Πρoστατευμένο: Είσοδος των στελεχών του Ινστιτούτου

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Advertisements
Posted in Uncategorized

«Φιλελεύθεροι» ή «Συντηρητικοί»;

1

Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ή δεδομένο: στην Ελλάδα ζουν και βασιλεύουν οι διαφωνίες για το αν η ευρύτερη παράταξη δεξιότερα του κέντρου (πέρα από τα συγκεκριμένα κόμματα-υποστάσεις της) είναι κυρίως και πρωτίστως «συντηρητική», με στοιχεία οικονομικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού, ή πρωτίστως «φιλελεύθερη», διανθισμένη απλώς με κάποια στοιχεία συντηρητισμού…

Η (Κεντρο)Δεξιά στην Ελλάδα μοιάζει να έχει καταλήξει στον αυτοπροσδιορισμό της: θεωρεί τον εαυτό της κυρίως και πρωτίστως «φιλελεύθερο». Από τον ιδρυτικό της «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, βασικό στοιχείο της γοητείας του οποίου είναι το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει ποιό είναι ακριβώς το περιεχόμενό του, μέχρι τον σημερινό «κοινωνικό φιλελευθερισμό» και τον γενικότερο «φιλελευθερισμό» που επικαλούνται τα στελέχη και οι νεολαίοι της ΝΔ όταν καλούνται να μιλήσουν για ιδεολογία – συνήθως, χωρίς μεγάλη επιτυχία.

Ο Συντηρητισμός «μύριζε» πάντοτε στην Νέα Δημοκρατία, ως θεωρούμενος πως προάγει την στασιμότητα ή ως μη δημοφιλής, κι ας αυτοπροσδιορίζεται το 57% των Ελλήνων πολιτών ως «συντηρητικοί» σε δημοσκόπηση της Public Issue τον Νοέμβριο του 2009, πριν δηλαδή από την κρίση που «έστρεψε προς τα Δεξιά» την πολιτική μας γεωγραφία. Ο Συντηρητισμός θεωρείτο «στασιμότητα», δεν αναγνωριζόταν σε αυτόν η πολιτική ιδεολογία της πρόταξης και της ιεράρχησης αξιών όπως η παράδοση, η εργατικότητα, το καθήκον, το ήθος, το φιλότιμο, ο σεβασμός στους νόμους, η αγάπη για την αξιοπρέπεια και την ευταξία, η παραδεδομένη πείρα αιώνων, τα οξυμένα αντανακλαστικά φιλοπατρίας.

Η αντικατάσταση του συντηρητισμού με τον φιλελευθερισμό προβάλλετο ως «προοδευτική», ως εξωστρεφής, ως τρέντυ: ειδικά από τότε που άρχισε την προεδρία του ο Μέγας Σώγαμπρος της ελληνικής Δεξιάς, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, η ΝΔ άρχισε να αυτοαποκαλείται «η μεγάλη φιλελεύθερη παράταξη», σε αντιπαραβολή με το νοσηρά αυτάρεσκο «η μεγάλη δημοκρατική παράταξη» του ΠΑΣΟΚ. (Μαΐστωρ της διαστροφής των εννοιών, ο ιδρυτής και πρόεδρος του «Κόμματος Νεοφιλελευθέρων» (1977) δήλωσε προχθές απο διαδικτύου ότι «δεν υπάρχει η έννοια του νεοφιλελευθερισμού, ούτε στην θεωρία ούτε στην πράξη»).

Κανείς δεν ζήτησε έναν «αμιγή» συντηρητισμό, με εξορισμένο τον φιλελευθερισμό. Όμως, αν δεν μπλέξουμε με την πραγματικά μη συγκρίσιμη αμερικανική πολιτική γεωγραφία, ο ενθάδε αυτοπροσδιορισμός της (κεντρο)Δεξιάς ως πρωτίστως «φιλελεύθερης», όχι συντηρητικής, αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία – επιπολαιότητας και φοβικότητας…

Παντού στην Ευρώπη, το μεγάλο κεντροδεξιό κόμμα αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως ως συντηρητικό ή χριστιανοδημοκρατικό αλλά και με φιλελεύθερα στοιχεία/ανταύγειες, με ένα μικρό, αμιγώς φιλελεύθερο κομματίδιο να περιστρέφεται ως δορυφόρος γύρω του, επικουρικά. Μάλιστα, η δημοφιλία του φιλελεύθερου κομματιδίου είναι τέτοια, που συνήθως λαχταρούμε για το αν θα μπει στην επόμενη Βουλή – στην Ελλάδα σπανιώτατα ξεπέρασε το 1%…

Στην Βρεττανία, η μεγάλη κεντροδεξιά αυτοαποκαλείται με σαφήνεια Conservative Party. Συγκυβερνά με το πολύ μικρότερο κόμμα των Liberal Democrats

Στην Γερμανία, η κεντροδεξιά ταυτίζεται με την χριστιανοδημοκρατία. Το μεγάλο CDU (Christlich Demokratische Union) συγκυβερνά σήμερα με το μικρό και αλαζονικό FDP (Freie Demokratische Partei – Die Liberalen), το οποίο δεν προβλέπεται να επιβιώσει στην επόμενη Βουλή…

Μην κουράσουμε: και λοιπά, και λοιπά. Ας κοιτάξει κανείς στην Γαλλία, στην Ιταλία… Πουθενά δεν είχε το κατ’ εξοχήν κεντροδεξιό κόμμα την φαεινή ιδέα να θεωρήσει τον εαυτό της ως κυρίως φιλελεύθερο και όχι ως κυρίως συντηρητικό! Αρνούμενο, έτσι, την ψυχή της «βάσης» της και την ιδιοπροσωπία της παράταξης που αξιώνει να εκπροσωπήσει…

Το ζήτημα της αντιδιαστολής συντηρητισμού και φιλελευθερισμού χωράει πολλή συζήτηση και ανάλυση, εδώ απλώς θίγουμε το θέμα. Σημειώνουμε πάντως ότι ο συντηρητισμός με τον φιλελευθερισμό ενίοτε συγκρούονται, δεν συμπορεύονται πάντοτε αρμονικά: σε επίπεδο θεμελίων, το κέντρο της αναφοράς του φιλελευθερισμού είναι το φυσικό άτομο, τα δικαιώματά του και οι ελευθερίες του, ενώ του συντηρητισμού η συλλογικότητα που συνοψίζεται με την λέξη «πατρίδα» – συλλογικότητα ευρύτερη από το απλό άθροισμα των «πολιτών». Αλλά και στο πολιτικό «δια ταύτα», οι αμιγείς συντηρητικοί και οι πραγματικοί φιλελεύθεροι βρίσκονται στα αντίπαλα στρατόπεδα σε ζητήματα όπως η υιοθεσία τέκνου από ζευγάρι ομοφυλοφίλων ή η θέση της εκκλησιαστικής ευσέβειας στον δημόσιο βίο, παραδείγματος χάριν. Ή στο πώς οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε το συλλογικό μας παρελθόν και την Ιστορία… Η συνεργασία και η γόνιμη συμπόρευση είναι εφικτή μόνο επί τη βάσει της σαφούς επίγνωσης της ουσιώδους διαφοράς: ότι άλλο πράγμα ο συντηρητισμός και άλλο πράγμα ο φιλελευθερισμός… Το μπαστάρδεμά τους οδηγεί στην αυτο-ακύρωση και των δύο!

Αλλά υφίσταται και ένα άλλο ζήτημα αναφοράς: η Δεξιά είναι η Αριστερά «αντεστραμμένη», ή μια ουσιωδώς διαφορετική πρόταση για τον άνθρωπο, τον κόσμο, την κοινωνία, την ιστορία, την πολιτική; Διότι εξετάζοντας την κεντροδεξιά ως κυρίως και κατ’ εξοχήν «φιλελεύθερη» (είτε εν ενεργεία είτε εν δυνάμει), αποδεχόμαστε τον τρόπο της Αριστεράς για τον διαχωρισμό της πολιτικής γεωγραφίας: την πολιτική σου τοποθέτηση την ορίζει κυρίως και πρωτίστως η στάση σου απέναντι στην οικονομία. Αυτή η αντίληψη «ιστορικού υλισμού» (που ενίοτε καταλήγει… υστερικός υλισμός) βασιλεύει στον συνεπέστατα ιστορικο-υλιστικό, από την ανάποδη, φιλελευθερισμό, ο οποίος δεν αυτο-προτείνεται απλώς ως μια οικονομική μέθοδος ή μια πολιτική πρόταση, αλλά ως μια φιλοσοφική κοσμοθεωρία, που δίνει δικό της περιεχόμενο σε θεμελιώδεις έννοιες όπως η «ελευθερία» κλπ. (Άλλωστε, κατά τον Λούκατς, ο ιστορικός υλισμός είναι ταυτόχρονα και η αυτοσυνειδησία του καπιταλισμού). Ο συντηρητισμός όμως δεν ορίζει την Πολιτική ως απλή συνάρτηση των οικονομικών επιλογών του κράτους ή των «ατόμων», με όλα τα άλλα ως «εποικοδόμημα» – δεν είναι μια «Αριστερά από την ανάποδη». Αντιθέτως! Ειδάλλως καταλήγει απλώς ένα «γαλάζιο ΣΥΡΙΖΑ»… Όπως ακριβώς συμβαίνει με τις απόψεις ουκ ολίγων «φιλελεύθερων κεντροδεξιών» περί εθνικών θεμάτων και θεσμικής-κοινωνικής ελευθεριότητας!

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την παραπάνω παράθεση κάποιων απόψεων θα ήταν η ζωντανή συζήτηση αυτοπροσδιορισμού που ενδεχομένως θα μπορούσαν αυτές να προκαλέσουν… Χορεύουμε;

(Σ.Μ. – πρώτη δημοσίευση)

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ ένας ελληνικός συντηρητισμός;

2

Με την αφορμή του άρθρου «Φιλελεύθεροι» ή «Συντηρητικοί»; αναπτύχθηκε ένας ενδιαφέρων διάλογος, ο οποίος υπογράμμισε το έλλειμμα διασάφησης των όρων που χρησιμοποιούμε για να συνεννοηθούμε οι ευρισκόμενοι δεξιώτερα του πολιτικού κέντρου. Πέρα από την ζωντάνια και γονιμότητα συγκεκριμένων τοποθετήσεων στα σχόλια, η «αύρα της Μεταπολίτευσης» πνέει ακόμα, με την ανιδεολογική προσπάθεια να οριστούν ιδεολογικοί όροι με νόρμες επεξηγήσεων ριζικά άσχετων με ιδεολογικές συντεταγμένες, όπως στην περίπτωση του ομιχλώδους καραμανλικού «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», σχετικά με το περιεχόμενου του οποίου σημειώθηκε τέλειο αδιέξοδο. Δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα να αναρωτηθούμε τί ακριβώς περιεχόμενο θα μπορούσε να έχει ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός: το ερώτημα που πρέπει να τεθεί προ πάσης εργασίας είναι το γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ μέχρι σήμερα αυτός ο νέος ελληνικός συντηρητισμός.

