Συλλαλητήριο: η μέρα που έγινε πράξη ο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους

 


Μπορεί κανείς να σχολιάσει μια σειρά από πτυχές του συλλαλητηρίου για το όνομα της πΓΔΜ, από διάφορες οπτικές γωνίες. Κάτι που πρέπει όμως να σημειωθεί είναι πως η τεράστια προσέλευση των πολιτών — 300.000 σύμφωνα με το Reuters, με όλες τις αεροφωτογραφίες να διαψεύδουν αγρίως την αστυνομική εκτίμηση των 90.000 —  έλαβε χώρα ενάντια στην εκπεφρασμένη βούληση της Εκκλησίας της Ελλάδος ή τουλάχιστον του προκαθημένου της κ. Ιερωνύμου, ο οποίος δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής: «αυτή την ώρα δεν χρειάζονται συλλαλητήρια και φωνές» — όπως φαίνεται όχι από κάποια προφορική δήλωση ενώπιον δημοσιογράφων, αλλά στο επίσημο ανακοινωθέν της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

 

Κάθε φορά που επισείεται η ασαφής παντιέρα του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους στον ελληνικό δημόσιο λόγο, αυτό που πάντοτε εννοείται δεν είναι, φυσικά, ο χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, δηλαδή η διαστολή κρατικών και εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό: η θέση της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα. (Το ότι είναι εντελώς διαφορετικό  φαίνεται καθαρά από το γεγονός πως, συνήθως, ακριβώς εκεί όπου υφίσταται χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, οι θρησκευτικές ομάδες έχουν τεράστια δημόσια πολιτική επιρροή, όπως φερ’ ειπείν στις ΗΠΑ).

 

Τελικά, αυτό που (λανθασμένα) εννοείται με το ζητούμενο «χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους» από φιλελεύθερους και αριστερούς χώρους είναι το να μην εισακούουν οι πολίτες τον έναν ή τον άλλον Αρχιεπίσκοπο. Το να «μένουν οι παπάδες στα θρησκευτικά/πνευματικά τους» (το οποίο στην ουσία του είναι βέβαια ένα εγγενώς παράλογο και ολοκληρωτικής υφής αίτημα, το οποίο παρουσιάζεται ως εύλογο και αυταπόδεικτο: να χάνουν δηλαδή οι κληρικοί τα δικαιώματα του πολίτη, μεταξύ των οποίων και η παρρησία στο δημόσιο χώρο, μόλις ενδυθούν την ιδιότητα του κληρικού, και να καθίστανται πολίτες Β΄ κατηγορίας, χωρίς πλήρη δικαιώματα). Ή τουλάχιστον να αποτυγχάνουν να επηρεάσουν όταν δεν μένουν σ’ αυτά. Ε, στο συλλαλητήριο συνέβη ακριβώς αυτό: ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος δήλωσε με ανακοινωθέν της Αρχιεπισκοπής, συνάντηση με τον πρωθυπουργό και κάθε επισημότητα πως «αυτή την ώρα δεν χρειάζονται συλλαλητήρια». Και αγνοήθηκε πανηγυρικά. Αλληλούϊα, σήμερα εκκοσμικεύτηκε το κράτος, μόλις περάσαμε Διαφωτισμό!

 

Φυσικά, αυτό το συμπέρασμα θα αντιμετωπιζόταν ως παραλογισμός:

 

-«Ναι, αλλά όλοι οι μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας ήταν εκεί και δη στην εξέδρα.»

-«Ναι, αλλά ο μηχανισμός της Εκκλησίας δούλεψε στο φουλ για το συλλαλητήριο.»

-«Ναι, αλλά είχε παπάδες και καλόγριες στο συλλαλητήριο — δημοσίως, να περπατάνε στο δρόμο, ανήκουστο!»

 

Εδώ ερχόμαστε στην βασική αντίφαση της αντικληρικαλιστικής σκέψης στην Ελλάδα: το προϋποτιθέμενο σχήμα για την εν γένει κριτική και για το αίτημα του χωρισμού (που τελικά είναι χωρισμός από τη δημόσια σφαίρα, όχι από το κράτος, το οποίο αποτελεί διακριτή συζήτηση — η οποία ουδέποτε λαμβάνει χώρα) είναι πως εδώ έχουμε μια διακριτή διοικητική και εξουσιαστική δομή, τη (διοικούσα) Εκκλησία, με πολύ σαφή την ιεραρχία της: αυτή, σύμφωνα με το αφήγημα, μπλέκεται στα κρατικά και στα πολιτικά πράγματα των Ελλήνων ως δομή, ανεξάρτητα από το εάν έχει ή δεν έχει λαϊκή βάση. Είναι η εμπλοκή με το κράτος που της δίνει αυτή τη δυνατότητα και δύναμη, όχι καθ’ αυτή η απήχησή της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το αφήγημα, ένας χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους θα της «έκοβε την παροχή οξυγόνου» γι’ αυτήν την επιρροή.

 

Αν η Εκκλησία (και η επιρροή της) είναι η οργανωτική και διοικητική της δομή, τότε αυτή, ως πυραμιδοειδής κατά το αφήγημα, είναι ο Αρχιεπίσκοπος. Όταν λοιπόν ο τελευταίος διακηρύττει κυριολεκτικά με κάθε μέσο που διαθέτει πως δεν επιθυμεί να συμμετάσχει ο κόσμος σε ένα συλλαλητήριο, ενώ ο κόσμος εν τέλει συμμετέχει μαζικά, και μετά από αυτό πάλι καταγγέλλεται «η Εκκλησία», τότε διανοιγόμαστε σε ένα ενδεχόμενο με πολύ συγκεκριμένες συνέπειες για το περί χωρισμού αφήγημα: όταν μιλάμε για «την Εκκλησία» να μην αναφερόμαστε σε μια διοικητική και ιεραρχική δομή, την οποία θα κατασίγαζες απλώς αφαιρώντας από εκείνην ό,τι αντιλαμβάνεσαι ως προνόμιά της, αλλά στον ίδιο τον λαό (ή τέλος πάντων το 17% που εκκλησιάζεται σχεδόν εβδομαδιαίως, αν πιστέψουμε την πρόσφατη έρευνα του Pew Research Center). Διότι τι άλλο είναι ο «μηχανισμός της Εκκλησίας» όταν με αυτή τη φράση δεν αναφερόμαστε στα κανάλια διάχυσης της προτροπής του προκαθημένου της Εκκλησίας (στην Αρχιεπισκοπή, στο γραφείο τύπου της, σε ό,τι συνήθως ονομάζουμε «μηχανισμό») αλλά στο τοπικό και λαϊκό επίπεδο των ενοριών, ιδίως δε όταν αυτό στρέφεται κόντρα στον Αρχιεπίσκοπό του.

 

«…Ναι αλλά οι μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας» (το ποίμνιο των οποίων, το οποίο εκείνοι εκπροσωπούν, συμμετείχε ούτως ή άλλως σε εντυπωσιακό ποσοστό στο συλλαλητήριο): μα, αφ’ ης στιγμής μπει κανείς σε μια τέτοια λογική, έχει ήδη αποχωρήσει από το αφήγημα της συμπαγούς «Εκκλησίας» ως επείσακτης δομής που τρέφεται, δήθεν, από τη σχέση της με το κράτος, και ανοίγεται στην πολυπλοκότητα του ζητήματος. Αν οι «μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας» είναι κάτι άλλο από «τον Αρχιεπίσκοπο» (τώρα που δεν υπάρχει Χριστόδουλος για να βοηθήσει στη θεωρητική βιωσιμότητα του υπεραπλουστευτικού περί χωρισμού αφηγήματος), ήδη φτάνεις εκ των πραγμάτων στο συμπέρασμα ότι κανένας «χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους» δε θα επιφέρει το αποτέλεσμα που αναζητείς, δηλαδή την περιθωριοποίηση της Εκκλησίας από τη δημόσια σφαίρα.

 

Βέβαια, αυτός που βλέπει παντού ράσα και παπάδες πάλι θα καταγγείλει «την Εκκλησία», ακόμα και αν ο μηχανισμός του Αρχιεπισκόπου Αθηνών προτρέπει για το αντίθετο: η μανία να εντοπισθεί το προς αποβολή από τον δημόσιο χώρο στοιχείο στην «Εκκλησία» δε θα αρκεσθεί στο να την ταυτίσει με «τον Αρχιεπίσκοπο» ή «τους μητροπολίτες της βόρειας Ελλάδας»: έτσι, κάθε ρασοφόρος άνδρας ή γυναίκα που διαδηλώνει δημοσίως θα καταγγελθεί, θα φωτογραφηθεί και θα ανεβεί στα κοινωνικά δίκτυα με μια χαριτωμένης αφέλειας λεζάντα τύπου «Τεχεράνη γίναμε» και με μια ηχηρή απόγνωση που δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο σώμα της Αστυνομίας τύπου Diafotismos police να μαζέψει αυτούς τους πολίτες του κράτους από τον δημόσιο χώρο, όπου τολμούν να εμφανίζονται σε διαδηλώσεις ή συλλαλητήρια παρά το γεγονός ότι έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις, φέρνοντας σε αμηχανία τις «ευρωπαϊκές μας πόλεις».

