γκολάν, όρο τον οποίο είχε (ατύπως !) παραδεχθεί επί κυβερνήσεως Ραμπίν, και έκτοτε θεωρείται, και από τους Αμερικανούς ακόμη, ως εκ των ων ουκ άνευ κάθε μελλοντικής διευθέτησης του Μεσανατολικού.

Οι μόνες υποχωρήσεις των Σκοπιανών, που περιελήφθησαν στην Ενδιάμεση Συμφωνία, ήταν στο ζήτημα της σημαίας και του Συντάγματος. Το ότι και γι’ αυτά ακόμη τα αυτονόητα, απαιτήθηκε προηγουμένως να εφαρμόσει η Αθήνα εμπάργκο εις βάρος τους, θα έπρεπε να μας είχε φρονηματίσει, αφού δείχνει ότι στο ζήτημα του ονόματος οι βόρειοι γείτονές μας δεν προτίθενται μελλοντικά να κάνουν καμμία παραχώρηση, αν δεν τους ασκηθούν πιέσεις.

 

3. «Το γεγονός ότι ένα νεοπαγές εθνίδιο ζητάει να σφετεριστεί την ελληνική ιστορία, δεν θα πρέπει να μας θορυβεί, αλλά να μας χαροποιεί. Αποδεικνύει εντέλει την μεγάλη αφομοιωτική ακτινοβολία του Ελληνικού πολιτισμού.»

Παράδοξο επιχείρημα, μα την αλήθεια! Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οι εφημερίδες (και στην Ελλάδα) έγραφαν για την σινομογγολική έριδα, απ’ αφορμή την μετονομασία του αεροδρομίου της Ουλάν Μπατόρ σε Α/Δ Τζέγκινς Χαν. Οι Κινέζοι, που θεωρούν τον στρατηλάτη δικό τους (!), επιζητούν στην ουσία να απαγορεύσουν στους Μογγόλους γείτονές τους να αναφέρονται στο εμβληματικότερο πρόσωπο της μογγολικής ιστορίας !! ‘Αραγε, σύμφωνα πάντα με τη δική σου λογική, μήπως οι Μογγόλοι θα έπρεπε να νιώσουν και κολακευμένοι από πάνω για την ακτινοβολία του πολιτισμού τους ; Σε διαβεβαιώ ότι δεν νιώθουν διόλου έτσι. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι οι Κινέζοι, έχοντας ήδη καταπιεί την λεγόμενη εσωτερική Μογγολία, και αφού προηγουμένως κατέστησαν τον εκεί γηγενή πληθυσμό αμελητέα μειονότητα, εγγράφουν προσημείωση και για τα υπόλοιπα.

Ευτυχώς για μας, οι Ψευδομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν την ισχύ των κυβερνώντων το Πεκίνο. Όμως η τακτική τους δεν διαφέρει. Το όνομα εδώ αποτελεί πρόγραμμα. Όποιος έχει την εξουσία να ερμηνεύει αυθεντικά τις λέξεις, μπορεί να διεκδικήσει αύριο και την κυριαρχία πάνω στα πράγματα. Η «λύση» της υποχώρησής μας στο ζήτημα του ονόματος, όπως την απαιτούν σήμερα από μας πανταχόθεν ως χειρονομία δήθεν ανωτερότητος και μεγαλοθυμίας, αντί να κλείσει το ζήτημα όπως προφητεύουν οι καλοθελητές, θα το ανοίξει οριστικά. Ακόμη και η προσχώρηση εκ μέρους μας στην λογική της σύνθετης ονομασίας, όπως διαφαίνεται, θα αποτελέσει κολοσσιαία συμβολική, τουτέστιν πολιτική ήττα.

Εν κατακλείδι, δεν σου κρύβω ότι απόψεις όπως οι δικές σου, το ίδιο σχεδόν όσο και η θλιβερή αναξιοπρέπεια της επίσημης εξωτερικής πολιτικής μας, με γεμίζουν απαισιοδοξία για την ικανότητά μας ως συλλογικής οντότητας να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε ως τέτοιες ακόμη και τις πιο ιταμές προσβολές. Την ίδια εκείνη Κυριακή που δημοσιευόταν το άρθρο σου, τα πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν ότι ακόμη και ένας «ένθερμος υποστηρικτής της ευρωατλαντικής προοπτικής της ΠΓΔΜ και της συνταγματικής ονομασίας της χώρας», όπως η κ. Αγγέλικα Μπερ, Γερμανίδα ευρωβουλευτίνα των Πρασίνων, ομολογούσε το αυτονόητο, πως δηλαδή η απόφαση να μετονομαστεί το αεροδρόμιο των Σκοπίων σε «Μέγας Αλέξανδρος» συνιστά πρόκληση εις βάρος της Ελλάδος. Εμείς ώς πότε θα εξακολουθούμε να στρέφουμε ανέμελα και την άλλη παρειά στο χέρι που μας ραπίζει ;

Μετά πάσης ειλικρινείας
δικός σου

Κώστας Κουτσουρέλης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή την 11η Φεβρουαρίου 2007 και ελήφθη από τον προσωπικό ιστότοπο του συγγραφέα. 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Κώστας Κουτσουρέλης | Tagged , , , , , , , ,

Μόνιμη υποχώρηση

images 2

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνιμη επωδός όσων επιθυμούν άμεση λύση του ζητήματος της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων είναι η εσωτερική αστάθεια της γειτονικής χώρας και ο κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης  με συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή σε περίπτωση διαιώνισης του προβλήματος.

Το εν λόγω επιχείρημα έχει χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ και της Αλβανίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.  Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσει η Ελλάς καλείται να δείξει κατανόηση και να καταβάλει το κόστος ομαλοποίησης της  αστάθειας γειτονικών κρατών. Η Αθήνα νουθετείται από συμμάχους ότι πρέπει να υποχωρεί τόσο απέναντι στην Άγκυρα λόγω υπέρτερης ισχύος της τελευταίας, όσο και απέναντι σε Τίρανα και Σκόπια λόγω αδυναμίας των τελευταίων και επίδειξης ανωτερότητας εκ μέρους μας! Σε κάθε περίπτωση υποχώρηση.

Και όλα αυτά απέναντι σε σύμμαχο με νεκρούς στην Κορέα και με το όνειδος της τουρκικής εισβολής της Κύπρου από τη «σύμμαχο» Τουρκία ανεξίτηλο. Σύμμαχος  ο οποίος πολλάκις κατά το παρελθόν επέδειξε αφελή συμμαχική νομιμοφροσύνη ζημιώνοντας ίδια συμφέροντα όπως η θεώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως τουρκική, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για λόγους σταθερότητας της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Πως θα επέλθει η σταθερότητα στη γειτονική χώρα με την απονομή του ονόματος Μακεδονία;  Θα βελτιωθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης; Θα βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας; Θα εξαφανιστεί η εκτεταμένη διαφθορά; Θα παύσει η καχυποψία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών όταν μάλιστα η απονομή του ονόματος Μακεδονία -με τη συναίνεση των Αθηνών πλέον- θα δικαιώσει τους Σλάβους και θα εντείνει τις προσπάθειες τους  να προσδώσουν καθαρά «μακεδονικό» χαρακτήρα στη γειτονική χώρα υπονομεύοντας περαιτέρω την συνύπαρξη με το σύνοικο αλβανικό στοιχείο;

Οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας πρώτα συνετέλεσαν στην αποσταθεροποίηση της ΝΑ Ευρώπης ενισχύοντας τον ισλαμικό παράγοντα, εδώ και δύο δεκαετίες, και κατόπιν επιθυμούν ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα χριστιανικά κράτη που η δική τους πολιτική γέννησε. Παράλληλα, συνιστά χαριτωμένη ειρωνεία το γεγονός ότι οι σύμμαχοι πιέζουν την Αθήνα να αποδεχτεί  πολιτικές της κομμουνιστικής ηγεσίας της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, 30 σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού…

 

Το παραπάνω άρθρο ( αρχικός τίτλος »Συμμαχική <<αλληλεγγύη>> και σταθερότητα» ) δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία, το Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018.

 

Posted in Uncategorized

Ερμηνεύοντας τον εθνολαϊκισμό

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί επιστολή του Άγγελου Χρυσόγελου, Προέδρου του Ινστιτούτου μας, προς την εφημερίδα Καθημερινή όπου και επισημαίνονται εσφαλμένες χρήσεις του όρου «λαϊκισμός» από την ίδια εφημερίδα. 

Ακολουθεί η επιστολή:

Κύριε διευθυντά,

Μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση η απόφαση της εφημερίδας σας να μεταφράσει το άρθρο του Steven Erlanger με τίτλο «In Eastern Europe, Populism Lives, Widening a Split in the EU» ως «Ο εθνολαϊκισμός παραμένει δημοφιλής στην Αν. Ευρώπη», στο φύλλο της 3ης Δεκεμβρίου. Για κάποιον λόγο, ο λαϊκισμός («populism») στο άρθρο του Erlanger μεταφράζεται ως «εθνολαϊκισμός».

Πέρα από προφανή ζητήματα εγκυρότητας και δεοντολογίας που αυτή η απόφαση εγείρει (γνωρίζει άραγε ο δημοσιογράφος ότι τα γραπτά του μεταφράζονται στα ελληνικά με τρόπο που ξεφεύγει καίρια από το αρχικό τους νόημα;), αποτελεί επίσης και μια απόδειξη του πόσο η χρήση του όρου «εθνολαϊκισμός» έχει καταστεί κοινός τόπος στην Ελλάδα. Πρόκειται δυστυχώς για μια εξόχως προβληματική τάση, για δύο κυρίως λόγους:

α) Για λόγους εννοιολογικής ακρίβειας. Στην ξένη βιβλιογραφία ο «εθνολαϊκισμός» («ethnopopulism») σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τον λαϊκισμό ο οποίος ορίζει τον «λαό» με εθνοφυλετικά κριτήρια. Παράδειγμα εθνολαϊκισμού είναι ο Εβο Μοράλες στη Βολιβία, όπου ο λαός ταυτίζεται με τους αυτόχθονες πολίτες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ελίτ ευρωπαϊκής καταγωγής. Αν κάποιος θέλει να αναφερθεί στη λαϊκιστική ακροδεξιά στην Ευρώπη, ο όρος «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν πιο δόκιμος. Ακόμα κι έτσι όμως, το άρθρο του Erlanger στα αγγλικά αναφέρεται στον λαϊκισμό χωρίς επίθετο, επομένως η χρήση του όρου «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν και πάλι περιττή.
β) Γιατί στρεβλώνει την πολιτική συζήτηση. Η ταύτιση εθνολαϊκισμού και λαϊκισμού υποδηλώνει ότι ο λαϊκισμός είναι απαραίτητα ένα δεξιό φαινόμενο, εφόσον το πρόθεμα «εθνο» παραπέμπει στον εθνικισμό. Αν όμως ο λαϊκισμός είναι πάντα εθνολαϊκισμός, κανένας λαϊκιστής δεν μπορεί να είναι αριστερός, ή (ανάποδα) αν ένας αριστερός είναι λαϊκιστής παύει να είναι αριστερός.

Προφανώς αυτό το συμπέρασμα δεν έχει βάση ούτε στην επιστημονική συζήτηση ούτε στις πολιτικές εξελίξεις διεθνώς. Η διεθνής βιβλιογραφία συμφωνεί ότι ο λαϊκισμός μπορεί να έχει και δεξιές και αριστερές εκφράσεις. Κανένας σοβαρός ερευνητής δεν ισχυρίζεται ότι ο Κόρμπιν ή ο Μελανσόν δεν είναι αριστεροί επειδή είναι και λαϊκιστές, και κανένας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «ethnopopulism» ή «nationalist populism» για να περιγράψει τον Σάντερς, τον Μελανσόν, ή τον Τσίπρα.

Η εμμονή με τον «εθνολαϊκισμό» σε μια περίοδο διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πόσο έχει διαβρωθεί η αστική διανόηση από το αριστερόστροφο πνεύμα της μεταπολίτευσης. Βασική αρχή της μεταπολιτευτικής ορθότητας ήταν ότι οτιδήποτε ήταν δεξιό (όπως η αξία του έθνους) ήταν αυτομάτως ύποπτο. Πλέον έχουμε φτάσει στο ακόμα χειρότερο σημείο, οτιδήποτε είναι κακό (όπως ο λαϊκισμός) να το θεωρούμε αυτομάτως και δεξιό (μετατρέποντας τον λαϊκισμό σε εθνολαϊκισμό).

Αυταπάται όποιος νομίζει ότι, διατελώντας σε τέτοια ιδεολογική σύγχυση, μπορεί να αντιταχθεί σοβαρά στην ηγεμονία της αριστεράς.

Δρ Αγγελος Χρυσογελος, Διδάσκων Department of European and International Studies, King’s College London, Πρόεδρος Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ)

Posted in Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , , ,

Πρόσωπο ή Άτομο; Μια Συντηρητική Οπτική στο Ζήτημα του Φύλου

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Εκατό χιλιάδες. Τόσοι υπολογίζονται (το πολύ) οι Έλληνες πολίτες με διαταραχή φύλου. Σύμφωνα με κάποιους επιστημονικούς υπολογισμούς, το ποσοστό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τέτοιου τύπου διαταραχές (και, εξ όσων μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από μια πρόχειρη έρευνα, η επιστήμη επιμένει στην χρήση του όρου «διαταραχή» ή «δυσφορία») ανέρχεται περίπου στο 1%. Ο νέος νόμος της κυβέρνησης για την ταυτότητα και αλλαγή φύλου επομένως αφορά δυνητικά έως περίπου 100.000 Έλληνες.

Ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτοί οι 100.000 συμπολίτες μας; Από πολύ μικρή ηλικία, η λειτουργία του μυαλού δεν ευθυγραμμίζεται με την λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Λόγω μιας βιολογικής-σωματικής δυσλειτουργίας, προκύπτουν σημαντικές ψυχολογικές διαταραχές. Ουσιαστικά, γυναίκες και άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε σώματα του αντίθετου φύλου. Το μυαλό και η ψυχή γίνονται έγκλειστοι στην φυλακή του σώματος.

Πόσοι από εμάς άραγε θα είχαν αντίρρηση σε μια ρύθμιση που θα αναγνώριζε το πρόβλημα που ένας μικρός, αλλά όχι ασήμαντος, αριθμός συμπολιτών μας αντιμετωπίζει, που θα παρείχε σε αυτούς τους ανθρώπους την δυνατότητα να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ μυαλού και σώματος και να ζήσουν μια ομαλή ζωή; Η απάντηση είναι εύκολη: Όλοι αυτοί που βλέπουν στον νέο νόμο και στην περιρρέουσα πολεμική όχι την στήριξη μιας κατηγορίας συμπολιτών μας, αλλά το ξεδίπλωμα μιας ατζέντας η οποία οικειοποιείται τις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, προκειμένου από ένα άθροισμα εξαιρέσεων να δημιουργήσει μια νέα εναλλακτική κανονικότητα.

Στον πυρήνα αυτής της ατζέντας βρίσκεται η έννοια του «δικαιώματος», το οποίο μετατρέπει την βιολογική εξαίρεση σε πολιτικό διεκδικούμενο με αξιώσεις γενίκευσης στην βάση της προσωπικής επιλογής. Η έννοια του δικαιώματος υπονοεί διεκδίκηση εκ μέρους του ατόμου έναντι της κοινωνίας, γιατί ένα δικαίωμα δεν υπάρχει γενικώς και αορίστως αλλά «ασκείται», δηλ. κατά κυριολεξία διατυπώνεται ως διεκδίκηση. Η δε ανώτερη αξιακή θέση του δικαιώματος προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό εκπορεύεται από την φύση του ατόμου, δηλ. από το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι-ως-άτομα είναι ίδιοι ως φορείς δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση της ταυτότητας φύλου, η κατανόηση της διαδικασίας αλλαγής με όρους «δικαιώματος» αλλάζει ουσιωδώς το περιεχόμενο της συζήτησης. Από την παραχώρηση ενός καθεστώτος εξαίρεσης στην βάση επιστημονικών δεδομένων και αυστηρών κριτηρίων (π.χ. ψυχολογική γνωμάτευση και ώριμη, ανεπηρέαστη έκφραση βούλησης από τον χρήστη της εξαίρεσης), περνάμε στην άσκηση του γενικευμένου για όλα τα άτομα δικαιώματος «επιλογής» μιας εκ διαφόρων διαθέσιμων «ταυτοτήτων». Από την αποδοχή της διαφορετικότητας στην βάση της αναγνώρισής της ως τέτοια, περνάμε στην αναβάπτιση της διαφορετικότητας σε δυνητική κανονικότητα που αρκεί να διατυπωθεί με όρους δικαιώματος για να επιβληθεί και πρακτικά ως τέτοια.

Η παρουσίαση των αντιδράσεων στον νόμο ως οπισθοδρομικές αντιρρήσεις από γραφικούς και αντιδραστικούς (κάποιες εκ των οποίων όντως ήταν) αποτελεί μια δοκιμασμένη μέθοδο αποφυγής κρίσιμων ερωτημάτων, θεωρητικών και πρακτικών. Οι εκφραστές της δικαιωματιστικής ατζέντας για παράδειγμα δεν εξηγούν την εσωτερική αντίφαση της ταυτόχρονης επίκλησης της επιστήμης και της βιολογίας από την μια μεριά, και της επιλογής και του δικαιώματος από την άλλη.

Υποστηρίζουν ότι το φύλο, όπως και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα της βιολογίας του κάθε ανθρωπίνου σώματος. Από την άλλη όμως, μιλούν για «κοινωνικές ταυτότητες» οι οποίες πρέπει να αναγνωρίζονται άμα τη επικλήσει τους. Αν όμως τα πάντα είναι υποκειμενική «ταυτότητα» και ατομική επιλογή, τότε ποια αξία έχει το βιολογικό-επιστημονικό επιχείρημα; Εφόσον το φύλο είναι ατομική, ταυτοτική, ιδεολογικοπολιτική επιλογή, οι όποιες αντιρρήσεις στον τρόπο κατανόησής του προφανώς δεν μπορούν να απορρίπτονται περιπαικτικά ως «αντιεπιστημονικές» και «σκοταδιστικές».

Οι υποστηρικτές των νέων αιτημάτων πρέπει να διαλέξουν: Ή ομιλούν εξ ονόματος συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά οι οποίοι δικαιούνται ξεχωριστής μεταχείρισης στην βάση αξιών δικαιοσύνης και αλληλεγγύης και των επιστημονικών πορισμάτων. Ή εκφράζουν πολιτικές και αξιακές διεκδικήσεις στην βάση της ρευστότητας της ατομικής ταυτότητας, κάτι που σημαίνει όμως ότι κάποιοι άλλοι (συχνά πολύ περισσότεροι) κάλλιστα μπορεί να έχουν τις ακριβώς αντίθετες, αλλά εξ ίσου βάσιμες, απόψεις στην βάση της δικής τους αυτοσυνειδησίας.

Εξ άλλου, το παιχνίδι του «δικαιώματος» μπορούν να το παίξουν και άλλοι. Ποιος προστατεύει π.χ. το «δικαίωμα» ενός παιδιού να ζει με γονείς διαφορετικού φύλου; Ποιος προστατεύει το «δικαίωμα» στην ψυχική ηρεμία ανθρώπων που νιώθουν άνετα στο φύλο τους, αλλά βομβαρδίζονται καθημερινά με την προτροπή να εξερευνήσουν την «ρευστότητα» των «έμφυλων» ταυτοτήτων; Δεν υπάρχουν τομείς άλλωστε όπου στην αντιπαράθεση μεταξύ του δικαιώματος επιλογής των λίγων και του δικαιώματος προστασίας των πολλών οι νόμοι έχουν πάρει το μέρος των τελευταίων (π.χ. κάπνισμα); Από πού προκύπτει ότι σε ζητήματα φύλου, οικογένειας και σεξουαλικότητας το δικαιωματιστικό επιχείρημα εξ ορισμού αφορά τους λίγους και όχι τους πολλούς;

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της αλλαγής φύλου, είναι ειρωνικό επίσης ότι πολλοί εκφραστές αυτής της ατζέντας διακηρύσσουν το μεγαλείο και την γοητεία του «διαφορετικού» και της «ρευστότητας», την στιγμή που το αίτημα αυτών των ανθρώπων είναι η ευθυγράμμιση της βιολογικής με την ψυχολογική και κοινωνική τους πραγματικότητα, δηλ. η απόκτηση επιτέλους μιας μονοδιάστατης κανονικότητας ανάλογης με αυτήν που η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απολαμβάνει. Στον πυρήνα του το αίτημα αφορά το ξεπέρασμα μιας διαταραχής, όχι την αναβάπτισή της σε «ταυτότητα» και «δικαίωμα» με αποτέλεσμα την γενίκευσή της.

Η διαφορά μεταξύ συντηρητικών και (σοσιαλ)φιλελευθέρων είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά στην οπτική του ανθρώπου ως προσώπου ή ατόμου. Στην μια περίπτωση έχουμε ένα σύνολο εξατομικευμένων αλλά ίδιων μονάδων, όπου οι συνεχώς αναδυόμενες επιμέρους ατζέντες διατυπωμένες στην γλώσσα του δικαιώματος μετατρέπονται σε κανόνα και υποχρέωση για όλους. Στην άλλη περίπτωση έχουμε μια ένωση ιδιοπροσωπιών, η οποία αναγνωρίζει την μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Εκεί όπου οι (σοσιαλ)φιλελεύθεροι βλέπουν φορείς δικαιωμάτων των οποίων η «ταυτότητα» καθορίζεται από την τυχόν ιδιαιτερότητά τους (φύλου, σεξουαλική, εθνοτική κ.λπ.), οι συντηρητικοί βλέπουν συνανθρώπους που πέραν των όποιων βιολογικών χαρακτηριστικών τους φέρουν επίσης και πολλές άλλες ιδιότητες που ορίζονται από την συμμετοχή σε ένα ευρύτερο σύνολο: το μέλος του έθνους των Ελλήνων, ο πιστός της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ο.κ.

Μια συντηρητική πολιτική πρόταση λοιπόν θα μπορούσε να αποδεχτεί στο ζήτημα του φύλου την ανάγκη ρύθμισης και διευκόλυνσης της ζωής συνανθρώπων μας στην βάση επιστημονικών ευρημάτων, με αναλογικό και ισορροπημένο τρόπο. Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι ένας άνθρωπος, κατόπιν σοβαρής σκέψης και με σεβασμό στην πολυπλοκότητα του ανθρωπίνου σώματος και των κοινωνικών σχέσεων, θα μπορούσε να επανακαθορίσει μέρος της (βιολογικής και ψυχικής) ιδιοπροσωπίας του. Αυτό όμως δεν αποτελεί προϋπάρχον δικαίωμα που ενεργοποιείται, γίνεται αποδεκτό και τελικά γενικεύεται, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης που η κοινωνία παραχωρεί σε συγκεκριμένες ομάδες με σκοπό την ανανέωση της ενότητας και συνοχής της.