«Διυλίζετε τον κώνωπα και θεωρητικολογείτε για το φύλο των αγγέλων, ενώ τα προβλήματά μας είναι απολύτως πρακτικά», θα μπορούσε να αντιτείνει ο καλοπροαίρετος συνομιλητής. Όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι εντελώς διαφορετικό το να προκύπτει φυσικά μια πολιτική πρόταση διαχείρισης των «δημοσίων πραγμάτων» από την ιδεολογία, δηλαδή από το κοσμοσύστημα ιδεών, αρχών και αξιών, και εντελώς διαφορετικό το να επαγγέλλεται ένας πολιτικός φορέας «καλύτερη διαχείριση» και «καλύτερες μέρες». Εν πολλοίς είναι η έκλειψη της ιδεολογίας είναι που κάνει την πολιτική να εκπίπτει σε προϊόν και την ουσία να υποκαθίσταται από την επικοινωνία. Η έκλειψη της ιδεολογίας είναι ταυτόχρονα και ένα από τα εργαλεία της κομματοκρατίας για να επιβάλλεται, να αναπαράγεται και να μακροημερεύει: το συγκεκριμένο όραμα και πρόταγμα απειλεί την διατήρηση και την συνοχή της κομματοκρατίας, πυλώνας της οποίας είναι ότι «εμείς» είμαστε καλύτεροι διαχειριστές από τους «άλλους», μετατρέποντας έτσι την πολιτική αρένα σε ανταγωνισμό «δημοκρατικών» φέουδων, όχι διαφορετικών στοχεύσεων, οραμάτων, προταγμάτων. Τα περισσότερα στελέχη της σημερινής κομματοκρατίας θα βρίσκονταν σε ιδιαιτέρως δύσκολη θέση αν εκαλούντο να διατυπώσουν συγκεκριμένα, πειστικά και με ιδεολογικούς όρους το πρόταγμα του φορέα τους για την κοινωνία: είναι απλώς διαχειριστές ή υπάλληλοι συστημάτων. Η διαχειριστική πολιτική μπορεί να υποσχεθεί μόνο ευημερία – ασχέτως με το αν μπορεί και να την εγγυηθεί. Η πραγματική πολιτική όμως δεν μπορεί παρά να εμφορείται από όραμα – το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι συγκεκριμένο, μια συγκεκριμένη προτεινόμενη κατεύθυνση για την κοινωνία διαφορετική από τις άλλες, όχι ευχολόγια ή γενικολογίες. Η αναζήτηση της συγκεκριμένης ιδεολογίας λοιπόν καμακώνει την κομματοκρατία με το καμάκι του ήλιου, διότι διαχωρίζει την ήρα από το σιτάρι: αυτούς που θέλουν και μπορούν από τα καχεκτικά εκβλαστήματα της κομματοκρατίας…

Πίσω στο ερώτημα γιατί δεν διατυπώθηκε ποτέ ένας ελληνικός συντηρητισμός: στην Ελλάδα, και δη δεξιώτερα του κέντρου, παρατηρείται αενάως μια ιδιότυπη φοβία για την δόμηση γηγενούς πολιτικού προτάγματος. Πολλοί από εμάς ίσως να εντοπίζουν τον ιδεολογικό αυτευνουχισμό της Δεξιάς αποκλειστικά στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, δεν είναι όμως έτσι: ήδη τα ιδρυτικά μας κόμματα, το «Γαλλικόν», το «Αγγλικόν» και το «Ρωσσικόν», εγκεντρίζουν την ελληνική πολιτική σκηνή στο βασίλειο του μεταπρατισμού, της μίμησης ξένων προτύπων, «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες», όπως κανοναρχεί θεοείκελος ο Σεφέρης. Στο παρόν σημείωμα θα προσπαθήσουμε να δούμε τις αιτίες πριν και πέρα από την Μεταπολίτευση.

Υφίστανται λοιπόν τρείς εγγενείς παραταξιακές δυσπλασίες, περίπου ανέκαθεν υπάρχουσες:

(α) Στην ελληνική Δεξιά παρατηρείται ένα μόνιμο πνευματικό χάσμα λαού (παραταξιακής «βάσης») και πολιτικής κεφαλής, πολιτικού «λαού και Κολωνακίου». Η «βάση» είναι παραδοσιοκεντρική (όχι ακριβώς traditionalist conservative), η κεφαλή μεταπρατική. Η «βάση» είναι συντηρητική, η «κεφαλή» ακκίζεται να αυτοπροσδιορίζεται φιλελεύθερη. Αδύνατον να προκύψει ιθαγενής πολιτική σκέψη… Αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται μόνο στα πολιτικώς δεξιώτερα του κέντρου, αλλά σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Σημειώνει διαυγώς ο Οδυσσέας Ελύτης: «Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μία μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! (…) Εχουμε την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω, και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής» («Ελευθερία», 15 Ιουνίου 1958).

(β) Ο μεταπρατισμός αυτός έχει πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα στο πεδίο της ιδεολογίας: επιχειρείται να φορεθούν σαν καπέλο στους ενθάδε τάλαινες υπηκόους ιδεολογήματα άσχετα με τον τόπο, την παράδοσή του, την ψυχοσύνθεση του λαού του, τους ιστορικούς του εθισμούς. Με αποτέλεσμα άλλοτε την ηχηρή παραφωνία και άλλοτε, απλώς, την αποτυχία. Και για να μην νομίζουν κάποιοι ότι μιλώ πάλι για τον φιλελευθερισμό: δεν θα υπήρχε μεγαλύτερο καλαμπούρι από το ενδεχόμενο εγχείρημα μετεμφύτευσης της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας στο ελληνικό έδαφος ως «φυσιολογικής» ιδεολογίας του ελληνικού συντηρητισμού! Αυτό κι αν είναι ένα ξένο ιδεολόγημα: η «Χριστιανοδημοκρατία» προκύπτει από ρωμαιοκαθολικές και προτεσταντικές αντιλήψεις περί κοινωνίας, ανθρώπου, κράτους, ηθικής και θεσμών, και σε κάθε πτυχή της η αντίστοιχη αντίληψη που εκκρίνεται φυσικώ τω τρόπω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό είναι η… αντίθετη! Η επιβολή ενός τέτοιου ξένου σώματος στην Ελλάδα ως «δεξιάς ιδεολογίας» θα ήταν πραγματικά χριστιανοπολιτικός παρενδυτισμός. Ο συντηρητισμός της Μάργκαρετ Θάτσερ συνίστατο εν πολλοίς στην επιρροή της από τις βικτωριανές αξίες. Ένας ελληνικός συντηρητισμός δεν θα συνίστατο φυσικά στην… εγκαθίδρυση βικτωριανών βρεττανικών αξιών! Κι όμως, η ετοιqμότητα της εκάστοτε ελλαδικής Δεξιάς για μεταπρατική μετεμφύτευση αποδεικνύεται πάντοτε ανεξάντλητη. Και λοιπά, και λοιπά, περίπου για κάθε εισαγόμενη μεταχειρισμένη ιδεολογία.

(γ) Ίσως η πιο καίρια εγγενής παραταξιακή δυσπλασία είναι η ακόλουθη: στο εξωτερικό, στις κοινωνίες όπου δομήθηκε ο διαχωρισμός σε «Δεξιά» και «Αριστερά» όπως τον ξέρουμε σήμερα αλλά και στην Αμερική, η Αριστερά είναι ταυτισμένη με την προάσπιση της συλλογικότητας, της κοινωνίας, κάτι που οι δεξιοί θεωρούν κολλεκτιβισμό, ενώ η Δεξιά με την προάσπιση της ελευθερίας και των συμφερόντων του ατόμου, της ελευθερίας κινήσεών του. Το κέντρο βάρους της Αριστεράς είναι στο Σύνολο και της Δεξιάς στο Άτομο. Στην Ελλάδα όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! Η Δεξιά υπερασπίζεται την «παραδοσιακή» συλλογικότητα ως κοινωνία, ως έθνος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά – μιλάει για οικογένεια, θεσμούς συνοχής, συλλογική παράδοση αιώνων, αυτά προσπαθεί να συντηρήσει. Ενώ η Αριστερά είναι που εισάγει ιδεολογικά τον ατομικισμό ως πολιτική πρόταση, με το βάρος στα «δικαιώματα του ατόμου» και στις επιλογές αυτοπροσδιορισμού του, στο άθροισμα ατόμων ως συντεχνίας που διεκδικεί δικαιώματα κλπ. (εδώ εκτίθενται εκ των πραγμάτων πολύ σχηματικά και περιληπτικά όλα αυτά, σε βαθμό αφέλειας). Στην Ελλάδα, κυρίως η Δεξιά προτάσσει το Σύνολο και την αξία του και κυρίως η Αριστερά τα δικαιώματα του Ατόμου και την αξία τους… Η Αριστερά εισάγει τον ατομικιστικό μηδενισμό των πάντων, που συλλογικά μεταφράζεται σε εθνομηδενισμό – και η παραταξιακή βάση της Δεξιάς προβάλλει αντίσταση (κι ας υπερασπίζεται ως υπουργός η κα. Γιαννάκου τον ρεπούσιο εισοδισμό στα σχολεία παντί τρόπω). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Δεξιά καθίσταται κολλεκτιβιστική! Εδώ θα ήταν ιδιαιτέρως διαφωτιστικά τα δοκίμια κοινωνικής οντολογίας του Θεόδωρου Ζιάκα, στα οποία αναλύεται εξαντλητικά το γιατί ο ελληνικός προσωποκεντρισμός είναι πέρα και από τον κολλεκτιβισμό και από την ατομοκρατία. Φυσικά εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε ένα «προστατευόμενο είδος», με όλα τα πρόσημα αλλαγμένα. Διασώζουμε όμως καίρια στοιχεία διαφοράς, διότι ερχόμαστε, ιστορικοκοινωνικά, «από αλλού» σε σύγκριση π.χ. με τον γαλλικό, τον αγγλικό ή τον γερμανικό λαό, στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα και συνέπειες στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ε, αυτό η Δεξιά δεν λέει να το καταλάβει, «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» ότι η Δεξιά προασπίζει το άτομο και η Αριστερά το σύνολο…. Προσπαθούν να «τρέξουν» τον ελληνικό λαό με λάθος… manual – με το «βιβλίο οδηγιών» άλλων λαών, ιστοριών, κοινωνιών!