 

Διότι, βέβαια, ο ζωτικός μύθος όλου αυτού του αφηγήματος είναι ότι «αυτά δε συμβαίνουν πουθενά στην Ευρώπη», φανατική δογματική πεποίθηση που ενίοτε οδηγεί σε εκπλήσσουσες κοτσάνες. Γνωστά πράγματα, βαρετή η επανάληψή τους: η αντίληψη στην Ελλάδα για το τι συμβαίνει «στις άλλες χώρες» αποτελεί τον ορισμό της παραπληροφόρησης. Παράδειγμα, το protagon.gr της καθ’  έξιν και κατά συρροήν διασποράς fake news, όπου ο Κώστας Γιαννακίδης θα γράψει (19/01/18): «Δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο όπου η κεφαλή της Εκκλησίας να εκφέρει λόγο, σχεδόν με θεσμικό, πολιτικό βάρος, για θέματα κυβερνητικής διαχείρισης.» Ακριβώς το αντίθετο θα ήταν μάλλον ακριβέστερο: ότι σχεδόν δεν υπάρχει χώρα στο δυτικό κόσμο όπου η κεφαλή της Εκκλησίας να μην εκφέρει λόγο για θέματα κυβερνητικής διαχείρισης. Να μιλήσουμε για την Αγγλία, όπου ο Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας θα αναστατώσει την οικουμένη για πολιτικά ζητήματα, από τον πόλεμο στο Ιράκ μέχρι τις οικονομικές πολιτικές του κυβερνητικού συνασπισμού; Στη Γερμανία κάτι τέτοιο δε θα χρειαζόταν καν, καθ’  ότι ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ένας παπάς, προτεστάντης πάστορας, ο Joachim Gauck… Και λοιπά, και λοιπά. Αποτελεί πάγια πραγματικότητα πως, εκτός από την Ελλάδα, δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο όπου να γράφονται δημοσίως τόσες πολλές κοτσάνες, ψεύδη, ανακρίβειες και fake news δίπλα στη φράση «Δεν υπάρχει άλλη χώρα στο δυτικό κόσμο».

 

…Λύθηκε, λοιπόν, το ζήτημα της εκκοσμίκευσης της δημόσιας σφαίρας, αφού την Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018 φάνηκε ότι οι τοποθετήσεις του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έχουν κατ’ ανάγκην και εξ ορισμού κάποιο αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία. Σκοταδισμός υπάρχει και γιγαντώνεται, αλλά δεν εντοπίζεται στα εκκλησιαστικά. «Σκοταδισμός» είναι το να λαμβάνει χώρα συγκέντρωση 300.000 πολιτών, με οποιοδήποτε θέμα και ανεξάρτητα από το πως την αξιολογεί κανείς, και να μην προβάλλεται/αναφέρεται κατά τη διάρκειά της από κανένα τηλεοπτικό μέσο, στα οποία προβάλλονταν οι πιο απίθανες εκπομπές. Η συμπαιγνία κρατικών και ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης σε αυτό το σκοτάδι, σε αυτή τη συνειδητή απόκρυψη ενημέρωσης για ένα σαφώς πολιτικό γεγονός, εγκυμονεί πολύ περισσότερους κινδύνους απ’ οτιδήποτε άλλο σχετικά με το συλλαλητήριο και θυμίζει άλλα καθεστώτα. Ο ορισμός του ονείδους εντοπίζεται στην ΕΡΤ3 και στους υπευθύνους της, στη θεσσαλονικιώτικη αυλή των οποίων παραλίγο να μαζευτούν μισό εκατομμύριο πολίτες ενώ εκείνοι, ανερυθρίαστα, εξέπεμπαν «Κυριακή στο χωριό»!

 

Όλα τα παραπάνω στο εδώ άρθρο δεν έχουν, βέβαια, σχέση με την ουσία του πράγματος, δηλαδή με τις διαπραγματεύσεις για τη διεθνή ονομασία της πΓΔΜ. Και δικαίως, διότι εκεί διαπιστώνουμε ένα τελειωμένο ζήτημα: τελειωμένο, διότι με το 70+% των πολιτών της Ελλάδας να μην αποδέχονται καμία από τις λύσεις που έχουν προταθεί, προφανώς δε θα γίνουν από ελληνικής πλευράς οι απαραίτητες ενέργειες προς τη συμφωνία που θα άνοιγε το δρόμο για ένταξη της γείτονος σε ΝΑΤΟ κλπ. το καλοκαίρι, που είναι και το ψωμί της υπόθεσης. Εάν αυτή η ανάγνωση είναι ορθή (και δεν έχουμε κυβέρνηση-αυτόχειρα), τότε δεν υφίσταται θέμα το οποίο να εκκρεμεί πραγματικά — ειδικά μετά το συλαλλητήριο —, οπότε το ζήτημα συζητείται εντός Ελλάδος σε πηγαδάκια και διαδικτυακά προφίλ μόνο και μόνο ως νέα διαιρετική τομή, για να τσιμεντώσει ο καθείς την πολιτική του θέση. Οι δεξιοί να διατρανώσουν πως, αρκετά μνημόνια και εκμηδενίσεις εθνικής κυριαρχίας μετά, είναι ακόμα «πατριώτες» και να νοιώσουν τη χαρά της μεταξύ τους κοινότητας — φευ! Και οι αριστεροί για να θυμηθούν ότι υπάρχει και «αντιεθνικιστική» Αριστερά μετά τα εν λόγω μνημόνια — και να νοιώσουν τη χαρά της μεταξύ τους κοινότητας…

 

Και μπορεί οι κωμικά υπεραπλουστευτικές αναγνώσεις αρκετών — ότι «όλοι έχουν δεχθεί το όνομα» ή «πώς θα αποφασίσουν οι Έλληνες για το όνομα άλλου κράτους» την ώρα που το όνομα παράγει μεταξύ άλλων δικαιώματα μειονοτήτων και αναδρομικές διεκδικήσεις περιουσιών, αρχαιοτήτων κ.λπ., χώρια οι αλυτρωτισμοί — να είναι ελάχιστα περισσότερο γραφικές από τους λίγους έφιππους και τους ελάχιστους μασκαρεμένους του συλλαλητηρίου, όμως το γεγονός παραμένει: η σπουδή της σύνολης Αριστεράς να χαρίσει τα διαφόρων πολιτικών πεποιθήσεων βόρεια πλήθη στη σκληρή Ακροδεξιά (όχι την faux, αλλά την πραγματική, αυτήν που πυρπολεί επί τη ευκαιρία του συλλαλητηρίου καταλήψεις με ζωντανούς ανθρώπους) είναι εντυπωσιακή και, κυρίως, εντελώς επιτελεστική — δηλαδή, δημιουργεί το αποτέλεσμα που περιγράφει. Οι εποχές που περιέγραφε κανείς κάτι ως «ακροδεξιό» για να του κολλήσει ρετσινιά και τον πολιτικό ανθρωποδιώχτη βρίσκονται καλώς ή κακώς πίσω μας, στο 1996-2008. Σήμερα, περιγράφοντας ως «ακροδεξιά» τα φαινόμενα που αφορούν ασύλληπτα περισσότερους πολίτες από τους περιθωριακούς ακροδεξιούς, απλώς κάνεις αποτελεσματικότατα (και ανέλπιστα γι’ αυτούς) τον ατζέντη των τελευταίων. Η καταγγελία, αν όχι ευθεία εξύβριση, των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών του συλλαλητηρίου, η συγκαταρίθμηση και εξίσωσή τους με τους διάφορους πολιτικούς τυχοδιώκτες ή ακροδεξιούς υπόδικους που βρήκαν ευκαιρία προβολής μέσα στα πλήθη, θα μπορούσε να κατατείνει μόνο στην εμπέδωση της αίσθησης πως αυτοί οι πολίτες είναι πολιτικά ανεκπροσώπητοι και πως δεν έχουν δυνατότητα άλλη από το να δοθούν πολιτικά «στον πρώτο τυχόντα». Δηλαδή, το εγχείρημα να εξορκιστεί η συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών ως ακροδεξιά θα μπορούσε, εν τέλει, να την καταστήσει όντως ακροδεξιά εκ του μη όντος. Εν γένει, με αφορμή το συλλαλητήριο διαπιστώθηκε μια βαθιά απέχθεια πολλών κομματιών της Αριστεράς απέναντι τον πραγματικό, και όχι τον φαντασιώδη, λαό (διότι στα πλήθη των 300.000-500.000 πολιτών μπορεί κανείς δικαίως να αρχίσει να μιλά για «λαό»), μια απέχθεια στην οποία τα τελευταία χρόνια μας είχε συνηθίσει κυρίως και πρωτίστως ο φιλελεύθερος χώρος.

 

Δίπλα στις παρατηρήσεις αυτές πρέπει να διατυπωθεί πως σε παλαιότερη και ίσως ουσιωδέστερη περίπτωση «εθνικού θέματος», όπου όμως θα υπήρχε προσωπικό οικονομικό κόστος με την επιμονή στη θέση της εθνικής, δημοκρατικής, λαϊκής κυριαρχία —και αναφέρομαι στη στάση των πολιτών έναντι του μνημονιακού μηχανισμού μετασχηματισμού της χώρας μετά το καλοκαίρι του 2015, όπως αποτυπώνεται στο νέο δικομματικό σύστημα, στις δημοσκοπήσεις και στη σχετική νηνεμία— παρατηρήσαμε σχεδόν πάνδημη συμμόρφωση, μαζί με εκλογική απόρριψη κάθε μη συμμορφούμενου. Στο ζήτημα της ονομασίας της γείτονος όμως, που η διατράνωση του εθνικού συμφέροντος και κυριαρχίας είναι «δωρεάν», χωρίς προσωπικό κόστος άλλο από τους φεησμπουκικούς καυγάδες και το εισιτήριο του ΚΤΕΛ, διαπιστώνουμε μιαν ασύμμετρη κινητικότητα — πόσω δε μάλλον από πολιτικά πρόσωπα που δεν εφείσθησαν υπερψήφισης απομειώσεων εθνικής κυριαρχίας σε αρκετές νομοθετικές ψηφοφορίες.