Φυσικά όμως η παραχώρηση αυτού του καθεστώτος εξαίρεσης περιορίζεται από πολύ συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» οι οποίες χαράσσονται εκεί όπου ο σεβασμός και η αλληλεγγύη προς την εξαίρεση και το πρόσωπο του συνανθρώπου επιδιώκεται να επαναδιατυπωθεί ως νέα κανονικότητα, αυτομάτως ικανοποιηθείσα απαίτηση, δικαίωμα επιλογής χωρίς προσεκτική εξέταση των συνεπειών, προθάλαμος απαξίωσης βασικών εκφάνσεων του ανθρωπίνου προσώπου προς όφελος «ρευστών» και «υβριδικών» ταυτοτήτων. Το περιεχόμενο και η αξιακή πλαισίωση του νέου νόμου για το φύλο σαφέστατα ξεπερνούν αυτές τις κόκκινες γραμμές και τις λογικές ανάγκες κάποιων χιλιάδων συμπολιτών μας με διαταραχή φύλου.

Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι πρόεδρος του ΙΝΣΠΟΛ.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , ,

Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο

πανεπιστήμιο

του Πάρη Μπίνου

Η ελευθερία είναι ένας από τους βασικούς σκοπούς μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ελευθερία στην επιλογή και ευκαιρίες για τους νέους. Το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης διέπεται σήμερα από τις παραπάνω κατευθύνσεις ή «τα τούβλα» της ιδεολογικής προκατάληψης χτίζουν τοίχους άρνησης της πραγματικότητας? Μήπως αυτό το κυρίαρχο ακόμα και σήμερα, «σιδηρούν παραπέτασμα» της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, μαζί με τους εκφραστές του, βυθίζει στο σκοτάδι και το ελληνικό πανεπιστήμιο?

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα τα κατάφερε και πάλι. Είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που αρνείται την πραγματικότητα, περιχαρακωμένη πίσω από τον τοίχο της ιδεολογικής προκατάληψης. Το «ηθικό πλεονέκτημα» των οικοδόμων της οπισθοδρόμησης, έχει μετατραπεί σε ένα βαθιά συντηρητικό και αντιμεταρρυθμιστικό «ιδεολογικό μειονέκτημα», που συμπαρασύρει το παρόν και το μέλλον της νέας γενιάς. Ακούγεται συχνά από τους «οικοδόμους της οπισθοδρόμησης», το επιχείρημα ότι στην ουσία δεν υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στο κόσμο. Όμως, άλλο η μη-επιτυχία και άλλο η ανυπαρξία. Ενδεικτικά, μόνο σε χώρες της Δ. Ευρώπης λειτουργούν περί τα 140 ιδιωτικά πανεπιστήμια (πηγή hca.gr), ενώ ακόμα και ο οργανισμός CEPES της UNESCO έχει αναλάβει την επέκταση της έρευνας για την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ακόμα και οι παλαιοί θιασώτες των σοσιαλιστικών συστημάτων στην Αν. Ευρώπη, σήμερα ασπάζονται την σημασία της ύπαρξης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Η εποχή που μια θέση θεωρούνταν εκ προοιμίου προοδευτική όταν απλά και μόνο εκφέρονταν από συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους τελείωσε. Σήμερα, ο πολίτης που υπερ-φορολογείται θέλει να κρίνει συγκεκριμένες θέσεις αντί ιδεολογημάτων, προτάσεις επί συγκεκριμένων προβλημάτων και κυρίως η εφαρμογή της πολιτικής στη καθημερινότητα είναι που χαρακτηρίζει το τί είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό. Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση, την οποία αρνούνται να αντικρίσουν οι «οικοδόμοι της οπισθοδρόμησης»? Γιατί χτίζουν γραφεία καθηγητών, πρυτάνεων και μειοψηφίες απολαμβάνουν μιας ιδιότυπης κρατικής ανοχής στις παρανομίες του κοινού ποινικού δικαίου στις οποίες αρέσκονται να επιδίδονται εντός των ελληνικών ιδρυμάτων? Γιατί καλλιεργείται ένα κλίμα φόβου στο ελληνικό πανεπιστήμιο?

Η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι αρνούνται τη κατάργηση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, διότι αυτό θα είναι άλλη μια παραδοχή της ιδεολογικής τους πτώχευσης. Μια πτώχευση που διέπει όλο το φάσμα της καθημερινότητας και απλά θα επιβεβαιωθεί και μέσα στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Τα τείχη που υψώνουν ακόμα και σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν δουν όλοι ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Γυμνός από ιδεολογικά επιχειρήματα, γυμνός και οπισθοδρομικός, ένας κανονικός δικτατορίσκος που κρατά όμηρο το ελληνικό πανεπιστήμιο και μαζί την ελληνική νεολαία που διωκόμενη στη πατρίδα της θριαμβεύει στο εξωτερικό.

Πλέον των 35.000 Ελλήνων βρίσκονται για σπουδές εκτός Ελλάδος, χωρίς να συνυπολογίσουμε όσους πληρώνουν προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε ιδρύματα του εξωτερικού, μιας και στην Ελλάδα ποινικοποιούνται κάθε είδους δίδακτρα. Αρνούνται το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ενώ την ίδια ώρα αναγνωρίζουν, μετά από επιβολή προστίμων της ΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων κολεγίων. Γνωρίζουν πως με απόφαση του ΣτΕ 2287/2001 και με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος, επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών ανώτερων σχολών με απόφαση του Υπ. Παιδείας. Άλλωστε, με το ΠΔ 38/2010 και τους Ν. 3696/2008, Ν. 3919/2011, Ν. 3328/2005, Ν. 3845/2010, την απόφαση του ΣτΕ 853/2010 η Ελλάδα αναγνωρίζει τα Κολέγια που λειτουργούν σε συνεργασία με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έστω και μόνο σε επίπεδο αναγνώρισης επαγγελματικών και όχι ακαδημαϊκών δικαιωμάτων.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερή η υποκρισία της εφαρμοζόμενης πολιτικής και το μέγεθος του πολιτικού τσαρλατανισμού των «οικοδόμων της οπισθοδρόμησης». Έφτιαξαν μια πραγματικότητα χωρίς ίχνος λογικής. Αναγνωρίζουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μέσω ΔΟΑΤΑΠ, των αποφοίτων ξένων ιδρυμάτων, ενώ απαγορεύουν εντός χώρας την λειτουργία τους. Έτσι, απόφοιτος των κολεγίων μπορεί να λάβει εκτός Ελλάδος ακόμα και διδακτορικό τίτλο από το Harvard ή να γίνει καθηγητής του Yale, αλλά στην Ελλάδα να θεωρείται απόφοιτος λυκείου…Αυτή τη πραγματικότητα έχει αντιληφθεί ο μέσος πολίτης. Σε έρευνα της εταιρείας «διαΝΕΟσις» (Φεβρουάριος 2016), η πλειονότητα των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων σε ποσοστό που αγγίζει το 60%. Τα αποτελέσματα φανερώνουν πως η κοινωνία έχει αντιληφθεί πια το μέγεθος του λαϊκισμού των αρνητών της προόδου.

Είναι οι ίδιοι που αρνούνται την αυτονομία των πανεπιστημίων, αρνούνται την στροφή των ιδρυμάτων προς αναζήτηση νέων πηγών εσόδων. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για τα έτη 2011-2015, ο επιχειρηματικός τομέας αναδεικνύεται 2η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα με το εξαιρετικό ποσό των 534 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, οι πηγές της ΕΕ έρχονται μόλις στην 3η θέση. Τα στοιχεία μιλούν. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και υπεράνω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Γιατί να μην στηριχθεί το ελληνικό πανεπιστήμιο στον υπάρχοντα επιχειρηματικό τομέα, λαμβάνοντας στήριξη για την εξαιρετικά υψηλού επιπέδου έρευνα που μπορεί να παράγει βασιζόμενο στο εξαιρετικό δυναμικό του?

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Κολεγίων περί τα 6 εκατ. ευρώ υπολογίζεται η δαπάνη για ίδρυση και λειτουργία ενός μικρού ιδιωτικού ανώτατου ιδρύματος, το οποίο θα δώσει επιπλέον επιλογές στον Έλληνα νέο και θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας στο ερευνητικό προσωπικό της χώρας. Πολλοί φορείς και του εξωτερικού και του εσωτερικού, μπορούν να αναλάβουν μια τέτοια προσπάθεια με το κόστος αυτό. Το σίγουρο είναι όμως, ότι κανένας σοβαρός φορέας δεν θα δώσει χρήματα στο ελληνικό ΑΕΙ των καταλήψεων, της αναξιοκρατίας, της αδιαφάνειας, της οικογενειοκρατίας και της οικοδόμησης τοίχων που απομονώνουν και περιχαρακώνουν τα ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα και τις ιδεολογίες της οπισθοδρόμησης. Στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο έρμαιο των «τούβλων» της περιχαράκωσης και της ιδεοληψίας. Η συνταγματική απαγόρευση, απομεινάρι της χουντικής περιόδου είναι καιρός να κατεδαφιστεί. Ένα εκσυγχρονισμένοκαι ανταγωνιστικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τα πολύ λίγα πιθανά ιδιωτικά πανεπιστήμια, αντιθέτως έχει να κερδίσει. Πρώτα και κυρίως για λόγους επιλογής, για λόγους ελευθερίας, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να γίνει πλέον πραγματικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί τη κατάλληλη στιγμή, για να σπάσουν οι τοίχοι της οπισθοδρόμησης στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ο Πάρης Μπίνος, MA MS PhD, είναι Διδάκτορας Τμήματος Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής, Παν. Μακεδονίας & Διδάσκων ιδιωτικού πανεπιστημίου εξωτερικού.

Πρώτη ανάρτηση, Liberal.gr, http://www.liberal.gr/arthro/156260/apopsi/arthra/akoma-ena-toublo-ston-toicho.html

 

Posted in Πάρης Μπίνος | Tagged , , , , , ,

Αναζητώντας ένα αφήγημα εθνογένεσης

images 22-8-2017

του Δρ. Κωνσταντίνου Σαμπάνη

Η απήχηση και η επακόλουθη έντονη συζήτηση σε διάφορα διαδικτυακά fora η οποία προκλήθηκε από το δημοσιευθέν στο Nature άρθρο σχετικά με την γενετική συσχέτιση μεταξύ Μυκηναίων και Μινωιτών και την πληθυσμιακή συνέχεια του ελληνικού χώρου κατέδειξε ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον μέρους της ελληνικής κοινωνίας για τα περί των ιστορικών καταβολών της, ενδιαφέρον ζωηρό και ειλικρινές μεν, εντούτοις ενίοτε επιστημονικά ανερμάτιστο και ως εκ τούτου ανήκον στην σφαίρα της παρα- και ψευδοεπιστήμης η οποία άλλωστε εμφανίζει μια ιδιαίτερη άνθιση τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μέσω “εθνικόφρονων” ή νεοπαγανιστικών εκδόσεων. Περιττό να ειπωθεί ότι η επιστημονική εγκυρότητα αυτών των εκδόσεων είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Αντιθέτα, το εν λόγω άρθρο στο Nature αποτελεί, προφανώς, μια επιστημονικά έγκυρη δημοσίευση και όπως συμβαίνει πάντα με τα πορίσματα μιας επιστημονικής έρευνας αυτά (πρέπει να) λαμβάνονται μεν σοβαρά υπ’ όψιν αλλά υπόκεινται στην ανάλογη κριτική για να επαληθευτούν, να απορριφθούν ή να εξελιχθούν. Δηλαδή, δεν πρόκειται ούτε για κάτι που μπορούμε να αγνοήσουμε, ούτε να θεωρήσουμε θέσφατο και τελικό συμπέρασμα. Ήδη άλλωστε υπήρξαν κριτικές ότι το πληθυσμιακό δείγμα είναι αρκετά μικρό για να έχουμε ασφαλή τελικά συμπεράσματα, επομένως οφείλουμε να αναμένουμε περαιτέρω ανάλογες έρευνες.

Ασφαλώς η επιστήμη διαφέρει από τα αφηγήματα τα οποία εξιστορούν την εμφάνιση και την πορεία ενός λαού και τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται στην σφαίρα της μυθολογίας και αναφέρονται σε χρόνους μη-ιστορικούς, δηλαδή μη καταγεγραμμένους σε γραπτά κείμενα. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους, οι εθνογενετικοί μύθοι είναι αυτό ακριβώς που προδίδει η ονομασία τους, δηλαδή μυθολογία, ένα διήγημα το οποίο εξελίσσεται σε ενοποιητικό αφήγημα το οποίο συντελεί στην εδραίωση του εθνικού συνανήκειν. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτών των αφηγημάτων σημαίνει ότι αυτά συχνά κείνται πέραν της όποιας ιστορικής αληθείας (ασχετώς του αν μεταφορικά απηχούν κάποια γεγονότα), εξ ου και η σύνδεση με το θείο (π.χ. ο εβραϊκός Γιαχβέ) ή με ένα μυθικό ον όπως είναι η μορφή της τροφοδότριας λύκαινας στην ρωμαϊκή ή την τουρκική μυθολογία.

Η ελληνική παράδοση υπήρξε περισσότερο πλουραλιστική με αποτέλεσμα  την απουσία ενός ισχυρού συμβολικού ενοποιητικού αφηγήματος. Τέτοια αφηγήματα μπορεί να υπήρχαν στην γενεολογία των διαφόρων ελληνικών φύλων ή πιο συλλογικά τα ομηρικά έπη να είχαν μια παρόμοια λειτουργία, ενώ στην ελληνορθόδοξη παράδοση υπάρχουν ανάλογα μοτίβα (η Υπέρμαχος Στρατηγός, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κτλ.). Απουσιάζει ωστόσο ένα ισχυρό κεντρικό αφήγημα.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους, κατά την γνώμη μου, για τους οποίους η (νεο)ελληνική κοινή γνώμη στρέφεται σε επιστημονικές και παραεπιστημονικές θεωρίες. Ο άλλος είναι η αρχαιολατρεία / αρχαιοπληξία και η απόλυτη προτεραιότητα η οποία δίνεται στην αρχαιότητα έναντι άλλων περιόδων της ελληνικής ιστορίας. Σε συνδυασμό,αυτά τα αίτια έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εμμονική θεώρηση σχετικά με τις απαρχές του ελληνικού έθνους όπου έμφαση δίνεται στην αυτοχθονία, την γενετική συνοχή (κοινώς την φυλετική καθαρότητα) και την παλαιότητα του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Η διατύπωση, για παράδειγμα, ότι η ελληνική είναι η αρχαιότερη γλώσσα της υφηλίου δεν ακούγεται ως παράλογη πεποίθηση στα αυτιά πολλών συμπατριωτών μας.

Η έρευνα του Nature λοιπόν κολακεύει τα ώτα μας και αυτό δεν είναι αναγκαστικά κάτι κακό. Τουναντίον, εάν όντως στοιχειοθετείται και βιολογικά η συνέχεια του ελληνικού πληθυσμού από την αρχαιότητα, θεωρίες τύπου Falmerayer και η γενικότερη δυτικότροφη εντύπωση περί “άριου” αρχαίου πολιτισμού καθώς και η διαρκώς αμφισβητούμενη (και από Έλληνες διανοητές) συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να αντικρουστούν επιστημονικά, δίνοντας μια ιστορική αυτοπεποίθηση στον Νεοέλληνα του οποίου η (καλώς ή κακώς ούτως) διαμορφωθείσα ταυτότητα τίθεται υπό αίρεσιν.

Το προβληματικό στοιχείο στην πρόσληψη τέτοιων ερευνών προκύπτει όταν τα πορίσματά της ξεχειλώνουν για να χωρέσουν σε ένα εθνικό αφήγημα που θέλει να θεωρείται επιστημονικά εδρασμένο αλλά εν τέλει τείνει προς την μυθολογία ή έστω την αυθαιρεσία και την υπερβολή. Τέτοια είναι η περίπτωση της όλης παραφιλολογίας περί “Πελασγών”, ενός εθνολογικού όρου ασαφούς ήδη από την αρχαιότητα για τους οποίους όμως έχουν γραφεί βιβλία με αναγνωσιμότητα υψηλότερη έγκυρων ακαδημαϊκών εκδόσεων, φαινόμενο στο οποίο σε έναν βαθμό έχω αναφερθεί σε αυτήν την ανακοίνωση.

Το ερώτημα λοιπόν που μας απασχολεί και για το οποίο επιθυμούμε ως εθνική κοινωνία να δώσουμε μια απάντηση που, παράλληλα με την ενασχόληση με το “υπαρξιακό” ζήτημα της εθνογένεσης, θα τονώνει τα αισθήματά μας είναι το “πόθεν και πότε οι Έλληνες” (έκφραση δανεισμένη από τον τίτλο του εξαιρετικού, παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις,έργου του αρχαιολόγου Θ. Γιαννόπουλου), δηλ. ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων και οι απαρχές της ιστορίας μας.

Στην σύντομη αυτή ανάρτηση δεν σκοπεύουμε (και δεν δυνάμεθα) να παραθέσουμε τις σχετικές επιστημονικές (ιστορικές, αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και βιολογικές) θεωρίες που σχετίζονται με την προέλευση των Ελλήνων και την δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού έθνους. Δεδομένο είναι όμως, ότι αναφερόμενοι σε “Έλληνες” πρέπει να ορίσουμε τι αντιλαμβανόμαστε με το εθνώνυμο που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Ήδη από την αρχαιότητα γίνονται αναφορές στην διαφορετική καταγωγή Ιώνων και Δωριέων, όπου οι πρώτοι θεωρούνται εξελληνισθέντες Πελασγοί και οι δεύτεροι οι “κατεξοχήν” Έλληνες[1] ενώ και η ελληνική γενεολογία φαίνεται να έχει ετερογενείς καταβολές (όπως διαπιστώνει για παράδειγμα η Finkelberg).

Αυτός οπροβληματισμός περί του τι ορίζουμε ως “ελληνικό”είναι έκδηλος στο ζήτημα της γλώσσας. Στις περιπτώσεις ετυμολόγησης, οι γλωσσολόγοι ονομάζουν“ελληνικές” τις λέξεις που είναι Ινδο-ευρωπαϊκής προέλευσης και ανήκουν σε έναν κοινό κλάδο (στην Πρωτοελληνική από την οποία προέκυψαν μεαγενέστερα οι διάφορες διάλεκτοι) και “προ-ελληνικές” τις λέξεις που δεν ανήκουν σε αυτόν τον κλάδο, αλλά στο γλωσσικό υπόστρωμα που προϋπήρχε, κατά την κυρίαρχη εκδοχή, του ερχομού των “Άριων” Ελλήνων. Είναι δύσκολο να πούμε εάν αυτό το υπόστρωμα αποτελείτο από μία ή περισσότερες γλώσσες Ινδο-ευρωπαϊκές ή μη. Ενδεχομένως η εικόνα να ήταν περίπλοκη και να είχαμε ένα γλωσσολογικό και πολιτιστικό μωσαϊκό όπου πολλαπλές ζυμώσεις και αλληλοεπιδράσεις ελάμβαναν χώρα, δεδομένης και της γεωγραφικής δομής του Αρχιπελάγους. Γεγονός είναι σε κάθε περίπτωση ότι λέξεις και τοπωνύμια με τα επιθήματα -σσ- / -ττ- και -νθ- (π.χ. κυπάρισσος, Λυκαβηττός, Κόρινθος, λαβύρινθος, Παρνασσός) ανήκουν σε αυτό το “προελληνικό” υπόστρωμα και επομένως η παρουσία τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι πρίν της ελεύσεως των Ελλήνων ο ελληνικός χώρος εκατοικείτο από έναν λαό ή και περισσότερους λαούς διαφορετικής καταγωγής.

Αν και είναι δόκιμο να κάνουμε την διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Προ-Ελλήνων γλωσσολογικά και πολιτιστικά, είναι ωστόσο εύλογο να ονομάζουμε μια ελληνικότατη λέξη όπως είναι η ‘θάλασσα’ (η οποία δεν έχει ΙΕ ετυμολόγηση) “προελληνική” δηλαδή μη-ελληνική; Και εδώ διαφαίνεται ο προβληματισμός περί του τι θεωρούμε ελληνικό. Η εμφάνιση και η διαμόρφωση της ελληνικότητας δεν μπορεί να ειδωθεί παρά ως η διαδικασία όπου εντός ενός ιστορικού και γεωγραφικού πλαισίου επιτελέστηκε η ελληνική εθνογένεση ως σύζευξη λαών, πολιτισμών, γλωσσών και παραδόσεων που συνυπήρξαν, ειρηνικά ή βίαια, στον χώρο του Αιγαίου.

Πέρα λοιπόν από τις διάφορες, ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους, επιστημονικές θεωρήσεις περί της καταγωγής και προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού, αυτό που χρειάζεται ένα αφήγημα εθνογένεσης είναι να εμπνέει έναν λαό. Η ελληνική περίπτωση, ιδιάζουσα λόγω του χρονικού βάθους και των ποικίλων διαδρομών της ιστορίας μας, μπορεί και οφείλει να συνδεθεί με την διαδρομή όσων έζησαν και μοιράστηκαν κοινή μοίρα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ώστε η ελληνική εθνογένεση να αποκοπεί από εμμονικούς μαξιμαλισμούς απόλυτης καθαρότητας, αυτοχθονίας και χρονολογικής υπερβολής και να λάβει τις διαστάσεις τις οποίες όντως έχει. Εάν απαλλαγούμε από αυτήν την ημιμάθεια, η ίδια η ιστορία θα μας οδηγήσει στην δημιουργία ενός αφηγήματος αιγαιακής και μεσογειακής υπερηφάνειας η οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για την κατανόηση της ιστορίας αλλά και για την ορθή αντιμετώπιση σύγχρονων διλημμάτων και γεωστρατηγικών προκλήσεων.

Dr. Phil. Κωνσταντίνος Σαμπάνης, γλωσσολόγος, απόφοιτος του Salzburg Universität, μεταδιδακτορικός ερευνητής του  Πανεπιστημίου Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών.