Αυτό δεν σημαίνει, όπως ξαναείπαμε, κολλεκτιβισμό! Ούτε και «μεγάλο κράτος» (έχουμε άλλωστε ήδη διατυπώσει νύξεις σχετικά με το ενδεχόμενο ενός «φιλελεύθερου κοινοτισμού»). Ένας υποθετικός Έλληνας συντηρητικός δεν θα «συντηρούσε» την κατάσταση του άρρωστου κρατισμού, θα την άλλαζε τελείως, σμικραίνοντας ριζικά το κράτος: όχι όμως λόγω κάποιου θέσφατου για το «ελάχιστο κράτος» ή το μεγαλείο των ατόμων, αλλά επειδή οι συντηρητικές αξίες του θα ήταν ασυμβίβαστες με την αναξιοκρατία, την αναξιοπρέπεια, την αργομισθία και την αναποτελεσματικότητα του νεοελλαδικού κρατισμού και της σήψης του…

Ο συντηρητισμός δεν προτάσσει την «συντήρηση μιας κατάστασης», αλλά την διατήρηση κάποιων αξιών και την γονιμότητά τους για ριζικές αλλαγές. Όπως σημειώνει ο Βρεττανός Συντηρητικός Phillip Blond, «τι πρέπει να συντηρήσουν οι Συντηρητικοί: την οικογένεια, τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις παραδόσεις. Αν δεν το κάνουμε θα δημιουργήσουμε ανήθικα, απομονωμένα άτομα που επιδιώκουν τις πιο επιζήμιες μορφές κέρδους». Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε κάποια παλιά εμφυλιακή «Δεξιά», αλλά η εφεύρεση μιας παράταξης που σήμερα εκπροσωπείται χωρίς να υφίσταται – ή, για την ακρίβεια, υφίσταται χωρίς να εκπροσωπείται… Συντηρητισμός για να αλλάξουν όλα, λοιπόν!

Όσο δε για την έννοια της «προόδου», όπως ορθοτόμησε φίλος σχολιαστής, «ο συντηρητικός δεν επιθυμεί την κατάργηση της συλλογικότητας, του συναισθήματος του συνανήκειν, την απάλειψη της ιστορικής μνήμης, της παράδοσης και των υγιών παραδοσιακών αξιών στο όνομα μιας ντετερμινιστικά θεωρούμενης αέναης «προόδου», την αντικατάσταση του πατριωτισμού με τον «φορολογικό» ή «πολιτικό» «πατριωτισμό», τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας (τον «κομμουνισμό του 21ου αιώνα»). Δεν πιστεύει πως η πορεία του ανθρώπου στη γη είναι a priori μια διαρκής πρόοδος ή μια διαρκής μάχη μεταξύ προόδου και συντήρησης, όπου τελικά πάντοτε νικά η πρόοδος». Ακριβώς!

Το ενδεχόμενο διατύπωσης ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού θα χρειαζόταν πολλή, πολλή δουλειά. Τί χρειάζεται για να διατυπωθεί το πρόταγμα σε αξιακό και ιδεολογικό επίπεδο; Πρώτα απ’ όλα, διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα – Μακρυγιάννη, τα πεζά του Ελύτη, τα πεζά του Σεφέρη, Ίωνα Δραγούμη, Θουκυδίδη, Παπαδιαμάντη, και άλλα πολλά. Αυτά τα «λογοτεχνήματα» δομούν πολιτική πρόταση – για όποιον έχει μάτια να κοιτάξει. (Φυσικά, αυτό δεν μπορούν να το κάνουν τα στελέχη του κομματικού σωλήνα – εξ ορισμού…)

Οι ανακατατάξεις της κρίσης είναι εξ ορισμού γόνιμες για τέτοιες διεργασίες. Είναι σαφές: ή τώρα ή ποτέ! Σε αυτά εδώ τα χρόνια που διανύουμε θα κριθεί το αν η ελληνική Δεξιά θα συνεχίζει να μουρμουρίζει «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες» για όλο το επόμενο πολιτικό τέρμινο, ή αν θα καταφέρει να συλλαβίσει την αλήθεια της και να γεννήσει ένα ελληνικό πολιτικό πρόταγμα…

(Σ.Μ. – πρώτη δημοσίευση)

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Η Big Society του Cameron, ο «φιλελεύθερος κοινοτισμός» και ο νέος ελληνικός συντηρητισμός…

3

Η συζήτηση ξεκίνησε με την ανάγκη να διαμορφωθούν πολιτικά προτάγματα γηγενή, σχετιζόμενα με τις εδώ ανάγκες, την εδώ κοινωνία και την εδώ ιστορία, και όχι «εισαγόμενα μεταχειρισμένα», τα αδιέξοδα των οποίων συχνά γευόμαστε – άλλοτε λόγω της πλημμελούς εφαρμογής τους, και άλλοτε λόγω της… δυστυχώς εντελούς εφαρμογής τους στα καθ’ ημάς.

Η συζήτηση συνεχίστηκε με την έκπληξη της διατύπωσης ενός φιλελεύθερου κοινοτισμού. Ο… κοινοτιστής της παρέας περιέγραψε τα βασικά στοιχεία του ελληνικού κοινοτισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ριζική αποκέντρωση, αφού ένα κράτος με τον μισό του δημογραφικά γερασμένο πληθυσμό στην πρωτεύουσα έχει μετρημένα τα ψωμιά του: πόροι, φόροι, πολιτική, ευθύνη και εφαρμογή ανήκουν στην κοινότητα, ούτε στο «ελεύθερο» φυσικό άτομο ούτε σε ένα τεράστιο συγκεντρωτικό κράτος. Το κεντρικό κράτος ρυθμίζει τα της άμυνας, των διεθνών σχέσεων, των μεταφορών στον εθνικό κορμό (τραίνα, αυτοκινητόδρομοι) και τα πολύ βασικά της δημόσιας εκπαίδευσης. Η αυτοδιοίκηση ορίζει και συλλέγει τους φόρους, «φτιάχνει» σχολεία, «χτίζει» νοσοκομεία – σε συνεργασία με άλλες αυτοδιοικήσεις φυσικά. Αποφασίζει, εφαρμόζει και πληρώνει. Όχι υπερβολικά μακριά από τα ελβετικά καντόνια που σχεδίασε ο Ιωάννης Καποδίστριας δηλαδή. Ο… φιλελεύθερος της παρέας, Νίκος Γεωργιόπουλος, πετάχθηκε από την θέση του: «μα αυτό που περιγράφετε είναι πραγματικά φιλελεύθερο, σχεδόν… ακραία νεοφιλελεύθερο!». Είδε σε αυτόν μια νέα θέαση της οικονομίας μακριά από τον ξοφλημένο κρατισμό, μια φιλελεύθερη δομή του κράτους και έναν νέο αντικρατισμό, ο οποίος «θα εξασφαλίσει την συνέχεια των παραδοσιακών κοινωνικών θεσμών, αλλά και τον αναγκαίο εκμοντερνισμό της οικονομίας». Ακόμα και στο «μεσαιωνικό» παράδειγμα ότι το φορολογικό υποκείμενο κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, του λεγόμενου Βυζαντίου, δεν είναι το άτομο, αλλά η κοινότητα, κάτι το οποίο εμείς προτάξαμε ως «αντι-φιλελεύθερο» καθ’ ότι «αντι-ατομικιστικό», ο φιλελεύθερος διαβλέπει το παρά τοις οικονομολόγοις λεγόμενο risk sharing ή pooling, έναν καθ’ όλα σύγχρονο οικονομολογικό όρο. Συνήγορος και των δύο μας μεταξύ άλλων ο Ίων Δραγούμης, ο οποίος περιγράφει ένα κράτος με φιλελεύθερες δομές που περιλαμβάνει από συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού και μείωση του αριθμού των βουλευτών μέχρι διευρυμένη αυτονομία στην αυτοδιοίκηση, αναφερόμενος ρητώς στις κοινότητες. Και εγένετο «φιλελεύθερος κοινοτισμός»…

Φανταστείτε την έκπληξή μας όταν διαπιστώσαμε ότι πολλά από τα στοιχεία του «ιθαγενούς πολιτικού προτάγματος» συμπίπτουν με την πολιτική φιλοσοφία που προσπαθεί να μεταγγίσει από το 2010 ο πρωθυπουργός David Cameron στο βρεττανικό Conservative Party. (Σημείωση: φιλοδοξούμε να συζητήσουμε για ιδέες, όχι για το πώς και πόσο καλά εφαρμόστηκε το τάδε ή το δείνα σε μια κοινωνία άσχετη με την ελληνική, στην βρεττανική κοινωνία). Ο Cameron, με μέντορα τον κοινωνιοκεντρικό Συντηρητικό Phillip Blond και το βρεττανικό think tank του, ResPublica, εισήγαγε το πρόταγμα της «Μεγάλης Κοινωνίας» (Big Society). Μεγάλη Κοινωνία, μικρό κράτος. Σύμφωνα με το Μανιφέστο των Συντηρητικών του 2010, η Big Society (α) δίδει στις τοπικές κοινωνίες μεγαλύτερες εξουσίες: κοινοτισμός και αποκέντρωση (β) ενθαρρύνει τους πολίτες να αναλάβουν εθελοντικά μεγαλύτερο ρόλο στις κοινότητές τους (γ) μεταφέρει την εξουσία από την κεντρική κυβέρνηση του συγκεντρωτικού κράτους στην τοπική αυτοδιοίκηση (δ) υποστηρίζει πρωτοβουλίες επιχειρηματικότητας και αλληλεγγύης των ομάδων πολιτών (ε) μεγιστοποιεί την κυβερνητική διαφάνεια, δημοσιεύοντας τα κυβερνητικά αρχεία.

Η Big Society ευαγγελίζεται την περιστολή του ρόλου του κράτους και την δυναμική ενθάρρυνση του κοινοτισμού/της τοπικής κοινωνίας, του εθελοντισμού, της εξωστρεφούς δράσης από την αίσθηση του ανήκειν σε τοπική κοινότητα. Ομάδες πολιτών και τοπικές κοινότητες ενθαρρύνονται να δημιουργήσουν κοινοτικές επιχειρήσεις για να αναλάβουν τη λειτουργία τοπικών ταχυδρομείων, βιβλιοθηκών, σχολείων, μέσων συγκοινωνίας, της οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής τους. Δηλαδή, η Big Society φιλοδοξεί να μεγιστοποιήσει τον ρόλο των πολιτών και να ελαχιστοποιήσει τον ρόλο του κράτους, να δώσει χώρο για να γεννηθούν οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες, επικεντρώνοντας στην τοπική ομάδα, όχι στο φυσικό άτομο. Σημειώνουμε ότι στην Ελλάδα υφίσταται και θάλλει η «μαφία της αυτοδιοίκησης» επειδή οι πόροι προέρχονται από αλλού, από το φοροσυλλέγον κεντρικό απρόσωπο κράτος, και οι τοπάρχες απλώς το… λεηλατούν. Σε μια ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση όπου τους πόρους-φόρους θα τους οριοθετούσαν και θα τους συνέλεγαν οι ίδιοι οι αυτοδιοικούντες, οι οποίοι θα έπρεπε να κανονίσουν και τον… λογαριασμό και να λογοδοτήσουν σε πραγματικά πρόσωπα γι’ αυτόν, τα πράγματα θα άλλαζαν εν μια νυκτί.