 

Παράλληλα, είναι σαφές πως ποντάρουν στην όλη ιστορία διάφοροι επίδοξοι και φιλόδοξοι (άλλωστε, σε άλλο πλαίσιο, περίπου έτσι δεν έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ;). Κάποιοι από αυτούς και ιδιαιτέρως οι αγνώστων λοιπών στοιχείων, αν παρατηρηθούν, προξενούν τρόμο ακόμα και σε όποιους θα έβλεπαν με θετικό μάτι το συλλαλητήριο Κάποιοι άλλοι, πάλι, έχουν ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά τους: ο πρώην υπουργός —ιδιότητα που ελάχιστα αναφέρθηκε, αφού το ζητούμενο ήταν ο αντισυστημικός λόγος— στρατηγός Φραγκούλης Φράγκος είχε εγκαίρως καλέσει σε «ηχηρό ΝΑΙ την Κυριακή» του δημοψηφίσματος του 2015, με τα συνακόλουθα επιχειρήματα. Προφανώς κάποιες διεκδικήσεις εθνικής κυριαρχίας είναι πιο ίσες από άλλες.

 

*Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Princeton.

Advertisements
Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Αντίλογος για το «Μακεδονικό».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

του Κώστα Κουτσουρέλη 

Αγαπητέ Γιάννη

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ ένα άρθρο, με του οποίου το σκεπτικό διαφωνεί απ’ αρχής έως τέλους ; Και που, επιπλέον, με το εναρκτήριο ήδη «παράθεμα» για τους φιλαλέξανδρους gay του Φρίσκο, μοιάζει να ακυρώνει κάθε απόπειρα συζήτησης, γελοιογραφώντας προκαταβολικά την όποια πιθανή αντιγνωμία;

Είναι βεβαίως δικαίωμά σου να αποκαλείς ανερμάτιστη «φοβία» ό,τι η μεγάλη πλειονότητα αισθάνεται ως δικαιολογημένο φόβο απέναντι σε μια υπαρκτή απειλή. Αν είναι να σου απαντήσω με αντίστοιχο, ψυχιατρικό ή ψυχαναλυτικό τρόπο, θα έλεγα ότι αυτή σου η βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύουμε από τίποτα και από κανέναν (θυμάμαι τώρα και τα γραφόμενά σου υπέρ της ευρωπαϊκής Τουρκίας) μου φαίνεται τυπικό προϊόν του αμυντικού μηχανισμού της απώθησης ή της υπεραναπλήρωσης. Ο μεγάλος κίνδυνος συνήθως αφυπνίζει τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης. Ενίοτε όμως, όταν επιπέσει επάνω σ’ ένα συλλογικό σώμα αδρανές, τα παραλύει. Τότε η συνείδηση, για να μας ανακουφίσει από το ψυχικό άγχος που μας πιέζει να λάβουμε άμεσες και επώδυνες αποφάσεις, στήνει εμπρός μας μια δεύτερη, ποθεινή πραγματικότητα. Η απειλή παρουσιάζεται εκεί ως ανύπαρκτη ή και ως ευκαιρία γεμάτη τάχατες δυνατότητες. Και πάντως, ως γεγονός ανάξιο να διακόψει τον εφησυχασμό μας – για την ώρα τουλάχιστον. Όσο για την αύριον, ας μεριμνήσει τα εαυτής. Όπως θα έλεγε και ο Κονδύλης, πρόκειται για το φαινόμενο του σακάτη που δεν ανησυχεί, γιατί είναι βέβαιος ότι την κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουνε φτερά.

Από τις δύο αυτές αντίρροπες διαγνώσεις, δε θέλει ρώτημα, εύχομαι ολόψυχα η ορθή να είναι η δική σου. Προσωπικά, θα ήμουν ευγνώμων σε όποιον με έπειθε ότι η δική μου στάση απέναντι στο «Μακεδονικό» είναι προϊόν φοβίας, ότι οι ανησυχίες μου είναι ολότελα ασύστατες. Όμως, τα επιχειρήματα που προβάλλεις δεν τις διασκεδάζουν. Κάθε άλλο μάλιστα : τις επιβεβαιώνουν εκ του αντιθέτου. Ξεχωρίζω τρία από αυτά, επειδή είναι τυπικά και συχνάκις ανακυκλούμενα στην (παρα)διπλωματική σχολιογραφία μας :

1. «Εμείς είμαστε μεγάλοι και ισχυροί, αυτοί μικροί και ανίσχυροι, τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε ;»

Αν ήταν αληθές κάτι τέτοιο, ιδίως οι μεγάλες Δυνάμεις δεν θα είχαν ποτέ να φοβηθούν τίποτε από τους μικρότερους γείτονές τους. Πάμπολλα ιστορικά προηγούμενα όμως διδάσκουν ακριβώς το αντίθετο. Καίτοι μικρή το δέμας, η Ψευδομακεδονία αντιπροσωπεύει έναν υπαρκτό ανταπαιτητή στα βόρεια σύνορά μας, ικανό να μας προξενήσει πλήγμα στην πρώτη ευκαιρία που θα του δοθεί, ακριβώς όπως η αμελητέα Ελλάς, που το έβαζε τα πόδια εμπρός στον Τούρκο το 1897, έμπαινε θριαμβεύτρια δεκαπέντε χρόνια αργότερα στα Γιάννενα και την Θεσσαλονίκη. Τι είχε αλλάξει ; Μα η συναστρία των συνασπισμών και οι ισορροπίες των ευρωπαϊκών Δυνάμεων μεταξύ τους, που επέτρεψαν στον μικρό να πετύχει ό,τι έως τότε φάνταζε αδύνατο. Είναι πιθανό να επαναληφθεί κάτι τέτοιο, ένας συνασπισμός δηλαδή εναντίον μας, στο μέλλον ; Μια ματιά στον χάρτη, πείθει πως ναι. Τα στρατιωτικά επιτελεία και τα ινστιτούτα γεωπολιτικών μελετών ανά τον κόσμο γέμουν από σενάρια τέτοια, που εμπλέκουν άμεσα και την Ελλάδα. Είναι όλοι αυτοί αλαφροΐσκιωτοι ; Και όταν ο μίστερ Κίσσινγκερ δηλώνει ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους, που δεν κατανοούν τους φόβους των Ελλήνων για το Μακεδονικό, «εκείνος γνωρίζει ιστορία και τους κατανοεί», τι πρέπει να εικάσουμε ; Ότι και ο Κίσσινγκερ έγινε στα στερνά του φιλέλλην και μάλιστα «φοβικός» ;

2. «Η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία να κλείσει το ζήτημα, αρνούμενη τον συμβιβασμό Πινέιρο, που προέβλεπε την σύνθετη ονομασία.»

Πρόκειται για μύθο, που κυκλοφορήθηκε από τους γνωστούς πολιτικούς κύκλους, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και έκτοτε επαναλαμβάνεται ατεκμηρίωτος. Το κράτος του Γκλιγκόρωφ ουδέποτε αποδέχτηκε τον όρο της σύνθετης ονομασίας, ούτε είχε σκοπό ποτέ να τον αποδεχθεί. Απλώς καιροσκοπούσε, ποντάροντας στο γεγονός ότι η ελληνική πλευρά ήταν βέβαιο ότι θα τον απέρριπτε, και επιδιώκοντας να επιρρίψει την ευθύνη του αδιεξόδου αποκλειστικά σ’ αυτήν, πράγμα που όντως πέτυχε. Αν υπήρχε πράγματι τέτοια δέσμευση από τα Σκόπια, θα τους ήταν σήμερα αδύνατο να υπαναχωρήσουν, με την ίδια λογική που είναι σήμερα αδύνατο στο Ισραήλ να διαπραγματευθεί ειρήνη με τη Συρία χωρίς προηγουμένως να αποσυρθεί από τα υψίπεδα του Γκολάν, όρο τον οποίο είχε (ατύπως !) παραδεχθεί επί κυβερνήσεως Ραμπίν, και έκτοτε θεωρείται, και από τους Αμερικανούς ακόμη, ως εκ των ων ουκ άνευ κάθε μελλοντικής διευθέτησης του Μεσανατολικού.

Οι μόνες υποχωρήσεις των Σκοπιανών, που περιελήφθησαν στην Ενδιάμεση Συμφωνία, ήταν στο ζήτημα της σημαίας και του Συντάγματος. Το ότι και γι’ αυτά ακόμη τα αυτονόητα, απαιτήθηκε προηγουμένως να εφαρμόσει η Αθήνα εμπάργκο εις βάρος τους, θα έπρεπε να μας είχε φρονηματίσει, αφού δείχνει ότι στο ζήτημα του ονόματος οι βόρειοι γείτονές μας δεν προτίθενται μελλοντικά να κάνουν καμμία παραχώρηση, αν δεν τους ασκηθούν πιέσεις.