[1] Το γνωστό απόσπασμα στον Ηρόδοτο (1.56): «ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα»

 

Posted in Κωνσταντίνος Σαμπάνης | Tagged , , , , , , , , , , ,

Σκέψεις περί σημαιοφόρων

σημαιοφόρος

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου 

Αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης ( Προεδρικό Διάταγμα 79/2017) να ορίζονται οι μαθητές της ΣΤ΄ Δημοτικού σημαιοφόροι, παραστάτες και οι υπεύθυνοι κατάθεσης στεφάνων στις εθνικές εορτές με κλήρωση ανεξάρτητα από τη βαθμολογία του κάθε μαθητή. Ορίζονται – μέσω κλήρωσης – δύο σημαιοφόροι, ο ένας μέχρι την 31η Ιανουαρίου και ο δεύτερος από την επόμενη 1η Φεβρουαρίου μέχρι το τέλος του διδακτικού  έτους.  Σε περίπτωση δύο τμημάτων ΣΤ΄ Δημοτικού, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας καθορίζεται ο τρόπος επιλογής των μαθητών.

Μέχρι σήμερα οι δύο σημαιοφόροι, ένας για το διάστημα μέχρι την 31 Ιανουαρίου και ο έτερος από την επομένη έως το τέλος της σχολικής χρονιάς, ορίζονταν με βάση τον γενικό μέσο όρο τους στο προηγούμενο σχολικό έτος. Σε περίπτωση ισοβαθμίας γινόταν κλήρωση. Παράλληλα, οι δέκα παραστάτες, πέντε για την πρώτη περίοδο και πέντε για τη δεύτερη περίοδο, επιλέγονταν, όπως και οι δύο σημαιοφόροι, βάσει βαθμολογίας.

Από τη στιγμή κατά την οποία οι μαθητές, κατά τη διάρκεια της παρέλασης, φέρουν τη σημαία και όχι ο δάσκαλος ή ο διευθυντής/διευθύντρια του σχολείου, πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο βάσει του οποίου θα καθορίζεται ο σημαιοφόρος. Υπέρ της κλήρωσης συνηγορεί το επιχείρημα ότι εφ’ όσον πρόκειται για εθνική εορτή, τότε όλοι οι μαθητές, ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη του έθνους, έχουν το ίδιο δικαίωμα να φέρουν τη σημαία και άρα για να κατοχυρωθεί το ίσο αυτό δικαίωμα πρέπει να προκριθεί η λύση της κλήρωσης. Όλοι οι μαθητές, ανεξαιρέτως, τιμούν τους νεκρούς και του αγώνες του Έθνους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Συνεπώς, όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν τις ίδιες πιθανότητες να φέρουν τη σημαία. Βάσει αυτής της λογικής αρκεί  ο μαθητής να ανήκει  στο ελληνικό έθνος για να κατοχυρώσει το δικαίωμα του να γίνει σημαιοφόρος. Αποδοχή του παραπάνω επιχειρήματος, φυσικά, ως του αποκλειστικού κριτηρίου συνεπάγεται  τον αποκλεισμό αλλοδαπών μαθητών από τη διαδικασία επιλογής. Από την άλλη πλευρά, η ισότιμη συμμετοχή όλων των μαθητών στην εθνική εορτή μπορεί να εξασφαλιστεί χωρίς να δίνεται σε όλους το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Όλοι συμμετέχουν στην παρέλαση και στις εκδηλώσεις στο σχολείο. Το να φέρει, όμως, κάποιος/α μαθητής/τρια τη σημαία είναι κάτι παραπάνω από τη συμμετοχή στις εορταστικές εκδηλώσεις και για αυτό θα πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο, η βαθμολογία, κριτήριο υποκειμενικό αλλά σαφώς πιο αντικειμενικό από τη διαγωγή, γενικά και αόριστα, του εκάστοτε μαθητή. Σαφώς η ηθική επιβράβευση για ένα καλό μαθητή δεν περιορίζεται μόνο στο να φέρει τη σημαία στην παρέλαση. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί και άλλες ανταμοιβές, φερ’ ειπείν βιβλία. Δεν παύει, όμως, να συνιστά την πλέον τιμητική γιατί γίνεται ορατή και εκτός σχολείου, δεν περιορίζεται μόνο στο σχολείο. Ο σημαιοφόρος παρελαύνει φέροντας τη σημαία στο κέντρο της πόλης έτσι ώστε όλοι, φυσικά και οι υπερήφανοι συγγενείς του εκάστοτε μαθητή, τον/την βλέπουν. Μεγαλύτερη επιβράβευση από αυτό δεν υπάρχει για ένα μαθητή.

Παράλληλα, μπορεί να υπάρχουν αυτοί που  δεν επιθυμούν η σημαία να είναι δώρο κλήρωσης αλλά ούτε και βραβείο για μια μαθητική επίδοση. Αλλά τότε πως οι μαθητές, άνευ σημαίας,  θα τιμούν τους προγόνους και τους αγώνες του Έθνους; Με κάθε σχολείο να έχει τη δική του ξεχωριστή σημαία; Δεν αρκεί. Χρειάζεται η εθνική σημαία.

Εδώ μπορούν να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Το πρόβλημα, φυσικά, που γεννάται είναι κατά πόσο η βαθμολογία  αντικατοπτρίζει πιστά την επίδοση κάθε μαθητή στην τάξη ή εξισωτικές νοοτροπίες της ήσσονος προσπάθειας έχουν καταστεί νόμος με αποτέλεσμα η αριστεία πλέον να είναι ο κανόνας και αυτό όχι για λόγους ανόδου του επιπέδου γνώσεων των μαθητών… Παράλληλα, κατά πόσο το αίτημα για αριστεία  συνιστά διαιώνιση της υπάρχουσας κατάστασης οικονομικών ανισοτήτων, όπου οικογένειες με μεγαλύτερο εισόδημα μπορούν να προσφέρουν σημαντική βοήθεια στα παιδιά τους σε σχέση με οικογένειες που δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα,  ή εμπεριέχει μέσα του και την προοπτική ώστε η διαφορά στο εισόδημα να μην αποτελεί παράγοντα, καθοριστικό τουλάχιστον, στην εξέλιξη του κάθε μαθητή; Είναι εύκολο κάποιοι να μιλάνε, γενικά και αόριστα, για αριστεία ωσάν αυτή να μην έχει εξασφαλιστεί, σε αρκετές περιπτώσεις τουλάχιστον, χάρη στην οικονομική επιφάνεια των οικογενειών τους.

Από την άλλη, προκαλεί δυσπιστία το επιχείρημα, εκ μέρους κυβερνητικών κύκλων, υπέρ της κλήρωσης σύμφωνα με το οποίο οι μαθητές εξισώνονται ώστε όλοι να έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία. Η παρούσα κυβέρνηση δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες για τα εθνικά σύμβολα. Η ακολουθούμενη προσέγγιση στα σχολικά βιβλία ιστορίας το πιστοποιεί. Παράλληλα, η μη συμμετοχή πλέον των σημαιοφόρων (άρα και της σημαίας)  και των παραστατών  στις επίσημες δοξολογίες εθνικών επετείων στους Ιερούς Ναούς μπορεί να κατανοηθεί, χωρίς υπερβολή, ως ένα πρώτο, μικρό βήμα  απομάκρυνσης   εθνικών συμβόλων και Εκκλησίας. Προάγγελος, ίσως, για αυτά που θα ακολουθήσουν.

Ίσως να υπάρχει εξίσωση αλλά υπό άλλη έννοια. Εξίσωση μέσω της εξομοίωσης της μετριότητας συνέπεια της έλλειψης κινήτρου, της επιβράβευσης, είτε υλικής, είτε ηθικής όπως η σημαία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το υπάρχον σύστημα διδασκαλίας και βαθμολόγησης δεν έχει προβλήματα και ότι δεν πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε οι δάσκαλοι να βγάζουν τον καλύτερο εαυτό των παιδιών, σε επίπεδο γνώσης και συμπεριφοράς, μακριά από μια επιφανειακή βαθμοθηρία αλλά, παράλληλα, να τους ενσταλάζουν την θέληση για συνεχή βελτίωση για το καλό των ίδιων των μαθητών, της κοινωνίας  και της πατρίδα μας. Αλλά όσο ο κόπος, η προσπάθεια, η θέληση για διάκριση έρχονται αντιμέτωπα με φονταμενταλιστικές νοοτροπίες ισοπέδωσης κάθε αξίας προς εμπέδωση μιας διεστραμμένης έννοιας της ισότητας τότε η ημέρα που θα έχουμε σχολεία με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά θα αργήσει να έρθει.

Τέλος, ένα σχόλιο αναφορικά με μια άλλη διάταξη στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα 79. Σύμφωνα με το άρθρο 3.2γ  του συγκεκριμένου Προεδρικού Διατάγματος  (αριθμός φύλλου 109, τεύχος πρώτο, 1-8-2017, σελ. 1838) ως εορταστική εκδήλωση που συμμετέχουν νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία αναφέρεται η 17η Νοεμβρίου «… για την επέτειο του Πολυτεχνείου, τον αντιδικτατορικό αγώνα και την Εθνική Αντίσταση». Η τελευταία, όμως, χρονικά και ιστορικά, ανήκει στην 28η Οκτωβρίου και στον Β΄ΠΠ. Με ποιο κριτήριο, άλλο από το ιδεολογικό,  η Εθνική Αντίσταση (όλες οι αντιστασιακές ομάδες, μεγάλες και μικρές) αφαιρείται από το ιστορικό πλαίσιο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τοποθετείται πλάι στον αντιδικτατορικό αγώνα και το Πολυτεχνείο; Θα μπορούσε η Εθνική Αντίσταση να μνημονεύεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της 28ης Οκτωβρίου και να προσθέσει ο νομοθέτης, στην επέτειο της 17ης Νοεμβρίου,  εκτός του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα, και την περίοδο 1949-1967 ως περίοδο ελλειμματικής δημοκρατίας (σαφώς προτιμότερης, πάντως, από τη σταλινική λαϊκή δημοκρατία υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη) η οποία και οδήγησε στην επιβολή στρατιωτικού καθεστώτος και να συνδεθεί με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, Κύπρος η οποία και κατέβαλλε το μέγιστο των τιμημάτων για την δημιουργία δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα. Συνιστά αυθαιρεσία να μετατοπίζεται η χρονική σειρά ιστορικών γεγονότων λόγω ιδεολογικής νομιμοφροσύνης.

ΥΓ: Είμαι υπόχρεος στην Α.Π. για τις οξυδερκείς και εύστοχες παρατηρήσεις της.

 

 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Ιωάννης Σ. Λάμπρου | Tagged , , , , , , , , , , , ,

Fake news και εκκλησιαστικές τροπολογίες

του Σωτήρη Μητραλέξη

Βασική αρχή κάθε θέματος είναι ότι πάντοτε φταίει ο παπάς. Κρούσμα fake news παρουσιάστηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή», όπου σε άρθρο της (Ο Αθως, ο ΕΝΦΙΑ και τα Θρησκευτικά) η κα. Ξένια Κουναλάκη ενημέρωσε τους αναγνώστες της εφημερίδας πως προωθείται φοροαπαλλαγή για κάτι που είναι… ήδη φοροαπηλλαγμένο (χωρίς να διερωτηθεί πώς στο καλό γίνεται αυτό!), θέμα που με κάποιον περίεργο τρόπο κατάφερε να το συνδέσει με το μάθημα των θρησκευτικών και με διάφορες χαριτωμενιές («Φυσικά, είναι αστείο να στηλιτεύει κανείς την πελατειακή σχέση πολιτικού προσωπικού και Εκκλησίας στη χώρα μας. Είναι σαν να διαμαρτύρεται για τη ζέστη στην Ελλάδα. Μοιάζει με φυσικό φαινόμενο.» – «Η Καθημερινή», 29/07/2017).

Στο θέμα μας, σύμφωνα με το άρθρο της κας Κουναλάκη, μέχρι σήμερα οι κτήσεις μονών του Αγίου Όρους εκτός Αγίου Όρους κατέβαλαν φορολογικές υποχρεώσεις σχετιζόμενες με την ιδιοκτησία του ακινήτου, όμως χάρη σε αυτήν την τροπολογία, εάν περνούσε, θα φοροαπαλλάσσονταν.

Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα είναι περίπου η αντίστροφη!

Γενικώς, τα ισχύοντα μέχρι στιγμής:

Αν και δεν είναι άμεσα σχετικό με το θέμα μας, σημειώνουμε ότι οι ευκτήριοι οίκοι (δηλαδή οι ίδιες οι εκκλησίες) κάθε γνωστής θρησκείας και δόγματος δεν έχουν υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ (όπως άλλωστε μια σειρά από άλλα πρόσωπα, π.χ. σπίτια προξένων, ιδιωτικοί φορείς που δεν εντάσσονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και ιδιοχρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση μορφωτικού, εκπαιδευτικού, πολιτιστικού, αθλητικού, θρησκευτικού, φιλανθρωπικού και κοινωφελούς σκοπού ή παραχωρούνται δωρεάν στο Δημόσιο και άλλα — νόμος 4223/2013 άρθρο 3). Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως (και καλώς ισχύει, θα ήταν απολύτως ανεφάρμοστο αν οι ίδιοι οι ναοί ως χώροι, ενίοτε του 11ου ή του 14ου αιώνος, είχαν υποχρέωση ΕΝΦΙΑ — και ακριβώς έτσι γίνεται σε σωρεία άλλων κρατών). Το θέμα μας όμως εδώ δεν είναι οι ευκτήριοι οίκοι, αλλά άλλου τύπου ιδιοκτησίες.

Καλώς και ούτως ή άλλως, μέσα στο ίδιο το Άγιον Όρος, τη χερσόνησο, δεν υπάρχει ΕΝΦΙΑ, κάτι που όντως σχετίζεται με το συνταγματικό καθεστώς του.

Κακώς, ο νόμος 4223/2013 άρθρο 3 δίδει φοροαπαλλαγή και σε κτήσεις τον Μονών του Αγίου Όρους εκτός αυτού, ανεξαρτήτως του εάν είναι ευκτήριοι οίκοι: αν, επί παραδείγματι, η τάδε μονή έχει το δείνα ακίνητο στο Άστρος Κυνουρίας, το οποίο νοικιάζει σε σούπερ-μάρκετ και λαμβάνει το κέρδος/μίσθωμα, το ακίνητο αυτού του σούπερ-μάρκετ απαλλάσσεται από υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ! Αυτό, όμως, ίσχυε και πριν την υπό συζήτηση τροπολογία. Περιγράφει την κατάσταση έως σήμερα.

Θυμίζουμε ότι τα παραπάνω ισχύουν μόνο για τις Μονές του Αγίου Όρους, όχι για την Εκκλησία της Ελλάδος που αθροιστικά πληρώνει πάνω από 10.000.000 ευρώ ετησίως ΕΝΦΙΑ ούτε για την Εκκλησία της Κρήτης ή τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου.

Ποια είναι, λοιπόν, η ιστορία με την τροπολογία; Ο νόμος 4223/2013 για τον ΕΝΦΙΑ και συγκεκριμένα το άρθρο 3 ορίζει ως εξαιρετέες «τις υποκείμενες στο ειδικό συνταγματικό καθεστώς Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, κείμενα εντός ή εκτός αυτού»: διευκρινίζει δηλαδή πως, καλώς ή κακώς, αναφέρεται σε ό,τι ανήκει στις Μονές του Αγίου Όρους, ακόμη κι εκτός αυτού.  Παρόμοια πρόνοια όμως δεν υπήρχε στους νόμους-«προγόνους» του ΕΝΦΙΑ, 3634/2008 (ΕΤΑΚ-«χαράτσι») και 3642/2010 (Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας), που αναφέρουν απλώς «το Άγιον Όρος» — παρά τη μικρή διαφορά της διατύπωσης, στην ερμηνεία/πράξη ίσχυε το ίδιο καθεστώς όπως αποτυπώνεται καθαρότερα στον νόμο ΕΝΦΙΑ του 2013, δηλαδή (κακώς) απαλλάσσονταν από ΕΝΦΙΑ και τα (μη θρησκευτικής χρήσεως) ακίνητα των Μονών ακόμα και εκτός Όρους.

Τι γίνεται λοιπόν;

Σύμφωνα με πληροφορίες, εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα εκτός Αγίου Όρους, άσχετα με το Όρος, έχουν προσφύγει στο ΣτΕ, ζητώντας κι εκείνα απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ επί τη βάσει της ίσης μεταχείρισης (4 και 13 του Συντάγματος): «αφού οι μη-εκκλησιαστικές κτήσεις εκτός Αγίου Όρους ακόμα και εάν δεν χρησιμοποιούνται για θρησκευτικό σκοπό, δεν πληρώνουν, εμείς γιατί να πληρώνουμε;» Διότι ναι μεν το ιδιαίτερο, φορολογικό και άλλο, καθεστώς του Αγίου Όρους είναι κατοχυρωμένο συνταγματικά με το άρθρο 105 του Συντάγματος, αυτό όμως αφορά το γεωγραφικώς κατανοημένο Άγιο Όρος: ό,τι βρίσκεται μετά στην Ουρανούπολη και την Ιερισσό. Για τα εκτός τα ανήκοντα… εντός, δεν ισχύουν αυτονόητα οι προβλέψεις του 105.

Οπότε, σύμφωνα με τη λογική της προσφυγής, όταν το άρθρο 105 Συντάγματος που μιλά για ιδιαίτερο καθεστώς του «Αγίου Όρους», καθώς και οι νόμοι του 2008 και του 2010 όταν αναφέρονται στο «Άγιον Όρος», εννοούν… την χερσόνησο του Αγίου Όρους, όχι ό,τι ανήκει στις Μονές του, ακόμα και εάν κείται εκτός αυτού. Εάν ο νομοθέτης επεκτείνει την απαλλαγή και για τα ακίνητα εκτός αυτού και ακόμα και εάν δεν έχουν θρησκευτική χρήση, τότε το προνόμιο δεν απορρέει από το άρθρο 105 Συντάγματος — σύμφωνα με την προσφυγή — οπότε οφείλει να επεκτείνεται και στα λοιπά εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα άσχετα με το Όρος, κατά την άποψη, πάντοτε, του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου που προσέφυγε στο ΣτΕ.

Παράλληλα, άλλες πηγές μεταφέρουν ότι η τοπική ΔΟΥ απειλεί τις Αγιορειτικές Μονές με αναδρομική επιβολή ΕΤΑΚ και ΦΜΑΠ που κακώς «ξέχασε» και δεν τους επέβαλε, αφού οι νόμοι του 2008 και του 2010 δεν εξαιρούν σαφώς και ειδικώς και τις εκτός Αγίου Όρους κτήσεις των Μονών του, εξαίρεση που θεωρείτο μέχρι σήμερα ως η αυτονόητη ανάγνωση.

Η έκδοση δικαστικής απόφασης εκκρεμεί. Τρέχουν, λοιπόν, με την τροπολογία οι βουλευτές να συμπληρώσουν εκ των υστέρων διευκρίνηση στους προηγούμενους νόμους του 2008 και του 2010, ώστε να προλάβουν το (θεωρητικά υπαρκτό, ασχέτως αν είναι πιθανό) ενδεχόμενο να κρίνει το ΣτΕ πως ναι, όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα παντού πρέπει για λόγους θρησκευτικής ισότητας να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ και ότι η απαλλαγή των Μονών του Αγίου Όρους για τα ακίνητά του εκτός της χερσονήσου του δεν θεμελιώνεται στο 105 Συντάγματος, με επιχείρημα ότι δεν περιείχαν τέτοια απαλλαγή δεν προέβλεπαν οι νόμοι του 2008 και του 2010. Στόχος της τροπολογίας είναι να προβλέπεται παντού στην φορολογική νομοθεσία ότι ο νομοθέτης δεν εννοεί με τον όρο «Άγιον Όρος» την αθωνική χερσόνησο, αλλά, όπως αποσαφηνίζει ο νόμος του 2013, τις Μονές του και ό,τι τους ανήκει εντός ή εκτός αυτού.

Η τροπολογία, παράλληλα, ενδεχομένως να είχε ως στόχο και να μην συμβεί κάποιο «ατύχημα» στο ΣτΕ και καταλήξουν τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα της επικράτειας (π.χ., της Εκκλησίας της Ελλάδος) να κραδαίνουν απόφαση του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ που αυτή τη στιγμή πληρώνουν!

Οπότε, με την τροπολογία όχι μόνο δεν θα υπήρχε καινούργια ζημιά που θα προκληθεί στο δημόσιο, όπως κατά αλλόκοτη φαντασία γράφει η κα Κουναλάκη, αφού καλώς ή κακώς τα εκτός Όρους ακίνητα του Όρους (αλλά όχι γενικώς τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα!) ήδη απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ ακόμα και για μη θρησκευτικής χρήσης ακίνητα, αλλά η τροπολογία πήγαινε να προλάβει το ενδεχόμενο…. συνολικής απαλλαγής των φορέων της Εκκλησίας (Ελλάδος, Κρήτης, Δωδεκανήσου) από τον ΕΝΦΙΑ!

Το κερασάκι στην τούρτα είναι ότι (ίσως και λόγω της από αρκετές πλευρές δημοσιογραφικής πίεσης στον ΣΥΡΙΖΑ για την τροπολογία;) η τροπολογία τελικά δεν πέρασε, ναυάγησε (αν και ενδέχεται να επιστρέψει σε νέα προσπάθεια): με αποτέλεσμα να είναι, θεωρητικά, έκθετο το Δημόσιο στον παραπάνω (όχι και πολύ πιθανό, είναι η αλήθεια) περιγραφόμενο κίνδυνο.

Όμως, η πραγματικότητα μοιάζει να είναι κάπως πιο περίπλοκη, και δεν γνωρίζω εάν θα είχε νόημα να ερωτηθούν διευκρινιστικά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές βουλευτές, αφού έχουν γράψει μια ό,τι να ‘ναι αιτιολογική έκθεση και Κύριος οίδε τι θα ήξεραν να απαντήσουν. Διότι τα προβλήματα της ερμηνείας, που κυκλοφόρησε ευρύτατα στη δημόσια σφαίρα διαφαίνονται ακόμα και από μια προσεκτική ανάγνωση του κειμένου της τροπολογίας και της εισηγητικής εκθέσεως, άνευ άλλων πληροφοριών: αφού «οι διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή» εάν τυχόν είχαν εκδοθεί πράξεις καταλογισμού φόρου και αφού «βάσει των ισχυουσών ρυθμιστικών διατάξεων» οι Μονές και τα εκτός Όρους ανήκοντα σε αυτές απαλλάσσονταν ήδη από τον ΕΝΦΙΑ, δεν αναρωτήθηκε κανείς τι στο καλό νομοθετεί τελικά αυτή η τροπολογία, πριν το συμπέρασμα ότι αναδρομικά νομοθετεί νέες, επιπρόσθετες φοροαπαλλαγές;

Το ζήτημα της συγκεκριμένης «διευκρινιστικής» τροπολογίας (που δεν είναι η απαλλαγή ΕΝΦΙΑ για τις εκτός Όρους κτήσεις του Όρους, αφού προηγείται αυτής -νόμος 4223/2013- και συνιστά διακριτό θέμα) θα αφορούσε μόνο μια μικρή ομάδα περίεργων, που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, εάν δεν εμφανιζόταν ως ενδεικτική μιας γενικότερης τάσης για έναν συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης όλων των θεμάτων σχέσεων εκκλησίας-κράτους, στα οποία το fact checking δεν καταλαμβάνει την απόλυτη προτεραιότητα, εάν μπορεί να εξαχθεί χωρίς αυτό το συμπέρασμα ότι «φταίει ο παπάς». Όπως έχουμε επισημάνει και παλαιότερα, κατά το «λύκος, λύκος», αυτό διασφαλίζει μόνον ένα πράγμα: ότι δεν θα υπάρξουν ευήκοα ώτα όταν όντως θα φταίει.