Αυτά, στην χώρα την δική τους: άλλοι, άλλα, σ’ άλλες. Το πώς εφαρμόστηκε αυτό στην Μεγάλη Βρεττανία είναι μια ξεχωριστή ιστορία, μα φανταστείτε την δυναμική και την γονιμότητα του γεγονότος ότι τέτοιες συντηρητικές ιδέες συναντώνται και αλλού: ο φιλελεύθερος ευφραίνεται, ο κοινοτιστής ενθουσιάζεται, ο «παραδοσιοκράτης» συντηρητικός αποθεώνεται, πραγματώνοντας με συντηρητικά υλικά την πραγματική πρόοδο της κοινωνίας, την ορμή της προς το μέλλον με τις ρίζες της στο παρελθόν.

Γιατί όμως αυτά και άλλα πολλά θα έπρεπε να εκφραστούν στην Ελλάδα κάτω από την «μαρκίζα» του συντηρητισμού, ενός νέου ελληνικού συντηρητισμού; Τί το «συντηρητικό» υπάρχει στην φιλοδοξία να αλλάξεις τα πάντα;

Το θέμα εδώ είναι διττό. Αφ’ ενός, το εδώ προτεινόμενο πρόταγμα είναι να εφοδιαστούμε με τα καλύτερα, τα πλέον ζείδωρα στοιχεία από το παρελθόν μας, την ταυτότητά μας, την αργόσυρτη διάρκειά μας για να εκτιναχθούμε μπροστά. Αυτό είναι ένα «συντηρητικό» πρόταγμα εξ ορισμού… Αφ’ ετέρου, ο Συντηρητισμός έχει το εξής στοιχείο: ευθυγραμμίζεται με την παγκοσμίως μία από τις δύο παρατάξεις του εκάστοτε πολιτικού φάσματος, την οποία η ελλαδική Δεξιά απαρνείται, αρνούμενη να αυτοπροσδιοριστεί έτσι. Παράλληλα όμως είναι εξ ορισμού γηγενής: η τάδε ή η δείνα ιδεολογία, ο Σοσιαλισμός ή ο Φιλελευθερισμός ή η Σοσιαλδημοκρατία ή η Χριστιανοδημοκρατία, αποτελούν όπου δήποτε της γης ένα συγκεκριμένο σύστημα ιδεολογίας και πολιτικής, με μικρές και σημαντικές διαφοροποιήσεις, υποκατηγορίες κλπ. Ο οικουμενικός όμως Συντηρητισμός είναι.εξ ορισμού εντόπιος, η διατήρηση/συντήρηση και γόνιμη αξιοποίηση των ιδιαίτερων θησαυρών της εκάστοτε κοινωνίας και ιστορίας. Όπως σημειώσαμε και παλαιότερα, ο ελληνικός συντηρητισμός δεν θα μπορούσε βέβαια να συνίσταται στην εγκαθίδρυση…. βικτωριανών ή πιετιστικών αξιών, οι οποίες αποτελούν τον συντηρητισμό άλλων κοινωνιών! Έτσι, ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός θα ήταν απολύτως παγκόσμιος και απολύτως εντόπιος εν ταυτώ… Κάτι που κανένας άλλος ιδεολογικός αυτοπροσδιορισμός δεν μπορεί να το διασώσει.

Γι’ αυτό και ριζοσπαστικές αναλύσεις όπως αυτή του Θ. Ζιάκα θα χωρούσαν στην πολιτική γεωγραφία μόνο κάτω από έναν μεγάλο Συντηρητικό πόλο: δηλαδή, μαζί με όσους θέλουν να εκτιναχθούν στο μέλλον με εφόδιο τα πολύτιμα μαργαριτάρια του παρελθόντος, όχι με όσους βλέπουν στην αργόσυρτη διάρκειά μας μόνο ένα βαρίδι που μας αποτρέπει να απογειωθούμε και να γίνουμε σαν «τους άλλους, που έχουν προοδεύσει» – με όλην την ξιπασιά που αυτή η οπτική φέρει μαζί της.

Γιατί ας μην ξεχνάμε και το εξής: στην σημαδεμένη από την Μεταπολίτευση Ελλάδα, κάθε αναγνώριση ελληνικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, ταυτότητας και ελληνικότητας συνιστούσε, καλώς ή κακώς, συντηρητισμό. Τραβήξαμε πολλά γι’ αυτό μέχρι τώρα. Ήρθε η ώρα όμως να κάνουμε την αδυναμία μας δύναμη…

Επίσης, ο συντηρητισμός αποτελεί σήμερα «κενό γράμμα» στην Ελλάδα, έννοια-tabula rasa. Στην Μεταπολίτευση υφίστατο ιδεολογικό διωγμό και σήμαινε εξ ορισμού τα χειρότερα, ήταν μόνο ψόγος και σκώμμα, ποτέ αυτοπροσδιορισμός.Όμως η εποχή Μετά την Μεταπολίτευση έρχεται με γοργούς ρυθμούς, και με αυτήν έρχεται και η αποκατάσταση της πολιτικής έννοιας του συντηρητισμού. Δηλαδή, σήμερα στην αυγή της νέας εποχής, μας καλεί να τον επανεφεύρουμε… Ο επανεφευρίσκων αμοιφθήσεται!

Υφίσταται όμως κι ένας ακόμα λόγος που επιμένουμε να αναφερόμαστε σε συντηρητισμό. Αρκετά με τις πομπώδεις ονομασίες που δε σημαίνουν τίποτα. Αρκετά με τα politically correct που δεν… στενοχωρούν κανέναν, αλλά και δεν ενθουσιάζουν κανέναν. Πήξαμε στὰ fancy! Ριζοσπαστική Κίνηση Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας, Νέα Μεταρρυθμιστική Ριζοσπαστική Ανασυγκρότηση, Δημοκρατική Ανανεωτική Πρωτοπορία… Έλεος! Απλά πράγματα από ‘δω και μπρός: Συντηρητισμός. Ένας νέος ελληνικός συντηρητισμός.

«Μας έφαγες με τις κοινότητες! Οι κοινότητες είναι το πιο επείγον ζήτημά μας τώρα, με την κρίση, την ύφεση και την κοινωνία στα όρια της λιμοκτονίας;» Όχι. Όμως κάτι τέτοια παράγουν την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στην Πολιτική με όραμα και στην διαχειριστική πολιτική. Άλλωστε, το μακροπρόθεσμο όραμα γονιμοποιεί με ορμή, στόχευση και κουράγιο την τρέχουσα πολιτική διαχείριση: η διαχειριστική πολιτική χωρίς συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο όραμα απλώς τελεί εν αναμονή του επόμενου διαχειριστή που θα την εκθρονίσει. Ναι, καλείσαι να διαχειριστείς τα εδώ και τα τώρα, και καλά θα κάνεις να τα διαχειριστείς με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο. Πέρα όμως από την διαχείριση των τρεχόντων και την βιοτική μέριμνα, οραματίζεσαι την Ελλάδα διαφορετικά; Και εννοώ πραγματικά διαφορετικά; Έχεις αυτήν την δυνατότητα, και την παρρησία να το βροντοφωνάξεις; Αυτό είναι το ερώτημα…

ΥΓ: Σε όσους θεωρούν καλοπροαίρετα ότι ο ελληνικός κοινοτισμός αποτελεί οψιγενές ιδεολόγημα του 20ού αιώνος, αφιερώνουμε την ανάλυση του Ι. Π. Κοκκώνη το… 1828, η οποία συνοψίζεται στην φράση του «είναι αναγκαιότατον να συνταχθώσιν εις όλους τους ελευθερωμένους τόπους τα Κοινά». («Περί πολιτειών περί των εις σύνταξιν και συντήρησιν αυτών, και περί πολιτικής κυβερνήσεως / Σύνοψις συνταχθείσα υπό Ι. Π. Κοκκώνη Πελοποννησίου επ΄ αγαθώ της Ελλάδος», τ. 1, Εν Παρισίοις: Εκ της Τυπογραφίας Κ. Εβεράρτου, 1828-1829). Ρίξτε μια ματιά στο παράρτημα Α΄ (σ. 340 ως 370 περίπου του 2ου .pdf) με τίτλο «Περί του οποίον είδος Πολιτεύματος αρμόζει εις την αναγεννώμενην Ελλάδα». Μόνον μία από τις πολλές, πολλές, πολλές, πολλές πηγές. Ο δε ερευνητικός και συγγραφικός μόχθος του Κωνσταντίνου Καραβίδα και του Πανταζόπουλου κατά τον 20ό αιώνα καταδεικνύει εκτενώς και με ακρίβεια το με ποιούς ακριβώς θεσμούς λειτουργούσαν οι περίφημες κοινότητες.

(Σ.Μ. – πρώτη δημοσίευση)

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Ο «Διαφωτισμός», ο «Φιλελευθερισμός» και ο Κοραής είναι που μας λείπουν;

O-Diaphotismos-o-Phileleutherismos-kai-o-Koraes-einai-pou-mas-leipoun-

Παίρνω ένα παλαιότερο άρθρο ενθουσιώδους φιλελευθερισμού που δημοσιεύθηκε απλώς ως αφορμή: εκεί εκφράζεται η διαπίστωση ότι όλοι οι λοιποί προσδιορισμοί της ευρύτερης παράταξης δεξιότερα του κέντρου καταλήγουν σε αδιέξοδο, και «μένει λοιπόν ο Φιλελευθερισμός». Δεν εντοπίζεται κανένα άλλο νοηματικό περιεχόμενο στον «συντηρητισμό» ως πολιτική ιδεολογία πλην της διατήρησης (συντήρησης) της ενδημούσας σήψης.