 

3. «Το γεγονός ότι ένα νεοπαγές εθνίδιο ζητάει να σφετεριστεί την ελληνική ιστορία, δεν θα πρέπει να μας θορυβεί, αλλά να μας χαροποιεί. Αποδεικνύει εντέλει την μεγάλη αφομοιωτική ακτινοβολία του Ελληνικού πολιτισμού.»

Παράδοξο επιχείρημα, μα την αλήθεια! Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, οι εφημερίδες (και στην Ελλάδα) έγραφαν για την σινομογγολική έριδα, απ’ αφορμή την μετονομασία του αεροδρομίου της Ουλάν Μπατόρ σε Α/Δ Τζέγκινς Χαν. Οι Κινέζοι, που θεωρούν τον στρατηλάτη δικό τους (!), επιζητούν στην ουσία να απαγορεύσουν στους Μογγόλους γείτονές τους να αναφέρονται στο εμβληματικότερο πρόσωπο της μογγολικής ιστορίας !! ‘Αραγε, σύμφωνα πάντα με τη δική σου λογική, μήπως οι Μογγόλοι θα έπρεπε να νιώσουν και κολακευμένοι από πάνω για την ακτινοβολία του πολιτισμού τους ; Σε διαβεβαιώ ότι δεν νιώθουν διόλου έτσι. Οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ότι οι Κινέζοι, έχοντας ήδη καταπιεί την λεγόμενη εσωτερική Μογγολία, και αφού προηγουμένως κατέστησαν τον εκεί γηγενή πληθυσμό αμελητέα μειονότητα, εγγράφουν προσημείωση και για τα υπόλοιπα.

Ευτυχώς για μας, οι Ψευδομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν την ισχύ των κυβερνώντων το Πεκίνο. Όμως η τακτική τους δεν διαφέρει. Το όνομα εδώ αποτελεί πρόγραμμα. Όποιος έχει την εξουσία να ερμηνεύει αυθεντικά τις λέξεις, μπορεί να διεκδικήσει αύριο και την κυριαρχία πάνω στα πράγματα. Η «λύση» της υποχώρησής μας στο ζήτημα του ονόματος, όπως την απαιτούν σήμερα από μας πανταχόθεν ως χειρονομία δήθεν ανωτερότητος και μεγαλοθυμίας, αντί να κλείσει το ζήτημα όπως προφητεύουν οι καλοθελητές, θα το ανοίξει οριστικά. Ακόμη και η προσχώρηση εκ μέρους μας στην λογική της σύνθετης ονομασίας, όπως διαφαίνεται, θα αποτελέσει κολοσσιαία συμβολική, τουτέστιν πολιτική ήττα.

Εν κατακλείδι, δεν σου κρύβω ότι απόψεις όπως οι δικές σου, το ίδιο σχεδόν όσο και η θλιβερή αναξιοπρέπεια της επίσημης εξωτερικής πολιτικής μας, με γεμίζουν απαισιοδοξία για την ικανότητά μας ως συλλογικής οντότητας να αναγνωρίζουμε και να αντιμετωπίζουμε ως τέτοιες ακόμη και τις πιο ιταμές προσβολές. Την ίδια εκείνη Κυριακή που δημοσιευόταν το άρθρο σου, τα πρακτορεία ειδήσεων μετέδιδαν ότι ακόμη και ένας «ένθερμος υποστηρικτής της ευρωατλαντικής προοπτικής της ΠΓΔΜ και της συνταγματικής ονομασίας της χώρας», όπως η κ. Αγγέλικα Μπερ, Γερμανίδα ευρωβουλευτίνα των Πρασίνων, ομολογούσε το αυτονόητο, πως δηλαδή η απόφαση να μετονομαστεί το αεροδρόμιο των Σκοπίων σε «Μέγας Αλέξανδρος» συνιστά πρόκληση εις βάρος της Ελλάδος. Εμείς ώς πότε θα εξακολουθούμε να στρέφουμε ανέμελα και την άλλη παρειά στο χέρι που μας ραπίζει ;

Μετά πάσης ειλικρινείας
δικός σου

Κώστας Κουτσουρέλης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή την 11η Φεβρουαρίου 2007 και ελήφθη από τον προσωπικό ιστότοπο του συγγραφέα. 

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Κώστας Κουτσουρέλης | Tagged , , , , , , , ,

Μόνιμη υποχώρηση

images 2

του Ιωάννη Σ. Λάμπρου

Μόνιμη επωδός όσων επιθυμούν άμεση λύση του ζητήματος της ονομασίας του κράτους των Σκοπίων είναι η εσωτερική αστάθεια της γειτονικής χώρας και ο κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης  με συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή σε περίπτωση διαιώνισης του προβλήματος.

Το εν λόγω επιχείρημα έχει χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ και της Αλβανίας σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.  Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσει η Ελλάς καλείται να δείξει κατανόηση και να καταβάλει το κόστος ομαλοποίησης της  αστάθειας γειτονικών κρατών. Η Αθήνα νουθετείται από συμμάχους ότι πρέπει να υποχωρεί τόσο απέναντι στην Άγκυρα λόγω υπέρτερης ισχύος της τελευταίας, όσο και απέναντι σε Τίρανα και Σκόπια λόγω αδυναμίας των τελευταίων και επίδειξης ανωτερότητας εκ μέρους μας! Σε κάθε περίπτωση υποχώρηση.

Και όλα αυτά απέναντι σε σύμμαχο με νεκρούς στην Κορέα και με το όνειδος της τουρκικής εισβολής της Κύπρου από τη «σύμμαχο» Τουρκία ανεξίτηλο. Σύμμαχος  ο οποίος πολλάκις κατά το παρελθόν επέδειξε αφελή συμμαχική νομιμοφροσύνη ζημιώνοντας ίδια συμφέροντα όπως η θεώρηση της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ως τουρκική, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, για λόγους σταθερότητας της νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Πως θα επέλθει η σταθερότητα στη γειτονική χώρα με την απονομή του ονόματος Μακεδονία;  Θα βελτιωθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης; Θα βελτιωθεί η ποιότητα της δημοκρατίας; Θα εξαφανιστεί η εκτεταμένη διαφθορά; Θα παύσει η καχυποψία μεταξύ Σλάβων και Αλβανών όταν μάλιστα η απονομή του ονόματος Μακεδονία -με τη συναίνεση των Αθηνών πλέον- θα δικαιώσει τους Σλάβους και θα εντείνει τις προσπάθειες τους  να προσδώσουν καθαρά «μακεδονικό» χαρακτήρα στη γειτονική χώρα υπονομεύοντας περαιτέρω την συνύπαρξη με το σύνοικο αλβανικό στοιχείο;

Οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας πρώτα συνετέλεσαν στην αποσταθεροποίηση της ΝΑ Ευρώπης ενισχύοντας τον ισλαμικό παράγοντα, εδώ και δύο δεκαετίες, και κατόπιν επιθυμούν ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα χριστιανικά κράτη που η δική τους πολιτική γέννησε. Παράλληλα, συνιστά χαριτωμένη ειρωνεία το γεγονός ότι οι σύμμαχοι πιέζουν την Αθήνα να αποδεχτεί  πολιτικές της κομμουνιστικής ηγεσίας της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, 30 σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού…

 

Το παραπάνω άρθρο ( αρχικός τίτλος »Συμμαχική <<αλληλεγγύη>> και σταθερότητα» ) δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δημοκρατία, το Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018.

 

Posted in Uncategorized

Ερμηνεύοντας τον εθνολαϊκισμό

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί επιστολή του Άγγελου Χρυσόγελου, Προέδρου του Ινστιτούτου μας, προς την εφημερίδα Καθημερινή όπου και επισημαίνονται εσφαλμένες χρήσεις του όρου «λαϊκισμός» από την ίδια εφημερίδα. 

Ακολουθεί η επιστολή:

Κύριε διευθυντά,

Μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση η απόφαση της εφημερίδας σας να μεταφράσει το άρθρο του Steven Erlanger με τίτλο «In Eastern Europe, Populism Lives, Widening a Split in the EU» ως «Ο εθνολαϊκισμός παραμένει δημοφιλής στην Αν. Ευρώπη», στο φύλλο της 3ης Δεκεμβρίου. Για κάποιον λόγο, ο λαϊκισμός («populism») στο άρθρο του Erlanger μεταφράζεται ως «εθνολαϊκισμός».