*Πρώτη εκδοχή δημοσιεύθηκε στο Unfollow.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις | Tagged , , , , , , , , , , ,

Παρουσίαση βιβλίου / Μεσαιωνικές Διεθνείς Σχέσεις, Τρίτη 18 Ιουλίου 19:30

Το ΙΝΣΠΟΛ παρουσιάζει το βιβλίο του Μάριου Νοβακόπουλου,

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Βυζαντινό και Δυτικό Σύστημα, 1054-1180

Με τον συγγραφέα θα συζητήσει ο Σωτήρης Μητραλέξης, ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester & επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη.

Τρίτη 18 Ιουλίου, 19.30 στο Βιβλιοπωλείο Εν Πλω,

Εμπορικό Κέντρο ATRIUM, Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ, προαιρετική συμβολή 2 ευρώ

Facebook event

Σύνοψη

Η ανά χείρας μελέτη αναλύει συγκριτικά και παράλληλα τα δύο πολιτικά και πολιτισμικά μισά της μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, το σύστημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας και το αντίστοιχο το λατινικού-φραγκογερμανικού κόσμου, με επίκεντρο την Παποσύνη και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Την παρουσίαση της εσωτερικής δομής και ιδεολογίας τους ακολουθεί η εξιστόρηση των διμερών επαφών την περίοδο των πρώτων Σταυροφοριών, συγκεκριμένα από το Σχίσμα (1054) μέχρι το θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1180). Τέλος γίνονται στρατηγικές παρατηρήσεις επί της περιόδου, αποπειράται η ερμηνεία των συστημάτων και γεγονότων βάσει της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, μεταξύ άλλων και της ιδέας περί συγκρούσεως των πολιτισμών.

Posted in Uncategorized

Clergy Wages in Greece – and their Correlation to Church Assets

Το ΙΝΣΠΟΛ κοινοποιεί την μελέτη του Σωτήρη Μητραλέξη (Sotiris Mitralexis) «Clergy Wages in Greece – and their Correlation to Church Assets: Overview, Facts, and Prospects for Future Developments» (Jean Monnet Papers on Political Economy 17/2017), η οποία βασίζεται στην δημοσίευση του ΙΝΣΠΟΛ «Η μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα και η συνάρτησή της με την εκκλησιαστική περιουσία«.

Η μελέτη είναι διαθέσιμη σε μορφή PDF:

The issue of church-state relations in Greece and of an eventual fuller separation of church and state resurfaces regularly in Greece’s public discourse; every time this is the case, the issue of clergy wages, which are currently provided by the state i.e. the public sector, is raised as a focal point in this discussion. In spite of the subject’s eminent position in the public sphere, concrete facts concerning its details and their complexity emerge rather rarely, if at all. This working paper attempts to remedy this by providing the existing framework, its history and development, as well as an overview of the legal archipelago on which it stands and of its correlation with the equally issue of church assets. Finally, two different proposals concerning possible future developments on the subject are provided.

Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις | Tagged , , , ,

Modern Greece Between East and West: Hysteria and Otherness / Sotiris Mitralexis

A spectre is haunting Greece, the spectre of the East-West divide. “Modern Greece between East and West” seems to be a subject that preoccupies Greeks—scholars, politicians, public intellectuals, journalists and ordinary citizens alike—since the very creation of the modern Greek state in the 19th century. It hides beneath numerous forms: apart from the explicit “belonging to the West” discourse, it also emerges as the “cultural dualism” narrative of benevolent reformers and reactionary underdogs, the “We stay in Europe” (ΜένουμεΕυρώπη) political slogan, or the “Greece has not undergone Enlightenment” narrative, among many others of its incarnations.

meneuro2

Perhaps the most famous exclamation concerning this is Constantine Karamanlis ’“We belong to the West,” turning this into the official doctrine of the state: the quote has come a long way from its initial context, acquiring most mythical dimensions:

I must repeat myself: politically, defensively, economically, culturally speaking, Greece belongs to the West […] Of course, we belong to the West! Greece, be it traditionally or because of interest, belongs to the Western world.” (1976)

It is interesting to note, and this should underscore every discussion on the subject, that in this “East and West” dilemma as it is usually portrayed there is no East; practically, the question concerns the extent to which Greece does or does not belong to “the West,” whatever that might be—that is, there is no person or party in Greece’s public sphere that advocates Greece belonging to “the East,” be that the East proper, Middle East, or more specifically Turkey and Asia Minor. Even the phrase “our own East” (ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή) denotes precisely a break with what would be the East proper, it denotes a here-and-now rather than an allegiance to something Eastern, geographically or otherwise.

The sole exception, which emerges from well beyond Greece, is Samuel Huntington’s Clash of Civilizations theory, which sparked outrage in Greece when it was first published as a Foreign Affairs article and subsequently as a book in the 90s: according to it, Greece does not belong to the West precisely because it is predominantly Orthodox, while Western countries cannot but be predominantly Roman Catholic or Protestant — at least culturally so — and claim a classical legacy only through Western European versions of Christianity. Most Greek established intellectuals and politicians were quick to dismiss the idea with an almost existential anxiety, denoting that not being different, not possessing an otherness, is a sine qua non for their understanding of Modern Greece.

samuel 89What I hope to show in this article is that this very dilemma between East and West as it is usually portrayed is problematic, that this very dilemma and fixation with “belonging to the West” engenders obstacles for Greece’s flourishing, prosperity, and balance. That the fixation, in many different forms, on this question turns the country into a never-ending group therapy session, without catharsis being anywhere in sight.

What is, however, “the West”?

Before studying how Greece thinks about the West and the East, or rather the Non-West, it’s important to ask whether that geographical term indeed possesses the concrete, self-evidently given and undisputed non-geographical content it is claimed it does. Scholars (here, Lewis and Wigen) identify at least seven different versions of the “West,” and many could argue for more:

«The portion of the earth denoted by the term West varies tremendously from author to author and from context to context (the area enclosed by a heavy black line is what has been called the West):

(1) One extreme incarnation, where the West includes only England (“The Wogs begin at Calais,’” as an old racist, xenophobic refrain has it).

(2) The standard minimal West, which is essentially Britain, France, the Low Countries, and Switzerland. As interpreted by Thomas Mann, this West is basically centred on France.

(3) The historical West of medieval Christendom, circa 1250.

(4) The West of the Cold War Atlantic alliance, or Europe and its «settler colonies» (with Japan often included as well).

(5) The greater “cultural” West. By the criteria of language, religion, and “high culture,” Latin America and the areas of concentrated European settlement in South Africa are added to the West. The Philippines is sometimes included here as well. (Those more concerned with “race,” on the other hand, are inclined to add only Argentina, Uruguay, and southern Brazil.)

(6) The maximum West of the eco-radical and New Age spiritual imagination. In this formulation, all areas of Christian and Islamic heritage are included.

(7) The global (future?) West of modernization. See, for instance, Arnold Toynbee’s cartography showing the entire globe as under Western hegemony in one form or another, whether political, “associative” (India, Iran, Ethiopia), or “in the heterodox form of Communism.» [1]

As we can see, “the West” is a quite unstable concept. (However and importantly for this study, as Lewis and Wigen also argue, “the original and persistent core of the West has always been Latin Christendom, derived ultimately from the Western Roman Empire—with (ancient) Greece included whenever the search for origins goes deeper,” while “the most significant historical divide across Europe was that separating the Latin church’s Europa Occidens from the Orthodox lands of the Byzantine and Russian spheres.” [2] How does a geographical, spatial notion acquire cultural and political content and significance?

 

worldmapm2Returning now to Greece’s fixation with the purported dilemma since the very inception of the modern Greek state: From the very beginning, since Adamantios Korais’ writings before the completion of the Greek War of Independence, this discourse has taken peculiar forums. For example, Korais’ admiration for the French and France in general lead him to advocate “one nation,” the Greek-French, Γραικογάλλοι, who are and should be united in nothing less than one nation.

«Οἱ Ἕλληνες (Γρακοὶ) καὶ οἱ Γάλλοι ἑνωμένοι καὶ δεμένοι μὲ φιλία

δὲν εἶναι πλέον Γρακοὶ – Γάλλοι ἀλλὰ ἕνας λαός: Γραικογάλλοι».

At the same time, Korais would advocate his theory of the metakenosis according to which Greece becomes Greek in so far as and to the extent that it copies and imitates Western Europe. According to Korais, the classical Greek legacy (the exclusive focus on which as the sole source of identity clashes with the very flow of history) was continued far away from Greece, in Western Europe’s geography through the historical trajectory of the Renaissance, the Enlightenment et cetera, while Greece under it is Byzantine and then Ottoman continuations lost the capacity claim this legacy. Thus, according to Korais, it is the West that became Greek and continued the true Greece through history, while Greeks, having lost this continuity, have to now imitate Western Europe in order to achieve Greekness and to become Greeks again.

The idea might seem extreme today, not only far-fetched but truly surreal, however it certainly belongs to one of the figureheads of modern Greece’s spiritual legacy or rather to the spiritual legacy that the state has chosen for itself. For the dreams of Greeks during the war of independence and the ideology of the state after King Otto and his Bavarian Regents were certainly not identical.

The “underdog culture versus reform culture” scheme

As I said in the beginning, this desire without fulfilment for alignment to “the West” takes many and peculiar forms. A surprisingly influential East/West, or rather West and non-West, discourse par excellence is Nikiforos Diamandouros’ “underdog culture versus reform culture” theory. (Diamandouros is a member of the Academy of Athens and a political science professor, as well as the European Ombudsman for many years. He served as ideological advisor to prime minister Costas Simitis and was a party list candidate—ψηφοδέλτιο ἐπικρατείας—with the reform-centred party To Potami in 2015. He was not elected an MP, but prior to the elections it had surfaced that he would have been proposed as a potential prime minister in a coalition government, were SYRIZA not to have formed a government). Diamandouros is to be counted among the most influential figures in Greece’s “modernisation” block, i.e. influential on other opinion makers, even though his name is not widely known among the general public.

diamantouros giati aperripsa

Photo source: Nikiforos Diamandouros – Why did I dismiss a proposal to become prime minister in 2011 [in Greek, The TOC, 15.9.2015]

There is arguably nothing more fulfilling for a scholar than witnessing one’s hermeneutic schema becoming the standard frame of reference, giving shape and voice to pre-existing discourses and achieving almost universal recognition—even more so if this schema describes one’s own country, and if its acclaim emerges within the country itself. It is safe to say that this is precisely the case with Diamandouros’ “underdog culture versus reform culture” theory: the narrative that there is a fundamental division in Greek society and political life, a division into an “underdog” non-Western conservative culture on the one hand and a “reformist” Western culture on the other, the former emerging as an impediment to progress, the latter as guaranteeing it. In Diamandouros’ problematic dichotomy and narrative, the “underdog culture” represents the majority of the Greek population; it has deep roots in Byzantine and Ottoman times as well as in Orthodox Christianity, and reflects tendencies towards populism and clientelism, nationalism and xenophobia. It sees domestic politics as well as international relations as a conflict between the powerful and the powerless, always sympathising with the ones it perceives as powerless, as the victims, Greece being one of them. It is a culture of protest and resistance, with an hostility against reform, modernisation, globalisation, Europe, the US and the West. On the other hand, the “reform culture” of the modernisers is its polar opposite: it has deep roots in the philosophical and political legacy of the Enlightenment and strives towards Europeanization, rationalisation, liberal democracy and an institutions-based state, the separation of state and society and cosmopolitanism. It affirms capitalism and the free market economy, and while it reflects a minority in the Greek people, its strongholds are certain political elites, academics, intellectuals, and the diaspora. Not without important fluctuations and occasional changes, Modern Greek history and political history in particular can, according to this theory, be read as a struggle between the “underdog culture” of the backward-looking majority and the “reform culture” of the Enlightened minority, with the latter losing the battle and the former winning it.

I do not only hold that this model of Greece is fundamentally flawed, but more importantly that its prevalence and pre-eminence in diverse analyses concerning contemporary Greece renders non-partisan (or, at the very least, less-partisan) readings of Greece impossible; it blinds us even to basic facts, dictating a problematic framework of interpretation and reference and becoming a very real impediment to the progress of social sciences as far as the scholarly engagement with modern Greece is concerned.

Α Greek Neo-orientalism?

Central to my argument is that such schematisations constitute a peculiar Greek Neo-orientalism, in that they embody the very essence of cultural imperialism in Orientalism (or “Balkanism,” as described by Maria Todorova), which sees Western society as developed, rational, democratic, and thereby superior, while non-Western societies are undeveloped, irrational, inflexible, and implicitly inferior (this is a definition of Orientalism). Here, the main traits of Greek Neo-orientalism are that (a) it is voiced by Greeks, rather than by others, when they describe/criticize their own country, (b) it employs typical Orientalist/Balkanist stereotypes, albeit appropriated accordingly, including in the narrative Greece’s historical background (and proposing a rather peculiar hermeneutical framework for its understanding), (c) it always proposes, explicitly or implicitly, a further and enhanced political, cultural, and economic alignment with “the West” (in whichever way this is being defined by particular Greek Neo-Orientalists), while holding that such an alignment was never truly the case.

Greek Neo-orientalism is similar to but distinct from Balkanism; the difference lies in what is central to what I call Greek Neo-orientalism, i.e.that its narratives, originate in Greece, or at the very least by Greeks abroad, and may then be exported and reiterated by non-Greeks—rather than coming to Greece “from the outside” as it were, from external sources, and then becoming internalised. In insisting on maintaining a connection between the two terms, one could say that Balkanism evolves into Greek Neo-orientalism precisely at the moment when its stereotypes are internalised and appropriated to the point that they undergo a fermentation and emerge as original ideas, having turned into the particular schematisations under scrutiny here, which are perceived as a distinct universe of ideas—often acquiring a loftiness and theoretical refinement that is not to be found in the original and by far surpass it—Stelios Ramfos can be cited as an extreme example of such an odious metamorphosis.Thus, Neo-orientalism is implicitly responding to the need prompted by Balkanism in Greek intellectuals: in attempting to escape being themselves characterised by the stereotypes of Balkanism, in attempting to “become Western/European,” they take these very stereotypes to a whole new level as original intellectual production, to which they indeed result, rather than merely reiterating them.

West/non-West divide narratives

Today, forms and evolutions of this cultural dualism dominate public discourse and politics. Recently, we witnessed a further intensification of the implementation of geographical terms—for “the West” is primarily, if not literally speaking exclusively, a geographical term—as if they were political, cultural and historical. Witness the rhetoric that was developed before the Greek referendum of the 5th of July, 2015, which was held on a fiscal issue—and not on a metaphysical question on identity and of cosmic proportions: the “Yes” side had as its main slogan and self-determination the phrase “We remain in Europe”—Europe, not the EU—: the geographical meaning of Europe, in which we should “remain,” summarizes a number of historical, cultural and political attainments that lie far beyond the simple standard of prosperity. “We remain in Europe”: Thus in the 2015 referendum on the economy—or even perhaps, as a theory goes, implicitly on Greece’s currency, whether that would be the euro or a national currency, a theory that was not validated by the events that followed—Greek public discourse shone again with arguments on the East-West divide, this time in the incarnation of “Europe” versus an unknown and unnamed abyss or at least the wilderness that lies beyond it, as the “We Remain in Europe” slogan implies. As if Greece had to deal with a metaphysical, and not fiscal, dilemma of whether one belongs to an abstract trans-historical “Europe” beyond the EU itself, which is exclusively endowed with being civilised, humanistic et cetera. My concern here is not the affairs of Greece during the referendum and its political problems and programs, but rather than that, the very fact that a referendum on political and economic matters acquired these quasi-metaphysical dimensions, again alluding to the East –West divide.

Other forums of that narrative emerge in Greece’s public discourse with TV-enforced figures such as Stelios Ramfos and soundbites such as “Greece has not gone through the Enlightenment” («Ἡ Ἑλλάδα δὲν πέρασε Διαφωτισμό»), “Greece’s problem is that it hasn’t undergone an Enlightenment. ”Thus, Greece is thrown into a sphere of a fundamental incompatibility to Western Europe, the narrative implying that defeat is inevitable as the Greeks cannot have any other choice but to mourn their dark fate of remaining “behind,” while attempting to make up for the Enlightenment they haven’t undergone by imitating other nations as best as they can (and, of course, by doing as other nations say).

Not only is this narrative factually incorrect, as the so-called “Greek Enlightenment” with figures such as, precisely, Korais and many clerics is a well-documented subfield of Modern Greek studies, but, apart from that, if one were to actually pinpoint a historical period that marks Greece’s historical exceptionalism as deviation, i.e. as not taking part in historical developments that proved formative for Europe, this would be the Middle Ages, the Medieval period—rather than the Enlightenment.

europegreece4

Map source: Cosmoidioglossia FB page

Thus, way earlier than the Enlightenment—i.e. the purported historical deficit of which is mourned—Greece has not gone through the Middle Ages, it hasn’t gone through the Mediaeval period («Ἡ Ἑλλάδα δὲν πέρασε Μεσαίωνα!»). For if something marks this period, it is the novel situation that emerged in Europe after the fall of Rome, the domination of new races in the geographical space that was the Roman Empire and the darkness that prevailed in the once-Roman territories, now aptly named “the Dark Ages.” This development, pivotal as it was for what today is Western and Central Europe, was hardly as influential for the European East, in which the new capital of the Roman Empire was situated since 330 AD, i.e. New Rome – Constantinople, in unperturbed succession and without the historical development of the Middle Ages. To be exact, one could say that after a prolonged late Antiquity ending in the eighth century with the Arab invasions, the Eastern Roman Empire transitioned directly to Byzantium proper without passing through Dark Ages, or a Mediaeval period and its tumultuous chaos.

Poisoning Modern Greece’s psyche

All these are examples of how forms of the West/non-West divide narrative have been used to shape Greek public opinion. And, as critical geopolitics informs us and as we have seen, we can speak of at least eight different versions and definitions of “the West.” A further problem concerns the way in which a fixation on terms like the West is problematic for Greece’s grasp of international relations, and thus politics and policy, opting for an extremely outdated understanding of the international system. We are led to a vocabulary that describes an international system that lies at least two phases behind the current one! [3] This reading, this vocabulary, reanimates a quasi-Cold War understanding of international relations, a world long gone, which accounts for slogans of a peculiar choice of words, like “we are in danger of becoming the Soviet Union” (εἴμαστε/θὰ γίνουμε/θὰ μᾶς κάνουνε Σοβιετία!, also publicly  employed by the vice chairman of the official Opposition). After the Cold War, the globe experienced the “monopolar moment” of the United States, the “End of History” so forcefully refuted today by reality, and now experiences a multipolar world, a new phase that demands a new analytical tool. Rather than that, the political usage of the vague term “the West” and its corollaries in Greece reverts it to two phases behind, practically prohibiting any analysis from taking into account this new reality and tying Greece to a woefully outdated worldview.

In conclusion: the invocation of the West presents itself as having Greece’s progress as a desire, Greece’s inclusion in the more successful of contemporary nations. Does it however achieve this goal or rather its opposite? Is this fixation on the West an agent of progress or an agent of introversion, confusion, nationwide group therapy and failure? The brevity of this article does not allow me to analyse this matter in further depth. The fact remains that, I think, one thing should be clear: that this vocabulary functions only as an obstacle, not as an agent of change and progress: it operates as pernicious ideology. An exit from the by now normalised, permanent, all-encompassing crisis presupposes stopping these narratives short of poisoning Modern Greece’s psyche deeper.

 

Greek News AgendaGreek News Agenda, an online platform launched by the General Secretariat for Media and Communicatio of the Hellenic Republic.

*A first draft of this article was presented at International Society for Enzymology Annual Conference 2017, Opening Ceremony, Santorini island, 16 June 2017.

Sotiris Mitralexis is Assistant Professor of Philosophy at the City University of Istanbul and Visiting Research Fellow at the University of Winchester. He holds a doctorate in Philosophy from the Freie Universität Berlin and a degree in Classics from the University of Athens. During Lent term of 2017, he was Visiting Fellow at the University of Cambridge and Visiting Senior Research Associate at Peterhouse, Cambridge. He has taught Philosophy in Istanbul, Athens and Berlin, has published Ever-Moving Repose: A Contemporary Reading of Maximus the Confessor’s Theory of Time and has co-edited The Problem of Greek Identity: From the Ecumene to the Nation-State.

mitralexisbooks2[1] Martin W. Lewis and Kären Wigen, The Myth of Continents: A Critique of Metageography (Berkeley: University of California Press, 1997), 51; the figure originates from p. 50.

[2] Ibid., 49.

[3] I am grateful to Dimitris V. Peponis (cosmoidioglossia.blogspot.com) for this remark.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, έρευνες_δημοσιεύσεις

Έκδοση του ΙΝΣΠΟΛ: Μεσαιωνικές Διεθνείς Σχέσεις / Μάριος Νοβακόπουλος

Το ΙΝΣΠΟΛ δημοσιεύει τη μελέτη του Μάριου Νοβακόπουλου,

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Βυζαντινό και Δυτικό Σύστημα, 1054-1180

Σύνοψη

Η ανά χείρας μελέτη αναλύει συγκριτικά και παράλληλα τα δύο πολιτικά και πολιτισμικά μισά της μεσαιωνικής Ευρωπαϊκής Χριστιανοσύνης, το σύστημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας και το αντίστοιχο το λατινικού-φραγκογερμανικού κόσμου, με επίκεντρο την Παποσύνη και την Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Την παρουσίαση της εσωτερικής δομής και ιδεολογίας τους ακολουθεί η εξιστόρηση των διμερών επαφών την περίοδο των πρώτων Σταυροφοριών, συγκεκριμένα από το Σχίσμα (1054) μέχρι το θάνατο του Μανουήλ Κομνηνού (1180). Τέλος γίνονται στρατηγικές παρατηρήσεις επί της περιόδου, αποπειράται η ερμηνεία των συστημάτων και γεγονότων βάσει της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, μεταξύ άλλων και της ιδέας περί συγκρούσεως των πολιτισμών.