Ερώτηση πρώτη: συντηρητισμός είναι το να συντηρήσεις την κατάσταση της σημερινής Ελλάδας, ή να την αλλάξεις εντελώς; Εξ όσων γνωρίζω, οι «συντηρητικές» αξίες, οι αξίες που προτάσσει κατά προτεραιότητα ο «συντηρητισμός», είναι η αξιοσύνη και αξιοκρατία, η εργατικότητα, η παράδοση-παραδεδομένη πείρα αιώνων, η αξιοπρέπεια, η αξιοπρεπής αυτάρκεια, η φιλοτιμία. Δεν είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης. (Φυσικά, η Αριστερά δεν τις… αρνείται αυτές τις αξίες! Το ερώτημα όμως έγκειται στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, και η Αριστερά προτάσσει πρωτίστως άλλες: την κοινωνική δικαιοσύνη, την «πάλη των τάξεων» κλπ.) Το λοιπόν, οι «συντηρητικές» αυτές αξίες είναι ό,τι ενδημεί στον σημερινό ελλαδικό δημόσιο βίο και χρήζει συντηρήσεως, ή ό,τι λείπει απελπιστικά και το χρειαζόμαστε επειγόντως; Προς τί η απόρριψη της «συντηρητικής» παράταξης λοιπόν; Πού αλλού στον κόσμο φοβάται αυτή η παράταξη να αυτοαποκληθεί «συντηρητική»;

Ερώτηση δεύτερη: εκθέτει ο ευφυέστατος αρθρογράφος με την γόνιμη πένα του κάποιους τίτλους ιδεολογιών για να τους απορρίψει στην συνέχεια, και καταλήγει πως «μένει λοιπόν ο Φιλελευθερισμός». Μα γιατί το «μενού» των ιδεολογιών μας το σερβίρουν κάποιοι άλλοι, οπότε εμείς απλώς διαλέγουμε από τον μπουφέ τους και ενίοτε δια της εις άτοπον απαγωγής καταλήγουμε στο «τελευταίο» που «μένει»; Γιατί δεν μπορούμε να διατυπώσουμε μόνοι μας τον ιθαγενή ιδεολογικοπολιτικό καημό μας, τί παραπάνω έχουν αυτοί από τους οποίους εισάγουμε ιδεολογίες από δεύτερο χέρι και τον διατυπώνουν-εξάγουν; Γιατί αυτοκαταδικαζόμαστε εκ προοιμίου στον μιμητισμό, διαλέγοντας από ιδεολογίες που άλλοι έθεσαν πριν από εμάς για εμάς;

Μη φοβάστε το φάντασμα της εσωστρέφειας: με όση τόλμη κι αν αυτοπροσδιοριστεί κάποιος ιδεολογικά, με όση παρρησία κι αν εκφράσει το όραμά του, πάλι εντάσσεται σε δεδομένο τόπο της τρέχουσας πολιτικής γεωγραφίας και διαλέγεται ευχερώς με όλους τους άλλους. Ίσως μάλιστα ευχερέστερα, διότι γνωρίζει καλύτερα ποιός είναι, πού πατά και τί επιζητεί. Απλώς, όχι με ιδεολογικά ρούχα Prêt-à-Porter, αλλά με τον προσωπικό ράφτη της ζείδωρης ιδεολογικής ετερότητάς του… (Παρεμπιπτόντως, αυτή δεν υποκαθίσταται με «μεταποιήσεις» και «μπαλώματα» στα έτοιμα ρούχα).

Ερώτηση τρίτη: ο εγκαινιάσας τον γόνιμο διάλογο αρθρογράφος ορίζει τον φιλελευθερισμό ως «ένα σύστημα που είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Ελληνισμού». Θεμέλιο και ιδρυτική αρχή του φιλελευθερισμού, αν δεν κάνω λάθος, είναι η παντοκρατορία του φυσικού ατόμου, της «ελευθερίας» του δια των «δικαιωμάτων» του. Η περιορισμένη, ίσως επιφανειακή και σίγουρα απλώς αφετηριακή προσπάθειά μου για την μελέτη της διαχρονίας του ελληνικού τρόπου, της ελληνικής πολιτισμικής ιδιαιτερότητας (εκτός κι αν «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο», οπότε πάει αλλού το πράγμα) μου προσπορίζει την αίσθηση ότι ο ελληνισμός στέκεται ακριβώς στους αντίποδες αυτής της κοσμοθεωρίας (και μαρτυρεί ότι η ελευθερία εντοπίζεται στην σχέση, πολιτικά στην κοινότητα-σύναξη που φανερώνει τον στόχο της συνύπαρξης, η οποία δεν είναι απλώς «χρηστική» είτε πρόκειται για την αρχαιοελληνική Εκκλησία του Δήμου είτε για το κέντρο της μετέπειτα πολιτικής συνύπαρξης, την Εκκλησία των πιστών). Είναι ελληνικός ο φιλελευθερισμός; Συγκρινόμενος στανικά με κάποια «αντίθετη ιδεολογία», π.χ. τον σοσιαλισμό ή τον κρατισμό γενικότερα, ίσως· μα ποιός έθεσε κατ’ αρχήν αυτές τις συγκρίσεις; Ο φιλελευθερισμός γεννήθηκε σε κοινωνίες με τελείως διαφορετική κοινωνική εμπειρία και ριζικά άλλους ιστορικούς εθισμούς. Στην Ελλάδα εμφανίζεται μόνον ως εισαγόμενο προϊόν. Πόθεν προκύπτει το ότι «ως λαός δώσαμε τις αρχικές ιδέες και τα επιχειρήματα αυτών των ιδεολογικών ρευμάτων»; Επειδή οι αλλαχού εμπνευστές τους αρέσκονται να εντοπίζουν τις ρίζες των ιδεών τους στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους (στους οποίους έχουν αποδοθεί οι πιο αντιφατικές μεταξύ τους ιδέες ανά τους αιώνες), παίρνοντας τη σκιά τους για το μπόϊ τους; Καλά κάνουν και το πιστεύουν, με γειά τους με χαρά τους, αλλά εμείς γιατί οφείλουμε να το δεχθούμε και να το αναπαραγάγουμε;

Το αν η αναγκαστική αυτοτοποθέτηση ως προς τις διεθνείς αγοραίες ιδεολογίες μας εξωθεί ενίοτε να αυτοπροσδιοριστούμε, εν όλω ή εν μέρει, ως «φιλελεύθεροι», αυτό είναι άλλη ιστορία, άλλοτε τέκνο της ανάγκης και άλλοτε της οργής. Άλλο όμως αυτό και άλλο το να εντοπίσουμε στο ολότελα ξένο φόρεμα το πραγματικό μας πρόσωπο!

Όσον αφορά στην σύγκριση αλλά και σύγκρουση συντηρητισμού-φιλελευθερισμού, δεν έχουμε παρά να αντιπαραθέσουμε τα σημεία όπου αυτοί συγκρούονται για να διαπιστώσουμε ότι η παράταξη δεξιώτερα του κέντρου είναι κυρίως και πρωτίστως συντηρητική στην βάση της, με την απλή ανοχή πινελιάς φιλελευθερισμού. Παραδείγματος χάριν: γάμοι ομοφυλοφίλων, ναι ή όχι; Πλήρης και άτεγκτος χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους τύπου Γαλλίας, ναι ή όχι; Διάπλαση (συγκεκριμένου) ήθους με πρότυπα συγκεκριμένους ήρωες και μάρτυρες στην δημόσια παιδεία, ναι ή όχι; Και λοιπά και λοιπά. Με βάση τα παραπάνω, είναι ή δεν είναι η περίφημη «βάση» σαφώς συντηρητική και σαφώς όχι φιλελεύθερη;  Μη γίνουμε σαν την Σοβιετική Ένωση, όπου όταν το πολιτ-μπιρό διαφωνούσε με τον λαό… αλλάζαμε λαό!

Ερώτηση τέταρτη: Διαφωτισμός. Κοσμοϊστορικής σημασίας απάντηση στις ιστορικές ανάγκες και στα πνευματικά και ιστορικά αιτήματα άλλων λαών και άλλων εποχών, σε άλλους τόπους. Έκτοτε οι λαοί που τόσο ωφελήθηκαν από αυτήν την επανάσταση των συνειδήσεων την αφομοίωσαν, γεύτηκαν τα θετικά της και βίωσαν τα όριά της, προχώρησαν, προόδευσαν, στάθηκαν κριτικά, απέρριψαν, ξαναδημιούργησαν, πάνε για άλλα. Έχουν περάσει και κάμποσοι αιώνες. Κανείς σήμερα στην Ευρώπη δεν προτάσσει τον «Διαφωτισμό» ως σύγχρονο ζητούμενο – πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ακόμα και η διαπίστωση των ορίων του και των αδιεξόδων του έχει αναλυθεί μέχρι κορεσμού και έχουμε όλοι προχωρήσει παραπέρα. Το μεγάλο εθνικό όραμα για την Ελλάδα του 2013 θα είναι να ζήσουμε τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό που δεν ζήσαμε όσο θα έπρεπε; Live your Enlightenment in Greece? Δηλαδή να γυρίσει η ελληνική κοινωνία περίπου 300 χρόνια πίσω; Μα αυτό δεν προτάθηκε ως εθνικό όραμα από τον Σημίτη, τρόπον τινά; (Πέρα από τον Βενιζέλο πιο πριν, και τον Τρικούπη πιο πριν, και… και… και…) Το είδαμε αυτό το έργο, τον ζήσαμε τον «εκσυγχρονισμό»!

Όσον αφορά στον Κοραή, τον μη περιγραφέντα μα ευστόχως εικονισθέντα στο άρθρο:

Ο Αδαμάντιος Κοραής προσέφερε εν τέλει με το έργο του πολλά στην Επανάσταση (για την οποία τήρησε αρνητική στάση) και στο μετέπειτα ελεύθερο ελληνικό κράτος (στο οποίο δεν είχε πατήσει ποτέ ούτε προ απελευθερώσεως ούτε κατόπιν, παρά μόνο ως οστά), δεν τίθεται θέμα. Δεν νοιώθουμε την ανάγκη να του αποδώσουμε τον τίτλο που του απέδωσε ο μέγιστος Steven Runciman, αυτόν του «κακού δαίμονα του Ελληνισμού», ούτε όμως μπορούμε να μεταβούμε στο αντίθετο άκρο της ηρωοποίησής του και της ανάδειξής του σε πρότυπο, πόσω δε μάλλον στην ανάδειξή του ως ενός εκ των σημαντικώτερων λογίων του γένους, κάτι που επιχειρεί συστηματικά το μεταπρατικό ελλαδικό κράτος ως κρατική ιδεολογία (οσονούπω και πάλι, με την ονομασία του επερχομένου ομοσπονδιακού υπερ-πανεπιστημίου των Αθηνών). Αλλά πώς να το κάνουμε, ο άνθρωπος είχε συγκεκριμένη αντίληψη για τον Ελληνισμό και αυτή ήταν η αποθέωση του μιμητισμού και του μεταπρατισμού, η «Μετακένωση». Δηλαδή, η μίμηση ως εθνικός στόχος: πραγματικοί συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων είναι οι δυτικοευρωπαίοι, εμείς εκβαρβαριστήκαμε, άρα για να γίνουμε πραγματικοί Έλληνες πρέπει να μιμηθούμε όσο το δυνατόν πληρέστερα τους Ευρωπαίους. Όσο περισσότερο τους μιμούμαστε, τόσο περισσότερο Έλληνες γινόμαστε. Για το ζήτημα υφίσταται εκτενέστατη βιβλιογραφία που δεν διαγράφεται με μια μονοκοντυλιά.