Πέρα από προφανή ζητήματα εγκυρότητας και δεοντολογίας που αυτή η απόφαση εγείρει (γνωρίζει άραγε ο δημοσιογράφος ότι τα γραπτά του μεταφράζονται στα ελληνικά με τρόπο που ξεφεύγει καίρια από το αρχικό τους νόημα;), αποτελεί επίσης και μια απόδειξη του πόσο η χρήση του όρου «εθνολαϊκισμός» έχει καταστεί κοινός τόπος στην Ελλάδα. Πρόκειται δυστυχώς για μια εξόχως προβληματική τάση, για δύο κυρίως λόγους:

α) Για λόγους εννοιολογικής ακρίβειας. Στην ξένη βιβλιογραφία ο «εθνολαϊκισμός» («ethnopopulism») σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τον λαϊκισμό ο οποίος ορίζει τον «λαό» με εθνοφυλετικά κριτήρια. Παράδειγμα εθνολαϊκισμού είναι ο Εβο Μοράλες στη Βολιβία, όπου ο λαός ταυτίζεται με τους αυτόχθονες πολίτες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ελίτ ευρωπαϊκής καταγωγής. Αν κάποιος θέλει να αναφερθεί στη λαϊκιστική ακροδεξιά στην Ευρώπη, ο όρος «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν πιο δόκιμος. Ακόμα κι έτσι όμως, το άρθρο του Erlanger στα αγγλικά αναφέρεται στον λαϊκισμό χωρίς επίθετο, επομένως η χρήση του όρου «εθνικιστικός λαϊκισμός» θα ήταν και πάλι περιττή.
β) Γιατί στρεβλώνει την πολιτική συζήτηση. Η ταύτιση εθνολαϊκισμού και λαϊκισμού υποδηλώνει ότι ο λαϊκισμός είναι απαραίτητα ένα δεξιό φαινόμενο, εφόσον το πρόθεμα «εθνο» παραπέμπει στον εθνικισμό. Αν όμως ο λαϊκισμός είναι πάντα εθνολαϊκισμός, κανένας λαϊκιστής δεν μπορεί να είναι αριστερός, ή (ανάποδα) αν ένας αριστερός είναι λαϊκιστής παύει να είναι αριστερός.

Προφανώς αυτό το συμπέρασμα δεν έχει βάση ούτε στην επιστημονική συζήτηση ούτε στις πολιτικές εξελίξεις διεθνώς. Η διεθνής βιβλιογραφία συμφωνεί ότι ο λαϊκισμός μπορεί να έχει και δεξιές και αριστερές εκφράσεις. Κανένας σοβαρός ερευνητής δεν ισχυρίζεται ότι ο Κόρμπιν ή ο Μελανσόν δεν είναι αριστεροί επειδή είναι και λαϊκιστές, και κανένας δεν χρησιμοποιεί τους όρους «ethnopopulism» ή «nationalist populism» για να περιγράψει τον Σάντερς, τον Μελανσόν, ή τον Τσίπρα.

Η εμμονή με τον «εθνολαϊκισμό» σε μια περίοδο διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πόσο έχει διαβρωθεί η αστική διανόηση από το αριστερόστροφο πνεύμα της μεταπολίτευσης. Βασική αρχή της μεταπολιτευτικής ορθότητας ήταν ότι οτιδήποτε ήταν δεξιό (όπως η αξία του έθνους) ήταν αυτομάτως ύποπτο. Πλέον έχουμε φτάσει στο ακόμα χειρότερο σημείο, οτιδήποτε είναι κακό (όπως ο λαϊκισμός) να το θεωρούμε αυτομάτως και δεξιό (μετατρέποντας τον λαϊκισμό σε εθνολαϊκισμό).

Αυταπάται όποιος νομίζει ότι, διατελώντας σε τέτοια ιδεολογική σύγχυση, μπορεί να αντιταχθεί σοβαρά στην ηγεμονία της αριστεράς.

Δρ Αγγελος Χρυσογελος, Διδάσκων Department of European and International Studies, King’s College London, Πρόεδρος Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ)

Posted in Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , , ,

Πρόσωπο ή Άτομο; Μια Συντηρητική Οπτική στο Ζήτημα του Φύλου

Του Άγγελου Χρυσόγελου

Εκατό χιλιάδες. Τόσοι υπολογίζονται (το πολύ) οι Έλληνες πολίτες με διαταραχή φύλου. Σύμφωνα με κάποιους επιστημονικούς υπολογισμούς, το ποσοστό ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τέτοιου τύπου διαταραχές (και, εξ όσων μπορέσαμε να διαπιστώσουμε από μια πρόχειρη έρευνα, η επιστήμη επιμένει στην χρήση του όρου «διαταραχή» ή «δυσφορία») ανέρχεται περίπου στο 1%. Ο νέος νόμος της κυβέρνησης για την ταυτότητα και αλλαγή φύλου επομένως αφορά δυνητικά έως περίπου 100.000 Έλληνες.

Ποιο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτοί οι 100.000 συμπολίτες μας; Από πολύ μικρή ηλικία, η λειτουργία του μυαλού δεν ευθυγραμμίζεται με την λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος. Λόγω μιας βιολογικής-σωματικής δυσλειτουργίας, προκύπτουν σημαντικές ψυχολογικές διαταραχές. Ουσιαστικά, γυναίκες και άντρες βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε σώματα του αντίθετου φύλου. Το μυαλό και η ψυχή γίνονται έγκλειστοι στην φυλακή του σώματος.

Πόσοι από εμάς άραγε θα είχαν αντίρρηση σε μια ρύθμιση που θα αναγνώριζε το πρόβλημα που ένας μικρός, αλλά όχι ασήμαντος, αριθμός συμπολιτών μας αντιμετωπίζει, που θα παρείχε σε αυτούς τους ανθρώπους την δυνατότητα να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ μυαλού και σώματος και να ζήσουν μια ομαλή ζωή; Η απάντηση είναι εύκολη: Όλοι αυτοί που βλέπουν στον νέο νόμο και στην περιρρέουσα πολεμική όχι την στήριξη μιας κατηγορίας συμπολιτών μας, αλλά το ξεδίπλωμα μιας ατζέντας η οποία οικειοποιείται τις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, προκειμένου από ένα άθροισμα εξαιρέσεων να δημιουργήσει μια νέα εναλλακτική κανονικότητα.

Στον πυρήνα αυτής της ατζέντας βρίσκεται η έννοια του «δικαιώματος», το οποίο μετατρέπει την βιολογική εξαίρεση σε πολιτικό διεκδικούμενο με αξιώσεις γενίκευσης στην βάση της προσωπικής επιλογής. Η έννοια του δικαιώματος υπονοεί διεκδίκηση εκ μέρους του ατόμου έναντι της κοινωνίας, γιατί ένα δικαίωμα δεν υπάρχει γενικώς και αορίστως αλλά «ασκείται», δηλ. κατά κυριολεξία διατυπώνεται ως διεκδίκηση. Η δε ανώτερη αξιακή θέση του δικαιώματος προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό εκπορεύεται από την φύση του ατόμου, δηλ. από το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι-ως-άτομα είναι ίδιοι ως φορείς δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση της ταυτότητας φύλου, η κατανόηση της διαδικασίας αλλαγής με όρους «δικαιώματος» αλλάζει ουσιωδώς το περιεχόμενο της συζήτησης. Από την παραχώρηση ενός καθεστώτος εξαίρεσης στην βάση επιστημονικών δεδομένων και αυστηρών κριτηρίων (π.χ. ψυχολογική γνωμάτευση και ώριμη, ανεπηρέαστη έκφραση βούλησης από τον χρήστη της εξαίρεσης), περνάμε στην άσκηση του γενικευμένου για όλα τα άτομα δικαιώματος «επιλογής» μιας εκ διαφόρων διαθέσιμων «ταυτοτήτων». Από την αποδοχή της διαφορετικότητας στην βάση της αναγνώρισής της ως τέτοια, περνάμε στην αναβάπτιση της διαφορετικότητας σε δυνητική κανονικότητα που αρκεί να διατυπωθεί με όρους δικαιώματος για να επιβληθεί και πρακτικά ως τέτοια.

Η παρουσίαση των αντιδράσεων στον νόμο ως οπισθοδρομικές αντιρρήσεις από γραφικούς και αντιδραστικούς (κάποιες εκ των οποίων όντως ήταν) αποτελεί μια δοκιμασμένη μέθοδο αποφυγής κρίσιμων ερωτημάτων, θεωρητικών και πρακτικών. Οι εκφραστές της δικαιωματιστικής ατζέντας για παράδειγμα δεν εξηγούν την εσωτερική αντίφαση της ταυτόχρονης επίκλησης της επιστήμης και της βιολογίας από την μια μεριά, και της επιλογής και του δικαιώματος από την άλλη.

Υποστηρίζουν ότι το φύλο, όπως και ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα της βιολογίας του κάθε ανθρωπίνου σώματος. Από την άλλη όμως, μιλούν για «κοινωνικές ταυτότητες» οι οποίες πρέπει να αναγνωρίζονται άμα τη επικλήσει τους. Αν όμως τα πάντα είναι υποκειμενική «ταυτότητα» και ατομική επιλογή, τότε ποια αξία έχει το βιολογικό-επιστημονικό επιχείρημα; Εφόσον το φύλο είναι ατομική, ταυτοτική, ιδεολογικοπολιτική επιλογή, οι όποιες αντιρρήσεις στον τρόπο κατανόησής του προφανώς δεν μπορούν να απορρίπτονται περιπαικτικά ως «αντιεπιστημονικές» και «σκοταδιστικές».

Οι υποστηρικτές των νέων αιτημάτων πρέπει να διαλέξουν: Ή ομιλούν εξ ονόματος συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά οι οποίοι δικαιούνται ξεχωριστής μεταχείρισης στην βάση αξιών δικαιοσύνης και αλληλεγγύης και των επιστημονικών πορισμάτων. Ή εκφράζουν πολιτικές και αξιακές διεκδικήσεις στην βάση της ρευστότητας της ατομικής ταυτότητας, κάτι που σημαίνει όμως ότι κάποιοι άλλοι (συχνά πολύ περισσότεροι) κάλλιστα μπορεί να έχουν τις ακριβώς αντίθετες, αλλά εξ ίσου βάσιμες, απόψεις στην βάση της δικής τους αυτοσυνειδησίας.