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει και σε έντυπη, βιβλιοδετημένη έκδοση του ΙΝΣΠΟΛ.

Ολόκληρο το βιβλίο σε μορφή PDF:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρξε μία από τις μακροβιότερες της ιστορίας.  Συνέχεια της Ρώμης, χριστιανικό και ελληνόφωνο κράτος, το Βυζάντιο ανέπτυξε έναν πολιτισμό βασισμένο στην αλληλεπίδραση των τριών αυτών χαρακτηριστικών.  Συγχρόνως, η γεωγραφική θέση της αυτοκρατορίας την έφερνε σε επαφή με διαφορετικούς κόσμους, καθιστώντας τη γέφυρα επικοινωνίας ή και φράγμα ανάμεσα τους.  Ήταν όμως και μία σημαντική πολιτική και οικονομική δύναμη.  Αυτή η σύζευξη ισχύος και πολιτισμού κατέστησε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία πηγή οικουμενικής ακτινοβολίας.  Το Βυζάντιο διεμόρφωσε τον πολιτισμό, τις πολιτικές παραδόσεις και τις συλλογικές συνειδήσεις κοινωνιών από τη βενετική λιμνοθάλασσα ως τις κορυφογραμμές του Καυκάσου.

Η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη, έφερε με υπερηφάνεια τους τίτλους της Βασιλεύουσας, της Νέας Ρώμης και της Νέας Ιερουσαλήμ.  Ήταν η καθέδρα του «βασιλέως και αυτοκράτορος των Ρωμαίων», διατηρώντας την κληρονομιά του αρχαίου imperium που της παρέδωσε ο κτήτορας της (Μέγας Κωνσταντίνος, 330).  Ο αυτοκράτορας λογιζόταν ως η υπέρτατη αρχή, δικαιωματικός κοσμοκράτορας.  Ταυτόχρονα η Κωνσταντινούπολη ήταν έδρα του Πατριαρχείου και άρα θρησκευτική πρωτεύουσα της Χριστιανοσύνης.  Στη συνείδηση των Βυζαντινών αυτό ήταν το σπουδαιότερο κόσμημα της πολιτείας τους, η οποία θεωρείτο στερεωμένη από τη θεία πρόνοια.  Ο πατριάρχης της ήταν ο κορυφαίος ποιμένας ψυχών ενώ ο αυτοκράτορας ο τοποτηρητής του Θεού στη Γη.  Όπου κατακτούσαν οι στρατιές του αυτοκράτορος ή όπου έφθαναν οι απεσταλμένοι του, σχηματιζόταν μία νέα τάξη πραγμάτων, ένα πλέγμα λαών και ηγεμόνων που αναγνώριζαν τη Βασιλεύουσα ως οικουμενική πρωτεύουσα και τον βασιλέα της ως επικυρίαρχο τους.  Με το ξίφος, το Ευαγγέλιο ή το χρυσό, η Βυζαντινή Οικουμένη εκτεινόταν σε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη, τα Παρευξείνια και τμήματα της Μέσης Ανατολής.

Το Βυζάντιο βεβαίως γεννήθηκε με το διαχωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα τέλη του 4ου αιώνος.  Ενώ όμως το ανατολικό τμήμα επέζησε, το δυτικό κατέρρευσε υπό τις γερμανικές εισβολές.  Μέσα στο χάος η Εκκλησία της Ρώμης βρέθηκε να είναι ο μόνος θεσμός με την ικανότητα να υπερβεί σύνορα και φυλές.  Επίσκοποι και ιεραπόστολοι ανέλαβαν να εκχριστιανίσουν τους βαρβάρους και να διαφυλάξουν τα υπολείμματα πολιτισμού.  Τους πρώτους αιώνες ο πάπας βρέθηκε υπό βυζαντινή επιρροή.  Στη συνέχεια γεωπολιτικές ανακατατάξεις και θρησκευτικές έριδες θα διασαλέψουν την ομόνοια ανάμεσα στις δύο Ρώμες.  Βρίσκοντας νέους προστάτες στο πρόσωπο των Φράγκων, οι πάπες εν τέλει θα χειραφετηθούν από το Βυζάντιο.  Η φραγκο-παπική σύγκλιση θα οδηγήσει στη γέννηση μίας νέας αυτοκρατορίας, όταν το έτος 800 ο Καρλομάγνος θα στεφθεί Ρωμαίος αυτοκράτορας.  Το γεγονός αυτό θα σηματοδοτήσει τη γέννηση μίας οικουμενικής τάξεως ανταγωνιστικής της βυζαντινής, καθώς η Παλαιά Ρώμη διεκδικεί ξανά τη θέση της ως caput mundi.  Μετά την παρακμή των Φράγκων, το 10ο αιώνα τη σκυτάλη της Δυτικής αυτοκρατορίας θα λάβουν οι Γερμανοί.  Παράλληλα ο πάπας, έχοντας πλέον την πίστη βασιλέων από τα Βρετανικά νησιά ως την Κεντρική Ευρώπη, αξιώνει ανοικτά τα θρησκευτικά πρωτεία.  Η Δυτική Ευρώπη αναπτύσσεται οικονομικά και στρατιωτικά, προκαλώντας την ανησυχία του Βυζαντίου.

Τον 11ο και 12ο αιώνα ο ανταγωνισμός θα κορυφωθεί και οποιαδήποτε ψήγματα ενότητος θα χαθούν στη δίνη δύο εξελίξεων:  του Σχίσματος και των Σταυροφοριών.  Με την πρώτη οι δύο Εκκλησίες, που ήταν και οι πνευματικοί και κοσμοθεωρητικοί πυλώνες των δύο αυτοκρατοριών-συστημάτων, διαχώρισαν τελείως τις πορείες τους.  Το Βυζάντιο εισέρχεται σε τροχιά παρακμής, ενώ στη Δύση η παποσύνη επιβάλει την ανωτερότητα της επί των κοσμικών βασιλέων.  Αυτές οι μεταβολές θα οδηγήσουν στο δεύτερο κομβικό γεγονός.  Ανταποκρινόμενη στις βυζαντινές εκκλήσεις για αρωγή και εξυπηρετώντας διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες, η Εκκλησία της Ρώμης θα καλέσει τους ιππότες της να παύσουν την αλληλοσφαγή και να εκστρατεύσουν στους Αγίους Τόπους κατά των μουσουλμάνων (1095).  Το Βυζάντιο, υπό τη στιβαρή διακυβέρνηση της δυναστείας των Κομνηνών, θα προσπαθήσει να χειραγωγήσει το σταυροφορικό κίνημα και στην πορεία θα μεταβάλει τις πολιτικές του πρακτικές προσπαθώντας να διασώσει και να επεκτείνει την επιρροή του, θέτοντας υπό έλεγχο τους ατίθασους Φράγκους, που ενίοτε το έβλεπαν σαν στόχο εξ ίσου με το Ισλάμ.  Αυτή η άβολη ισορροπία θα διατηρηθεί για λιγότερο από έναν αιώνα.  Η αμοιβαία καχυποψία, ο οικονομικός ανταγωνισμός και η αναζωπύρωση της βυζαντινο-γερμανικής αυτοκρατορικής έριδος θα οδηγήσει στην κατάρρευση των διμερών σχέσεων, την οποία θα επισφραγίσει η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως κατά την Δ΄ Σταυροφορία (1204)

Χρονικό πλαίσιο και διάρθρωση της μελέτης

Αυτή ακριβώς είναι η περίοδος που καλύπτει η εν λόγω μελέτη.  Παρ΄ ότι θα γίνουν αναδρομές στο παρελθόν για να αποτυπωθεί το ιστορικό πλαίσιο και οι ρίζες των πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών, η ανάλυση της σχέσεως του Βυζαντινού κόσμου («Βυζαντινή Κοινοπολιτεία») με τον Δυτικό («res publica Christiana», Χριστιανική Πολιτεία, όπως θα αποκληθεί αργότερα) θα περιοριστεί στην περίοδο 1054-1180.  Η πρώτη ημερομηνία αναφέρεται στο Σχίσμα, που διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία των δύο συστημάτων.  Η δεύτερη σηματοδοτεί το θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού, τρίτου της δυναστείας και τελευταίου ισχυρού Βυζαντινού αυτοκράτορος.  Μετά από εκείνον το Βυζάντιο αφήνεται σε μία πορεία διαλύσεως που θα καταλήξει στην πτώση του 24 χρόνια μετά.

Η μελέτη χωρίζεται σε τρία μέρη.  Το πρώτο μέρος αφορά την παρουσίαση των πολιτικών και ιδεολογικών βάσεων των δύο συστημάτων.  Πιο συγκεκριμένα, θα αναλυθούν και θα αντιπαρατεθούν πολιτειακά χαρακτηριστικά και αρχές νομιμοποιήσεως, οι σχέσεις κοσμικής και πνευματικής εξουσίας, το γεωπολιτικό τους περιβάλλον και οι μέθοδοι διακυβερνήσεως τους, όπως η διπλωματία.  Με αφετηρία την ετερότητα των δύο πολιτισμών-συστημάτων θα εκτεθούν τα σημεία τριβής μέχρι την εξεταζόμενη εποχή.  Εκεί ξεκινά το δεύτερο μέρος, η εξέταση δηλαδή της περιόδου 1054-1180.  Θα γίνει αναφορά στο Σχίσμα, την κρίση και ανάκαμψη του Βυζαντίου, την εξαπόλυση των Σταυροφοριών, τις σχέσεις του Βυζαντίου με την Α΄ και Β΄ Σταυροφορία καθώς και με άλλες δυτικές δυνάμεις, όπως οι Νορμανδοί.  Θα παρακολουθηθεί η σταδιακή επιδείνωση των διμερών σχέσεων μέχρι την ολική κατάρρευση τους μετά το 1170 με τη σύγκρουση Μανουήλ Α΄ και Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα της Γερμανίας.

Στο τελευταίο μέρος τα γεγονότα θα αξιολογηθούν ως προς τις συνέπειες τους για τα δύο συστήματα.  Ειδικότερα, πως οι Σταυροφορίες συνέβαλαν στην επιβίωση ή την πτώση του Βυζαντίου, πως η επέκταση της δυτικής «Πολιτείας» στην Ανατολή ανέτρεψε το βυζαντινοκεντρικό καθεστώς και ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες.  Θα αναλυθεί το παράδειγμα της μεσαιωνικής εξουσίας και θα γίνει προσπάθεια ερμηνείας των Σταυροφοριών κατά τα η θεωρία της επιστήμης των διεθνών σχέσεων.  Θα γίνει χρήση και της θεωρίας τη συγκρούσεως των πολιτισμών και κατά πόσο αρμόζει ώστε να περιγράψει τις σχέσεις Βυζαντίου και Δύσεως.  Τέλος θα εξετασθεί πως αυτός ο ανταγωνισμός είναι σήμερα ορατός στα χάσματα μεταξύ Δύσεως, Ανατολικής Ευρώπης και Ισλάμ και αν μπορούν να υπάρξουν σύγχρονοι παραλληλισμοί ή διδάγματα για τα τρέχοντα.

Posted in έρευνες_δημοσιεύσεις

Αφήστε τους να ησυχάσουν Ιωάννης Σ. Λάμπρου

6-4--2-thumb-large

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνιμη επωδός των αριστερών κομμάτων αλλά, κυρίως, των εκπροσώπων του ΚΚΕ είναι η συχνή αναφορά στην ανάγκη επίδειξης σεβασμού στους αγώνες του ΚΚΕ. Οφείλουμε, όλοι όσοι έχουμε εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα, να αναγνωρίσουμε τους αγώνες των συνδικαλιστικών φορέων τόσο του ΚΚΕ όσο και των υπόλοιπων κομμάτων, κυρίως της Αριστεράς, για τη βελτίωση των όρων εργασίας. Αλλά μέχρι εκεί.

Η προσπάθεια επιβολής σταλινικού καθεστώτος – τη στιγμή κατά την οποία είχε ήδη αποφασιστεί, από τους Συμμάχους (της Μόσχας συμπεριλαμβανομένης)  η ένταξη της         Ελλάδος στον Δυτικό Συνασπισμό – και η διακυβέρνηση της χώρας από τον Νίκο Ζαχαριάδη με την Ο.Π.Λ.Α. (από το 1947 Λαϊκή Πολιτοφυλακή)  σε ρόλο υπηρεσίας εσωτερικής ασφαλείας δεν ήταν «αγώνας» παρά μόνον για τους ίδιους τους Κομμουνιστές.

Απόλυτα αποδεκτό το δικαίωμα του οιουδήποτε  να αφιερώσει και να προσφέρει τη ζωή του για όποιο σκοπό θέλει. Η προσφορά αυτή, όμως, δεν καθαγιάζει το σκοπό αυτό ούτε δίνει το δικαίωμα στους υποστηρικτές του να αξιώνουν από την ιστοριογραφία να τους δικαιώσει όταν η ίδια η Ιστορία δεν το έχει κάνει…

Η πλειονότητα του ελληνικού λαού, την περίοδο 1944 – 1949 έκανε την επιλογή του και προτίμησε το μικρότερο κακό. Η κολοβωμένη, εξαρτώμενη, επιρρεπής στον έλεγχο και στις παρεμβάσεις Λονδίνου και Ουάσινγκτον, αστική δημοκρατία ήταν προτιμότερη από την εγκαθίδρυση Λαϊκής Δημοκρατίας. Η  πλειοψηφία των συμπατριωτών μας, με τη στάση του, επιβεβαίωσε την προαναφερθείσα συμφωνία των Συμμάχων. Δεν μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι ως λαός για την κατάσταση που επικράτησε στη χώρα μετά το 1949 και  την μεταχείριση χιλιάδων συμπατριωτών μας αλλά ποια ήταν η εναλλακτική επιλογή;

Παράλληλα, η  ΕΔΑ, το 1958, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, κατέστη αξιωματική αντιπολίτευση προσφέροντας δυνατότητες  που οι αντιφρονούντες στα κομμουνιστικά καθεστώτα δεν είχαν μέχρι την πτώση των εκεί καθεστώτων.

Προς τι η αναζωπύρωση δηλώσεων πολιτικών, Αριστερών και Δεξιών, για το παρελθόν; Αντιαισθητικός αντικομουνισμός με αναφορές σε Μελιγαλά, ΕΣΣΔ, Βόρειο Κορέα, Βενεζουέλα, Κάστρο οι μεν. Λόγος ταξικός, διχαστικός, διεθνιστική εμμονή  με λαθρομετανάστες, φανατική  υποστήριξη «πάσης φύσεως δικαιωμάτων πάσης φύσεως μειονότητας», αντικληρικαλισμός και άθλια προπαγάνδα εναντίον της Εκκλησίας, μένος για την ιστορική ταυτότητα και τα βιώματα του Έθνους οι δε. Αμφότεροι πουλάνε εθνικοφροσύνη και ταξική αλληλεγγύη εκποιώντας τη χώρα και εξαθλιώνοντας τους πολίτες της.

Ιδιαίτερα, ορισμένοι της δεξιάς παράταξης δεν έχουν καταλάβει, οι καημένοι, ότι αντίπαλος πλέον δεν είναι το ΚΚΕ αλλά τα τέκνα της Σχολής της Φρανκφούρτης και οι παραφυάδες τους που έχουν εξαπλωθεί  παντού. Ακόμα και στο ίδιο τους το κόμμα…

Η ειρωνεία είναι ότι σε αυτή τη συζήτηση μετέχουν- πολλές φορές με φανατισμό –  και άτομα  μικρής ηλικίας, οι θυσίες των προγόνων των οποίων τους έχουν προσφέρει ζηλευτό επίπεδο διαβίωσης μην έχοντας, ευτυχώς, τα σκληρά βιώματα περασμένων γενεών. Φιλόδοξα μειράκια, εκατέρωθεν, αναζητούντα πολιτικό ρόλο. Μειράκια πολλά εκ των οποίων δεν ήταν άξια να κάνουν μια κανονική θητεία περνώντας  τον καιρό τους στην αττική γη ή κάπου κοντά στην πατρική στέγη. Κνώδαλα,  τα οποία έχουν άγνοια του κακού το οποίο μπορούν να προξενήσουν όταν ξερνάνε μίσος για τους συμπατριώτες τους στην άλλη πλευρά, όταν φαντάζονται  ένοπλη ρήξη, μάχες και πολιτοφυλακές. Χρήσιμοι ηλίθιοι στους σχεδιασμούς του εκάστοτε τρίτου για την αποδυνάμωση της χώρας.

Το αδιέξοδο που δημιουργείται από την  εφαρμογή της ίδιας μνημονιακής πολιτικής «αναγκάζει» αμφότερους να κοιτάζουν προς το παρελθόν, και μάλιστα την περίοδο του Εμφυλίου, για να νομιμοποιήσουν την πολιτική τους παρουσία ενισχύοντας την ροπή των συμπατριωτών μας για διάσπαση  και αποπροσανατολίζοντας την κοινωνία από το πρώτιστο καθήκον της φανατικής προσήλωσης τόσο στην απεξάρτηση και  οικονομική ανασυγκρότηση, όσο και στην ολοένα εντεινόμενη αβεβαιότητα και πίεση από γειτονικά αναθεωρητικά κράτη.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν αποδοχή ενός πολιτικού πλαισίου επιβαλλόμενης συναίνεσης για χάριν μιας ανούσιας, ψευδεπίγραφης επίφασης πολιτικού πολιτισμού. Η πολιτική είναι μάχη. Είναι πολεμική. Αυτή είναι η φύση της. Από τις αποφάσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας επηρεάζονται οι ζωές εκατομμυρίων.

Αγώνας επιβολής αντιτιθέμενων θέσεων. Αγώνας, όμως, για τα θεμελιώδη όχι χρήση της ιστορίας προς νομιμοποίηση μιας αδιέξοδης πολιτικής. Πως θα απεξαρτηθεί η χώρα από τις δουλείες των Μνημονίων; Πως θα καταλήξει σε ένα παραγωγικό μοντέλο το οποίο θα ενσωματώνει την ιδιωτική πρωτοβουλία, την κρατική εποπτεία, νέα συνεργατικά σχήματα όντας φιλικό προς το περιβάλλον και το οποίο θα αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα και τις ιδιαιτερότητες της πατρίδας μας; Πως θα αντιμετωπιστεί ο δημογραφικός μαρασμός; Ποια στρατηγική απαιτείται για την ακύρωση της αναθεωρητικής πολιτικής Άγκυρας και Τιράνων; Πως θα επανομιμοποιηθεί η έννοια του δημοσίου συμφέροντος; Και πολλά άλλα…

Ίσως, η ενασχόληση με την παρελθοντολογία να είναι η παραδοχή ενός ανίκανου πολιτικού προσωπικού  να αντιμετωπίσει τις τωρινές απαιτήσεις ανόρθωσης της χώρας. Ασχολούνται με περασμένες εποχές και  αμφότεροι εξαργυρώνουν  πολιτικά τη ζωή και τη δράση ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν σε πολύ χειρότερες συνθήκες που οι ίδιοι αδυνατούν να κατανοήσουν και στις οποίες δεν θα μπορούσαν να σταθούν. Άνθρωποι οι περισσότεροι των οποίων έχουν φύγει από τη ζωή και  σε όποια μεριά και αν βρέθηκαν, και ότι κακό και να έπραξαν έχουν, από καιρό, καταβάλει το κόστος των πράξεων τους.

Αφήστε τους να  ησυχάσουν…

Πρώτη ανάρτηση στο Political Doubts, 9 Ιουνίου 2017  http://www.politicaldoubts.com/politics/item/1213-afiste-tous-na-isyxasoun

Posted in Ιωάννης Σ. Λάμπρου | Tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Ο μοιραίος ενδιάμεσος χώρος και η απόφαση για τις επικείμενες προεδρικές εκλογές Ιωάννης Σ. Λάμπρου

ÅÄÅÊ ÄÇÊÏ ÓÕÌÌÁ×ÉÁ ÁËËÇËÅÃÃÕÇ ÏÉÊÏËÏÃÏÉ

Το παρόν σημείωμα  επιχειρεί να προβεί σε ορισμένες επισημάνσεις σχετικά με την συμπεριφορά  των κομμάτων του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου, στις προεδρικές εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδιαίτερα, της σημασίας που αποδίδουν στο πρώτιστο ζήτημα επιβίωσης του κυπριακού κράτους.

Ετερόκλητες συμμαχίες υπήρξαν, διαχρονικά στοιχείο των κυπριακών προεδρικών εκλογών. Στις εκλογές του 1959 το αντιμακαριακό στρατόπεδο που απέρριπτε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου αποτελούνταν από τον ενωτικό Θεμιστοκλή Δέρβη και το ΑΚΕΛ του Ε. Παπαϊωάννου.  Αρκετά χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1983, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ συμπράττουν στην κοινή υποψηφιότητα Σ. Κυπριανού στη βάση του Μίνιμουμ Προγράμματος αν και διαφωνούν ως προς την προσέγγιση στο εθνικό ζήτημα. Ακολούθησε η συνεργασία ΔΗΚΟ-ΔΗΣΥ στον δεύτερο γύρο των εκλογών του 1993. Το 2003 το ΔΗΚΟ συνεργάζεται με το ΑΚΕΛ στην κοινή υποψηφιότητα Τ. Παπαδόπουλου. Η διαφορετική προσέγγιση στο Κυπριακό θα γίνει αντιληπτή τον Απρίλιο του 2004 αλλά και τον Σεπτέμβριο του 2007 όταν το ΑΚΕΛ αποφάσισε να διεκδικήσει με δικό του υποψήφιο την προεδρία.

Το 2008, στο δεύτερο γύρο, ΕΔΕΚ και ΔΗΚΟ στηρίζουν την υποψηφιότητα Χριστόφια. Η διαφορά συναντίληψης στο Κυπριακό γίνεται εμφανής με την υπογραφή του Κοινού Ανακοινωθέντος Χριστόφια-Ταλάτ περί διζωνικού συνεταιρισμού δύο συνιστωσών πολιτειών ίσου καθεστώτος και την αποχώρηση, 19 μήνες μετά, της ΕΔΕΚ. Το ΔΗΚΟ αποχώρησε, μόνο, μετά την καταστροφή στο Μαρί.