Το δε πολιτικό «παράδειγμα» που προτείνει το σάρκωσε άλλωστε και ο ίδιος: μετά την απελευθέρωση πολέμησε λυσσαλέα (και ψευδωνύμως!) τον κυβερνήτη Καποδίστρια, ενώ με έναυσμα την δολοφονία αυτού του «απεχθούς προβλήματος» η ιδεολογική μειονότητα των κοραϊστών (μετά τον θάνατο του ίδιου του Κοραή) στελέχωσε, πρεσβείαις των πανευτυχών Βαυαρών και ινδαλμάτων τους, σχεδόν ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό, συνεχίζοντας αδιαπτώτως την αναπαραγωγή της, ως πλειοψηφίας πλέον. Ο κοραϊσμός είναι ιδεολογία που διαπερνά στον πυρήνα της σχεδόν κάθε κυρίαρχη ιδεολογία του νεοελληνικού κράτους και βασίζεται στις εξής αξιωματικές παραδοχές του ίδιου του Κοραή, είτε αυτές εκφράζονται ρητώς από τους συνεχιστές είτε υπορρήτως. Τις διατυπώνω με παιγνιώδη υπεραπλούστευση με εμπρηστικές διαθέσεις για την συζήτηση που ελπίζω να ακολουθήσει:

(α) η Δύση είναι πάντοτε πρώτη και για την ακρίβεια πιο ελληνική από εμάς, άρα εμάς μας πρέπει μόνο η μίμηση μήπως και καταφέρουμε να προσεγγίσουμε κάπως το πρωτότυπο. Τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη, τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά στην δική μας ιλαροτραγική οθωμανική βαρβαρότητα. Το απόλυτο ιδανικό είναι ένας εκδυτικισμός τον οποίο πάντα κυνηγάμε και ποτέ δεν φτάνουμε. Τρέχα μικρούλη!

(β) Ακόμα και η εισβολή και κατοχή –έστω απλώς πολιτισμική- από αυτά τα ανώτερα όντα της δυτικής Ευρώπης είναι ευκταία, είναι ευλογία από την οποία θα ωφεληθούμε (το γράφει ξεκάθαρα για τους Γάλλους αυτό, «δεν αντέχουν να βλέπουν την δυστυχία» οπότε… καταλαμβάνουν). Πρόκειται για απελευθέρωση που θα μας ξανακάνει πραγματικούς Έλληνες, σαν τους αρχαίους, δηλαδή δυτικοευρωπαίους. Η επιβολή των τρόπων και των εθισμών των δυτικοευρωπαίων επί του εθνικού μας σώματος συνιστά θεραπεία της αηδιαστικής αρρώστιας μας, της αρρώστιας μας να είμαστε αυτοί που δυστυχώς είμαστε.

(γ) Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη φανερώνει το πόσο οπισθοδρομικοί, καθυστερημένοι και αξιοθρήνητοι είμαστε: έχουμε το Φως δίπλα μας, στην Δύση, και αντί να το κυνηγάμε το χλευάζουμε. Θα έπρεπε να ντρεπόμαστε που υπάρχουμε, ο μόνος λόγος για να αναπνέουμε είναι αφ’ ενός το ότι κάποτε περπάτησαν στα ίδια μέρη οι ένδοξοι αρχαίοι μας πρόγονοι, και αφ’ ετέρου ότι έχουμε την ευλογία να είμαστε κοντά στους μόνους και άξιους συνεχιστές τους, τους δυτικοευρωπαίους. Η σωτηρία βρίσκεται στη μίμηση. Για τον Κοραή, ακόμα και το καμπαναριό του χωριού ήταν «καθυστερημένο» μπροστά στο προοδευτικό ρολόϊ του ευρωπαϊκού χωριού. Κοίτα, είναι και χρήσιμο!

Από τον Στέλιο Ράμφο μέχρι τον Νίκο Δήμου, από τα κρατικά σχολικά βιβλία μέχρι τις αιρετικές πολιτικές φωνές αμφισβήτησης, από το εκσυγχρονιστικό σημιτιστάν μέχρι την φωτισμένη αστική δεξιά, από το επερχόμενο ομοσπονδιακό υπερ-πανεπιστήμιο μέχρι τον βλαχοδήμαρχο μεταξύ ρετσινών και μέχρι τους ιδεολόγους της φωτισμένης Αριστεράς, αυτές οι αντιλήψεις εντοπίζονται παντού και καρμπόν. Είμαστε που είμαστε καθυστερημένοι, οπισθοδρομικοί, αξιοθρήνητοι που δεν μιμηθήκαμε όταν έπρεπε, ας μιμηθούμε τουλάχιστον τώρα, έστω και με μερικούς αιώνες καθυστέρηση.

Η Αριστερά στην θεωρία και ιδεολογία της ήταν ούτως ή άλλως ανέκαθεν μεταπρατική και ετερόφωτη: σαφή πράγματα, ‘ξηγημένα, χωρίς περιθώρια παρεξηγήσεων. Η πραγματική τραγωδία συντελείται αενάως στον χώρο της Δεξιάς: οι κεφαλές της ήταν ανέκαθεν μεταπρατικές, βουτηγμένες στην λογική της «μετακένωσης» μέχρι το μεδούλι, ενώ η τάλαινα «βάση» είχε στο μεγαλύτερο μέρος της ως πρότυπο όχι τον Ευρωπαίο ή τον καρδινάλιο Βησσαρίωνα, αλλά τον θεοείκελο Μακρυγιάννη, αυτόν τον «οπισθοδρομικό» όλον Λαό (που το ΚΚΕ τον εξωπέταξε από λαϊκό ήρωα μόλις δημοσιεύθηκαν τα τεκμήρια της εκκλησιαστικής του ευσέβειας). Και όλο ελπίζει ο λαός ότι θα κλείσει αυτό το αβυσσαλέο χάσμα λόγω των «καλών προθέσεων» της παραταξιακής κορυφής, αγνοώντας το προφανές: πως αυτές οι δομές δεν αναπαράγονται τυχαία, ούτε παύουν από μόνες τους. Το μεταπρατικό κράτος (κάποτε του «αγγλικού», «γαλλικού» και «ρωσικού» κόμματος) είναι ξένο απέναντι στον λαό, εχθρικό απέναντι στην «οπισθοδρομική» υπόστασή του, και ο λαός το αντιλαμβάνεται ως κατακτητή: ονομάζει τους φόρους του «χαράτσια», ευφραίνεται όταν καταφέρνει να το κλέψει δια της φοροδιαφυγής, αντιλαμβάνεται την διάβρωσή του με την διαφθορά περίπου ως ηρωικό κλεφταρματολίκι. Μισή ντροπή του λαού, μισή ντροπή του κράτους!

Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω το άρθρο ενθουσιώδους φιλελευθερισμού που άνοιξε μια τέτοια συζήτηση, δίνοντας την ευκαιρία για την αμφισβήτησή του. Έναυσμα για να συζητήσουμε την αναγκαιότητα της πνευματικής μας Παλιγγενεσίας, που θυσιάστηκε εξαιρετικά πρόωρα κάτω από τις λόγχες της βαυαρικής αντιβασιλείας. Αυτές οι συζητήσεις, συγκρούσεις και ζυμώσεις είναι που δομούν ιδεολογικά πολιτική Παράταξη, κατ’ αρχήν πάντα και με το ιστορικό τους βάθος, και όχι τα φληναφήματα που διατυπώνονται από τις κομματικές κυψέλες ακριβώς για να παρακαμφθεί στα γρήγορα το ερώτημα της ιδεολογίας. Αρκετά με τις παρακάμψεις…

Όμως, προσοχή: το διαρκές πνευματικό μας Μνημόνιο δεν αίρεται με εξορκισμούς και φοβέρες, αλλά μόνο με πρωτογενές πνευματικό πλεόνασμα…

(Σ.Μ. – πρώτη δημοσίευση)

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Το πρόβλημα με τα παιδιά του κομματικού σωλήνα

1

Μιλάμε συχνά για τα στελέχη του κομματικού σωλήνα, για το πόσο σημαντική είναι η μετάβαση από ένα πολιτικό προσωπικό που το αποτελούν εκείνα σε ένα πολιτικό προσωπικό που θα αποτελείται από ανθρώπους της πραγματικής κοινωνίας – ειδάλλως ακόμα και η διαχείριση καθ’ εαυτήν δεν μπορεί παρά να είναι αναιμική. Γιατί όμως επιμένουμε σε αυτό; Είναι έτσι τα πράγματα, ή η κυρίως χρήση στελεχών του «κομματικού σωλήνα» αποτελεί μια φυσική και αναμενόμενη λειτουργία της πολιτικής; Εν τέλει, ποιό είναι το πρόβλημα με τον «κομματικό σωλήνα»;

 Θεωρούμε ότι το πρόβλημα με τα κόμματα της Μεταπολίτευσης είναι το δεδομένο και οριστικό διαζύγιό τους από την κοινωνία. Λειτουργούν ανεξάρτητα και απομακρυσμένα από αυτήν, η επικοινωνία του κλειστού συστήματος του εκάστοτε κομματικού μηχανισμού με την πραγματικότητα είναι συνήθως προσχηματική, ένα αναγκαίο κακό για την ανανέωση της παροχής πολιτικής εξουσίας στο κόμμα. Σε αυτά τα πλαίσια, ένα τέτοιο κόμμα δεν αντλεί τα στελέχη του από την κοινωνία, αλλά τα δημιουργεί εξ απαλών ονύχων σε δικούς του «δοκιμαστικούς σωλήνες». Ας πάρουμε το συνηθέστερο σήμερα παράδειγμα, αυτό των κομματικών νεολαιών και κυρίως της παρουσίας τους στο πανεπιστήμιο. Αυτή η διαδικασία απομακρύνει σταδιακά το υποψήφιο στέλεχος από την πραγματικότητα όπως την γνωρίζουν οι υπόλοιποι συμπολίτες του: από τους βαθμούς στο πανεπιστήμιο μέχρι την είσοδο (;) στην αγορά εργασίας, από την στρατιωτική θητεία μέχρι τον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώνεται η παραμικρή εργασία και υποχρέωση, το «παιδί του (κομματικού) σωλήνα» γνωρίζει την ζωή με άλλους όρους, με άλλον τρόπο από αυτόν των συνομηλίκων συμπολιτών του: έχει μόνον ακουστά τον σπουδαστικό μόχθο στο πανεπιστήμιο, την πάλη και την απελπισία της αναζήτησης μιας θέσης στον ήλιο της αγοράς εργασίας, τις καθ’ ημέραν δυσκολίες συνδιαλλαγής με το δημόσιο, δεν τα έχει βιώσει πραγματικά, έχει μόνον ακούσει να μιλούν γι’ αυτά, άρα δεν δύναται και να προσφέρει πραγματικές λύσεις σε αυτά. Η μόνη πρόσβαση στην πραγματικότητα είναι μέσω γαλάζιων, πράσινων ή ροζ παραμορφωτικών φακών. Όμως δεν είναι αυτό το πραγματικό, το μέγιστο πρόβλημα.