Εξ άλλου, το παιχνίδι του «δικαιώματος» μπορούν να το παίξουν και άλλοι. Ποιος προστατεύει π.χ. το «δικαίωμα» ενός παιδιού να ζει με γονείς διαφορετικού φύλου; Ποιος προστατεύει το «δικαίωμα» στην ψυχική ηρεμία ανθρώπων που νιώθουν άνετα στο φύλο τους, αλλά βομβαρδίζονται καθημερινά με την προτροπή να εξερευνήσουν την «ρευστότητα» των «έμφυλων» ταυτοτήτων; Δεν υπάρχουν τομείς άλλωστε όπου στην αντιπαράθεση μεταξύ του δικαιώματος επιλογής των λίγων και του δικαιώματος προστασίας των πολλών οι νόμοι έχουν πάρει το μέρος των τελευταίων (π.χ. κάπνισμα); Από πού προκύπτει ότι σε ζητήματα φύλου, οικογένειας και σεξουαλικότητας το δικαιωματιστικό επιχείρημα εξ ορισμού αφορά τους λίγους και όχι τους πολλούς;

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της αλλαγής φύλου, είναι ειρωνικό επίσης ότι πολλοί εκφραστές αυτής της ατζέντας διακηρύσσουν το μεγαλείο και την γοητεία του «διαφορετικού» και της «ρευστότητας», την στιγμή που το αίτημα αυτών των ανθρώπων είναι η ευθυγράμμιση της βιολογικής με την ψυχολογική και κοινωνική τους πραγματικότητα, δηλ. η απόκτηση επιτέλους μιας μονοδιάστατης κανονικότητας ανάλογης με αυτήν που η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας απολαμβάνει. Στον πυρήνα του το αίτημα αφορά το ξεπέρασμα μιας διαταραχής, όχι την αναβάπτισή της σε «ταυτότητα» και «δικαίωμα» με αποτέλεσμα την γενίκευσή της.

Η διαφορά μεταξύ συντηρητικών και (σοσιαλ)φιλελευθέρων είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά στην οπτική του ανθρώπου ως προσώπου ή ατόμου. Στην μια περίπτωση έχουμε ένα σύνολο εξατομικευμένων αλλά ίδιων μονάδων, όπου οι συνεχώς αναδυόμενες επιμέρους ατζέντες διατυπωμένες στην γλώσσα του δικαιώματος μετατρέπονται σε κανόνα και υποχρέωση για όλους. Στην άλλη περίπτωση έχουμε μια ένωση ιδιοπροσωπιών, η οποία αναγνωρίζει την μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Εκεί όπου οι (σοσιαλ)φιλελεύθεροι βλέπουν φορείς δικαιωμάτων των οποίων η «ταυτότητα» καθορίζεται από την τυχόν ιδιαιτερότητά τους (φύλου, σεξουαλική, εθνοτική κ.λπ.), οι συντηρητικοί βλέπουν συνανθρώπους που πέραν των όποιων βιολογικών χαρακτηριστικών τους φέρουν επίσης και πολλές άλλες ιδιότητες που ορίζονται από την συμμετοχή σε ένα ευρύτερο σύνολο: το μέλος του έθνους των Ελλήνων, ο πιστός της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.ο.κ.

Μια συντηρητική πολιτική πρόταση λοιπόν θα μπορούσε να αποδεχτεί στο ζήτημα του φύλου την ανάγκη ρύθμισης και διευκόλυνσης της ζωής συνανθρώπων μας στην βάση επιστημονικών ευρημάτων, με αναλογικό και ισορροπημένο τρόπο. Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι ένας άνθρωπος, κατόπιν σοβαρής σκέψης και με σεβασμό στην πολυπλοκότητα του ανθρωπίνου σώματος και των κοινωνικών σχέσεων, θα μπορούσε να επανακαθορίσει μέρος της (βιολογικής και ψυχικής) ιδιοπροσωπίας του. Αυτό όμως δεν αποτελεί προϋπάρχον δικαίωμα που ενεργοποιείται, γίνεται αποδεκτό και τελικά γενικεύεται, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης που η κοινωνία παραχωρεί σε συγκεκριμένες ομάδες με σκοπό την ανανέωση της ενότητας και συνοχής της.

Φυσικά όμως η παραχώρηση αυτού του καθεστώτος εξαίρεσης περιορίζεται από πολύ συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» οι οποίες χαράσσονται εκεί όπου ο σεβασμός και η αλληλεγγύη προς την εξαίρεση και το πρόσωπο του συνανθρώπου επιδιώκεται να επαναδιατυπωθεί ως νέα κανονικότητα, αυτομάτως ικανοποιηθείσα απαίτηση, δικαίωμα επιλογής χωρίς προσεκτική εξέταση των συνεπειών, προθάλαμος απαξίωσης βασικών εκφάνσεων του ανθρωπίνου προσώπου προς όφελος «ρευστών» και «υβριδικών» ταυτοτήτων. Το περιεχόμενο και η αξιακή πλαισίωση του νέου νόμου για το φύλο σαφέστατα ξεπερνούν αυτές τις κόκκινες γραμμές και τις λογικές ανάγκες κάποιων χιλιάδων συμπολιτών μας με διαταραχή φύλου.

Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι πρόεδρος του ΙΝΣΠΟΛ.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις, Άγγελος Χρυσόγελος | Tagged , , , , , , , , , ,

Ακόμα ένα τούβλο στον τοίχο

πανεπιστήμιο

του Πάρη Μπίνου

Η ελευθερία είναι ένας από τους βασικούς σκοπούς μιας σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ελευθερία στην επιλογή και ευκαιρίες για τους νέους. Το ελληνικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης διέπεται σήμερα από τις παραπάνω κατευθύνσεις ή «τα τούβλα» της ιδεολογικής προκατάληψης χτίζουν τοίχους άρνησης της πραγματικότητας? Μήπως αυτό το κυρίαρχο ακόμα και σήμερα, «σιδηρούν παραπέτασμα» της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, μαζί με τους εκφραστές του, βυθίζει στο σκοτάδι και το ελληνικό πανεπιστήμιο?

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα τα κατάφερε και πάλι. Είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που αρνείται την πραγματικότητα, περιχαρακωμένη πίσω από τον τοίχο της ιδεολογικής προκατάληψης. Το «ηθικό πλεονέκτημα» των οικοδόμων της οπισθοδρόμησης, έχει μετατραπεί σε ένα βαθιά συντηρητικό και αντιμεταρρυθμιστικό «ιδεολογικό μειονέκτημα», που συμπαρασύρει το παρόν και το μέλλον της νέας γενιάς. Ακούγεται συχνά από τους «οικοδόμους της οπισθοδρόμησης», το επιχείρημα ότι στην ουσία δεν υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια στο κόσμο. Όμως, άλλο η μη-επιτυχία και άλλο η ανυπαρξία. Ενδεικτικά, μόνο σε χώρες της Δ. Ευρώπης λειτουργούν περί τα 140 ιδιωτικά πανεπιστήμια (πηγή hca.gr), ενώ ακόμα και ο οργανισμός CEPES της UNESCO έχει αναλάβει την επέκταση της έρευνας για την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Ακόμα και οι παλαιοί θιασώτες των σοσιαλιστικών συστημάτων στην Αν. Ευρώπη, σήμερα ασπάζονται την σημασία της ύπαρξης ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Η εποχή που μια θέση θεωρούνταν εκ προοιμίου προοδευτική όταν απλά και μόνο εκφέρονταν από συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους τελείωσε. Σήμερα, ο πολίτης που υπερ-φορολογείται θέλει να κρίνει συγκεκριμένες θέσεις αντί ιδεολογημάτων, προτάσεις επί συγκεκριμένων προβλημάτων και κυρίως η εφαρμογή της πολιτικής στη καθημερινότητα είναι που χαρακτηρίζει το τί είναι προοδευτικό και τι συντηρητικό. Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση, την οποία αρνούνται να αντικρίσουν οι «οικοδόμοι της οπισθοδρόμησης»? Γιατί χτίζουν γραφεία καθηγητών, πρυτάνεων και μειοψηφίες απολαμβάνουν μιας ιδιότυπης κρατικής ανοχής στις παρανομίες του κοινού ποινικού δικαίου στις οποίες αρέσκονται να επιδίδονται εντός των ελληνικών ιδρυμάτων? Γιατί καλλιεργείται ένα κλίμα φόβου στο ελληνικό πανεπιστήμιο?

Η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι αρνούνται τη κατάργηση των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, διότι αυτό θα είναι άλλη μια παραδοχή της ιδεολογικής τους πτώχευσης. Μια πτώχευση που διέπει όλο το φάσμα της καθημερινότητας και απλά θα επιβεβαιωθεί και μέσα στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Τα τείχη που υψώνουν ακόμα και σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι το τελευταίο εμπόδιο πριν δουν όλοι ότι ο «βασιλιάς είναι γυμνός». Γυμνός από ιδεολογικά επιχειρήματα, γυμνός και οπισθοδρομικός, ένας κανονικός δικτατορίσκος που κρατά όμηρο το ελληνικό πανεπιστήμιο και μαζί την ελληνική νεολαία που διωκόμενη στη πατρίδα της θριαμβεύει στο εξωτερικό.