Στις εκλογές του 2013 η υποστήριξη ΔΗΚΟ στο νυν πρόεδρο και η προεκλογική μεταξύ τους συμφωνία (καθιέρωση προδιαβούλευσης ώστε κάθε πρόταση της ελληνοκυπριακής πλευράς θα ήταν αποτέλεσμα διαλόγου μεταξύ προέδρου της Δημοκρατίας, του Ελληνοκύπριου συνομιλητή και των αρχηγών των κομμάτων, δέσμευση επεξεργασίας συνολικού πλαισίου προτάσεων για λύση λειτουργική και βιώσιμη, μη επαναφορά του σχεδίου Ανάν  με φραστικές αλλαγές)  δεν απέτρεψαν τον τελευταίο να συμπράξει στο Κοινό Ανακοινωθέν  της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Παράλληλα, δεν προωθήθηκε η υποψηφιότητα Μάκη Κεραυνού και δεν στηρίχθηκε η υποψηφιότητα Γ. Λιλλήκα από όλα τα σχήματα του χώρου. Ο νυν πρόεδρος γνώριζε πως η υποψηφιότητά του θα προκαλούσε αντιδράσεις λόγω της στάσης του στο δημοψήφισμα του 2004. Η σωρεία προβλημάτων, όμως, της προεδρίας Χριστόφια και η παρουσιαζόμενη ανάγκη μιας «φιλελεύθερης προσέγγισης» στην οικονομία μετά από 5 έτη αριστερής διακυβέρνησης ενίσχυσε τις προοπτικές επιτυχίας. Η συνεργασία με το ΔΗΚΟ λειτούργησε αθωωτικά για  τον κ. Αναστασιάδη. Αποκτούσε την υποστήριξη του κόμματος ο πρόεδρος του οποίου αποτέλεσε  εμπόδιο στην αποδοχή του σχεδίου Ανάν το 2004, ο πρόεδρος τον οποίο  χλεύαζε και λοιδωρούσε, ίσως, γιατί ο ίδιος δεν είχε το θάρρος να κάνει την, μεμονωμένη έστω, υπέρβαση που ο Τ. Παπαδόπουλος έκανε. Ο κ. Αναστασιάδης αναβαπτίστηκε  με την στήριξη του ΔΗΚΟ χωρίς, όμως, όπως αποδείχτηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια να έχει μετακινηθεί από τις τότε θέσεις του.

Σε σχέση με τις επικείμενες εκλογές του επόμενου έτους οι προσπάθειες των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου για κοινό υποψήφιο δεν ευοδώθηκαν με συνέπεια να υπάρχουν, με τα σημερινά δεδομένα,  οι υποψηφιότητες του Νικόλα Παπαδόπουλου με τη στήριξη των ΔΗΚΟ-ΕΔΕΚ και Κινήματος Αλληλεγγύης και του Γιώργου Λιλλήκα υποστηριζόμενος από τη Συμμαχία Πολιτών. Το Κίνημα Οικολόγων προτίμησε να καταρτίσει πρόγραμμα θέσεων και σε δεύτερο βαθμό να αναζητήσει υποψήφιο.

Και πάλι κομματικές σκοπιμότητες φαίνονται ικανές να αποπροσανατολίσουν τα κόμματα του χώρου από τη δημιουργία συμπαγούς μετώπου κατά του διζωνικού συνεταιρισμού. Αναφέρεται η φράση διζωνικός συνεταιρισμός γιατί, με το Κοινό Ανακοινωθέν Χριστόφια -Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008, η δικοινοτική ομοσπονδία αναβιβάστηκε σε διαπολιτειακή/διακρατική (εποικοδομητικά ασαφής η μετάφραση της  λέξης state) ομοσπονδία μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τον πληθυσμό ( δικοινοτική) στην συνταγματική διάρθρωση με τη χρήση της λέξης state ( είτε με την έννοια της πολιτείας, είτε και πολύ περισσότερο με την έννοια του κράτους).

Ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος, σε συνέντευξη του, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο σύμπραξης με το ΑΚΕΛ, σε περίπτωση κατά την οποία δεν κατέληγαν σε συνεργασία με τα υπόλοιπα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου. Αναγνωρίζοντας τη διάσταση απόψεων στο Κυπριακό ο κ. Σιζόπουλος τόνισε τη συνεργασία με το ΑΚΕΛ στις τελευταίες δημοτικές εκλογές καθώς και τη σύμπνοια σε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα.[1]

Παρομοίως, ο επικεφαλής της Συμμαχίας Πολιτών Γ. Λιλλήκας δεν απέκλεισε την συνεργασία με το ΑΚΕΛ.  Τόνισε, σε τηλεοπτική εκπομπή,  πως με το ΑΚΕΛ «έχουμε διαφορές εις το Κυπριακό. Έχουμε, όμως, και πολλές συγκλίσεις και στα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα…» ενώ σε επισήμανση του δημοσιογράφου πως υπάρχει διαφωνία στη στρατηγική του Κυπριακού ο κ. Λιλλήκας τόνισε πως « στην στρατηγική δεν είμαι σίγουρος ότι διαφωνούμε τόσο. Διαφωνούμε σε κάποια άλλα ζητήματα αλλά εάν υπάρχει καλή διάθεση μπορούμε να  βρούμε, αν θέλετε, τις κοινές συνισταμένες, το κοινό έδαφος ».[2]

Συνέχισε προκρίνοντας τη διαδικασία απεγκλωβισμού από την ονομασία της λύσης δίνοντας έμφαση στις προϋποθέσεις της λύσης μην λαμβάνοντας ξεκάθαρες αποστάσεις από δυνάμεις υπέρ της ΔΔΟ. Σε πρόσφατη συνέντευξη του δε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, σκιαγραφώντας την λύση του Κυπριακού  τόνισε πως η  «ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου του 2009, δίνει ένα περιεχόμενο στη λύση το οποίο εκφράζει όλους. Η αναφορά στη Διζωνικότητα γεννά ερωτηματικά ως προ το αν αυτό το περιεχόμενο μπορεί να επιτευχθεί σ’ ένα τέτοιο μοντέλο. Η λύση που επιδιώκω διασφαλίζει το δικαίωμα όλων των νόμιμων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, να ζήσουν με ασφάλεια σε όποια γωνιά της Κύπρου επιθυμούν, χωρίς να απαιτείται η εξασφάλιση άδειας απ’ οποιονδήποτε».[3]

Η μη ξεκάθαρη απόρριψη του διζωνικού συνεταιρισμού, αν και είναι προφανές ότι η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων  ακυρώνουν τη διζωνικότητα, και η διαιώνιση της παρανόησης ότι κάπως, με κάποιον τρόπο η λύση της ΔΔΟ μπορεί να υποδηλώνει  δημοκρατική διάρθρωση της πολιτείας, κράτος δικαίου και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιτρέπει στους υποστηρικτές της ΔΔΟ να εγκλωβίζουν την κυπριακή κοινωνία στον μονόδρομο του διζωνικού συνεταιρισμού.

Ανάγκη  μετώπου

Μια μεγάλη ευκαιρία για σφυρηλάτηση και απόπειρα δημιουργίας ενός μετώπου εναντίον της ΔΔΟ καθώς και ευρύτερης ανανέωσης του κυπριακού πολιτικού σκηνικού χάθηκε το 2004. Ο Τάσος Παπαδόπουλος ελπίζοντας σε επανεκλογή με τη βοήθεια του ΑΚΕΛ, παρέμεινε στο πλαίσιο της ΔΔΟ συνάπτοντας τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 η οποία προνοούσε ως λύση τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα με παράλληλη υποχρέωση να μην διαταραχθεί η «σωστή ατμόσφαιρα» με αποφυγή επίρριψης ευθυνών και κατηγοριών στερώντας το θύμα από το μοναδικό όπλο που έχει στη διάθεση του, να καταγγείλει το θύτη.  Οι υποστηρικτές της εν λόγω συμφωνίας ισχυρίζονταν,  ότι μόνο στον τίτλο γινόταν λόγος για ΔΔΟ ενώ στόχος της ήταν η κατάργηση της ΔΔΟ μέσω της διασαφήνισης των όρων «διζωνικότητα» και «δικοινοτικότητα». Ποια όμως τα περιθώρια εναλλακτικής  ερμηνείας της διζωνικότητας παρά η ύπαρξη δύο γεωγραφικών ζωνών υπό τον απόλυτο έλεγχο της κάθε συνιστώσας πολιτείας; Η δικοινοτικότητα σε συνδυασμό με την πολιτική ισότητα τι διαφορετικό μπορεί να σημαίνει από αξίωση συγκυριαρχίας και μόνιμου δικαιώματος αρνησικυρίας για κάθε πτυχή της κρατικής λειτουργίας; Η διαπραγμάτευση που θα γινόταν για τις ουσιαστικές πτυχές του Κυπριακού ώστε να ξεκαθαριστεί το περιεχόμενο των παραπάνω όρων, απλά, θα επιβεβαίωνε το περιεχόμενο το οποίο η Άγκυρα, διαχρονικά, αποδίδει στους όρους αυτούς. Τέλος, όταν ως στόχος έχει τεθεί, στην πρώτη δέσμη αρχών της συμφωνίας, η ΔΔΟ με πολιτική ισότητα, ποια νέα βάση λύσης θα προέκυπτε;

Ο τότε πρόεδρος του ΔΗΚΟ εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες απείθειας των ψηφοφόρων, κυρίως, του ΔΗΣΥ αλλά και του ΑΚΕΛ στο δημοψήφισμα μπορούσε να αναλάβει πρωτοβουλίες δημιουργίας πολιτικής  κίνησης με συνεκτικό στοιχείο την αντίθεση στη ΔΔΟ και να προσπαθήσει να θέσει το Κυπριακό επί νέας βάσης. Η υπέρβαση, όμως, την ημέρα του δημοψηφίσματος δεν είχε συνέχεια.

Ενδεικτικό της στάσης αναποφασιστικότητας των πολιτικών δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου, της μάταιης προσπάθειας τους να συμβιβάσουν αντίθετες έννοιες και της συνακόλουθης ανημπόριας δημιουργίας ενιαίου μετώπου αποτελεί η προεκλογική συμφωνία ΔΗΣΥ-ΔΗΚΟ, στις προεδρικές  εκλογές του 2013, όπου υπήρχε αναφορά πως το πλαίσιο λύσης θα βασίζεται στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 24ης Απριλίου 2004 ( κατά της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας), στη συμφωνίας της 8ης Ιουλίου (υπέρ της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας)  και στις ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2009. Το κείμενο της 18ης Σεπτεμβρίου ενώ ορίζει ως την επιδιωκόμενη λύση τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, τονίζει ότι η παραπάνω λύση, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να συνάδει με το διεθνές και το κοινοτικό δίκαιο (χωρίς μόνιμες αποκλίσεις)  και τις διεθνείς συμβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ενωμένο -μετά τη λύση- κυπριακό κράτος να συνιστά  εξέλιξη της υπάρχουσας Κυπριακής Δημοκρατίας με διασφάλιση ενότητας και ανεξαρτησίας, να αποχωρήσουν οι έποικοι και να επιστρέψουν οι Έλληνες πρόσφυγες στα σπίτια τους. Αλληλοαναιρούμενο, αντιφατικό  κείμενο με τη λύση που επιδιώκει να μην έχει καμία σχέση με τις παραμέτρους που θα ήθελαν οι συντάκτες του κειμένου αυτού.  Παράμετροι οι οποίες δεν υφίστανται σε ένα πλαίσιο λύσης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Δεν υφίσταται ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο όπως υποστήριζε ο Τ. Παπαδόπουλος και όπως έχει επαναλαμβάνει κατά το παρελθόν ο Νικόλας Παπαδόπουλος. Οι λέξεις έχουν συγκεκριμένο νόημα και απορρέουν συγκεκριμένες συνέπειες. Διζωνικότητα σημαίνει πως η τουρκική πλευρά θα έχει τον απόλυτο έλεγχο στη δική της ζώνη καθώς και πλειοψηφία πληθυσμού και γης. Μοιραία αυτό ακυρώνει επιστροφή προσφύγων και αποχώρηση εποίκων. Πολιτική ισότητα συνεπάγεται την συνιδιοκτησία και τη συγκυριαρχία, άρα και την εξίσωση των αριθμητικά ανόμοιων πλευρών ακυρώνοντας τη δημοκρατία  και – μέσω του ελέγχου της Άγκυρας – την ανεξαρτησία του κράτους. Παράλληλα, υπάρχει η συνήθεια να μην γίνεται καν λόγος για όνομα λύσης με την αιτιολογία να μην «γίνουμε όμηροι σε ονοματολογία» και να δίνεται έμφαση στα χαρακτηριστικά της λύσης ωσάν οι παράμετροι της κάθε λύσης να μην καταλήγουν σε μια συγκεκριμένη περιγραφή και σε συγκεκριμένο όνομα λύσης. Η προσπάθεια προσεταιρισμού ψηφοφόρων από ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, είτε είναι δημοτικές, είτε κοινοβουλευτικές  ή ακόμα και προεδρικές εκλογές, ενθαρρύνει τους εκπροσώπους των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου να μην κάνουν χρήση των αντιδιζωνικών φρονημάτων τους προσπαθώντας να ισορροπήσουν μεταξύ του εθνικού συμφέροντος και του κομματικού κέρδους στενά οριζόμενου. «Ναι στη ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο», «όχι στην ονοματολογία λύσης» και άλλα χαριτωμένα. Η νοοτροπία της εποικοδομητικής ασάφειας, ένδειξη αδυναμίας της Λευκωσίας στις συνομιλίες με το κατοχικό καθεστώς εμφανίζεται και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό ως αδυναμία του ενδιάμεσου χώρου έναντι ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Μάταιη αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ πατρίδας, κόμματος και προσωπικών φιλοδοξιών… Η ΔΔΟ παραμένει και καθιερώνεται ως η μόνη εφικτή λύση (There is Not Alternative), έστω και αν 4 δεκαετίες έχουν αποδείξει ότι είναι εντελώς ανέφικτη.

Καταληκτικά  Σχόλια

Απελευθέρωση, αν φυσικά υπάρχει συμφωνία ότι αυτός είναι ο στόχος,  απαιτεί αγώνα διαρκείας όχι στιγμιαίες, μεμονωμένες νίκες. Για να υπάρξει διάρκεια απαιτείται μέτωπο, μόνιμη συμμαχία, όχι καιροσκοπικές συμπράξεις με τον έναν και με τον άλλον.  Όταν στην προεδρία της Δημοκρατίας βρίσκεται πρόσωπο προερχόμενο από ΔΗΣΥ ή ΑΚΕΛ,  οι εκπρόσωποι του ενδιάμεσου χώρου τείνουν να απευθύνονται, ενστικτωδώς, στον υποψήφιο του έτερου μεγάλου κόμματος  ώστε να υπάρχει αλλαγή στην πολιτική – του Κυπριακού συμπεριλαμβανομένου – δίνοντας, όμως με αυτόν τον τρόπο, νέα πνοή και νομιμοποίηση στη ΔΔΟ ως λύσης του Κυπριακού που υποστηρίζει και ο υποψήφιος του έτερου μεγάλου κόμματος.

ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ ως τα μεγαλύτερα κόμματα, όχι απαραίτητα στο επίπεδο των ιδεών – και σίγουρα όχι, όπως κατέδειξε το δημοψήφισμα του 2004, στη διαχείριση του Κυπριακού – όσο στην ύπαρξη μέσων και μηχανισμών, βρίσκονται σε  πλεονεκτική θέση να επηρεάζουν τη στάση  στελεχών των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου. Θέσεις και αξιώματα κολακεύουν, δημιουργούν μια διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Θέτουν νέες προτεραιότητες. Θέσεις αλλοιώνονται. Η φρασεολογία αλλάζει. Αλλά μαζί με διαφορετικές λέξεις έρχονται και διαφορετικά νοήματα και περιεχόμενα. Κάθε λέξη έχει τη σημασία της. Δεν μπορεί να υπάρχει αδιαφορία ως προς την ονομασία της λύσης ώστε να μην καταστούμε «όμηροι της ονοματολογίας». Αποφυγή της ονομασίας λύσης αποσκοπεί στην υποστήριξη ΔΗΣΥ ή ΑΚΕΛ. Δεν υποστηρίζεται ανοικτά η ΔΔΟ για να κρατηθούν τα προσχήματα, αλλά δεν δηλώνεται και η αντίθεση σε αυτή υιοθετώντας τη θέση ότι η ονοματολογία της λύσης είναι δευτερευούσης σημασίας και εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά αυτής. Εφόσον, όμως, η θέση των ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ είναι υπέρ της ΔΔΟ τα επιμέρους χαρακτηριστικά της λύσης θα οριοθετηθούν από τα εν λόγω κόμματα υπό το πρίσμα της ΔΔΟ ακόμα και αν – για λόγους εκλογικής τακτικής – για λίγες εβδομάδες υποχωρήσει από τη δημόσια ρητορική η αναφορά σε ΔΔΟ.

Δεν σφυρηλατείται ενιαία στάση με την συχνή αλλαγή συμμαχιών και τη μεταφορά ψήφων των κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου εναλλάξ στο ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ. Η ΔΔΟ καθιερώνεται στη συνείδηση των ψηφοφόρων του Ενδιάμεσου και το φρόνημα τους υπονομεύεται και, σταδιακά, αλλοιώνεται. Οι όποιες διαφωνίες των κομμάτων του Ενδιάμεσου είναι δευτερευούσης σημασίας χωρίς σοβαρές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταντο θα συνιστούσαν πολυτέλεια για μια υπό κατοχή χώρα. Προσωπικοί υπολογισμοί και φιλοδοξίες ενθαρρύνουν τον εγκλωβισμό στον διζωνικό συνεταιρισμό για τη συντήρηση του οποίου η Λευκωσία καταβάλλει, συνεχώς νέο αντίτιμο.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ μπορούν να καταστούν πόλοι έλξης.  Διαθέτουν τα μέσα για να ενθαρρύνουν φιλοδοξίες, να καλλιεργήσουν  ματαιοδοξίες. Ανθρώπινες οι αδυναμίες. Μικρή η ζωή. Μικρή και η Κύπρος. Μικροί πολιτικοί. Μικροί άνθρωποι…

Πρώτη δημοσίευση, https://www.apopseis.com/o-mireos-endiamesos-choros-ke-i-apofasi-gia-tis-epikimenes-proedrikes-ekloges/ , 29 Μαΐου 2017.

[1]    Συνέντευξη στην εφημερίδα Σημερινή, 30 Απριλίου 2017,          http://www.sigmalive.com/simerini/politics/426223/o-nikolas-einai-pio-ekleksimos-apo-ton-lillika

[2] https://www.youtube.com/watch?v=7YkmzaGX9Bc .Η εν λόγω αναφορά στο 28:48-28:55.

[3] Συνέντευξη στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, 21-5-2017, http://www.philenews.com/eidiseis/politiki/article/400346/g-lillikas-na-anazitithoyn-alloy-efthynes-ga-diaspasi

Posted in Uncategorized

Εκδήλωση: Η Εκκλησία και το Ιερό Σκήνωμα του Κράτους, 29/5 19.00

Το διαδικτυακό περιοδικό Αντίφωνο σε συνεργασία με τις εκδόσεις Εν Πλω διοργανώνει
τη Δευτέρα 29 Mαΐου στις 19:00 εκδήλωση-συζήτηση με θέμα:

« Η Εκκλησία και το Ιερό Σκήνωμα του Κράτους: σχέσεις των δύο θεσμών στην Ελλάδα του 2017 »

Συζητούν οι:

Θεόδωρος Δ. Παπαγεωργίου
Νομικός Σύμβουλος της Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος

Σωτήρης Μητραλέξης
Ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester
& Επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πόλεως, Κωνσταντινούπολη

Βιβλιοπωλείο Εν Πλω, Εμπορικό Κέντρο ATRIUM, Χαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ, προαιρετική συμβολή 5 ευρώ

Facebook event

 

Posted in Εκδηλώσεις

Κυπριακό: Η παγίδα των Εγγυήσεων Ιωάννης Σ. Λάμπρου

Αναστασιάδης Κοτζιάς

Στην παρούσα φάση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ζήτημα, η ελλαδική κυβέρνηση έχει θέσει σε προτεραιότητα την κατάργηση των εγγυητικών και των συνακόλουθων επεμβατικών δικαιωμάτων στη νήσο. Την πολιτική αυτή φαίνεται να ενισχύει και η πιθανότητα συναίνεσης στην πιο πάνω θέση της βρετανικής κυβέρνησης. Ως αποδεικτικό της πίεσης, την οποία δέχεται η τουρκική κυβέρνηση αναφέρεται το γεγονός ότι, για πρώτη φορά, η Άγκυρα είναι διατεθειμένη, να διεξάγει ουσιαστικές συζητήσεις  για το ζήτημα των εγγυήσεων.

Η ανάδειξη  των εγγυήσεων, αναμφισβήτητα, αποτελεί κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, από τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία θέλει να καταδείξει την ενοχή και τις διεθνείς ευθύνες της Τουρκίας από την καταπάτηση των όρων των συμφωνιών του 1959-1960.Καλώς η ελλαδική πλευρά το αναδεικνύει, αλλά η διζωνικότητα και ο σφικτός εναγκαλισμός των Τουρκοκυπρίων και του σχεδιαζόμενου κράτους από την Άγκυρα έχει τις ίδιες, αν όχι χειρότερες,  συνέπειες.

Αναφέρεται επίσης ότι, ύστερα από χρόνια, το κατοχικό καθεστώς δέχτηκε να παραδώσει χάρτη αλλά αυτό, απλά, επιβεβαίωσε την αδιαλλαξία του, απαιτώντας, περίπου, το 29.2% του εδάφους της κυπριακής νήσου να περιλαμβάνεται στην υπό σύσταση τουρκοκυπριακή πολιτεία αφήνοντας έξω την πόλη της Μόρφου, με την τουρκοκυπριακή πολιτεία να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος της ακτογραμμής (55%) και με τον αριθμό των Ελληνοκύπριων προσφύγων με δικαίωμα επιστροφής να είναι 55.000.[1] Το γεγονός ότι το κατοχικό καθεστώς δέχτηκε να καταθέσει ένα χάρτη δεν συνεπάγεται ότι υιοθέτησε πιο διαλλακτικές θέσεις. Αντίθετα, κατέδειξε στη διεθνή κοινή γνώμη, με τον πλέον επίσημο τρόπο τις αξιώσεις του, οι οποίες έγιναν, σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν αποδεκτές αναφορικά με την έκταση, από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Από τη στιγμή κατά την οποία η ελληνοκυπριακή πλευρά, μέσω του δικού της χάρτη, αποδέχεται ότι το ποσοστό που θα αναλογεί στην τουρκοκυπριακή πολιτεία δεν θα πέσει κάτω από 28.2% παύει να υπάρχει διαπραγμάτευση για την έκταση της κάθε πολιτείας και πλέον η συζήτηση θα περιοριστεί σε ποιες περιοχές θα υπάρξει η εδαφική αναπροσαρμογή, όπως ονομάζεται η επίσημη αποκήρυξη – σε περίπτωση συμφωνίας – εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας του  1/3 του εδάφους της και η αποδοχή των τετελεσμένων της κατοχής. Υπενθυμίζεται ότι  ως διακηρυγμένος στόχος της ελλαδικής και κυπριακής ηγεσίας, τις τέσσερις και πλέον δεκαετίες των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, παρουσιάζονταν η άρση των τετελεσμένων της  τουρκικής εισβολής και κατοχής… Χαρακτηριστική του μεγέθους των υποχωρήσεων αποτελεί η παραδοχή του Προέδρου κ. Αναστασιάδη, σε τηλεοπτική συνέντευξη, του γεγονότος της παραμονής, με τον έναν  ή  τον άλλον τρόπο, όλων των εποίκων μετά από μια υποθετική συμφωνία.[2] Ανάλογα και στην περίπτωση των εγγυήσεων, η όποια διάθεση για συζήτηση δεν σημαίνει διάθεση για αλλαγή αλλά για νέο διακανονισμό που να εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό γιατί ο παλαιός, ίσως, να εξάντλησε τη χρησιμότητά του.