Το πραγματικό, το μέγιστο πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο βιοπορισμός διασφαλιστεί, είτε εμμέσως είτε άμεσα, από τις διεργασίες του κομματικού σωλήνα. Αντιθέτως, όταν κάποιος π.χ. πανεπιστημιακός εμπλέκεται στην πολιτική ή εκλέγεται, το ενδεχόμενο να απεμπλακεί ή να μην επανεκλεγεί δεν συνεπάγεται παύση του βιοπορισμού του: απλώς επιστρέφει στο προηγούμενό του επάγγελμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα παιδιά του σωλήνα: ο εξοστρακισμός από την πολιτική, η απώλεια της εύνοιας των ανθρώπων-κλειδί, η αποτυχία επανεκλογής συνεπάγονται παύση του βιοπορισμού, ξαφνικό βιοποριστικό πρόβλημα. Όσο ανιδιοτελής ή οραματιστής κι αν τυγχάνει κάποιος πριν εισέλθει στα συγκεκριμένα γρανάζια, περίπου σε αυτό το σημείο απελευθερώνονται ακατανίκητες ψυχολογικές δυνάμεις που συνηγορούν περί του αντιθέτου: πλέον η ανάγκη να διατηρηθεί κανείς στην θέση του, στην κομματική καριέρα του και στον κομματικό βιοπορισμό του δεν αποτελεί μονάχα συνειδητή επιλογή ή σκέψη, μα αδήριτη ενστικτώδη ανάγκη, απελευθερώνονται τα αντανακλαστικά της ανθρώπινης ανάγκης για ασφάλεια και βιοπορισμό, θολώνουν την συνειδητή σκέψη και καταπλακώνουν τα κριτήρια σε αμείλικτο βαθμό. Ανεπαίσθητα και ασυνείδητα, χωρίς καν να το διαπιστώσει ο ίδιος, το παιδί του σωλήνα αποκτά νέες προτεραιότητες: να επιδιώκει ή να διατηρεί την εύνοια του αρχηγού του κόμματος, να μην δυσαρεστήσει με επιλογή του ή ενδεχόμενη παρρησία του όσους (ψηφοφόρους και φεουδάρχες) εγγυώνται την επανεκλογή του, να έχει τις «σωστές» απόψεις, την «σωστή» ψήφο και τις «σωστές» επιλογές ώστε να μην εκβληθεί από τον βιοπορισμό του και από το μόνο είδος καθημερινότητας που γνωρίζει. Πλέον, ανεπαίσθητα, αυτές οι προτεραιότητες κανοναρχούν την πολιτική συμπεριφορά του και τις επιλογές του, όχι η παλαιότερη ανιδιοτέλεια, ο οραματισμός, η κάποτε πηγαία φιλοπατρία – όσο κι αν αυτά συνεχίζουν να αποτελούν το άλλοθι, με τον ίδιο τρόπο που -στοιχηματίζω- ο Άκης Τσοχατζόπουλος πιστεύει ακόμη σήμερα ότι έλαβε τις βέλτιστες αποφάσεις για την πατρίδα.

Η αλλαγή των προτεραιοτήτων οδηγεί στην αλλαγή των στόχων: γρήγορα καθίσταται σαφές ότι η επανεκλογή παίζεται ευκολώτερα στο πεδίο των εντυπώσεων παρά στο πεδίο της ουσίας και της παραγωγής έργου. Όταν το παιδί του σωλήνα βγαίνει στην τηλεόραση για να αντιπαρατεθεί παιδιά του σωλήνα απεσταλμένα άλλων κομμάτων, γνωρίζει πως σε αυτήν την μάχη δεν θα κερδίσει όποιος εκφράσει το πιο «τετράγωνο» επιχείρημα, την πιο ειλικρινή μαρτυρία, την καλύτερη, πιο μελετημένη και πρακτικά εφαρμόσιμη πρόταση, τον ευφυέστερο και ρεαλιστικώτερο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ικανόν να λύσει τα προβλήματα του πολίτη, όχι: νικά εκείνος που θα κερδίσει τις εντυπώσεις. Εκείνος που θα υπονομεύσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο το ήθος του αντιπάλου, που θα εκσφενδονίσει την πιο πιασάρικη ατάκα, που θα διατυπώσει το πιο εντυπωσιακό ευχολόγιο, που θα μιλήσει ακατάπαυστα ώστε να καλυφθεί ο αντίπαλος από την οχλαγωγία. Η παραγωγή έργου, η εκπροσώπηση του πολίτη γίνεται πάρεργο της πολιτικής, παράπλευρη απώλεια: το παιχνίδι παίζεται στην (επαν)εκλογή και στις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις της.

Όταν προκύπτει μια πραγματική κρίση, ή μια περίοδος «αλλαγής καθεστώτος», η εκπαίδευση που παρέχει ο «κομματικός σωλήνας» δεν έχει καταστήσει τα στελέχη του ικανά να την αντιμετωπίσουν. Τα παιδιά του σωλήνα γνωρίζουν καλά την συλλογή ψήφων, την διατήρηση και δημιουργία ισορροπιών, την επικέντρωση στην δημιουργία των «σωστών» εντυπώσεων. Δεν δύνανται να γνωρίζουν πώς να δώσουν πραγματικές λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, το πώς να αλλάξουν άρδην τις προτεραιότητες μιας διαχειριστικής πρακτικής, το πώς να λειτουργήσουν αν χρειαστεί έξω από τα στενά όρια των συμμαχιών, των ομαδοποιήσεων και των ισορροπιών, το πώς να αλλάξουν μια πραγματική κατάσταση και όχι τις εντυπώσεις σχετικά με αυτήν ή τις ισορροπίες γύρω από αυτήν. Όταν έρχεται η στιγμή που χρειάζεται να σπάσεις αυγά, τα παιδιά του σωλήνα απλώς δεν μπορούν να βοηθήσουν. Το πολύ πολύ να βοηθήσουν στην «επικοινωνιακή διαχείριση» του πράγματος…

Σημειώνουμε εδώ ότι η σχεδόν αποκλειστική αξιοποίηση «παιδιών του σωλήνα» μόνον άφευκτη νομοτέλεια της πολιτικής δεν είναι! Ενώ το φαινόμενο υφίσταται φυσικά παντού, πολύ συχνά σε άλλες χώρες τροφοδοτείται το πολιτικό προσωπικό από ανθρώπους με ανεξάρτητη πορεία στην πραγματική κοινωνία – χωρίς να είναι αυτοί… υπερήλικες επειδή δεν μεγάλωσαν σε θερμοκήπιο. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama διέγραψε μιαν ανεξάρτητη επαγγελματική και ακαδημαϊκή πορεία και μετά, μετά από μιαν επιτυχημένη καριέρα στην πραγματική ζωή, επιδίωξε ενασχόληση με την πολιτική – ειδάλλως στην Αμερική δεν θα τον έπαιρναν και σοβαρά… Αντιθέτως, η Margaret Thatcher επεδίωκε την εκλογή της στο κοινοβούλιο από τα 24 της χρόνια – χωρίς όμως να αποτελεί εκείνη το αποτέλεσμα/προϊόν ενός κομματικού φυτωρίου και θερμοκηπίου, ενός κλειστού εσωτερικού συστήματος παραγωγής στελεχών, και ακριβώς εκεί έγκειται η μείζων διαφορά…

Μπορούμε να επενδύσουμε πραγματικές ελπίδες σε «παιδιά του σωλήνα», οσοδήποτε ταλαντούχα; Ούτε με λοβοτομή.

(Σ.Μ. – πρώτη δημοσίευση)

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις

Ευρωπαϊκό όραμα και εικαζόμενη συναίνεση

1

Όπως μάς θυμίζει ο μεγαλοπρεπής εορτασμός τού Ιωβηλαίου τής βασίλισσας τής Αγγλίας καί τό σχετικό άρθρο τού Project-Syndicate, κοινωνική συνοχή σημαίνει συνεκτική αφήγηση (το «αφήγηση», εδώ, όχι με την αρνητική έννοια του κατασκευάσματος, αλλά με την έννοια της διατύπωσης του άξονα συνοχής).

Το μόνο που επιτυγχάνεται με την αποδόμηση και την καταγγελία της αφήγησης ως απλώς φαντασιακής είναι η αποδόμηση της ίδιας της κοινωνικής συνοχής. Και το κατά πόσον η ενωμένη Ευρώπη διαθέτει συνεκτική αφήγηση αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα.

Η πολιτική υποστήριξη του οράματος για μια ενωμένη Ευρώπη οδήγησε σε μορφώματα-επιτεύγματα πρωτόγνωρα: η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη αποτελούν σίγουρα ιστορική πρωτοπορία, πόσω μάλλον αν αναλογιστούμε ότι κατ’ ουσίαν αποτελούν την διάδοχη κατάσταση δύο παγκοσμίων πολέμων στον ευρωπαϊκό χώρο.

Μολαταύτα, φαίνεται σήμερα πως αυτό ακριβώς το όραμα «δεν νοιώθει και πολύ καλά τελευταία». Με τους πρώτους τριγμούς, με τα πρώτα στοιχειωδώς σοβαρά προβλήματα, η ενοποίηση και η θέληση των λαών για εξωστρέφεια δοκιμάζεται με αβέβαιη έκβαση.

Οι χώρες «του Βορρά» διερωτώνται γιατί να συνεχίσουν την σκανδαλώδη υποστήριξη στις χώρες «του νότου», οι οποίες με την σειρά τους αναπτύσσουν μια δικαιολογημένη καχυποψία απέναντι στις ηγεσίες των βορείων εταίρων τους.

Ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε, σε ποιάν αφήγηση βασίστηκε το τιτάνιο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης; Πέρα από τα διακρατικά συμφέροντα ή και αυτήν ακόμα την επιδίωξη της ειρήνης και της συνεργασίας, αναπτύχθηκε κάποια αφήγηση ικανή να εγγυηθεί την συνοχή της ενωμένης Ευρώπης;

Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Δεν υπήρξε η πρόνοια μιάς τέτοιας αφήγησης. Η ρητορική που πλαισίωσε το όραμα της ενωμένης Ευρώπης βασίστηκε αποκλειστικά και μόνον στο ζητούμενο της ειρήνης, μα όσο μεγαλώνει η χρονική απόσταση από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, τόσο ξεθωριάζει αυτό το στοιχείο ως βασικός συνεκτικός ιστός.