Πλέον των 35.000 Ελλήνων βρίσκονται για σπουδές εκτός Ελλάδος, χωρίς να συνυπολογίσουμε όσους πληρώνουν προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε ιδρύματα του εξωτερικού, μιας και στην Ελλάδα ποινικοποιούνται κάθε είδους δίδακτρα. Αρνούνται το ιδιωτικό πανεπιστήμιο, ενώ την ίδια ώρα αναγνωρίζουν, μετά από επιβολή προστίμων της ΕΕ, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων κολεγίων. Γνωρίζουν πως με απόφαση του ΣτΕ 2287/2001 και με βάση την παράγραφο 7 του άρθρου 16 του Συντάγματος, επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών ανώτερων σχολών με απόφαση του Υπ. Παιδείας. Άλλωστε, με το ΠΔ 38/2010 και τους Ν. 3696/2008, Ν. 3919/2011, Ν. 3328/2005, Ν. 3845/2010, την απόφαση του ΣτΕ 853/2010 η Ελλάδα αναγνωρίζει τα Κολέγια που λειτουργούν σε συνεργασία με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, έστω και μόνο σε επίπεδο αναγνώρισης επαγγελματικών και όχι ακαδημαϊκών δικαιωμάτων.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερή η υποκρισία της εφαρμοζόμενης πολιτικής και το μέγεθος του πολιτικού τσαρλατανισμού των «οικοδόμων της οπισθοδρόμησης». Έφτιαξαν μια πραγματικότητα χωρίς ίχνος λογικής. Αναγνωρίζουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, μέσω ΔΟΑΤΑΠ, των αποφοίτων ξένων ιδρυμάτων, ενώ απαγορεύουν εντός χώρας την λειτουργία τους. Έτσι, απόφοιτος των κολεγίων μπορεί να λάβει εκτός Ελλάδος ακόμα και διδακτορικό τίτλο από το Harvard ή να γίνει καθηγητής του Yale, αλλά στην Ελλάδα να θεωρείται απόφοιτος λυκείου…Αυτή τη πραγματικότητα έχει αντιληφθεί ο μέσος πολίτης. Σε έρευνα της εταιρείας «διαΝΕΟσις» (Φεβρουάριος 2016), η πλειονότητα των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων σε ποσοστό που αγγίζει το 60%. Τα αποτελέσματα φανερώνουν πως η κοινωνία έχει αντιληφθεί πια το μέγεθος του λαϊκισμού των αρνητών της προόδου.

Είναι οι ίδιοι που αρνούνται την αυτονομία των πανεπιστημίων, αρνούνται την στροφή των ιδρυμάτων προς αναζήτηση νέων πηγών εσόδων. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για τα έτη 2011-2015, ο επιχειρηματικός τομέας αναδεικνύεται 2η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα με το εξαιρετικό ποσό των 534 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, οι πηγές της ΕΕ έρχονται μόλις στην 3η θέση. Τα στοιχεία μιλούν. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και υπεράνω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Γιατί να μην στηριχθεί το ελληνικό πανεπιστήμιο στον υπάρχοντα επιχειρηματικό τομέα, λαμβάνοντας στήριξη για την εξαιρετικά υψηλού επιπέδου έρευνα που μπορεί να παράγει βασιζόμενο στο εξαιρετικό δυναμικό του?

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικών Κολεγίων περί τα 6 εκατ. ευρώ υπολογίζεται η δαπάνη για ίδρυση και λειτουργία ενός μικρού ιδιωτικού ανώτατου ιδρύματος, το οποίο θα δώσει επιπλέον επιλογές στον Έλληνα νέο και θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας στο ερευνητικό προσωπικό της χώρας. Πολλοί φορείς και του εξωτερικού και του εσωτερικού, μπορούν να αναλάβουν μια τέτοια προσπάθεια με το κόστος αυτό. Το σίγουρο είναι όμως, ότι κανένας σοβαρός φορέας δεν θα δώσει χρήματα στο ελληνικό ΑΕΙ των καταλήψεων, της αναξιοκρατίας, της αδιαφάνειας, της οικογενειοκρατίας και της οικοδόμησης τοίχων που απομονώνουν και περιχαρακώνουν τα ιδιοτελή προσωπικά συμφέροντα και τις ιδεολογίες της οπισθοδρόμησης. Στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο έρμαιο των «τούβλων» της περιχαράκωσης και της ιδεοληψίας. Η συνταγματική απαγόρευση, απομεινάρι της χουντικής περιόδου είναι καιρός να κατεδαφιστεί. Ένα εκσυγχρονισμένοκαι ανταγωνιστικό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν έχει να φοβηθεί τα πολύ λίγα πιθανά ιδιωτικά πανεπιστήμια, αντιθέτως έχει να κερδίσει. Πρώτα και κυρίως για λόγους επιλογής, για λόγους ελευθερίας, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων πρέπει να γίνει πλέον πραγματικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί τη κατάλληλη στιγμή, για να σπάσουν οι τοίχοι της οπισθοδρόμησης στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Ο Πάρης Μπίνος, MA MS PhD, είναι Διδάκτορας Τμήματος Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής, Παν. Μακεδονίας & Διδάσκων ιδιωτικού πανεπιστημίου εξωτερικού.

Πρώτη ανάρτηση, Liberal.gr, http://www.liberal.gr/arthro/156260/apopsi/arthra/akoma-ena-toublo-ston-toicho.html

 

Posted in Πάρης Μπίνος | Tagged , , , , , ,

Αναζητώντας ένα αφήγημα εθνογένεσης

images 22-8-2017

του Δρ. Κωνσταντίνου Σαμπάνη

Η απήχηση και η επακόλουθη έντονη συζήτηση σε διάφορα διαδικτυακά fora η οποία προκλήθηκε από το δημοσιευθέν στο Nature άρθρο σχετικά με την γενετική συσχέτιση μεταξύ Μυκηναίων και Μινωιτών και την πληθυσμιακή συνέχεια του ελληνικού χώρου κατέδειξε ακόμη μια φορά το ενδιαφέρον μέρους της ελληνικής κοινωνίας για τα περί των ιστορικών καταβολών της, ενδιαφέρον ζωηρό και ειλικρινές μεν, εντούτοις ενίοτε επιστημονικά ανερμάτιστο και ως εκ τούτου ανήκον στην σφαίρα της παρα- και ψευδοεπιστήμης η οποία άλλωστε εμφανίζει μια ιδιαίτερη άνθιση τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μέσω “εθνικόφρονων” ή νεοπαγανιστικών εκδόσεων. Περιττό να ειπωθεί ότι η επιστημονική εγκυρότητα αυτών των εκδόσεων είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Αντιθέτα, το εν λόγω άρθρο στο Nature αποτελεί, προφανώς, μια επιστημονικά έγκυρη δημοσίευση και όπως συμβαίνει πάντα με τα πορίσματα μιας επιστημονικής έρευνας αυτά (πρέπει να) λαμβάνονται μεν σοβαρά υπ’ όψιν αλλά υπόκεινται στην ανάλογη κριτική για να επαληθευτούν, να απορριφθούν ή να εξελιχθούν. Δηλαδή, δεν πρόκειται ούτε για κάτι που μπορούμε να αγνοήσουμε, ούτε να θεωρήσουμε θέσφατο και τελικό συμπέρασμα. Ήδη άλλωστε υπήρξαν κριτικές ότι το πληθυσμιακό δείγμα είναι αρκετά μικρό για να έχουμε ασφαλή τελικά συμπεράσματα, επομένως οφείλουμε να αναμένουμε περαιτέρω ανάλογες έρευνες.

Ασφαλώς η επιστήμη διαφέρει από τα αφηγήματα τα οποία εξιστορούν την εμφάνιση και την πορεία ενός λαού και τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται στην σφαίρα της μυθολογίας και αναφέρονται σε χρόνους μη-ιστορικούς, δηλαδή μη καταγεγραμμένους σε γραπτά κείμενα. Για να επιτύχουν τον σκοπό τους, οι εθνογενετικοί μύθοι είναι αυτό ακριβώς που προδίδει η ονομασία τους, δηλαδή μυθολογία, ένα διήγημα το οποίο εξελίσσεται σε ενοποιητικό αφήγημα το οποίο συντελεί στην εδραίωση του εθνικού συνανήκειν. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτών των αφηγημάτων σημαίνει ότι αυτά συχνά κείνται πέραν της όποιας ιστορικής αληθείας (ασχετώς του αν μεταφορικά απηχούν κάποια γεγονότα), εξ ου και η σύνδεση με το θείο (π.χ. ο εβραϊκός Γιαχβέ) ή με ένα μυθικό ον όπως είναι η μορφή της τροφοδότριας λύκαινας στην ρωμαϊκή ή την τουρκική μυθολογία.