Η έμφαση στις εγγυήσεις, χρήσιμη όπως προαναφέρθηκε, τείνει να υποτιμά τον πλήρη έλεγχο των κατεχόμενων εδαφών από την Άγκυρα. Η επιθυμία της τελευταίας είναι και επιθυμία των Τουρκοκυπρίων/εποίκων. Είτε μέσω των εγγυήσεων, είτε μέσω της εσωτερικής διάρθρωσης του εκκολαπτόμενου κράτους, η Τουρκία επιθυμεί τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου. Αποτελεί ψευδαίσθηση η σκέψη πως αν αλλάξουν οι πρόνοιες των εγγυήσεων, με κάποιον τρόπο (μορφή όχι ουσιαστικό περιεχόμενο διότι αποτελεί διαχρονική τουρκική στοχοθεσία ο έλεγχος της νήσου),   τότε θα επέλθει και η λύση του Κυπριακού Προβλήματος.

Άλλωστε η έμφαση στα αποικιακού χαρακτήρα εγγυητικά δικαιώματα,  βρίσκεται σε αρμονία με την αριστερή ρητορική του μεγαλύτερου κυβερνητικού εταίρου της ελλαδικής κυβέρνησης, προσδίδοντας στον τελευταίο δάφνες διεθνιστικών αγώνων, όχι αρκετών πάντως για να αποσείσει την εικόνα πλήρους συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις των δανειστών της χώρας.

Η προσέγγιση τούτη  – έμφαση στις εγγυήσεις – αποπειράται να ακυρώσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό στη διεθνή του διάσταση (η Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη), αλλά αδυνατεί να κατανοήσει – βοηθούσης και της μεσσιανικής διεθνιστικής πίστης στη δύναμη συμβίωσης διαφορετικών εθνών και θρησκειών εντός του ίδιου κράτους –  την έκφραση του στην εσωτερική διάρθρωση του εκκολαπτόμενου κράτους υπό τη μορφή της διζωνικής δικοινοτικής (συν)ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, αλλά και το βαθμό εξασφάλισης, μέσω αυτής της ρύθμισης, θεμελιωδών δικαιωμάτων των αυτοχθόνων Ελλήνων της Κύπρου.

Σαφέστατος ο Ελλαδίτης Υπουργός Εξωτερικών κ. Κοτζιάς σε πρόσφατες συνεντεύξεις του. Στην τηλεόραση του Euronews, στις 16 Ιανουαρίου, σημείωσε πως για την ελληνική κυβέρνηση μια λύση θα σημαίνει « μέγιστα δικαιώματα για τους Τουρκοκύπριους και το μέγιστο αίσθημα ασφάλειας για τους Ελληνοκύπριους».[3]  Επίσης, λίγες ημέρες αργότερα, στις  21 Ιανουαρίου, στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων DPA, τόνισε πως «και οι δύο εθνικές ομάδες θα έχουν ίσα δικαιώματα». Πιο αποκαλυπτικά, σημείωσε ότι « οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν πλήρη πολιτική ισότητα . Θα έχουν δικαίωμα βέτο σε όλα τα σημαντικά ζητήματα. Και το Ανώτατο Δικαστήριο θα αποτελείται από τέσσερεις δικαστές από κάθε εθνική ομάδα».[4]

Σαφέστατος και ο εκπρόσωπος του κατοχικού καθεστώτος κ. Ακιντζί. Αναφερόμενος στη μορφή της λύσης και τη θέση του ψευδοκράτους εντός αυτής, τόνισε, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2015: «πρόκειται για μια δομή [κατεχόμενες περιοχές] που θα αλλάξει  και θα μετατραπεί σε συνιστώσα πολιτεία, όπως και η δομή [Κυπριακή Δημοκρατία] που διοικείται τώρα  από τους Ελληνοκύπριους. Από αυτές τις δύο συνιστώσες πολιτείες θα δημιουργηθεί ένας ομοσπονδιακός συνεταιρισμός». Επίσης, «μιλούμε για μια νέα δομή που θα δημιουργηθεί στη βάση της πολιτικής ισότητας. Με καλή πρόθεση αυτό αναζητούμε. Κατά τους Ελληνοκύπριους, αλλάζει δομή η Κυπριακή Δημοκρατία. Κατ’ εμάς δημιουργείται μία νέα δομή».[5]

Η εποικοδομητική ασάφεια επιστρατεύεται, για να καλύψει το γεγονός ότι δεν υφίσταται συμφωνία στην πλέον σημαντική πτυχή των συνομιλιών, αν η υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία θα λάβει ομοσπονδιακή μορφή συμπεριλαμβάνοντας τους Τουρκοκύπριους ή θα επέλθει δημιουργία νέου κράτους.

Η έννοια της εποικοδομητικής ασάφειας συνίσταται στη χρήση διφορούμενων διατυπώσεων και ορολογιών-νεολογισμών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμφωνία δεν είναι εφικτή. Με την εισαγωγή  φράσεων υποκειμένων σε πολλαπλές αναγνώσεις καλύπτεται η διαφωνία στο βαθμό κατά τον οποίο κάθε πλευρά ερμηνεύει τις εν λόγω φράσεις ώστε να προωθούνται τα συμφέροντά της. Η καταγραφή ανύπαρκτων συγκλίσεων και η συνακόλουθη απουσία νοηματικής αρτιότητας με παράλληλες, ταυτόχρονα, ερμηνείες, προς δημιουργία κλίματος επικείμενης λύσης, λειτουργεί υπέρ του ισχυρότερου ( Άγκυρα και Λονδίνο) διότι την κρίσιμη στιγμή – έχοντας υπ’ όψιν  και το ιστορικό υποχωρήσεων Ελλαδιτών και Ελλήνων της Κύπρου – αυτός επιβάλει το συμφερότερο για αυτόν (αυτούς) νόημα.

Το περιεχόμενο της λύσης και οι συνέπειες του

Η έννοια της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα δεν είναι, απλά, μια αόριστη φράση αλλά έχει συγκεκριμένες προκείμενες, ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο λύσης με πολύ συγκεκριμένες πραγματικότητες να απορρέουν από το πλαίσιο αυτό. Το νόημα κάθε μιας από τις παραπάνω λέξεις ορίζει επακριβώς πως θα λειτουργεί ένα κυπριακό κράτος με την παραπάνω λύση. Οι λέξεις δεν είναι τυχαίες. Έχουν νόημα. Συνέπειες απορρέουν και πραγματικότητες δημιουργούνται από το νόημα των λέξεων.

Η λύση δύο ξεχωριστών περιοχών με ισότιμο λόγο στη διακυβέρνηση του νησιού αποτελεί το πλαίσιο επίλυσης, δεκαετίες τώρα, με συνεχείς υποχωρήσεις της ελληνική πλευράς ώστε, κάθε φορά να καθίσταται πιο ασφυκτικό για τους Έλληνες της Κύπρου και ενισχυτικό της τουρκικής παρουσίας στο νησί. Όλες οι τελευταίες συμφωνίες, άλλωστε, μεταξύ του εκάστοτε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κατοχικού ηγέτη προνοούν για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Το σχέδιο Ανάν, του 2004, βασιζόταν σε αυτή τη λύση. Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω πρόνοιες του Συντάγματος της Ενωμένης Δημοκρατίας της Κύπρου σύμφωνα με το απορριφθέν σχέδιο Ανάν. Σύμφωνα με αυτό, στο άρθρο 3.2 προβλεπόταν πως δεν θα υπήρχε ιεραρχία μεταξύ ομοσπονδιακών και πολιτειακών νόμων. Σε μια ομοσπονδία, όμως, οι ομοσπονδιακοί νόμοι, σαφώς, υπερέχουν των νόμων των πολιτειών της ομοσπονδίας αυτής. Επίσης, στην επόμενη παράγραφο (3.3) υπήρχε πρόνοια πως το Ανώτατο Δικαστήριο θα εξασφάλιζε τον σεβασμό του Συντάγματος από τα υπόλοιπα ομοσπονδιακά όργανα και τις δύο συνιστώσες πολιτείες. Δεν διευκρινιζόταν, όμως, ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία αυτό θα επιτυγχανόταν.[6]  Ο χαρακτήρας του Συντάγματος του σχεδίου Ανάν, ως διεθνούς συμφωνίας μεταξύ διαφορετικών κρατών και όχι αποτέλεσμα συντακτικής εξουσίας των ενδιαφερόμενων Κυπρίων, ολοκληρώνει την εικόνα συνομοσπονδίας. Δύο χρόνια αργότερα, με τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 μεταξύ του Προέδρου Τ. Παπαδόπουλου και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, η πρώτη δέσμη αρχών προνοούσε  μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα.[7]  Επιδείνωση των προνοιών υπήρξε δύο χρόνια αργότερα, στις 23 Μαΐου 2008, με την Κοινή Δήλωση του νεοεκλεγέντος Προέδρου Δ. Χριστόφια και του Μ.Α. Ταλάτ σύμφωνα με την οποία η λύση θα έπαιρνε τη μορφή μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Επιπλέον, όμως, γινόταν λόγος για  ένα συνεταιρισμό  που θα αποτελείται από «μια Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση με μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, καθώς και μια Τουρκοκυπριακή Συνιστώσα  Πολιτεία και μια Ελληνοκυπριακή Συνιστώσα Πολιτεία, οι οποίες θα έχουν ισότιμο καθεστώς».[8]

Η εποικοδομητική ασάφεια επανέρχεται, διότι η λέξη που χρησιμοποιείται στην αγγλική για να περιγράψει τα ομοσπονδιακά συνιστώντα μέρη είναι state η μετάφραση της οποίας είναι είτε κράτος, είτε πολιτεία. Η κάθε πλευρά υιοθετεί την μετάφραση σύμφωνα με τη δική της ερμηνεία της συμφωνίας. Δεν υπάρχει, κοινά αποδεκτή, σημασία της λέξης state και στο βαθμό που υπάρχει βρίσκεται πιο κοντά στην έννοια του κράτους και δευτερευόντως της πολιτείας. Στην εν λόγω Κοινή Ανακοίνωση, η έννοια της διακοινοτικής ομοσπονδίας αναβιβάστηκε σε διαπολιτειακή/διακρατική ομοσπονδία. Ενισχύθηκε ο εδαφικός διαχωρισμός, διότι από την έμφαση στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό (κοινότητα) έγινε μετατόπιση και έμφαση στην συνταγματική οργάνωση με τη λέξη state, είτε με την έννοια της πολιτείας και πολύ περισσότερο με τη λέξη κράτος.

Τέλος, στην Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου 2014, μεταξύ του Προέδρου Ν. Αναστασιάδη και του Ντερβίς Έρογλου,  τονίζεται, στην τρίτη παράγραφο, πως: « η ενωμένη Κύπρος, ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα έχει μια και μόνη διεθνή νομική προσωπικότητα και μια και μόνη κυριαρχία, η οποία καθορίζεται ως η κυριαρχία που απολαμβάνουν όλα τα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών δυνάμει του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ και η οποία προέρχεται εξίσου από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους».[9]  Η, επί ίσοις όροις, προέλευση της κρατικής κυριαρχίας συνεπάγεται την συγκυριαρχία με τα πρώην κατεχόμενα αναβιβαζόμενα πλέον σε συνέταιρο της νέας λύσης και αποτελεί λογική συνέπεια της ερμηνείας της πολιτικής ισότητας την οποία έχει αποδεχθεί η ελληνοκυπριακή πλευρά· ισότητα όχι πολιτών μεταξύ τους και ενώπιον του Νόμου, αλλά ισότητα κοινοτήτων και αργότερα πολιτειών/κρατών. Παράλληλα, όπως και στην Κοινή Δήλωση της 23ης Μαΐου 2008,  επαναλαμβάνεται, στην τέταρτη παράγραφο, ότι «…η ενωμένη κυπριακή ομοσπονδία θα αποτελείται από δυο συνιστώσες πολιτείες με ισότιμο καθεστώς» αποδυναμώνοντας περαιτέρω τη δικοινοτικότητα της επιδιωκόμενης λύσης.

Όπως και το 2004, η όποια λύση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους σε δυο διαφορετικά δημοψηφίσματα αναγνωριζόμενα ως ισόκυρα αν και στην περίπτωση των κατεχομένων θα συμμετέχουν και έποικοι. Σε περίπτωση αποδοχής λύσης στο πλαίσιο της ΔΔΟ η διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία και τα κατεχόμενα θα αποτελέσουν τα ισότιμα, μεταξύ τους, συνιστώντα μέρη (κράτη; πολιτείες;) της ενωμένης νήσου. Η νέα πολιτειακή πραγματικότητα, είτε πρόκειται για μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε για δημιουργία νέας κρατικής οντότητας, θα έχει συνέταιρους και συνιδιοκτήτες τους Τουρκοκύπριους με σημαντική παρουσία εποίκων υπό τον έλεγχο της Άγκυρας.

Η έννοια της πολιτικής ισότητας, κληρονομιά της προεδρίας Γ. Βασιλείου, συνεπάγεται, όπως σημειώθηκε πρωτύτερα, εξίσωση όχι μεμονωμένων πολιτών αλλά κοινοτήτων και εσχάτως πολιτειών/κρατών. Εφαρμογή της πιο πάνω αρχής επιδιώκει η Άγκυρα με την εκ περιτροπής προεδρία, ώστε να διακηρύσσεται προς το εξωτερικό και να αποτυπώνεται στην ύπατο πολιτειακό αξίωμα η ισότιμη συνιδιοκτησία ( του 82% με το 18%) της νέας πραγματικότητας. Η πολιτική ισότητα, υπό αυτή τη μορφή,  σημαίνει και διαγραφή μνήμης, γιατί απέναντι στις αρχές του νέου κράτους ( Τουρκοκύπριος  Πρόεδρος) απαιτείται σεβασμός… Η απαίτηση της παροχής των  τεσσάρων ελευθεριών στους Τούρκους πολίτες, όπως και στους Ελλαδίτες, απηχεί αυτήν την επιδίωξη της «ισότητας»…

Συρρίκνωση του Ελληνισμού

Η πρακτική σημασία του διζωνικού συνεταιρισμού με πολιτική ισότητα συνίσταται στην αναγκαιότητα συναίνεσης των Τουρκοκυπρίων σε κάθε πτυχή και διάσταση – εσωτερική ή εξωτερική – της διακυβέρνησης. Αυτό ενισχύεται και από τις προαναφερθείσες δηλώσεις του κ. Κοτζιά. Όποιες και αν είναι οι τελικές ρυθμίσεις στις διάφορες θεματικές (εγγυήσεις, περιουσιακό, κρατική διάρθρωση) θα υπόκεινται στην συγκυριαρχία και συναπόφαση των Τουρκοκύπριων/εποίκων και φυσικά της Άγκυρας.

Τούτο καταμαρτυρείται ακόμα και από τον ακάματο στρατιώτη του διζωνικού συνεταιρισμού Κύπριο Πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη. Σε συνέντευξη του, στο Βήμα της Κυριακής, στις 3 Αυγούστου 2014, σε ερώτηση για τη δυνατότητα των Βρυξελλών  να παρέμβουν στη διαδικασία επίλυσης τόνισε πως « παράλληλα, όμως, λέμε στους εταίρους μας ότι μια λύση με αδιάφορη την ΕΕ, πέραν του ότι θα δημιουργήσει ένα κράτος δύο ταχυτήτων, μπορεί να εγκλωβίσει την Ευρώπη, μέσω των Τουρκοκυπρίων, στις διαθέσεις της Άγκυρας. Φανταστείτε, για τις ομόφωνες αποφάσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η ΕΕ να δέχεται εκβιασμούς από την Τουρκία. Πολλά θα εξαρτηθούν, λοιπόν, από το πως θα λαμβάνονται οι αποφάσεις στην Κύπρο». [10] Επίσης, στη επίσκεψη του στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου του περασμένου έτους, σε μια στιγμή παραδοχής του κινδύνου, τόνισε, στο Προεδρικό Μέγαρο, πως «κάτι που θα πρέπει να πω, όσον αφορά τις εγγυήσεις τουλάχιστον, ότι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν και οι συμπατριώτες μας  οι Τουρκοκύπριοι, ότι αυτό που επιδιώκουμε είναι ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο Κράτος και όχι μετατροπή της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ένα προτεκτοράτο της οποιαδήποτε δύναμης».[11]

Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τη γεωστρατηγική διάσταση της επίλυσης του Κυπριακού, στο πλαίσιο του διζωνικού συνεταιρισμού με την τουρκοκυπριακή πολιτεία (δηλαδή την Άγκυρα) να διαθέτει το προνόμιο συναπόφασης, αδρανοποιείται πλήρως η παρουσία του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα νομιμοποιεί την παρουσία της στην Κύπρο, εδραιώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο και  στη διαχείριση των εκεί κοιτασμάτων και αποκτά, μέσω των Τουρκοκύπριων, φωνή και ρόλο στην ΕΕ, όπως ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έχει προειδοποιήσει. Η απαίτηση των Τουρκοκυπρίων οι νέες ρυθμίσεις (μόνιμες αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο) να ενδυθούν το κύρος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα προσβολής τους στα ευρωπαϊκά δικαστήρια αποδυναμώνει, καίρια, τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να υπάρξουν από μια λύση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακυρώνει την όλη επιχειρηματολογία περί συμμετοχής στο εν λόγω εγχείρημα.

Με την έκλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας η συνεννόηση με Ισραήλ, Αίγυπτο και Ελλάδα μεταβάλλεται και τώρα οι τρεις χώρες θα πρέπει να αποσπάσουν τη συγκατάθεση της Άγκυρας για οποιαδήποτε ενεργειακή συνεργασία. Η συναίνεση της Ελλάδος σε λύση, η οποία θα καταργεί, ουσιαστικά, την Κυπριακή Δημοκρατία και θα την αντικαθιστά από ένα κράτος με συνιδιοκτήτη και συγκυρίαρχο, μέσω της τουρκοκυπριακής πολιτείας, την Τουρκία θα εκμηδενίσει τον ρόλο των Αθηνών στην περιοχή της Αν. Μεσογείου, αναγκάζοντας Τελ-Αβίβ και Κάιρο να στραφούν προς την Άγκυρα αδιαφορώντας πλήρως για μια, τραγικά, αδύναμη Ελλάδα το κύρος της οποίας θα έχει πληγεί, ανεπανόρθωτα, αποδεχόμενη μια τέτοια λύση για τους ομοεθνείς της στην Κύπρο.

Παράλληλα, αναφορικά με το θέμα των εγγυήσεων, μια υποθετική απεμπλοκή Λονδίνου, Αθηνών και Άγκυρας με την ταυτόχρονη, όμως, παραμονή της τελευταίας μέσω του ελέγχου των Τουρκοκυπρίων/έποικων θα απάλλασσε την Τουρκία από τις συναρμοδιότητες Ελλάδος και Ηνωμένου Βασιλείου. Από την άλλη, βαρύνουσα σημασία έχει η στάση του Λονδίνου και η απόπειρα της Τουρκίας να θέσει ζήτημα τουρκικής στρατιωτικής βάσης  ανάλογη με αυτές των Βρετανών (η βάση να θεωρείται τουρκικό έδαφος με δικαιώματα χρήσης εναέριου και θαλασσίου χώρου). Ένα τέτοιο αίτημα, αν γίνει επίσημα, θα συμπεριλάβει και το ζήτημα των αγγλικών βάσεων κάτι το οποίο  δεν επιθυμεί το Λονδίνο.[12] Για να αποτρέψει την συμπερίληψη των βάσεων του στην όλη συζήτηση το Λονδίνο, ίσως, να επιδείξει κατανόηση με τις όποιες ρυθμίσεις επιθυμεί ή Άγκυρα στο θέμα των εγγυήσεων, ρυθμίσεις οι οποίες σε συνδυασμό με τη νέα πολιτειακή δομή της ενωμένης Κύπρου θα διαφυλάσσει στο ακέραιο τη διαχρονική τουρκική στοχοθεσία της εποπτείας ολόκληρης της νήσου. Φυσικά, ακόμα και αν υπάρξει εκ μέρους της Τουρκίας κάποια υποχώρηση, λεκτική ή άλλη, στις δυνατότητες επέμβασης της, το αντάλλαγμα θα είναι τέτοιο ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η θέση των Τουρκοκυπρίων, άρα και της Άγκυρας, στη σχεδιαζόμενη κρατική δομή·  εκ περιτροπής προεδρία, μείωση αριθμού Ελληνοκύπριων προσφύγων που θα επιστρέψουν, οικονομικές διαρρυθμίσεις και οτιδήποτε άλλο επιθυμήσει η Τουρκία.

Άλλωστε, όπως πολλοί δεν σταματούν να υποδεικνύουν, η Τουρκία βρίσκεται, γεωγραφικά, πολύ κοντά στην Κύπρο και η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων, όταν η τουρκική κυβέρνηση το κρίνει απαραίτητο, θα είναι μια διαδικασία μερικών ωρών.

Επίσης, παράλληλα, με την πρόταση για την κατάργηση των εγγυήσεων ο  Ελλαδίτης Υπουργός Εξωτερικών πρότεινε τη σύνταξη Συμφώνου Φιλίας μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας και ενωμένης Κύπρου, ενώ ο Κύπριος Πρόεδρος, πάντα ρηξικέλευθος στις προτάσεις του,  στην εναρκτήρια ομιλία του στη Γενεύη, στις 13 Ιανουαρίου, έκανε λόγο για συμμαχία της ενωμένης Κύπρου με την Τουρκία με την οποία όπως τόνισε,  «μοιραζόμαστε κοινές ανησυχίες και προκλήσεις»…[13] Συμμαχία έναντι ποίου; Το δε σύμφωνο φιλίας, μετά την υποθετική λύση, μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας και Κύπρου, θα ενισχύσει και θα νομιμοποιήσει περαιτέρω τον τουρκικό έλεγχο επί της Κύπρου, στερώντας από την τελευταία και τα τελευταία υπολείμματα ανεξαρτησίας, επισημοποιώντας, παράλληλα,  την αδρανοποίηση των Αθηνών στην Αν. Μεσόγειο.