Το «ζητούμενο της ειρήνης» και της συνεργασίας αποτελεί έναν εξαιρετικά ασταθή παράγοντα στις αναταράξεις του συλλογικού «θυμικού» και «λογιστικού», όπως συμβαίνει σήμερα π.χ. και στην Γερμανία και στην Ελλάδα.

Οι λόγοι για μια Ε.Ε. θεωρήθηκαν «συμφωνημένα αυτονόητα», στα οποία η συναίνεση αποδεικνύεται σταδιακά απλώς εικαζόμενη. Ακόμα και μια προσπάθεια να ψηλαφηθεί σε θεωρητικό επίπεδο κοινός ιστορικός άξονας πρόσφορος σε ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής αφήγησης εμποδίζεται από διάφορα ιστορικά απορούμενα, με σημαντικώτερο το εξής:

Ποιά είναι η ιστορική απαρχή μιας δικαιολογημένης θεώρησης της Ευρώπης ως ενοειδούς;

Πριν προχωρήσουμε, ας κατανοήσουμε ότι αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό ερώτημα που αφορά τα σπουδαστήρια των λογίων. Χωρίς απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει ευρωπαϊκή κοινή αφήγηση. και χωρίς ευρωπαϊκή κοινή αφήγηση δεν μπορεί να υπάρξει ευρωπαϊκή κοινωνική συνοχή – δηλαδή, ευρωπαϊκή Ένωση.

Δυστυχώς, η εξόχως προβληματική απάντηση που δίδεται σε αυτό το ερώτημα είναι «ο Καρλομάγνος». Συχνώτατα στην Ευρώπη εντοπίζονται οι απαρχές της «ιστορίας της Ευρώπης» στην ενοποίηση του τότε χάους υπό τον Καρλομάγνο, τον 8ο-9ο αιώνα. (Συμφωνήθηκε να θεωρηθεί ο Καρλομάγνος η απαρχή της Ευρώπης και στά πλαίσια του «Μουσείου της Ευρώπης» στις Βρυξέλλες. Είχε προταθεί η μορφή του για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα).

Είναι απολύτως σχετικό με την παρούσα κρίση να κατανοήσουμε ότι σε μια τέτοια Ευρώπη, η Ελλάδα αναγκαστικά δεν έχει θέση.

Ιστορική αναδρομή: η ευπρεπισμένη ως «μεγάλη μετανάστευση των πληθυσμών» αναφέρεται στην εισροή και εγκατάσταση στον κυρίως ευρωπαϊκό χώρο φύλων και φυλών αμιγώς βαρβαρικών κατά τον 4ο-6ο αιώνα, εξέλιξη που οδηγεί στην πτώση και κατάκτηση της Ρώμης τον 5ο αιώνα, οπότε το δυτικό σκέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταστρέφεται αφήνοντας ως κληρονομιά μόνο την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία με επίκεντρο και πρωτεύουσα την Νέα Ρώμη.

Αυτά τα νέα φύλα παραμένουν σκόρπια και αλληλοπολεμούμενα μέχρι την ενοποίησή τους από τον Καρλομάγνο και τον βίαιο εκχριστιανισμό όσων φύλων και φυλών δεν είχαν ακόμα προσχωρήσει στην δυτική χριστιανοσύνη. (Ο Καρλομάγνος αναγνωρίζει ότι είσοδος στον τότε πολιτισμό προϋποθέτει αναπότρεπτα τον χριστιανισμό, μα η προσπάθεια για την δόμηση αυτοκρατορίας εξ αυτών των φύλων και φυλών πρέπει να συνεπάγεται θρησκευτική διαφοροποίηση από το «αντίπαλο δέος», την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δομείται σταδιακά ανά τους αιώνες μια χριστιανική μέν, διαφοροποιημένη δέ religio imperii, με συστηματική θεσμοποίηση των αποκλίσεων από τους Ρωμαίους της Νέας Ρώμης ώστε να αναγνωρίζεται ως «άλλη πίστη»: άζυμη όστια, υποχρεωτικά ξυρισμένοι και άγαμοι ιερείς, filioque κλπ).

Στίς 25 Δεκεμβρίου του 800 μ.Χ., ο Καρλομάγνος στέφεται στην Ρώμη από τον Πάπα «Imperator Romanorum», «αυτοκράτωρ Ρωμαίων», παράλληλα και σε αντίθεση με τον αυτοκράτορα Ρωμαίων της συνέχειας του ρωμαϊκού κράτους στην Νέα Ρώμη.

Έναν αιώνα μετά (962) στηνεται σε αντίθεση και παράλληλα με την ρωμαϊκή αυτοκρατορία της ανατολής η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» (η οποία διατηρείται με διάφορες μορφές μέχρι το 1806).

Τα κάποτε νέα φύλα είχαν αποφασίσει την ιστορική τους μοίρα: θα διεκδικούσαν απ’ ευθείας συνέχεια του πολιτισμού τον οποίον είχαν καταστρέψει και κατακτήσει, του (ελληνο)-Ρωμαϊκού, αμφισβητώντας ευθέως την συνέχεια της Ρώμης στην Νέα Ρώμη και με ρητή την αντίθεση στούς Έλληνες. Θα διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα της ελληνικής αρχαιότητας και του ρωμαϊκού κόσμου των κάποτε κατακτημένων τους. Από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα εμφανίζονται δεκάδες διαφορετικά βιβλία με τον κοινό τίτλο: Contra Errores Graecorum, ενάντια στις πλάνες των «Γραικών»/Ελλήνων.

Το Όνειρο θα πραγματοποιηθεί τον Απρίλιο του 1204: οι σταυροφόροι της Δύσης θα κατακτήσουν, καταστρέψουν, λεηλατήσουν, δηώσουν την Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (η αυτοκρατορία αποκαλείτο συνεχώς «ρωμαϊκή αυτοκρατορία», σε αδιάσπαστη συνέχεια: ο όρος «βυζαντινή αυτοκρατορία» είναι επινόηση του γερμανού Hieronymus Wolf το 1552).

Η Κωνσταντινούπολη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει πολιτικοστρατιωτικά, μια σκιά της θα επιζήσει μέχρι το 1453 (μα με παράλληλη πνευματική αναγέννηση).
Ξαναγυρνάμε στο σήμερα: αυτή λοιπόν είναι η «κοινή ιστορία» στην οποία καλείται να δομηθεί η ευρωπαϊκή Ένωση; Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας (αλλά, κατ’ επέκταση, και μεγάλου μέρους των «βυζαντινών» βαλκανίων) σε μια τέτοια Ευρώπη;
Ιστορικά, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει μόνον ως άλλοθι.

Η μετοχή μιας «νεοκλασσικής» Ελλάδας, με πρωτεύουσα την σχεδόν ανύπαρκτη το 1821 Αθήνα, κρατική ιδεολογία τον κοραϊσμό και επιθυμία απ’ ευθείας ανταπόκρισης με την κλασσική Αθήνα χωρίς ενδιάμεσες στάσεις, δίνει όντως την βάση για να ισχυριστεί η αγία ευρωπαϊκή αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους την διεκδίκηση του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος χωρίς αντίπαλο.

Αυτό ακριβώς εννοείται σε ρήσεις όπως «η Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα είναι σάν παιδί χωρίς πιστοποιητικό γεννήσεως». Όλα αυτά τα δακρύβρεχτα τύπου «Ευρώπη χωρίς Ελλάδα είναι Ευρώπη χωρίς ψυχή» αναφέρονται ακριβώς στην ανάγκη μετοχής της Ελλάδας ως παρόχου ιστορικού άλλοθι.

Το δράμα όμως είναι πως όλα αυτά έχουν καταστεί δεύτερη φύση και στους ίδιους τους Έλληνες: κορδώνονται κωμικά, περπερεύονται γελοιωδέστατα όταν λένε ότι «η Ελλάδα γέννησε τον δυτικό πολιτισμό» (…τον οποίον εμείς πρέπει να αναζητήσουμε στά ευρωπαϊκά second hand μεταχειρισμένα, γιατί δήθεν τον χάσαμε απ’ την πολλή τουρκοκρατία).

Και οι Έλληνες πολιτικοί περιμένουν πώς μια τέτοια «ψευδής ταυτότητα» μπορεί να λειτουργήσει ως κοινωνική συνοχή. Περπατάει μέχρι κάποιο σημείο, μετά κλατάρει. και μετά τρέχουν στις εκκλησιές να ζητιανέψουν κοινωνική συνοχή, διότι αντιλαμβάνονται ότι σε λαϊκό επίπεδο μόνο αυτό έχει μείνει από το θανατηφόρο μείγμα ασταθούς ταυτότητας αφ’ ενός και αποδόμησης αυτής ακόμα της ασταθούς ταυτότητας αφ’ ετέρου. (Οι υποψιασμένοι της εξουσίας είναι που τρέμουν την ώρα που το πλήρωμα της εκκλησίας θα απαιτήσει χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, όχι οι «εκκλησιαστικοί δημόσιοι υπάλληλοι».)

Προϋπόθεση όμως για να μπορέσει η Ελλάδα να παρέχει το ιστορικό άλλοθι της ευρωπαϊκής Ενοποίησης χωρίς να ενοχλεί είναι να μοιάζει αόρατη, μια «σκιά», μια «ιδέα». να μη δημιουργεί προβλήματα. να είναι περισσότερο μια ποιητική έμπνευση παρά μια πραγματική χώρα.

Αυτήν την Ελλάδα έχουν στο νού τους οι μεγάλοι Ευρωπαίοι φιλέλληνες του παρελθόντος, αυτήν με τίς χλαμύδες, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα και τους κίονες – επ’ ουδενί την βαλκανική πρωτεύουσα της Θεσσαλονίκης, την πραγματική Ελλάδα του εδώ και του τώρα.

Μιά χώρα-θεωρητικό κατασκεύασμα που δυστυχώς φάνηκε στην διετία 2010-2012 να επιφυλάσσει μιαν άσχημη έκπληξη στους εταίρους της: το γεγονός ότι είναι πραγματική χώρα με πραγματικούς κατοίκους.

Να επαναδιατυπωθεί το αυτονόητο: όλα αυτά δεν τα λέμε ευρωσκεπτικιστικά, αλλά φιλοευρωπαϊκά, πολύ πιο φιλοευρωπαϊκά από αυτούς που θεωρούν την ευρωπαϊκή συνοχή-ταυτότητα δεδομένη και αυτονόητη και την αφήνουν ως έχει. Δεν τα λέμε επειδή θέλουμε λιγώτερη Ευρώπη, αλλά ακριβώς επειδή θέλουμε περισσότερη Ευρώπη – όμως, διαφορετική Ευρώπη.

Σ.Μ.

Posted in Άρθρα_Τοποθετήσεις