Η ελληνική παράδοση υπήρξε περισσότερο πλουραλιστική με αποτέλεσμα  την απουσία ενός ισχυρού συμβολικού ενοποιητικού αφηγήματος. Τέτοια αφηγήματα μπορεί να υπήρχαν στην γενεολογία των διαφόρων ελληνικών φύλων ή πιο συλλογικά τα ομηρικά έπη να είχαν μια παρόμοια λειτουργία, ενώ στην ελληνορθόδοξη παράδοση υπάρχουν ανάλογα μοτίβα (η Υπέρμαχος Στρατηγός, ο μαρμαρωμένος βασιλιάς κτλ.). Απουσιάζει ωστόσο ένα ισχυρό κεντρικό αφήγημα.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους, κατά την γνώμη μου, για τους οποίους η (νεο)ελληνική κοινή γνώμη στρέφεται σε επιστημονικές και παραεπιστημονικές θεωρίες. Ο άλλος είναι η αρχαιολατρεία / αρχαιοπληξία και η απόλυτη προτεραιότητα η οποία δίνεται στην αρχαιότητα έναντι άλλων περιόδων της ελληνικής ιστορίας. Σε συνδυασμό,αυτά τα αίτια έχουν δημιουργήσει μια σχεδόν εμμονική θεώρηση σχετικά με τις απαρχές του ελληνικού έθνους όπου έμφαση δίνεται στην αυτοχθονία, την γενετική συνοχή (κοινώς την φυλετική καθαρότητα) και την παλαιότητα του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας. Η διατύπωση, για παράδειγμα, ότι η ελληνική είναι η αρχαιότερη γλώσσα της υφηλίου δεν ακούγεται ως παράλογη πεποίθηση στα αυτιά πολλών συμπατριωτών μας.

Η έρευνα του Nature λοιπόν κολακεύει τα ώτα μας και αυτό δεν είναι αναγκαστικά κάτι κακό. Τουναντίον, εάν όντως στοιχειοθετείται και βιολογικά η συνέχεια του ελληνικού πληθυσμού από την αρχαιότητα, θεωρίες τύπου Falmerayer και η γενικότερη δυτικότροφη εντύπωση περί “άριου” αρχαίου πολιτισμού καθώς και η διαρκώς αμφισβητούμενη (και από Έλληνες διανοητές) συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να αντικρουστούν επιστημονικά, δίνοντας μια ιστορική αυτοπεποίθηση στον Νεοέλληνα του οποίου η (καλώς ή κακώς ούτως) διαμορφωθείσα ταυτότητα τίθεται υπό αίρεσιν.

Το προβληματικό στοιχείο στην πρόσληψη τέτοιων ερευνών προκύπτει όταν τα πορίσματά της ξεχειλώνουν για να χωρέσουν σε ένα εθνικό αφήγημα που θέλει να θεωρείται επιστημονικά εδρασμένο αλλά εν τέλει τείνει προς την μυθολογία ή έστω την αυθαιρεσία και την υπερβολή. Τέτοια είναι η περίπτωση της όλης παραφιλολογίας περί “Πελασγών”, ενός εθνολογικού όρου ασαφούς ήδη από την αρχαιότητα για τους οποίους όμως έχουν γραφεί βιβλία με αναγνωσιμότητα υψηλότερη έγκυρων ακαδημαϊκών εκδόσεων, φαινόμενο στο οποίο σε έναν βαθμό έχω αναφερθεί σε αυτήν την ανακοίνωση.

Το ερώτημα λοιπόν που μας απασχολεί και για το οποίο επιθυμούμε ως εθνική κοινωνία να δώσουμε μια απάντηση που, παράλληλα με την ενασχόληση με το “υπαρξιακό” ζήτημα της εθνογένεσης, θα τονώνει τα αισθήματά μας είναι το “πόθεν και πότε οι Έλληνες” (έκφραση δανεισμένη από τον τίτλο του εξαιρετικού, παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις,έργου του αρχαιολόγου Θ. Γιαννόπουλου), δηλ. ποια είναι η καταγωγή των Ελλήνων και οι απαρχές της ιστορίας μας.

Στην σύντομη αυτή ανάρτηση δεν σκοπεύουμε (και δεν δυνάμεθα) να παραθέσουμε τις σχετικές επιστημονικές (ιστορικές, αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και βιολογικές) θεωρίες που σχετίζονται με την προέλευση των Ελλήνων και την δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού έθνους. Δεδομένο είναι όμως, ότι αναφερόμενοι σε “Έλληνες” πρέπει να ορίσουμε τι αντιλαμβανόμαστε με το εθνώνυμο που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Ήδη από την αρχαιότητα γίνονται αναφορές στην διαφορετική καταγωγή Ιώνων και Δωριέων, όπου οι πρώτοι θεωρούνται εξελληνισθέντες Πελασγοί και οι δεύτεροι οι “κατεξοχήν” Έλληνες[1] ενώ και η ελληνική γενεολογία φαίνεται να έχει ετερογενείς καταβολές (όπως διαπιστώνει για παράδειγμα η Finkelberg).

Αυτός οπροβληματισμός περί του τι ορίζουμε ως “ελληνικό”είναι έκδηλος στο ζήτημα της γλώσσας. Στις περιπτώσεις ετυμολόγησης, οι γλωσσολόγοι ονομάζουν“ελληνικές” τις λέξεις που είναι Ινδο-ευρωπαϊκής προέλευσης και ανήκουν σε έναν κοινό κλάδο (στην Πρωτοελληνική από την οποία προέκυψαν μεαγενέστερα οι διάφορες διάλεκτοι) και “προ-ελληνικές” τις λέξεις που δεν ανήκουν σε αυτόν τον κλάδο, αλλά στο γλωσσικό υπόστρωμα που προϋπήρχε, κατά την κυρίαρχη εκδοχή, του ερχομού των “Άριων” Ελλήνων. Είναι δύσκολο να πούμε εάν αυτό το υπόστρωμα αποτελείτο από μία ή περισσότερες γλώσσες Ινδο-ευρωπαϊκές ή μη. Ενδεχομένως η εικόνα να ήταν περίπλοκη και να είχαμε ένα γλωσσολογικό και πολιτιστικό μωσαϊκό όπου πολλαπλές ζυμώσεις και αλληλοεπιδράσεις ελάμβαναν χώρα, δεδομένης και της γεωγραφικής δομής του Αρχιπελάγους. Γεγονός είναι σε κάθε περίπτωση ότι λέξεις και τοπωνύμια με τα επιθήματα -σσ- / -ττ- και -νθ- (π.χ. κυπάρισσος, Λυκαβηττός, Κόρινθος, λαβύρινθος, Παρνασσός) ανήκουν σε αυτό το “προελληνικό” υπόστρωμα και επομένως η παρουσία τους συνιστά επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι πρίν της ελεύσεως των Ελλήνων ο ελληνικός χώρος εκατοικείτο από έναν λαό ή και περισσότερους λαούς διαφορετικής καταγωγής.

Αν και είναι δόκιμο να κάνουμε την διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Προ-Ελλήνων γλωσσολογικά και πολιτιστικά, είναι ωστόσο εύλογο να ονομάζουμε μια ελληνικότατη λέξη όπως είναι η ‘θάλασσα’ (η οποία δεν έχει ΙΕ ετυμολόγηση) “προελληνική” δηλαδή μη-ελληνική; Και εδώ διαφαίνεται ο προβληματισμός περί του τι θεωρούμε ελληνικό. Η εμφάνιση και η διαμόρφωση της ελληνικότητας δεν μπορεί να ειδωθεί παρά ως η διαδικασία όπου εντός ενός ιστορικού και γεωγραφικού πλαισίου επιτελέστηκε η ελληνική εθνογένεση ως σύζευξη λαών, πολιτισμών, γλωσσών και παραδόσεων που συνυπήρξαν, ειρηνικά ή βίαια, στον χώρο του Αιγαίου.

Πέρα λοιπόν από τις διάφορες, ενίοτε αντικρουόμενες μεταξύ τους, επιστημονικές θεωρήσεις περί της καταγωγής και προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού, αυτό που χρειάζεται ένα αφήγημα εθνογένεσης είναι να εμπνέει έναν λαό. Η ελληνική περίπτωση, ιδιάζουσα λόγω του χρονικού βάθους και των ποικίλων διαδρομών της ιστορίας μας, μπορεί και οφείλει να συνδεθεί με την διαδρομή όσων έζησαν και μοιράστηκαν κοινή μοίρα στην περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ώστε η ελληνική εθνογένεση να αποκοπεί από εμμονικούς μαξιμαλισμούς απόλυτης καθαρότητας, αυτοχθονίας και χρονολογικής υπερβολής και να λάβει τις διαστάσεις τις οποίες όντως έχει. Εάν απαλλαγούμε από αυτήν την ημιμάθεια, η ίδια η ιστορία θα μας οδηγήσει στην δημιουργία ενός αφηγήματος αιγαιακής και μεσογειακής υπερηφάνειας η οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για την κατανόηση της ιστορίας αλλά και για την ορθή αντιμετώπιση σύγχρονων διλημμάτων και γεωστρατηγικών προκλήσεων.

Dr. Phil. Κωνσταντίνος Σαμπάνης, γλωσσολόγος, απόφοιτος του Salzburg Universität, μεταδιδακτορικός ερευνητής του  Πανεπιστημίου Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών.

[1] Το γνωστό απόσπασμα στον Ηρόδοτο (1.56): «ἱστορέων δὲ εὕρισκε Λακεδαιμονίους καὶ Ἀθηναίους προέχοντας τοὺς μὲν τοῦ Δωρικοῦ γένεος τοὺς δὲ τοῦ Ἰωνικοῦ. ταῦτα γὰρ ἦν τὰ προκεκριμένα, ἐόντα τὸ ἀρχαῖον τὸ μὲν Πελασγικὸν τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος. καὶ τὸ μὲν οὐδαμῇ κω ἐξεχώρησε, τὸ δὲ πολυπλάνητον κάρτα»

 

Posted in Κωνσταντίνος Σαμπάνης | Tagged , , , , , , , , , , ,