Καταληκτικά Σχόλια

Αθήνα και Λευκωσία, μετά από υποχωρήσεις δεκαετιών, έχουν περιέλθει σε δεινή διλημματική θέση. Αποδοχή των συνεπειών (πολιτικών, γεωστρατηγικών, ιστορικών) ενός διζωνικού, συνομοσπονδιακού συνεταιρισμού – γιατί η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως σχήμα λύσης έχει ήδη, με τις συνεχείς υποχωρήσεις, παρέλθει – ή  ανάληψη του κόστους χάραξης νέας εναλλακτικής πορείας;

Ενώ οι περισσότεροι κομματικοί σχηματισμοί σε Αθήνα και Λευκωσία αποδέχονται το πλαίσιο επίλυσης της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, δύσκολα το περιεχόμενο αυτής της λύσης συμβαδίζει με τις δημόσιες διακηρύξεις των ηγετών τους περί ανατροπής των τετελεσμένων της κατοχής, ευρωπαϊκής λύσης, κατοχύρωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλα πολλά. Χαρακτηριστικό το περιεχόμενο του Εθνικού Συμβουλίου, στην Λευκωσία, της 19ης Σεπτεμβρίου 2009. Ενώ προνοεί για λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα διαλαμβάνει πως η λύση θα πρέπει να επιτυγχάνει την ενότητα του χώρου και του λαού, να εξασφαλίζει την αποχώρηση εποίκων, να συνάδει «με το διεθνές δίκαιο, τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα».[14]

Επίσης, να αποκαθιστά την κυριαρχία και ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις βασικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των Κυπρίων «…περιλαμβανομένου του δικαιώματος των προσφύγων για επιστροφή στα σπίτια και τις περιουσίες τους…».[15] Πως εξασφαλίζονται τα παραπάνω με το διζωνικό συνεταιρισμό και την αναγκαστική συναίνεση της τουρκοκυπριακής πολιτείας σε κάθε σημαντική απόφαση;

Στην τέταρτη παράγραφο της Κοινής Διακήρυξης  Αναστασιάδη-Έρογλου διαλαμβάνεται πως «η ένωση της ομοσπονδίας ή μέρους αυτής με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή η οποιασδήποτε μορφής διχοτόμηση ή απόσχιση ή οποιαδήποτε άλλη μονομερής αλλαγή στην κατάσταση πραγμάτων θα απαγορεύεται». Με την εφαρμογή του διζωνικού συνεταιρισμού με πολιτική ισότητα,  ενώ –φαινομενικά- η πιο πάνω πρόνοια προστατεύει την ενότητα του κράτους από την απόσχιση των Τουρκοκυπρίων, στην ουσία αποτελεί φυλακή για τους Έλληνες της Κύπρου διότι ο αποπνικτικός, αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της διζωνικής λύσης θα αναγκάσει τους Έλληνες να δυσανασχετήσουν και, εφόσον η όποια αλλαγή θα πρέπει να έχει τη συναίνεση της Άγκυρας, αυτό θα έχει ως συνέπεια να τεθεί το εξής δίλημμα: είτε, με ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία να διαλυθεί ο συνεταιρισμός, είτε οι Ελληνοκύπριοι αργά, αλλά σταθερά να αποχωρήσουν από την πατρίδα τους και να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού. Η ιδανική για τους Τούρκους κατάσταση θα είναι η Άγκυρα να ελέγχει, πλήρως, την κατάσταση σε ολόκληρο το νησί με τις συνθήκες, όμως, να μην είναι τόσο αφόρητες για τους Έλληνες της Κύπρου μην τυχόν και αποφασίσουν να αποσχιστούν και απολέσει, με αυτόν τον τρόπο η Άγκυρα, τον έλεγχο επί ολόκληρου του νησιού.

Ενισχυτικό της πιο πάνω προοπτικής θα είναι μια αποεθνικοποιημένη ελληνοκυπριακή παρουσία με λίγες αντιστάσεις στον ολοένα και πιο ασφυκτικό τουρκικό έλεγχο της νήσου. Πιο συγκεκριμένα, να μην υπάρχει ο Ελληνισμός ως βασικός άξονας στην ελληνοκυπριακή πολιτεία. Πρόθυμοι βοηθοί, σε ρόλο χρήσιμων ηλιθίων,   αφ’ενός  μεν το ΑΚΕΛ, πιστός φορέας του Κυπριωτισμού, αφ’ετέρου δε μια εκφυλιστική της ελληνικής ταυτότητας φραγκολεβαντίνικη  νοοτροπία  επικεντρωμένη στο χρηματικό κέρδος και εκπορευόμενη από συγκεκριμένους επιχειρηματικούς  και ακαδημαϊκούς κύκλους.

Ενδεικτική η αντίδραση του κατοχικού καθεστώτος στο ψήφισμα για το ενωτικό δημοψήφισμα αν και υπήρχε ανάλογη πρόνοια στην κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη – Έρογλου για προστασία της ιδιαίτερης ταυτότητας των δύο μερών. Η στάση αυτή των Τουρκοκυπρίων αποτελεί, ταυτόχρονα, απόδειξη του πως θα λειτουργεί το εκκολαπτόμενο κράτος με κάθε απόφαση να χρειάζεται τη συναίνεση των Τουρκοκυπρίων και των εποίκων και, άρα, της Αγκύρας.

Τον Απρίλιο του 2004, η συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού δεν καταψήφισε το όνομα του σχεδίου Ανάν, αλλά τις πρόνοιες του, οι οποίες αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παραπάνω λύσης. Δεν υπάρχει διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με σωστό περιεχόμενο όπως, εντελώς, άστοχα έλεγε ο Τάσος Παπαδόπουλος, ο οποίος παρά την στιγμιαία υπέρβαση του την περίοδο πριν το δημοψήφισμα βαρύνεται, όπως όλοι οι άλλοι Κύπριοι και Ελλαδίτες ηγέτες για την εμμονή τους στη λύση της ΔΔΟ. Γιατί η Άγκυρα να επιμένει σε διζωνική ομοσπονδία, αν μέσω της πλειοψηφίας σε κατοχή γης και πληθυσμό, δεν θέλει ένα σταθερό, απόλυτα ελεγχόμενο από την ίδια προγεφύρωμα;

Ο Τ. Παπαδόπουλος  και ο Σπύρος Κυπριανού  έχουν πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης μη εκμεταλλευόμενοι, επί προεδρίας τους, τις περιστάσεις (ανακήρυξη ψευδοκράτους το 1983, καταψήφιση σχεδίου Ανάν το 2004), για να μεταβάλλουν το πλαίσιο λύσης. Για την απεμπλοκή από την ασφυκτική διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία δεν αρκούν στιγμιαίες νίκες, όπως αυτή του Απριλίου 2004, αλλά συνεχής, διαρκής αγώνας δεκαετιών.

Όλα όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σελίδες, φυσικά,  τα γνωρίζει το Υπουργείο των Εξωτερικών και τα άξια στελέχη του. Η πολιτική κατεύθυνση, όμως, καθορίζεται από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Έτσι πρέπει να είναι. Ίσως να πιστεύεται ότι, στο τέλος, η τουρκική αδιαλλαξία θα επιτρέψει στην Αθήνα  να μην εκτεθεί με μια καθαρά αρνητική απάντηση σε ένα παρόμοιο σχέδιο σαν αυτό του 2004. Το πλαίσιο λύσης, όμως, όσο  θα παραμένει στο προσκήνιο θα υπονομεύει μελλοντικές απόπειρες επίλυσης. Ο διζωνικός συνεταιρισμός νομιμοποιεί το έγκλημα της εισβολής και διαγράφει την παρουσία του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το βάρος της οικονομικής κρίσης, η χρόνια, εδώ και δεκαετίες, υποχώρηση Αθηνών και Λευκωσίας, σε όλους τους δείκτες ισχύος, η διαχρονική έλλειψη διεκδικητικής πολιτικής και η κληρονομιά δεκαετιών παγίδευσης στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία αποτελούν προσκόμματα στη χάραξη νέας, εναλλακτικής πορείας. Περισσότερα για αυτό, όμως, σε επόμενο σημείωμά μας.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα και Διπλωματία, στο τεύχος Μάρτιου 2017.

 

[1] http://www.sigmalive.com/news/kypriako/403389/afta-pronoei-o-tourkokypriakos-xartis-gia-to-kypriako. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[2] https://www.youtube.com/watch?v=DJAk7r33bkk. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[3] http://www.mfa.gr/en/current-affairs/top-story/foreign-minister-kotzias-interview-with-euronews-tv-16-january-2017.html. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[4] http://www.mfa.gr/en/current-affairs/top-story/foreign-minister-nikos-kotzias-interview-with-the-dpa-news-agency.html. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[5] http://www.sigmalive.com/simerini/politics/262924/apodomise-tin-kd-o-akintzi. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[6] Παράρτημα Ι, Σύνταγμα της Ενωμένης Δημοκρατίας της Κύπρου, http://www.hri.org/docs/annan/AnnexI/AnnexI.pdf. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[7] http://www.greekamericannewsagency.com/index.php/2010-01-19-17-50-12/2010-01-21-18-33-54/2743-. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[8]http://www.pio.gov.cy/moi/pio/pio2013.nsf/All/25F6897C77D1BBF0C2258053002CFEE0?OpenDocument     Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[9]http://www.presidency.gov.cy/Presidency/Presidency.nsf/All/3938E1EA5C38ACA8C2257C7C00401864?OpenDocument.τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[10] Συνέντευξη στο Βήμα της Κυριακής, 3 Αυγούστου 2014, σελ. 12-13.

[11] http://www.philenews.com/el-gr/eidiseis-politiki/39/330510/tin-poreia-ton-diapragmateyseon-syzitisan-pavlopoulos-anastasiadis. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[12] Ασφάλεια, εγγυήσεις σε κοινή γραμμή, Σωτήρης Σιδέρης, Καθημερινή, 22 Ιανουαρίου 2017, http://www.kathimerini.gr/892892/article/epikairothta/politikh/asfaleia-eggyhseis-se-koinh-grammh. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[13] http://www.pio.gov.cy/moi/pio/pio2013.nsf/All/04AE6C8FBEB86E6AC22580A 467255?OpenDocument&L=E. Τελευταία πρόσβαση 26 Φεβρουαρίου 2017.

[14] Ανακοίνωση Εθνικού Συμβουλίου, 18 Σεπτεμβρίου 2009, http://www.presidency.gov.cy/Presidency/Presidency.nsf/All/C869991157990A69C2257638002EDB5C?OpenDocument. Τελευταία πρόσβαση, 26 Φεβρουαρίου 2017.

[15] Ibid.

Posted in Uncategorized

Παραγωγική Ανασυγκρότηση και Ελληνική Ιδιαιτερότητα – Μαγνητοσκόπηση Εκδήλωσης

 

17457470_769770149870433_6599178375327743254_n

Η μαγνητοσκοπημένη εκδήλωση »Παραγωγική Ανασυγκρότηση και Ελληνική Ιδιαιτερότητα». Τρίτη 4 Απριλίου 2017, Webster Athens Cultural Center.

Ομιλητές:

Αγγελόπουλος Κωνσταντίνος: Αντιπρόεδρος Κοινότητας Διαλόγου «Σύνθεσις», Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ με μεταπτυχιακό στην Επιχειρησιακή Έρευνα από το London School of Economics. Έχει διατελέσει Σύμβουλος στα Υπουργεία Οικονομίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης και μέλος ΔΣ δημόσιων φορέων και οργανισμών.

Βορίδης Μάκης: Δικηγόρος-Νομικός Επιστήμων Εμπορικού και Ναυτικού Δικαίου, Πολιτικός και Βουλευτής. Τέως Υπουργός Υγείας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων.

Μελάς Κωνσταντίνος: Καθηγητής Διεθνούς Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Την περίοδο 1996-2008 δίδαξε Νομισματική Θεωρία και Πολιτική στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Είναι επικεφαλής του Ομίλου Πολιτικού και Οικονομικού Προβληματισμού.

Παπανδρόπουλος Αθανάσιος: Δημοσιογράφος με πολυετή εμπειρία στο Οικονομικό και Πολιτικό Ρεπορτάζ, Συγγραφέας, Επίτιμος Διεθνής Πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, Πρόεδρος του Ελληνικού της Τμήματος και μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σταματελόπουλος Λεωνίδας: Εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής. Αποφοίτησε από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, κατέχει τίτλο ΠΜΣ Πολιτικής Επιστήμης του ομώνυμου τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διατελεί Υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας.

Τσιβάκου Ιωάννα: Ομότιμος Καθηγήτρια. Μεταξύ άλλων δίδασκε επί σειρά ετών Θεωρία Οργάνωσης και Διοίκησης στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου.

Συνδιοργανωτές:

Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής

Κοινότητα Διαλόγου Σύνθεσις

Συμμετέχοντες Φορείς:

Τμήμα AHEPA Αθηνών ( ΗJ-1) [ Εταίρος]

Πανεπιστήμιο Webster             [ Χορηγός]

Μαγνητοσκόπηση:  Άκης Ασπρογέρακας – Αντίφωνο.

 

Posted in Εκδηλώσεις

Elections Are the New Battleground of International Politics/ Δρ. ‘Αγγελος Χρυσόγελος

The past year has proved that the public can no longer be excluded from global statecraft.
elections

 

British Prime Minister Theresa May’s decision to call a snap general election on 8 June has added another electoral contest to the busy political calendar of Europe. Already the direction of European politics depended on the outcome of the French presidential poll and the German election in the autumn. Earlier in the year the Turkish and Dutch governments entered into a bitter public feud as their electoral campaigns spilled over into each other’s territory. And 2016 was punctuated by the election victories of anti-establishment forces in the US and the UK.

All this points to a stark new reality: elections are now the key formative events, and national electorates the key actors, of world politics. International affairs have become electoralized. The implications are far-reaching. No complex international compromise is safe against the intense scrutiny of domestic public opinions. The interaction of multiple national (and even sub-national) electoral cycles is increasingly dictating outcomes on the international stage. And the importance of elections opens a back door for new strategies of influence from partners and disruption from foes.

Implications

Of course not all of this is new. Politicians have always acted in the international arena with an eye on staying in national office. And foreign policy elites have always had to take into account important domestic constituencies, from influential factions in royal courts to political parties to organized economic interests to transnational advocacy coalitions.

But today’s context is different in many respects. First, international negotiations and agreements are reaching further and further into national policies and regulations. Such agreements, from trade to climate change, are commonly designed and implemented by national executives – politicians, bureaucrats and experts. Often governments are happy to tie their own hands with international commitments to justify unpopular decisions at home. But as electorates realize the effects of such decisions, they clamour for more control over them.

Second, electoral democracy has become a powerful normative reference point that policymakers cannot dismiss or ignore. Since the end of the Cold War, even semi-authoritarian regimes need an electoral façade to legitimize themselves. True, there are exceptions to the global spread of the electoral norm. Leaders in countries like China and Saudi Arabia do not have to worry about being openly challenged at the ballot box. But even these leaders have to keep a constant watchful eye on public opinion.

Third, social change in Western countries over the last half century has undermined the rigid structures of hierarchical, ideologically driven parties. Electorates have become more individualized, and voters’ choices more fickle. Democratically elected leaders have to satisfy voters who can easily switch allegiance in the next election. The policymaking deadlock in the EU, for example, is to a large extent the result of this development towards less structured party politics in mature democracies.

Fourth, the global emergence of populism is in itself a proof of the tensions between the increasing interconnectedness of a globalized world and the demarcation of democracy along national lines. Populism addresses primarily frustration with a sense of representational impotence vis-à-vis global processes that the state fails to tackle effectively. Once the hope was that globalization would foster a global civic society. Instead, national governments and international institutions today have to wrest with multiple restive electorates asking for more control over processes of global magnitude.

New policy challenges

In such a world of electoralized international politics, the window of opportunity for making and ratifying treaties, trade deals or security commitments shrinks substantially. International agreements are contingent on the interaction of successive electoral outcomes. As a result the backdrop of international politics is becoming fluid and uncertain.

All of this creates a series of new policy challenges. First, it calls for more awareness and sensitivity to the domestic consequences of far-reaching international agreements. For example, a more public strategy to win the support of domestic constituencies for deep and comprehensive trade deals could have forestalled the anti-free trade backlash in the US presidential election or the Walloon ratification mess of the Canada-EU trade deal.

Second, security experts must think of mass and electoral politics as new targets for disruption and meddling by foreign actors. This can happen both in the public sphere (think how President Recep Tayyip Erdogan used the Turkish diaspora to influence elections in the Netherlands and bolster his support in a constitutional referendum in Turkey) and covertly (witness Russia’s meddling in the US election).

Third, leaders must decouple the uncertainty created by electoral politics from processes of international cooperation. A lot of the backlash against globalization today is the product of the feeling that international rules and processes deprive voters of effective choice. Hence, elections become a contest about whether a state should participate in these processes at all.

Instead, leeway in policymaking in some issue areas should be returned to the national level – as envisaged in one of the five scenarios for the future of the EU presented by the European Commission recently (or indeed, as David Cameron argued for in his doomed renegotiation of Britain’s EU membership). This should be coupled with clearer demonstrations of how, in a globalized economy, international cooperation is in fact a more effective means of ‘control’ than states acting in isolation, as populists assert.

Elections will continue constraining politicians on the international stage, but the key is to make them relevant again for national policy outcomes, rather than contests for the survival of the international system as a whole.

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του ινστιτούτου  Chatham House στις 21 Απριλίου 2017,

Posted in Uncategorized

The strange calm of Greek-Turkish relations / Δρ. Άγγελος Χρυσόγελος

συναντηση Τσίπρα Ερντογάν

Since Recep Erdogan rose to power in Turkey 15 years ago, Greek-Turkish relations have presented a paradox. Erdogan initially styled himself a moderate democratic reformer, but over the years he has steadily increased his authoritarianism and anti-western posturing, especially since moving from prime minister to president in 2014. Yet relations between the countries remained on the stable and uneventful path charted since Greece accepted Turkey as an accession candidate to the European Union in 1999. Now, with Erdogan turning against Europe ahead of a referendum in April that may endow him with absolute power, there is rising uncertainty in Athens about whether this calm will last.

Relations between Greece and Turkey are complex. On the diplomatic field, the two countries are enmeshed in a web of complicated and interrelated disagreements. They disagree over sea and air borders and operational (military) control in the Aegean. Sovereignty over rocks and islets is disputed. In Cyprus, they support opposing sides of the divided island. But at the same time economic ties and human contacts between the nations have deepened substantially in the last two decades.

For years Greece was content that its bilateral relationship with Turkey had become embedded within the broader framework of EU-Turkey relations and the accession process Turkey had signed up to. In this way Greece had managed to turn its disputes with its neighbour into a matter of European concern, to be resolved through the benevolent impact of EU conditionality and enlargement process on the Turkish state. But the assumptions upon which this strategy was based are now crumbling.

First, Turkish accession is today an unrealistic prospect. Under the weight of crises and populism, the EU has little appetite for further enlargement. Second, and most importantly, the refugee crisis of 2015-16 changed the power relations between the EU and Turkey. Greece had assumed that Turkish demands in the Aegean and Cyprus would be reined in by the EU. But after the refugee crisis Turkey is dictating terms to the EU, controlling the flows of migrants and with it the fortunes of European politicians.

Thus the calm in Greek-Turkish relations in the last 18 months reflects substantially new dynamics. Seeing how its EU partners tacitly approved the closure of the “Balkan route” leading from the Aegean to central Europe, Greece knows that it is on its own over refugee flows to its shores. Given its economic situation, and the difficulties it already faces lodging and caring for 60,000 migrants stuck in its territory, this is a terrifying prospect.

Under the agreement the EU signed with Turkey in early 2016, Greek islands in the eastern Aegean have become spaces for the extra-territorial processing of asylum claims. The EU presses Greece not to move refugees inland, in case they try to continue their journey into Europe, while Turkey is slow to approve the readmission of migrants who are denied refugee status. As a result, tensions in Greek islands between locals and migrants flare up frequently.

Thus, in a roundabout way the old ambition of Greek foreign policy—to turn the Aegean into a “European” border that the EU would defend—is turned on its head. It is now Greece that accepts a status of hybrid operational control in the Aegean, out of fear that Erdogan will allow flows of migrants again and conscious that the EU will offer little assistance with the problem.

In this context, recent combative statements of the Greek defense minister against Turkey, reminiscent of the nationalist rhetoric of the 1980s and 1990s, are perhaps more than diversionary tactics by a government in Athens embattled by austerity. Greece has finally begun to worry seriously about Erdogan’s relationship with the EU. Greek foreign policy experts are now warning that the Turkish president’s nationalistic rhetoric may presage military tensions with Greece.

But these concerns reflect how Greek foreign policy is caught in an outmoded mindset defined by two things: the promise of EU norms to domesticate Turkey, and the danger of direct military confrontation with Turkey. The chances of a direct confrontation remain minimal because Erdogan does not need military crises to increase his influence over Greece and Europe. He has already done so by patiently manipulating the EU as he consolidated his power, first as a reformer and then as an authoritarian.

Greece’s real worry should be that it lies on the frontline of Erdogan’s next stage of confrontation with the EU: a strategy of soft unconventional disruption of European politics punctuated by the weaponization of refugees, the politicization of the Turkish diaspora, and meddling in European elections (as happened recently in the Netherlands and Bulgaria). This disruption will become even more necessary for Erdogan after the referendum, when he will have to address difficult topics like a crumbling economy and the future of Syria. Erdogan will find polarization against the EU a helpful diversion in this challenging environment.

For Greece this means that its lofty foreign policy goals—securing peace in the Aegean, and creating a culture of communication and dialogue with Turkey—have become self-limiting. On the one hand they put Greece at odds with its EU partners, who are increasingly viewing Erdogan as an unpredictable authoritarian. On the other hand they underline Greece’s dependency on the process of Erdogan building his personal authoritarian regime. While it is difficult to see military tensions flaring up between the two countries anytime soon, the stoicism with which Greece has accepted that erosion of its strategic position is an acceptable tradeoff for calm over the Aegean is nothing short but impressive.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Prospect, 7 Απριλίου 2017.

https://www.prospectmagazine.co.uk/world/the-strange-calm-of-greek-turkish-relations

Posted in Uncategorized